Google+ Followers

Τα δικά μου καράβια

Σε ποια νύχτα να σε ψάξω
σε ποιο φεγγάρι να τραγουδήσω
για τα μάτια σου;

-------------------------------
Καράβι εσύ,
εγώ ο παλιός αρσανάς
και οι προσμονές
που αγρυπνούν κάτω από τα βλέφαρα.
-------------------------------
Κρυώνω μακριά σου
και τραγουδώ
μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν τα μάτια σου
στους ήχους της σιωπής.
-----------------------------
Στα μάτια σου να ταξιδεύω
ως άνεμος του δειλινού
και να περνώ
μόνος εγώ,
ανάμεσα από τις νοσταλγίες
της αγάπης,
τα μυστικά σου εξιχνιάζοντας...
---------------------------------------
Αρχαίες σκουριές
και ξύλα θαλασσοφαγωμένα...
Τούτος ο Σεπτέμβρης τραγουδά με σιωπές,
στολίζει με φύκια φωτογραφίες
και ψάχνει στ’ αζήτητα της ιστορίας
το μισό σου χαμόγελο...
-------------------------------
Κρατώ μια γεύση απ’ τα χείλη σου,
ένα άγγιγμα,
τη μυρωδιά ενός δειλινού με προγραμμένο τέλος.
Κρατώ και μια υπόσχεση,
ένα κομμάτι καραβόσχοινο...
-------------------------------------
Το άλλο καλοκαίρι ίσως περιπλεύσω
στο ακρογιάλι της ήβης σου...
------------------------------
Δε σε ταξίδεψα
αυτό το καλοκαίρι στο απέραντο γαλάζιο.
Ούτε να σου μιλήσω με υακίνθους
στάθηκε βολετό.
--------------------------------
Και τώρα με χρώματα της νύχτας
ζωγραφίζω ένα πρόσωπο στη βροχή
-αντίλογο στα καράβια της φυγής σου.
Γερμένη στην πρύμνη
κουνάς μαντίλι πάλλευκο,
παίζεις στα δάχτυλα δίχτυα ξεχασμένα
και λες πως θα ’ρθουν άλλα καλοκαίρια
για το ταξίδι.
Ξεχνάς πως στα κοχύλια κρύβονται οι ανάσες
που είχαν εσένα προορισμό.
Θα σταθώ απόμερα...
Στα παροπλισμένα καράβια θα δώσω ονόματα ερώτων...
Θα στολίσω με φύκια μιαν άλλη μέρα...
Προσμένοντας ένα ιστίο κατακόκκινο
θα ξαναμάθω τη γλώσσα των γλάρων...
----------------------------------
Σε λιμάνια σκοτεινά μείναν τα μάτια σου...
Ανάμεσα στους όγκους των καραβιών
έμεινε η θύμηση του ταξιδιού.
Σε λιμάνια αγεωγράφητα έμειναν τα ίχνη σου.
Το παράλογο και το ασύμμετρο.
------------------------------

Τ’ όνομά σου έχει τη γεύση της αλμύρας
ακόμα κι όταν δεν είναι γραμμένο στις πλώρες των καραβιών
Τ΄ όνομά σου έχει τη γεύση της πρωινής δροσιάς.
Αγγίζω τα σχισμένα καραβόπανα της φυγής,
αγγίζω τις μνήμες της απουσίας,
το παράλογο της προσμονής που αγκυροβόλησε
στις παρυφές της καταιγίδας.
Ρωτώ πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει...
Στα παράθυρα του ύπνου,
σε κίνηση αργή,
οι φυγές σου χρωματίζονται με κόκκινο
και προχωρούν προς το ανείπωτο.
Το ένα σου στήθος πυρπολεί τις νύχτες μου.
Το άλλο σου, προσυπογράφει το θάνατό μου
-------------------------------------

Καρτερώντας σε,
στο παλιό μου μουράγιο,
τη μορφή σου σκάλιζα σε θαλασσοφαγωμένα ξύλα...

Εσύ, πού ναυαγούσες τότε;
Ποια κύματα τα βλέφαρά σου έβρεχαν;
Και τώρα...
Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
και σαν τελειώσω τίνος χειρός να πω πως είσαι;
Στης Μονεμβασιάς τα χαλάσματα τις εικόνες σου ψάχνω
και στη σιωπή του Γέρακα γυρεύω χρώματα νεκρά
εσένα ν’ αναστήσω και το χρόνο...
Ένα καράβι μου καθελκύω
στη θάλασσα των απονενοημένων ερώτων
με τη λαχτάρα του νεοφώτιστου.
Ξέρω πως υπάρχεις στις απανεμιές.
Ξέρω πως συλλέγεις κι άλλες αγάπες
για τις αυριανές ποντοπορίες σου.

-------------------------------
Τοπία ερημικά τα μουράγια που σε προσμένω,
γεμάτα άπνοια, σάπιες ψαρόβαρκες και απουσία...
Στο απόλυτο τίποτα
τα βήματα μετρούν τα χνάρια τους στην άμμο.
Περιμένοντας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: