Google+ Followers

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α16.

Οι φυγές σου
είχαν πάντα το χρώμα το κόκκινο...
Τώρα,
τί τό ’θελες το ατέλειωτο μπλε...

Εγώ, καρτερώντας σε, στο παλιό μου μουράγιο,
τη μορφή σου σκάλιζα σε θαλασσοφαγωμένα ξύλα,
έχοντας στα μάτια τον Ελκόμενο
και της Μονεμβασιάς την `Αγια Σοφιά.
Εσύ, πού ναυαγούσες τότε
και βάφτηκαν έτσι τα μάτια σου;
Πού ναυαγούσες;
Ποια κύματα τα βλέφαρά σου έβρεχαν;

Και τώρα...
Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
και σαν τελειώσω τίνος χειρός να πω πως είσαι;
Στου Μυστρά τα χαλάσματα τις εικόνες σου ψάχνω
και στη σιωπή της Περίβλεφτου γυρεύω χρώματα νεκρά
εσένα ν’ αναστήσω και το χρόνο...

Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
τώρα που σίμωσαν καιροί γεμάτοι αντάρα;

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α15.



Μικρό πουλί
που ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;

Κλέβεις τα μάτια μου.
Κλέβεις τα χείλη μου,
αφήνοντας στις άδειες χούφτες χιόνι κι ερημιά.

Κάθε ταξίδι κι ένας θάνατος.
Κάθε φυγή και μια κραυγή.
Μια καταιγίδα που σαρώνει τις σημαίες μου...

Πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;
Ποιανού ουρανού μετράς τ’ αστέρια;

Πουλί μικρό, λουλούδι ολάνθιστο,
που ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;

Μικρό πουλί θα πληγωθείς απ’ τα ταξίδια σου,
θα λιώσουν τα φτερά σε κάποιο πέταγμα
και τα τοπία θα γίνουν μαχαιριά στα μάτια σου
και στα παράθυρα του ύπνου.

Για να θυμάσαι πάντα τα ταξίδια σου,
για να θυμάμαι πάντα τις φυγές σου.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α14.


Απόψε έλα...

Έλα να δεις λαβωματιές σε χρόνια αξημέρωτα κρυμμένες.
Μια-μια να τις χαϊδέψεις,
μια-μια να τις φιλήσεις.

Να μείνεις πλάι μου ως την αυγή,
να μείνεις μέσα μου πέρα απ’ τη νύχτα,
να μείνεις πάνω στις φτερούγες μου, στις φλέβες...

Απόψε έλα...

Έλα να πιαστούμε χέρι-χέρι.
Τα μαλλιά σου αρκετά βράχηκαν,
τα μάτια μου περίσσια δάκρυσαν...

Πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;
Και δεν ακούς...
Και δεν ακούς...

Μικρό πουλί, μικρό πουλί πού ταξιδεύεις;
Ποιες θάλασσες δροσίζουν τα μαλλιά σου;
Τα μάτια σου με ποια βουνά γεμίζουν;

Κάθε ταξίδι και άλλο φόρεμα,
κάθε φυγή και άλλο χρώμα.
Σαν τον αγέρα άπιαστη...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α13.



Δίψαγα μακριά απ’ τα χείλη σου
στις ώρες της μάχης...

Δίψαγα
όταν οι γραφές μου αποκρυπτογραφούσαν αγγίγματα
και βλέμματα αποτυπωμένα σε μαρμάρινα αετώματα,
σε σπασμένους κίονες ...

Δίψαγα
αναζητώντας ανώνυμων υπογραφές
και κρύωνα ανάμεσα σε τόσο πόνο.

`Ώσπου τα μάτια έμαθαν τις λέξεις της σιωπής
και πια μιλούν μες στο σκοτάδι
την ίδια γλώσσα αιώνες τώρα...

Ώσπου τα χείλια έμαθαν τη γλώσσα των ματιών
και πια ρουφούν όλον τον κόσμο.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α12.


Σταυρωμένος
σε πετάγματα τόσα όσα οι μέρες της οδύνης,
συντριμμένος
σε πετάγματα τόσα όσα οι μέρες της μοναξιάς
και όσα τα «γιατί» και τα «μη»
και τ’ αναρίθμητα «κατηγορώ».

Σταυρωμένος,
συντριμμένος κι ελεύθερος
στο ποτάμι της αιώνιας σκέψης,
εγκυμονώ το νέο λόγο,
τις λέξεις που θα οριοθετήσουν σε κάποιο αύριο
το «Εσύ» και το «εγώ»,
το λάξευμα του έρωτα απ’ τον ανένταχτο πόνο μου.

Με γραφές για σένα και για είδωλα
για βλέμματα αποτυπωμένα σε πανάρχαιες κουρτίνες.

Με γραφές για σένα,
που προχωρούσες στο αίνιγμα ολόφωτη,
που προχωρούσες στο χθες μ’ ολόκλειστα τα πέταλα,
ολόγυμνη στον άνεμο,
με τις χούφτες σου ολάνοιχτες στη σιωπή μου...

Με γραφές για σένα
και για είδωλα,
για προσωπεία θεών και συστημάτων
που έζησαν τυλιγμένα σε μύθους
καλλιεργώντας το δικό μας θάνατο.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α11.

Είναι απόλυτο το σκοτάδι
και η ομίχλη αδιαπέραστη ανάμεσα στις φωνές μας,
τόσο που δεν μπορώ να ζωγραφίσω το πορτρέτο σου
όπως τότε που αρμένιζες στα μάτια μου.

Είναι απόλυτο το σκοτάδι
και η αφή σου άγγιγμα τρισδιάστατου ονείρου
στον έναν και απροσδιόριστο χρόνο,
στη μια και αλύτρωτη συντριβή μου.

Μέσα σου πεθαίνω αμετανόητος (απόσπασμα)


Τον κοιτάζει που της πλένει τα πόδια. Το νερό του ποταμού πεντακάθαρο. Η όχθη σ’ εκείνο το σημείο δημιουργούσε μια τόσο δα ελάχιστη αμμουδιά. Περνά τα δάχτυλά του ανάμεσα από των ποδιών της τα δάχτυλα. Τα τρίβει απαλά. Μετά τρίβει τις φάλαγγές τους.
Τα χαϊδεύει τρυφερά, παρά τα τρίβει.
Λες και της τραγουδά με τις άκρες των δακτύλων του.
«Με ξεκουράζεις...», του λέει, ενώ εκείνος μαντεύει πως θέλει να του πει κι άλλα.
-Με ξεκουράζεις και μ’ αναγκάζεις να βλέπω τα πράγματα μ’ άλλο βλέμμα. Ποτέ δεν είχα νιώσει έτσι αυτό το ποτάμι. Το έβλεπα πάντα από μακριά, θολό κι αδιάφορο...
-Αυτό το ποτάμι είναι η ζωή μας. Πάντα τα ποτάμια χάριζαν ζωή. Πριν ακόμα αντιληφθούν οι άνθρωποι ότι ο άντρας γονιμοποιεί τη γυναίκα, πίστευαν πως οι ποταμοί είχαν αυτήν την ιδιότητα. Γι’ αυτό και τα ονόματα που έδωσαν σ’ όλους τους ποταμούς είναι αρσενικού γένους. Ποτάμιοι θεοί...
-Άρα, αφού γονιμοποιούσε ο ποταμός, δε θα υπήρχε και πρόβλημα …μοιχείας…
-Ο δικός μας, ο Πηνειός, είχε γονιμοποιήσει την Κρέουσα. Η αρχαία θρησκεία λέει πως παιδιά τους ήταν ο Υψεύς, ο Ανδρεύς και η Στίλβη... Κάποιοι άλλοι μύθοι αναφέρουν ως κόρη του και τη Δάφνη, που μεταμορφώθηκε σε θάμνο μέσα στα Τέμπη για να ξεφύγει από το πάθος του Απόλλωνα, που την κυνηγούσε για να σμίξει ερωτικά μαζί της. Η Στίλβη μένει ακόμα ζωντανή στα νερά του, ορατή τα μεσημέρια που ο ήλιος κυρίαρχος μετασχηματίζει την επιφάνεια του ποταμού σε καθρέφτη... να καθρεφτίζεσαι, εσύ, και να θαμπώνεις τη γύρω σου ομορφιά...

Τον ακούει με τα μάτια κλειστά. Της αρέσει που της μιλά έτσι, ποιητικά. Η φωνή του της ανοίγει παράθυρα για άλλους κόσμους. Χαϊδεύει ερωτικά τ’ αφτιά της, πριν εισχωρήσει βαθιά στους ακουστικούς πόρους και πριν συναντήσει τις ξεχασμένες μέρες της παιδικής της ηλικίας.
Συνεχίζει να της πλένει τα πόδια. Σταματά επίμονα γύρω απ’ τους αστραγάλους και σκύβοντας ακόμα περισσότερο, ακουμπά τη γλώσσα και το σαγόνι του στα πέλματά της. Με τη γλώσσα του θα περιπλανηθεί στις απαλές καμπύλες των πελμάτων της και στη συνέχεια, ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της.
Κινήσεις και αγγίγματα άκρως ηδονικά, που προκαλούν ηλεκτροφόρα ρεύματα τα οποία διαπερνούν απ’ άκρη σ’ άκρη το κορμί της.
Μετά, με μια και μόνο κίνηση, θα τη σηκώσει στα χέρια του και, κρατώντας την στην αγκαλιά του, θα τη γυρίζει πίσω στην πέτρα, να πατήσει πάνω της για να μη λερωθούν τα πέλματά της. Εκεί θα βγάλει το πουκάμισό του, θα τυλίξει μ’ αυτό τα πόδια της και απαλά θα τα σκουπίσει.
Εκείνη, εξακολουθεί να τον κοιτάζει αμίλητη. Θα ήθελε να του πει ό,τι όλα αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν σκηνές κινηματογραφικής ταινίας. Διστάζει, όμως, γιατί ξέρει πως κάθε κινηματογραφική ταινία έχει και το τέλος της κι εκείνη δε θέλει να σκεφτεί ποιο θα μπορούσε να ήταν το τέλος από τη δική τους κινηματογραφική ταινία.
Το μόνο που θα του πει, ώρα μετά, είναι πως την κακομαθαίνει.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α 10

Μένεις απόκοσμη
στα χέρια σου κρατώντας ασκούς του Αίολου,
στα μάτια σου κλείνοντας την άρνηση.

Ε σ ύ που πάντα μίλαγες με τα μάτια...
Ε σ ύ που πάντα μίλαγες με την αφή...

Μένεις απόκοσμη
χωρίς να νιώθεις την οδύνη της αναζήτησης.

Μαχαίρι η σιωπή
και η νύχτα αμφίβολη.

Αμφίβολες οι σκιές της λάμπας
σε σχηματοποιούν στην αφηγηματική της ερημιάς
στη θανάσιμη λευκότητα του τοίχου.

Και οι γραφές αμφίβολες.
Σταματημένες σε στίξεις απροσπέλαστες,
αδιάβατες,
όπως το άσπρο χαρτί τις άγονες νύχτες,
τις άδειες από ήχους των βημάτων σου.

Μένεις μετέωρη.
Αόρατοι τοίχοι γύρω σου συντρίβουν τ’ αγγίγματα,
αφήνοντας το τραγούδι μου να στροβιλίζεται ανυπεράσπιστο,
όπως τα κίτρινα φύλλα
στα φθινοπωρινά τοπία των βλεφάρων σου.

Και τώρα
πώς να ζωγραφίσω
με μόνο κίτρινο και γκρι
το πορτρέτο σου;
Πώς να ζωγραφίσω μια καταιγίδα
με τα ματόκλαδά μου φορτωμένα ερημιά;

Τρύγος - Μια γιορτή με γεύση και χρώμα...




Ο τρύγος για την περιοχή της Λάρισας έχει σχεδόν ολοκληρωθεί με εξαίρεση τα Ξινόμαυρα της Ραψάνης που θα περιμένουν μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη. Το εστιατόριό μας επισκέφθηκε τα σημαντικότερα Κτήματα, οσμίσθηκε τα αρώματα των φρεσκοτρυγημένων σταφυλιών, μίλησε με τους παραγωγούς, φωτογράφησε στιγμιότυπα του τρύγου και της οινοποίησης και όπως κάθε χρόνο είναι έτοιμο να υποστηρίξει τους τοπικούς οίνους। Κτήμα Κατσαρού, Κτήμα Καριπίδη, Κτήμα Μίγα, Κτήμα Νταύγκου, Κτήμα Λιάπη, Κτήμα Ξηρομερίτη... Από την ορεινή Κρανιά μέχρι τα Βούναινα του αρχαίου Κρανώνα και τον περιώνυμο Τύρναβο με το ιστορικό Συνεταιριστικό Οινοποιείο. Παραγωγές εκλεκτές, η κάθε μια με τα δικά της χαρακτηριστικά, που κρύβουν μεράκια και αγωνίες...


Κτήμα Ζαφειράκη


Αρχή της φετινής ξενάγησης το Κτήμα του Χρήστου Ζαφειράκη.


Ο Χρήστος Ζαφειράκης εμφανίστηκε μέσα από ετικέτες που παραπέμπουν σε τυρναβίτικα τοπωνύμια. Μιλά για αναβίωση ποικιλιών που χάθηκαν ή τείνουν να χαθούν. Οινοποιεί με πάθος και μεράκι. Και μιλά με σεβασμό για ό,τι κρύβεται μέσα σ’ ένα μπουκάλι κρασί. Σίγουρος για την αξία του τόπου του, στοχεύει στην ανατροπή…
Από πατέρα αμπελουργό, ανήσυχος για ό,τι παρατηρούσε να συμβαίνει στους οικογενειακούς αμπελώνες, αλλά και στη γύρω περιοχή, ο Χρήστος Ζαφειράκης επέλεξε να βαδίσει σε δρόμους γνωστούς για τον τόπο του, τον Τύρναβο, ωστόσο ιδιαίτερα προσωπικούς, διαισθανόμενος ότι η γη του έχει τις δυνατότητες να παράγει ιδιαίτερα ποιοτικά κρασιά.
Η μαθητεία του στην Αμερικανική και Γεωργική Σχολή της Θεσσαλονίκης γίνεται το εφαλτήριο για την είσοδό του στον γοητευτικό κόσμο της οινοποίησης, αφού τον οδηγεί στη σχολή Οινολογίας και Τεχνολογίας Ποτών ΤΕΙ της Αθήνας και μετά στην Ιταλία.
Το 2000 ξεκινά τις παρεμβάσεις σε αμπελοτεμάχια της οικογένειας, με πρώτο βήμα τις εδαφολογικές εξετάσεις. Παράλληλα, συζητώντας με τους γεροντότερους της περιοχής αναζητά το βιογραφικό των αμπελοτόπων του Τυρνάβου και το ιστορικό των καλλιεργειών.
Πιστεύει ότι τον πρώτο ρόλο στη δημιουργία ενός μεγάλου κρασιού παίζει η υψηλή ποιότητα της πρώτης ύλης και στόχος του είναι να εκμεταλλευθεί στο έπακρο τις δυνατότητες ενός πολύ καλού αμπελιού.
Οι ετικέτες του ‘‘Παλαιόμυλου’’ έτυχαν θερμής υποδοχής από τους οινικούς κύκλους και τα σχόλια που ακουστήκαν και γράφτηκαν υπήρξαν ιδιαίτερα ευμενή για τον Χρήστο Ζαφειράκη, ο οποίος συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για ν’ αποτελέσει τη μεγάλη ανατροπή σε μια περιοχή που δικαιούται να καυχιέται για την ποιότητα των κρασιών της. Νεαρός, με οράματα και όρεξη για δουλειά στοχεύει στην εξελικτική πορεία ποικιλιών που έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν μεγάλα κρασιά, έτσι ώστε να έχει το δικό του λόγο στον σύγχρονο ελληνικό οινικό χάρτη, στον οποίο παρά την ποιοτική έξαρση που παρατηρείται εδώ και χρόνια υπάρχει αρκετός χώρος για πρωτοπορίες.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α 9 (απόσπασμα)

Μπορείς να σβήσεις τώρα το κερί...
Θα σ΄ αγαπώ το ίδιο στο σκοτάδι
και θα πονάω για τα μάτια σου...

Μπορώ να σ’ αγαπώ και δίχως μάτια...
Μπορώ να σ’ αγαπώ και δίχως σώμα...

Τώρα τα όνειρα προστάζω να σε φιλούν γλυκά
και στα σεντόνια λέω να σε προσέχουν.

Πιάνω και στρώνω το κρεβάτι σου με ροδοπέταλα,
τραγούδια βάζω στο προσκέφαλο
και την καρδιά μου στα μαλλιά από τις κούκλες σου
να σε φυλάει απ’ το κακό.

Κι εσύ πικραίνεσαι απ΄ την ανάσα μου.

Βλέπεις στα χέρια μου συρματοπλέγματα
και την καρδιά σε βάλτους.

Π ιάνω και στρώνω στο κρεβάτι σου υάκινθους,
γράφω στους τοίχους « Σ’ ΑΓΑΠΩ » .
Χαϊδεύω τους καθρέφτες που σε κοίταξαν,
τις χτένες που σε χτένισαν...

Μα δεν ακούς... Μα δεν ακούς...
Μα δεν ακούς κάθε που λέω «ΕΛΑ»...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α 9 (απόσπασμα)

Α9.

Μπορείς να σβήσεις τώρα το κερί...
Θα σ΄ αγαπώ το ίδιο στο σκοτάδι
και θα πονάω για τα μάτια σου...

Μπορώ να σ’ αγαπώ και δίχως μάτια...
Μπορώ να σ’ αγαπώ και δίχως σώμα...

Τώρα τα όνειρα προστάζω να σε φιλούν γλυκά
και στα σεντόνια λέω να σε προσέχουν.

Πιάνω και στρώνω το κρεβάτι σου με ροδοπέταλα,
τραγούδια βάζω στο προσκέφαλο
και την καρδιά μου στα μαλλιά από τις κούκλες σου
να σε φυλάει απ’ το κακό.

Κι εσύ πικραίνεσαι απ΄ την ανάσα μου.

Βλέπεις στα χέρια μου συρματοπλέγματα
και την καρδιά σε βάλτους.

Π ιάνω και στρώνω στο κρεβάτι σου υάκινθους,
γράφω στους τοίχους « Σ’ ΑΓΑΠΩ » .
Χαϊδεύω τους καθρέφτες που σε κοίταξαν,
τις χτένες που σε χτένισαν...

Μα δεν ακούς... Μα δεν ακούς...
Μα δεν ακούς κάθε που λέω «ΕΛΑ»...

ΛΟΓΟΣ Τρίτος - Α 8 (απόσπασμα)

Μα εσύ δεν άκουγες...

Δεν ήξερες τί σήμαινε βροχή
και ούτε είχες δει κάτω από το πουκάμισο
τις πληγές της χθεσινής μέρας.

Πλασμένη μόνο μ’ ανθούς
λουσμένη μόνο με φως πρωινού ανοιξιάτικου ήλιου
και με τη συμφωνία του γαλαζοπράσινου στα μάτια σου,
τα χέρια άνοιγες ασύνορα...

Χωρίς ν’ ακούς
Χωρίς ν’ ακούς
Χωρίς ν’ ακούς τη σιωπή μου...

Δεν μ’ άκουγες...
Ακόμα κι όταν έλεγα πως
περιμένω το ξημέρωμα για να βαδίσω σιωπηλός
τα μονοπάτια της οδύνης,
πως περιμένω τον ερχομό της άλλης μέρας
με στήθος ολάνοιχτο σε κάθε σπαθί,
σε κάθε κραυγή.

