Google+ Followers

Εις μνήμην...


Χάρρυ Κλυνν
Βασίλης Τριανταφυλλίδης
Αυλαία…
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη


Τον γνώρισα Δεκέμβρη μήνα. Στα 1979. Σε μια περίοδο άφατης θλίψης για τη ζωή μου. Και αίφνης γέλασα από καρδιάς. Γέλιο μέχρι δακρύων. Γιατί ο «Τραμπάκουλας» τα έλεγε ωραία, τελικά. Και αληθινά. Και πικρά. Αλλά γελούσα. «Ας είσαι καλά…», είπα, γιατί όλες οι εποχές έχουν τις θλίψεις τους και είναι σημαντικό, ανάμεσα στο αδιαπέραστο της σκοτεινής θάλασσας, θα συναντά κανείς κάποια νησάκια γέλιου.
Ως ποιητή τον γνώρισα χρόνια μετά. Εισχώρησα στις λέξεις του μ’ ευλάβεια:

Να θυμάσαι λοιπόν
Τις ώρες που φεύγουν
Με κείνη τη νοσταλγία των χρωμάτων
Και των αισθήσεων.

Με την ξεχασμένη πρόκληση της αφής,
Με τον κοπετό των πανηγυρισμών
Και τον απόηχο των θρήνων…

Και περιπλανώμενος
Εις το πέλαγος των λευκών σελίδων,
Ως
Στίγμα μελανόν,
Να λες
Δεν ήτο πάρεξ
Μια παράστασις.

Ως ποιητή τον γνώριζαν ελάχιστοι. Και ως ζωγράφο, επίσης. Αλλά ως κωμικό, οι πάντες. Δεν ξέρω πού θα του παραχωρηθεί μια θεσούλα στη χώρα της μνήμης. Εκεί που κατοικούν οι ποιητές και οι ζωγράφοι, ή εκεί που δίνουν τις παραστάσεις τους οι κωμικοί;
Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο άγνωστος.
Ο Χάρρυ Κλυνν, ο γνωστός.
Το ταλέντο του εκρηκτικό. Το πνεύμα του γλάρος. Υψωνόταν, ισορροπούσε και με ανοιχτά φτερά καθόδευε. Και πάλι απ’ την αρχή. Έγραψε:

Και είναι ν’ απορείς
Με τις διάρκειες των συναισθημάτων,
Την ένταση των συγκινήσεων
Και την αδυναμία κατανοήσεως του χρόνου,
Που εξακολουθεί
Να διαχέεται
Και να σε πυρπολεί
Χωρίς οίκτο…

Μέχρι τη στιγμή
Που χρόνος και χώρος
Εγκαταλείπονται
Εις την ατέρμονη ύπαρξή τους,
Πέραν της δικής σου θελήσεως
Και παρουσίας.
Πέραν του προσωπικού υπαρκτού.

Και είναι σα να γνωρίζεις
Από πριν
Όλη την εφιαλτική διαδρομή.

Ναι, γνώριζε από πριν τη διαδρομή του, ή τουλάχιστον προσπαθούσε να συμβάλει στη χάραξή της.
Βρίσκω τώρα στο διαδίκτυο μια παλιά του συνέντευξη στο περιοδικό ΒΗΜΑΜΕΝ (Ιούλιος 2010): «Όσο περνάει ο καιρός και οι αξίες ευτελίζονται, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι οι μοναχικές τέχνες θα είναι τελικά αυτές που θα σωθούν. Οι ποιητές και οι ζωγράφοι δεν εξαρτώνται από το κοινό, δεν χρειάζεται να καταφύγουν σε εντυπωσιασμούς για να συζητηθούν και να αρέσουν. Είναι καταπληκτικό ότι μεγάλοι ποιητές ή ζωγράφοι μπορεί να έγραψαν λέξεις και να ζωγράφισαν εικόνες 100 χρόνια πριν, οι οποίες μπορούν να μας πουν περισσότερα για το παρόν, παρά για το παρελθόν. Γι’ αυτό γράφω ποίηση και ζωγραφίζω, για να παραμένω ελεύθερος...»
Καβαφικά αυτοσαρκαζόμενος. Έχοντας πάντα τα μάτια του ψηλά στην αυτογνωσία μιας συγκλονιστικής υπερηφάνειας, στην απόλυτη γνώση της ταπεινότητας. Η λειτουργία της ποίησής του λόγος για έναν, βυθοσκοπήσεις εν κενώ.

«Χωρίς πικρία,
Έτσι πρέπει.

Με κείνη τη μεγαλοσύνη του φωτός
Και τη λαμπρότητα του πορφυρού υφάσματος.

………………………………………

Με αξιοπρέπεια
Και βαθύτατο σεβασμό
Εις την αδυναμία των ανθρώπων.

Κυρίως όμως
Με κείνη την αγιοσύνη του λόγου του ορθού.

Κι όταν ακόμα
Όλα χαθούν,
Εξατμισθούν,
Ραγίσουν μέσα στην καρδιά σου
Και γίνουν θρύψαλα,

Όταν πλέον
Πρέπει να υποκλιθείς για τελευταία φορά
Μπρος στα αδειανά καθίσματα,

Χωρίς πικρία πάλι
Ζήσε τον θάνατο της ανάληψης,
Όπως σου πρέπει
Μεγαλόπρεπα».

Μια υπόκλιση και ένας θάνατος. Τα καθίσματα ούτως ή άλλως αδειανά. Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης δεν θα ξαναγράψει ποιήματα, δεν θα ζωγραφίσει άλλα έργα. Κάποια παλιότεροι θα θυμούνται τον Τραμπάκουλα, τον καλλιτέχνη που σατίριζε τις συνήθειες του Έλληνα, που σάρκαζε την ευδαιμονία τής εύκολης τότε ζωής του, με τα δανεικά, με τα κλεμμένα, με τα αεριτζίδικα.
Ξεφυλλίζοντας τη συλλογή του «Επί σκηνής» (Καστανιώτης, 1997) συναντώ στην τελευταία σελίδα της, ένα χειρόγραφο της Μαίρης. Σταματώ στις λέξεις της κι έχω την αίσθηση πως διαβάζω κάτι που έγραψε μόλις χθες, παρότι πάνε κοντά είκοσι χρόνια από τότε:
«Όταν βασιλέψουν τα μάτια
Η πνοή θα έχει γίνει αντίλαλος
Αχνού παρελθόντος
Και η ψυχή θαλασσοταραγμένη
Θα πάψει ν’ αναζητά την υπέρβαση
Μέσα από ταξιδεμένα δάκτυλα,
Πυρακτωμένες παλάμες
Και δυο θλιμμένα μάτια μοναξιάς».
                (Μαίρη Πετρουλάκη – Σοφιανοπούλου, 1999)


Μην πιστεύεις πως αυτή είναι η χώρα σου…


ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------
 
Δεν πάνε πολλές μέρες που διάβαζα το «Φαλκό», ένα νέο μυθιστόρημα του διάσημου Ισπανού συγγραφέα Αρτούρο Πέρεθ – Ρεβέρτε (Πατάκης, 2018), στον οποίο έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Το «Φαλκό» είναι ένα μυθιστόρημα για τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, μια ιδιαίτερα ματωμένη περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας, ακόμα πιο δραματική από την ανάλογη δική μας. Γράφει, λοιπόν ο Ρεβέρτε:
«Ο Φαλκό τους είχε δει την εποχή ακριβώς πριν την Εξέγερση, να συγκρούονται με πυροβολισμούς στους δρόμους – φαλαγγίτες, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί, να σκοτώνονται μεταξύ τους με αξιοθαύμαστο πείσμα. Γενναίοι και αποφασισμένοι νέοι, και οι μεν και οι δε, που μερικές φορές γνωρίζονταν, είχαν υπάρξει ακόμα και συμφοιτητές σε πανεπιστήμια ή συνάδελφοι σε εργοστάσια και είχαν πάει μαζί σε χορούς, κινηματογράφους, καφέ, με κοινούς φίλους, ακόμα και κοινές κοπέλες. Τους είχε δει να δολοφονούν ο ένας τον άλλον ευσυνείδητα, αντίποινα στα αντίποινα. Μερικές φορές με μίσος και άλλες με τον ψυχρό σεβασμό προς έναν αντίπαλο που γνώριζαν και εκτιμούσαν παρά τη διαφορά χαρακώματος. Ή αυτός ή εγώ, ήταν η ιδέα. Το κίνητρο. Ή αυτοί ή εμείς…»
Ήταν το πρωί που τα Μ.Μ.Ε. αναμετέδιδαν την είδηση των ημερών, την επίθεση κατά του Δημάρχου της Θεσσαλονίκης, που για όλους ήταν καταδικαστέα, πλην όμως για κάποιους υπήρχε κι ένα τεράστιο ‘‘αλλά’’.

Και θυμήθηκα – δυστυχώς – το δικό μας « Ή αυτοί ή εμείς…», ένα σύνθημα από τα χείλη του κ. πρωθυπουργού που ήθελε να παραμείνει πρωθυπουργός. Σαν τώρα θυμάμαι να τον παρακολουθώ, ανατριχιάζοντας. «Θα τους τελειώσουμε…», έλεγε. Ποιους; Τους «γερμανοτσολιάδες», τους «προδότες», τους «προσκυνημένους». Δηλαδή, τους συν-Έλληνες που ήταν απλά ιδεολογικά αντίθετοι απ’ όσα εκείνος πρέσβευε.
Και μετά από αυτά τα ακραία διχαστικά μηνύματα η επιστροφή στην τρέχουσα πραγματικότητα, αυτήν που στέλνει σαν κορυφαίο γεγονός επικαιρότητας τις βιαιοπραγίες κατά του κ. Μπουτάρη. Μια ακόμα φρικτή στιγμή για τη Δημοκρατία. Όχι μοναδική. Όχι η τελευταία. Θα έρθουν κι άλλες. Γιατί και η αντίδραση (αστυνομική – δικαστική) είναι χλιαρή, με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, και γιατί βολεύουν κάποιους αυτά τα φαινόμενα.

Οι βιαιοπραγίες κατά του κ. Μπουτάρη λειτούργησαν σαν οπλοστάσια. Απ’ το γεγονός αυτό άντλησαν όπλα για να πολεμήσουν οι μεν τους δε. Ή να ξεκινήσουν έναν νέο πόλεμο. Γιατί οι πολίτες πρέπει να μην προβληματίζονται από την αλήθεια ή τα ψεύδη, από την αβεβαιότητα του μέλλοντός τους, αλλά να ζουν με τα συνθήματα.
Τα συνθήματα φορτώθηκαν στην πλάτη τους τον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Οι παραγωγοί συνθημάτων ανέλαβαν την υποχρέωση να βρουν νέες λέξεις για να εκφράσουν τα αδιέξοδά τους, παρασύροντας τις μάζες.
Οι μάζες δεν εκφράζουν τον απλό πολίτη. Εκφράζουν όμως τα αδιέξοδά του. Και ο πολίτης – άσχετα αν έχει μεγάλο μέρος ευθύνης για τις επιλογές του – κουράστηκε να ζει μέσα σε αδιέξοδα. Ο πολίτης γνωρίζει πως σ’ αυτόν τον τόπο η ελπίδα καθημερινά σταυρώνεται. Το βλέπει στα ρημαγμένα εργοστάσια, στα διαλυμένα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια που μόνο τη γνώση δεν υπηρετούν. Και χάνει τις συντεταγμένες του. Δεν θέλει να είναι αυτή η χώρα του, δεν θέλει το μέλλον των παιδιών του να είναι μια δραματική αβεβαιότητα. Ούτε σαφώς θέλει να ζει με ελεημοσύνες.
Όμως τα συνθήματα τον παρέσυραν σ’ έναν κόσμο με οικτρές αυταπάτες. Για τούτο απαιτείται η ραγδαία αφύπνιση όλων. Η Ελλάδα μας δεν είναι η χώρα του άβουλου όχλου. Ή δεν πρέπει να είναι.

Είναι ανάγκη να ξαναγραφεί η Ιστορία…


ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------

Το νέο βιβλίο τού γιατρού Βασίλη Σάνδρη,
«Πορεία θανάτου»,
ανατρέπει μύθους και ψευδολογήματα δεκαετιών.
  
Η ιστορική αλήθεια θέλει απόλυτο ήθος και γενναιότητα για να καταγραφεί. Ο δε συμπολίτης μας γιατρός Βασίλης Σάνδρης αποδεικνύει πως έχει και τα δυο. Το «Πορεία θανάτου» είναι ένα βιβλίο που στηρίχθηκε σε έρευνες ετών και προσεγγίζει, μετά από 70 ολόκληρα χρόνια, χωρίς αναστολές την αλήθεια.
Τον γιατρό Βασίλη Σάνδρη τον γνώρισα μέσα από το βιβλίο του για το Σούλι, πριν πολλά χρόνια. Το σωστό θα ήταν να έγραφα πως το Σούλι το γνώρισα πριν πολλά χρόνια μέσα από το βιβλίο τού Βασίλη Σάνδρη. Με το βιβλίο στο χέρι, περιηγήθηκα τότε στην άγνωστη και πολύπαθη περιοχή τού Σουλίου, ακολουθώντας βήμα με βήμα τις διαδρομές του στον τόπο και στην ιστορία τής περιοχής. Επιστρέφοντας στην πόλη μας επεδίωξα να τον γνωρίσω και να τον συγχαρώ για το έργο του.
Έκτοτε περιστασιακά τον συναντούσα στην πόλη μας, χωρίς να ξέρω με τι καταπιάνεται. Μέχρι που μπροστά μου εμφανίστηκε το νέο του βιβλίο «Πορεία θανάτου» (Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ).