Π ε ρ ι μ έ ν ω. . . Θέλοντας να πλανηθώ στις μυστικές γραμμές
του προσώπου σου. Εκεί που δεν υπάρχει φως, ούτε σκοτάδι, παρά
μονάχα ένα χρώμα αχαρακτήριστο, ένα χρώμα μουντό κι ένας αγέρας
χαμηλόφωνος...
Π ε ρ ι μ έ ν ω. . . Θέλοντας να πλανηθώ στους μυστικούς
καθρέφτες των ματιών σου, ν’ αρμενίσω κατά πού θέλει το κύμα,
κουνώντας αδιάφορα το κεφάλι σε κάθε σπάσιμο καταρτιού...
Ξ έ ρ ω , πως τα χέρια σου σταματούν πάνω μου αναζητώντας
σταγόνες ιδρώτα, πως στα μάτια σου ταριχεύεται κάθε
έκφραση της αγωνίας μου. Και μένω σιωπηλός, τα δάχτυλα
παίζοντας αμήχανα.

Έμαθα να σ’ αγαπώ ασύχαστα...

ΛΟΓΟΣ Τρίτος - Α7 (απόσπασμα)


Κανέναν δε θ’ αφήσω
να περάσει μέσα στις λέξεις σου,
ν’ αγγίξει το χρώμα και το αίμα σου...
Κανέναν δε θ’ αφήσω να δει τα όνειρά σου,
να σταθεί μπροστά στις εικόνες σου,
ανάμεσα στα ραγισμένα σου δάκρυα...

Και θα σου φέρνω πάντα χαλίκια από τη θάλασσα
με το μονόγραμμά σου σκαλισμένo από ράμφη πουλιών.

Θα σου φέρνω πάντα
μικρά κυπαρισσόμηλα
να στολίζεις τα μαλλιά και τα στήθη σου.
Θα σου φέρνω βροχή
να ξεδιψάς τ’ αυγουστιάτικα μεσημέρια,
να σου δροσίζει το στέρνο
...το στέρνο
που σκάλιζα στην παλάμη μου,
την ώρα που έκλεινες τα βλέφαρα
να μπω μέσα σου,
να ταξιδέψω.

Κι εσύ στέρνο ...
Στέρνο που βαθιά αγαπήθηκες,
στέρνο που στολίστηκες με τα φιλιά του αρχέγονου χθες,
στέρνο συνθλιμμένο από κύκλωπες
σαν πεις το γυρισμό να πάρεις
ίσως δε βρεις παρά μονάχα ένα δωμάτιο σκόρπιες σελίδες,
αραχνιασμένες ελαιογραφίες
και τις μορφές ενός κλόουν απολιθωμένες...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α6 (απόσπασμα)


Τώρα αίμα και σιωπή.
Η απουσία φίδι.
Τα φωνήεντα νεκρά πουλιά στις χούφτες.
Κι εσύ να μην ακούς
τις οιμωγές...

Μίλησέ μου λοιπόν
Μια λέξη σου ας ταξιδέψει ως τα πανιά μου.
Είναι βαριά του δειλινού η σιωπή,
πνιγμένη σε λυγμούς.

Μίλησέ μου λοιπόν...
Στην πόλη μας όλα βάφτηκαν μπλε,
χάθηκε ο ορίζοντας,
βαδίζουν οι σκιές μας.

Μίλησέ μου λοιπόν...

Μίλησέ μου...
Αν είναι απόψε να χαθώ
ας γίνει με μια λέξη σου...

’Κείνα τ’ απομεσήμερα
που μάτωνες και μάτωνα ήταν γεμάτα γιασεμιά.
Τούτα τ’ απομεσήμερα
μυρίζουν παγωνιά,
μυρίζουν θάνατο.

Μίλησέ μου λοιπόν...


ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α5 (Ο Θεός που εμείς θα γεννήσουμε)


Ορκισμένος
να μην ξεχνώ τα περιστέρια
που γκρεμίστηκαν αναζητώντας σκιές αγάπης,
ούτε τα μάτια πού ’μειναν καρφωμένα στους ορίζοντες
ηλιοβασιλέματα προσδοκώντας,
ούτε τη στυφή γεύση της τρικυμίας
τότε
που ανεμίζαμε απελπισμένα τραγούδια της νιότης
και ψιθύριζα στην εικόνα σου
προσευχές και τραγούδια
γράφοντας στους τοίχους
πως:
ο Θεός που εμείς θα γεννήσουμε
θα είναι Ωραίος ως `Έρωτας
με μια γεύση από αίμα.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α4 (Οδοιπορία στην έρημο)

Α4.

Τη ζωή
σμιλεύοντας με δάχτυλα ιδρωμένα
κι αφήνοντας στην έρημο τάμα το δάκρυ,
χάραζα στις γυαλωμένες πέτρες
μορφές και λέξεις.

Οδοιπορία στην έρημο
αναζητώντας την εικόνα και τις ελπίδες...