Θέμα τού βιβλίου μια από τις ελάχιστα γνωστές σελίδες τού Εμφυλίου, ωστόσο από τις πλέον δραματικές, για την οποία η σχετική βιβλιογραφία προερχόταν κυρίως από πρωταγωνιστές της. Πιο συγκεκριμένα:
1. Από τον Γιώργο Γούσια, έμπιστο του Νίκου Ζαχαριάδη, που ήταν επικεφαλής τής «Ταξιαρχίας Αόπλων τής Ρούμελης», ο οποίος αποδίδει ευθύνες για τον αποδεκατισμό της σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον εαυτό του, παρότι εν τέλει ήταν ο μέγας υπεύθυνος.
2. Από τον Πέτρο Ανταίο (ψευδώνυμο του Σταύρου Γιαννακόπουλου), ο οποίος πήρε μέρος ως επικεφαλής τμήματος. Τον Αύγουστο του 1948 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ηρωική Πορεία». Το 1999, όμως, κυκλοφορεί, με το ίδιο θέμα, το βιβλίο του «Η ελπίδα πάγωσε στις κορφές», όπου ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως κάνει μια προσπάθεια σημαντικής ανασκευής του πρώτου, αναφέροντας δραματικές αλήθειες. Μέχρι που στις 17-2-2000, στο «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» της ΝΕΤ, ομολογεί: «…από τα 1.300 παιδιά, φτάσανε απάνου γύρω στα τρακόσια. Σακατεύτηκαν χίλια παιδιά! Ο ανθός της νεολαίας της Ρούμελης, ο οποίος φυσικά δεν ήταν αγωνιστές, ώριμοι. Οι περισσότεροι ήταν επιστρατευμένοι από τα χωριά που έμειναν και τα μάζεψε ο Γούσιας, αγόρια και κορίτσια…»
Στο δε βιβλίο τού Στέλιου Κούλογλου, «Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία 2006, σελ. 72-73, ο ίδιος, ο Ανταίος, χαρακτήρισε την πορεία εκείνη «ένα εγκληματικό και αποτρόπαιο γεγονός» και «θανάσιμη πορεία», για να παραδεχθεί πως «Δεν είχαμε το λαό στο πλευρό μας, είχαμε μόνο τα ελάτια, κι αυτά αραιά».
3. Από τον Δημήτρη Ζυγούρα (Παλαιολόγος) και το βιβλίο του «Ένα μεγάλο ταξίδι» (Θεμέλιο, 2012), ο οποίος ήταν επικεφαλής της 16ης Ταξιαρχίας του Δ.Σ.Ε., πο είχε εντολή να συνοδεύσει τους άοπλους από τα Πιέρια στην Πίνδο.
4. Από τον Βασίλη Γκανάτσιο (Χείμαρρος) και το βιβλίο του «Ένας δάσκαλος Καπετάνιος καταγράφει και αξιολογεί τη δεκαετία 1940-1950», ο οποίος μαζί με τον Βλαντά ανέλαβε να καταγράψει τις απώλειες της Ταξιαρχίας των Αόπλων και να επισημάνει τις ευθύνες.
5. Από τη Μαργαρίτα Λαζαρίδου, (αρχικαπετάνισσα), από τα ενεργότερα μέλη όλων των γυναικείων οργανώσεων του ΚΚΕ, μέλος της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών Κ.Κ., μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών του ΚΚΕ και το βιβλίο της «Πόλεμος και αίμα» (Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 2010), όπου διαβάζουμε: «Στις συσκέψεις που κάναμε στα διάφορα τμήματα με τις υπεύθυνες γυναικών των ταγμάτων, των λόχων, των ταξιαρχιών, μαθαίναμε ότι οι μικρές κοπέλες των 13, 14 και 15 χρονών, που τις επιστρατεύαμε, άμαθες και ανεκπαίδευτες όπως ήταν, σκοτώνονταν στις πρώτες μάχες, που τις στέλναμε.
»Ο Δημοκρατικός Στρατός έκανε επίθεση τη νύχτα, αιφνιδιαστικά σε χωριά και σε πόλεις και έπαιρνε ανεξέλεγκτα αγόρια και κορίτσια, έστω κι αν ακόμα το στόμα τους μύρισε γάλα. Οι μάνες έκρυβαν τα παιδιά τους στους αχερώνες, στα μπαούλα, μα οι αντάρτες τα βρίσκανε και τα παίρνανε μαζί τους στα βουνά. Από τη θαλπωρή του σπιτιού τους, από τη μητρική αγκαλιά, από την πατρική φροντίδα, βρίσκονταν μονομιάς σ’ ένα κρύο αμπρί, στο χιόνι, στον παγωμένο αέρα του βουνού, στην πείνα. Και έπρεπε ο Δημοκρατικός Στρατός να πολεμήσει μ’ αυτούς.
»Τους μάθαιναν στα βιαστικά να χειρίζονται το τουφέκι και τη χειροβομβίδα και τους ρίχνανε στη μάχη όπου άμαθοι όπως ήταν, σκοτώνονταν σαν τα κοτόπουλα».
6. Από κάποια ακόμα αυτοβιογραφικά βιβλία – ημερολόγια που όμως δεν αναφέρουν λεπτομέρειες και εξακριβωμένα στοιχεία.