Σμιλεύοντας τη ζωή με νύχια και με δόντια,
σμιλεύοντας τη ζωή με τη ζωή,
τους Ατλαντικούς αντιπάλευα και τον πόνο...

Ατυχία η ικανότητα να ονειρεύσαι...

Όλο το βράδυ μιλούσα για μια γυναίκα.
Μέχρι που ξημέρωσε τα δάχτυλά μου έμειναν στο σκοτάδι.
Ύστερα στάθηκα στο κέντρο του χώρου
που οι ορίζοντες του σταματούσαν εκεί
όπου τα τσαλακωμένα σεντόνια αφηγούνταν την πάλη των σωμάτων.
Τώρα, καθώς πλησιάζει το μεσημέρι,
ανασύρω από τον αρχαίο κόσμο της νιότης μου
σπασμένα μάρμαρα,
που κάποτε ήταν αγάλματα.
Τελικά αποδεικνύεται ατυχία η ικανότητα να ονειρεύσαι...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α3 (Τα λιμάνια της νύχτας)

Τ’ άγνωστα λιμάνια είταν γεμάτα νύχτα.
Τα τραγούδια τους μιλούσαν
για νιάτα που γέρασαν σε καπηλειά,
ήλιους διωγμένους καταμεσής της `Άνοιξης,
για πειρατές που κούρσευαν τριαντάφυλλα
και για τελώνες μακρυχέρηδες...

Στα λιμάνια της νύχτας
τη νιότη πρωτοστόλισα με δάκρυα,
στο στήθος και στα μπράτσα γράφοντας
ονόματα όλο αλμύρα,
λέγοντας κάθε φορά
πως τούτο το ταξίδι θά ’ναι το στερνό.

Και με πανιά σχισμένα πάλι στο πέλαγος.
Με μάτια γεμάτα θάλασσες ανταριασμένες
κι αμπάρια που δεν έλεγαν ν’ αδειάσουν,
ξανά στην αναζήτηση της γοργόνας.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α2. (Άλλοτε παίζοντας τους κλέφτες)

Άλλοτε παίζοντας τους κλέφτες
κι άλλοτε τους κουρσάρους,
με την Άνοιξη στεφάνι στο μέτωπο
και τον Έρωτα να βολοδέρνει στα στήθη
κοχύλια κλέβαμε.

Μα εγώ,
σ’ ένα κοχύλι βολεύοντας τη σιωπή
και το σώμα της νιότης σαϊτεύοντας,
πετροβολούσα κερασιές και θάλασσες
καρτερώντας κατάρτια από το πέλαγος.

Τα πανιά μας φουσκωμένα με όνειρα
και τ’ αμπάρια γεμάτα αγάπες,
τις φουρτούνες περιμέναμε.

Γερά σκαριά...
Τις γοργόνες λέγαμε θα συναντήσουμε
γιορντάνια στο λαιμό τους
τα μάτια να περάσουμε.
Τις γοργόνες
κι αν ψάξαμε δε βρήκαμε,
παρά μονάχα
κάποια ξωτικά της θάλασσας
συνηθισμένα να φεύγουν
κάθε που έπιανε καιρός.
(Αυτά μας έκλεψαν τις νύχτες
που θέλαμε να χαρίσουμε
στην `Άνοιξη...)

Σε λιμάνια σκοτεινά μείναν τα μάτια μας...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α1. (Τα μάτια ανοίγοντας στο δειλινό)

Τα μάτια ανοίγοντας στο δειλινό
και την καρδιά στους τέσσερις ανέμους
ταξίδι είπα να κινήσω.

Φτερό στα όνειρα,
έλεγα πως
τούτος ο κόσμος
μου αρκεί για τα πετάγματα.

Είταν οι μέρες καλοκαιρινές
κι εγώ δεν ήξερα από χειμώνες.
Τον Ιάσονα πίστευα για ήρωα
βάφοντας άσπρη την «Αργώ» μου...

Είναι και ο έρωτας που προκαλεί καρκίνο

Κάθε φυγή και το κόστος της.
Ακόμα κι όταν ο θάνατος
έχει χρώμα κίτρινο με άρωμα βανίλιας,
ακόμα κι όταν οι σκιές
γίνονται σώματα και μας ακολουθούν.
Διψώ κάθε ξημέρωμα.
Μετρώ τα βήματα της σιωπής,
τους ψίθυρους του σώματος.
Ένα στήθος στο χρώμα της ξεβαμμένης ώχρας,
η ήβη που χορεύει στη νύχτα
κι εκείνο το μισό χαμόγελο
που δε λέει να φύγει από τις ράχες των βιβλίων.
Μυρίζω στα δάχτυλα
τις θύμισες της χθεσινής μέρας,
εκείνο το τραγούδι
που κουράστηκε στα χείλη μας
και κύλησε κάθιδρο
στην άκρη του απογεύματος
ρωτώντας και ξαναρωτώντας τους λεπτοδείχτες
αν είναι ο έρωτας αυτό που καίγεται μαζί με το τσιγάρο.
Κάθε φυγή και το κόστος της
με το επιτόκιο της επιστροφής
να χορταίνει με σαρκασμό θανάτου.

Έτσι
για να μπορεί το καλοκαίρι
να θυμάται
πως δε βλάπτει μόνο το τσιγάρο
την υγεία…

Τα δικά μου καράβια

Σε ποια νύχτα να σε ψάξω
σε ποιο φεγγάρι να τραγουδήσω
για τα μάτια σου;

-------------------------------
Καράβι εσύ,
εγώ ο παλιός αρσανάς
και οι προσμονές
που αγρυπνούν κάτω από τα βλέφαρα.
-------------------------------
Κρυώνω μακριά σου
και τραγουδώ
μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν τα μάτια σου
στους ήχους της σιωπής.
-----------------------------
Στα μάτια σου να ταξιδεύω
ως άνεμος του δειλινού
και να περνώ
μόνος εγώ,
ανάμεσα από τις νοσταλγίες
της αγάπης,
τα μυστικά σου εξιχνιάζοντας...
---------------------------------------
Αρχαίες σκουριές
και ξύλα θαλασσοφαγωμένα...
Τούτος ο Σεπτέμβρης τραγουδά με σιωπές,
στολίζει με φύκια φωτογραφίες
και ψάχνει στ’ αζήτητα της ιστορίας
το μισό σου χαμόγελο...
-------------------------------
Κρατώ μια γεύση απ’ τα χείλη σου,
ένα άγγιγμα,
τη μυρωδιά ενός δειλινού με προγραμμένο τέλος.
Κρατώ και μια υπόσχεση,
ένα κομμάτι καραβόσχοινο...
-------------------------------------
Το άλλο καλοκαίρι ίσως περιπλεύσω
στο ακρογιάλι της ήβης σου...
------------------------------
Δε σε ταξίδεψα
αυτό το καλοκαίρι στο απέραντο γαλάζιο.
Ούτε να σου μιλήσω με υακίνθους
στάθηκε βολετό.
--------------------------------
Και τώρα με χρώματα της νύχτας
ζωγραφίζω ένα πρόσωπο στη βροχή
-αντίλογο στα καράβια της φυγής σου.
Γερμένη στην πρύμνη
κουνάς μαντίλι πάλλευκο,
παίζεις στα δάχτυλα δίχτυα ξεχασμένα
και λες πως θα ’ρθουν άλλα καλοκαίρια
για το ταξίδι.
Ξεχνάς πως στα κοχύλια κρύβονται οι ανάσες
που είχαν εσένα προορισμό.
Θα σταθώ απόμερα...
Στα παροπλισμένα καράβια θα δώσω ονόματα ερώτων...
Θα στολίσω με φύκια μιαν άλλη μέρα...
Προσμένοντας ένα ιστίο κατακόκκινο
θα ξαναμάθω τη γλώσσα των γλάρων...
----------------------------------
Σε λιμάνια σκοτεινά μείναν τα μάτια σου...
Ανάμεσα στους όγκους των καραβιών
έμεινε η θύμηση του ταξιδιού.
Σε λιμάνια αγεωγράφητα έμειναν τα ίχνη σου.
Το παράλογο και το ασύμμετρο.
------------------------------

Τ’ όνομά σου έχει τη γεύση της αλμύρας
ακόμα κι όταν δεν είναι γραμμένο στις πλώρες των καραβιών
Τ΄ όνομά σου έχει τη γεύση της πρωινής δροσιάς.
Αγγίζω τα σχισμένα καραβόπανα της φυγής,
αγγίζω τις μνήμες της απουσίας,
το παράλογο της προσμονής που αγκυροβόλησε
στις παρυφές της καταιγίδας.
Ρωτώ πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει...
Στα παράθυρα του ύπνου,
σε κίνηση αργή,
οι φυγές σου χρωματίζονται με κόκκινο
και προχωρούν προς το ανείπωτο.
Το ένα σου στήθος πυρπολεί τις νύχτες μου.
Το άλλο σου, προσυπογράφει το θάνατό μου
-------------------------------------

Καρτερώντας σε,
στο παλιό μου μουράγιο,
τη μορφή σου σκάλιζα σε θαλασσοφαγωμένα ξύλα...

Εσύ, πού ναυαγούσες τότε;
Ποια κύματα τα βλέφαρά σου έβρεχαν;
Και τώρα...
Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
και σαν τελειώσω τίνος χειρός να πω πως είσαι;
Στης Μονεμβασιάς τα χαλάσματα τις εικόνες σου ψάχνω
και στη σιωπή του Γέρακα γυρεύω χρώματα νεκρά
εσένα ν’ αναστήσω και το χρόνο...
Ένα καράβι μου καθελκύω
στη θάλασσα των απονενοημένων ερώτων
με τη λαχτάρα του νεοφώτιστου.
Ξέρω πως υπάρχεις στις απανεμιές.
Ξέρω πως συλλέγεις κι άλλες αγάπες
για τις αυριανές ποντοπορίες σου.