Το ιστορικό γεγονός αφορά την περίοδο από τον Δεκέμβριο 1947 μέχρι και τον Μάρτιο 1948, όταν στη Στερεά Ελλάδα ο Δημοκρατικός Στρατός προχωρά σε βίαιες στρατολογήσεις νέων για να πυκνώσει τις τάξεις του σε έμψυχο υλικό. Οι αριθμοί συγκλίνουν σε περίπου 1.300 νέες και νέους, οι οποίοι με τη συνοδεία ενόπλων τμημάτων οδηγούνται στον Γράμμο, ακολουθώντας μια πορεία ιδιαίτερα μεγάλη κι επικίνδυνη, κατά την οποία και αποδεκατίζονται από την πείνα, τις καιρικές συνθήκες, την ταλαιπωρία και τις συγκρούσεις με τον Εθνικό Στρατό, με αποτέλεσμα να πεθάνουν ή να σκοτωθούν περίπου χίλιοι νέοι, που δεν γνώριζαν – στην ουσία – για ποιον λόγο γινόταν αυτός ο πόλεμος, ούτε βεβαίως τις σκοπιμότητες που τον υποκινούσαν.
Ο Βασίλης Σάνδρης, εντοπίζοντας επιζώντες και δίνοντας την πλήρη ταυτότητά τους, καταγράφει αναμνήσεις με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Και αυτό κατ’ ουσίαν είναι το συγκλονιστικό, το οποίο αποτελεί και νέα γραφή τής ιστορίας. Η ιστορία γραμμένη από τα βιώματα των θυμάτων. Μιλούν εκείνοι που στάθηκαν τυχεροί κι έζησαν. Οι επιβιώσαντες ενός κολαστήριου χωρίς όρια, εκείνοι που έτρωγαν παγωμένο αίμα μουλαριών, εκείνοι που έβλεπαν τους συγχωριανούς τους να πεθαίνουν στη λάσπη τής λίμνης Κάρλα, εκείνοι που έβλεπαν τα ανήμπορα παιδιά να δολοφονούνται για εκφοβισμό των άλλων και που στο τέλος οδηγήθηκαν - βίαια βεβαίως – στην αγκαλιά της «μάνας Ρωσίας». Αυτό τουλάχιστον καταθέτει ευθαρσώς ο Δημήτρης Κελέσης, από την Παπαδιά Ευρυτανίας, ένας από εκείνους που έζησαν τον εφιάλτη τής πορείας, πως πήρε ως απάντηση από τον Βασίλη Μπαρτζιώτα:

«- Ξέρετε που πάμε συντρόφοι;
»- Δεν ξέρουμε.
»- Πάμε στη μάνα μας τη Ρωσία»
Ποιος ήταν ο Βασίλης Μπαρτζιώτας; Ένας από τους ηγέτες του Κ.Κ.Ε. και του Δ.Σ.Ε., που υπήρξε από τους βασικούς υποστηρικτές τού Ζαχαριάδη.



Η πορεία δεν ήταν ηρωική. Ήταν εξοντωτική, ήταν απάνθρωπη, ήταν ανθρωποφάγα, πάντως όχι ηρωική. Γιατί οι άοπλοι ούτε ρωτήθηκαν για το αν ήθελαν ν’ ακολουθήσουν αυτό το δρομολόγιο, ούτε αν ήθελαν να πεθάνουν περπατώντας, ούτε αν ήθελαν να θυσιαστούν πολεμώντας, ή έστω πεθαίνοντας για την οποιαδήποτε ιδεολογία.
«Το να πεθάνουν για το τίποτα όπως πέθαιναν τα αδέλφια τους, όπως πέθαιναν τα ξαδέλφια τους, όπως πέθαιναν τα αδέλφια των φίλων τους, φαίνεται να περιγελά τις αρχές της ίδιας της ζωής, και γιατί γεννήθηκαν, αναρωτιούνται, και τι κάνουν σ’ αυτήν τη γη αν είναι μόνο για να δώσουν τη ζωή τους για το τίποτα πριν καν αρχίσουν να ζουν…», διάβαζα λίγες μέρες πριν στο συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Πολ Όστερ «4 3 2 1» (Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ), σε μια αναφορά του στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Ακριβώς έτσι. Έδωσαν τη ζωή τους για το τίποτα, ή – σωστότερα - τους αφαίρεσαν τη ζωή για το τίποτα.
Ένας πόλεμος για το μεγάλο Τίποτα. Ό,τι άρχισε να γκρεμίζεται στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989 απέδειξε πως οι εκατομμύρια ψυχούλες που τελείωσαν τη ζωή τους στην αντιπαλότητα των ιδεολογιών, εν τέλει πέθαναν για προσωπικά παιγνίδια εξουσίας.