-------------------------------
Τοπία ερημικά τα μουράγια που σε προσμένω,
γεμάτα άπνοια, σάπιες ψαρόβαρκες και απουσία...
Στο απόλυτο τίποτα
τα βήματα μετρούν τα χνάρια τους στην άμμο.
Περιμένοντας...

Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο


Με τρομάζουν τα δάχτυλα που χορταίνουν με πλαστικό,
που ερωτεύονται το ανοξείδωτο.
Με απωθούν τα δάχτυλα που αγγίζουν το «μάους»
και ταξιδεύουν στο χώρο με την ταχύτητα του φωτός
και της απόγνωσης...

Στα δάχτυλά μου αναζητώ τους σπασμούς σου.

Λέω,
μ’ αυτά τα δάχτυλα
ν’ αναζητήσω και το κόκκινο
στους κυματισμούς των μαλλιών σου,
να ειρωνευτώ το θάνατο
παίζοντας με τις ρώγες σου,
να ξορκίσω την παγωνιά
ταξιδεύοντας στην ήβη σου.

Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο,
να μείνεις μακριά απ’ ό,τι είσαι,
απ’ ό,τι ξέρουν οι άλλοι,
απ’ ό,τι θέλουν οι άλλοι.

Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο
και πια μόνο ως υπόθεση ονείρου
να προχωράς στις απόλυτα δικές μου ώρες,
διάφανη ως μουσική νοσταλγική,
παράλογη όπως τα μεθυσμένα χρώματα...

Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο
κι ανέγγιχτη, ως δάκρυ ανεμώνης,
να ταξιδέψεις σε τρεκλίζοντες στίχους,
σε κείμενα ραγισμένα.

Με το ποτήρι της παράνοιας
γουλιά - γουλιά πίνω θανάσιμο έρωτα...

Tο Ίλιον του έρωτα και του θανάτου για μένα


Ανάμεσα στις ερειπωμένες λέξεις και στα αποσιωπητικά σχηματοποιείται η διαίσθηση για την έλευση ενός ακόμα χειμώνα. Μυρίζω το ρούχο σου, που ανακάλυψα ξεφυλλίζοντας παλιούς ημεροδείχτες και βεβαιώνομαι πως οι νύχτες ταρίχευσαν καλά τις εικόνες σου.
Κλείνω το παράθυρο και συν-ομιλώ με τις ακίνητες φιγούρες των κάδρων, με τον Ηλία που ταξίδεψε άωρα και τις κόκκινες πινελιές που σκιάζουν το πρόσωπό του.

Σε στάχτες μέσα
ανακαλύπτω ένα τραγούδι
κι ένα καψαλισμένο φτερό...
Πλημμύρισαν κόκκινο οι ρωγμές του χρόνου.

Θα υπάρχεις - μ’ ακούς; - το ουρλιάζω τις νύχτες,
που γυρίζω σαν λύκος στο σκοτάδι των έρημων δρόμων,
ρινηλατώντας την απουσία σου.

Παραφρονώ, μιλώ με τ’ ασχημάτιστα
και προχωρώ με τα χέρια στην έκταση,
- σχήμα του σταυρού -
σώμα εσταυρωμένο στην απέλπιδα δύση μου.

Εκτροχιασμένες θύμησες
κι επιστροφές εκεί όπου υποπτεύομαι
πως ανασαίνεις τη νύχτα.

Σε κόγχη ερειπωμένης εκκλησίας
ανακαλύπτω τα μάτια σου
και κρατώ το δάκρυ σου μόνο
και νιώθω πως σ’ έχω εγώ
κι όχι οι άλλοι που κρατάνε το γέλιο σου
και νιώθω πως σ’ έχω μονάχα εγώ,
που ξέπλυνα το αίμα και τη σκόνη απ’ τα πόδια σου.

Το άδειο πουκάμισο της Ελένης για κείνους,
το Ίλιον του έρωτα και του θανάτου για μένα.

Σε πολλαπλά απ-αθανατίζεσαι


Εσύ
λέξη ασήκωτη και ραγισμένη θύμηση.

Σπουργίτι που κρύφτηκες
στα χαλάσματα του νερόμυλου,
κρυφακούγοντας τα εωθινά,
να ήξερες
πόσες φορές
στον αλάλητο Άθω
ιστόρησα
τα τόξα των βλεφάρων σου...

Ήταν και η σιωπή σου εκεί,
ήταν και τ’ όνειρο.

Εκεί ήταν αυτό που λεν
Α π ο υ σ ί α
και που εγώ το λέω Ταξίδι Στη Σιωπή...

Ταξίδι Στη Σιωπή, με τα τόξα των βλεφάρων σου
ιστορημένα σε θαλασσοφαγωμένα ξύλα...

Στο Βατοπέδι
η νύχτα σ’ έκρυψε ζηλότυπα,
αφήνοντας στον ουρανό
ένα μικρό ξεθωριασμένο φεγγάρι...

Στιλπνό σκοτάδι,
κάτοπτρο της απόγνωσης.

Σε πολλαπλά απ-αθανατίζεσαι.