Στο μυθιστόρημα «Μη με αφήσεις ποτέ» του Καζούο Ισιγκούρο - Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017 – (Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ) κάποια παιδιά μεγαλώνουν μέσα σ’ έναν εφιάλτη, χωρίς να το ξέρουν (γεγονός που το μαθαίνουν αργότερα), να γίνουν δωρητές οργάνων. Μια από τις δασκάλες τους, κάποια στιγμή, τους αποκαλύπτει την αλήθεια: «Η ζωή σας είναι προδιαγεγραμμένη. Θα γίνετε ενήλικες και πριν γεράσετε, προτού φτάσετε στη μέση ηλικία, θα αρχίσετε να δωρίζετε τα ζωτικά σας όργανα. Γι’ αυτό σας δημιούργησαν…»
Αυτό ήταν οι νέες και οι νέοι που κατά πλειοψηφία συγκρότησαν την «Ταξιαρχία Αόπλων της Ρούμελης». Παιδιά που πριν καν ενηλικιωθούν θα έδιναν το αίμα τους, τη ζωή τους, για κάτι που μόνο οι άλλοι, εκείνοι που αποφάσισαν τη στρατολόγησή τους, ήξεραν, αν και ίσως ούτε αυτοί.
Το σκληρό δεν είναι να πεθαίνεις για μια ιδέα. Το σκληρό είναι να πεθαίνεις για ένα Τίποτα επειδή το θέλουν άλλοι, λοιπόν.
Το ότι τα παιδιά αυτά τα άρπαξαν από τις οικογένειές τους με τα ρούχα που φορούσαν, το ότι τα τσάκισε η πείνα, οι βάλτοι, τα πουρνάρια, το χιόνι, το ότι δεν υπήρξε καμιά σοβαρή μέριμνα κι έφτασαν στο σημείο να τρώνε μέχρι και οπλές μουλαριών, αποδεικνύει το ελάχιστο κόστος που είχε η ζωή τών παιδιών αυτών για τους αρχηγούς τού Δ.Σ.Ε. και την εξουσία του Κ.Κ.Ε.

Η Ιστορία όταν την κοιτάζουμε κατάματα είναι πολύ σκληρή. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας αποτρέπει να την κοιτάζουμε με θάρρος, έστω κι αν μετά απ’ αυτό το κοίταγμα απομένουν μόνο ερείπια γύρω μας.
Δεν γίνεται τα έθνη να πορεύονται μέσα στους μύθους.
Η χώρα μας συχνά έχει πορευθεί σε δρόμους γλιτσιασμένους, ολισθηρούς, επειδή μας πονούσαν οι αυτοκριτικές.
Ωστόσο εβδομήντα χρόνια μετά από τον τελευταίο όλεθρο είναι πολλά για να συνεχίσουμε να ζούμε στο ψέμα.
Ο Βασίλης Σάνδρης είναι από τις ελάχιστες τίμιες φωνές που ένωσαν την επιστημονική έρευνα με την αντικειμενικότητα, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην Πατριδογνωσία. Πατριδογνωσία σημαίνει να γνωρίζεις πού περπατάς, για να μην σε πληγώνει η πορεία, αλλά και για να μην επαναλαμβάνονται ολέθριες πολιτικές που οδηγούν στην κατάρρευση του μέλλοντος των νέων ανθρώπων.
Δυστυχώς διαπαιδαγωγηθήκαμε με μίση και όχι με την εντιμότητα. Ο Βασίλης Σάνδρης, μια διαφορετική σκέψη ανάμεσά μας, με το βιβλίο του «Πορεία Θανάτου», υπηρετεί την εντιμότητα.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με μια σκέψη: Δυστυχώς η πόλη δεν τολμά να τιμήσει τις ελεύθερες συνειδήσεις. Αρέσκεται σε μύθους μόνο και μόνο για να μην αποκαθηλωθούν κάποια «εγώ» και μαζί μ’ αυτά όλοι όσοι υπηρέτησαν και υπηρετούν σκοπιμότητες για προσωπικά οφέλη.