Google+ Followers

Μια θλίψη για τον Αγιόκαμπο και όχι μόνο…


ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------


Κυριακή…
Έπαιρνε να βραδιάζει στον Αγιόκαμπο. Τα πρώτα φώτα άναβαν. Τα τελευταία αυτοκίνητα έφευγαν. Άδειαζε η παραλία.
Αυτό ήταν, λοιπόν; Τώρα μόνο άδεια τραπεζοκαθίσματα; Το ίδιο και αύριο; Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, ξανά στην ερημιά, με κάποιες αγέλες αδέσποτων σκύλων να περιφέρονται;
Ευτυχώς σε κάποιες παραθεριστικές κατοικίες έμειναν λιγοστές γυναίκες – μητέρες και γιαγιάδες – με παιδιά. Και κάποια ζευγάρια συνταξιούχων που «νοικιάζουν με τη σεζόν», αποζητώντας την ομορφιά τής εξοχής και την ηρεμία τής θάλασσας. «Να κάνουν και τα μπάνια…», που τους έχουν συστήσει οι γιατροί.

Πρώτες ημέρες τού Ιουλίου και ερημιά. Μια τεράστια παραλιογραμμή μ’ ελάχιστες ανθρώπινες παρουσίας. Μια ακρογιαλιά που θα τη ζήλευαν πολλοί άλλοι τόποι. Μια αμμουδιά ζηλευτή. Και μια ολοκάθαρη θάλασσα, συχνά πιο διαφανής και από τζάμι.
Και όμως ο Αγιόκαμπος, η Σωτηρίτσα, η Βελίκα, η Κουτσουπιά, η Παλιουριά, το Κόκκινο νερό, περιμένουν να φτάσει το τρίτο δεκαήμερο του Ιουλίου για να γεμίσουν. Το ίδιο και οι καταστηματάρχες, που επενδύουν όλο και περισσότερο και προσδοκούν…

Μετρώ με τα μάτια μου το τοπίο. Μαυροβούνι και Κίσσαβος... Κατάφυτες πλαγιές, με δάση, αλλά και οπωροφόρα. Ένας παράδεισος.

Το δρομάκι, δίπλα στο ρέμα που συναντάς, καθώς πηγαίνεις προς το λιμανάκι, συναντάς τον «Μπαχτσέ της Μελίτας». Καμιά δεκαριά τελάρα όλο κι όλο, πάνω σε δυο αυτοσχέδιους πάγκους. Τελάρα γεμάτα σοδειές αγιασμένες, από το περιβόλι των γονιών της Μελίτας, που ευωδιάζουν φρεσκάδα και βεβαιώνουν για γεύσεις καθαρές, που θυμίζουν τα χρόνια τα παλιά, όταν η ντομάτα μύριζε ντομάτα και το ροδάκινο, ροδάκινο. Λιγοστοί οι πελάτες, αλλά πιστοί. Αυτοί που ξέρουν τη γευστική υπεροχή της κοντούλας, το άρωμα της βανίλιας, το εκχείλισμα του γλυκόξινου στο ροδάκινο… Εκείνοι που εκτιμούν το λουλούδι των κολοκυθιών και τη στιλπνότητα της μελιτζάνας… Πού να βρεις αυτήν την αγνότητα;

Δαγκώνοντας, μπροστά στον πάγκο, ένα αγγούρι τριζάτο, γεννιέται στα χείλη μου ένα «γιατί;», που περισσότερο ακούγεται σαν κραυγή, παρά ερωτηματικό;

Ποια τύχη κακή δεν «φύτευσε» σε τούτο τον χαρισματικό τόπο μια δεκάδα μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, να φιλοξενούν κάποιες χιλιάδες Ευρωπαίων τουριστών, που θα κρατούσαν ψηλά την οικονομία και όχι μόνο, της περιοχής; Πού είναι οι Αγγλογάλλοι, οι Φιλανδοί, οι Δανοί, οι Σουηδοί, οι Ολλανδοί, οι Γερμανοί τουρίστες, αυτοί που έκαναν διάσημη τη Χαλκιδική, τα Σύβοτα και άλλους ελληνικούς τόπους;
Ποια μυαλά – χθες – σχεδίασαν το παρόν και το μέλλον του τόπου;
Τι ήταν αυτό που τους ικανοποιούσε σε σχέση με την ανάπτυξη της περιοχής;

Επιστρέφω στο χθες, με όλο το θράσος που μου δίνουν τα 66 χρόνια μου. Επισκέπτης της Χαλκιδικής, είχα μείνει έκπληκτος μπροστά στο Άθως Παλλάς, το Παλλήνη, το Γερακίνα και το Πόρτο Καρράς, την άνοιξη του 1977, δηλαδή πριν 41 χρόνια, ή δηλαδή, τότε που από Αγιόκαμπο μέχρι Κόκκινο Νερό οι ακτές μας ήταν για ελάχιστους…
Τότε που έπρεπε ήδη να είχε σχεδιαστεί και να είχε ήδη αρχίσει η ανάπτυξη.
Δεν θέλω να σκέφτομαι άλλο. Κάθε επιστροφή στο παρελθόν πληγώνει. Για «κείνο» έφταιγε εκείνος, για το «άλλο» ο άλλος. Από τον ντόπιο, που ήθελε ή δεν ήθελε τον δρόμο στο κτήμα του, μέχρι τον νομάρχη και τον βουλευτή που δεν ήθελαν να κακοκαρδίσουν ψηφοφόρους, αλλά ακόμα και παραπέρα, μέχρι τον υπουργό που καταργούσε τα προηγούμενα σχέδια για να δώσει τις νέες μελέτες στα «δικά του» γραφεία, με πολλαπλάσιο κόστος (και μαύρο κέρδος).
Πώς να ξεμπλέξεις το κουβάρι; Μόνη απάντηση πως «το ψάρι βρωμάει πάντα από το κεφάλι». Κι εδώ τα ψάρια ήταν πολλά και τα κεφάλια επίσης, που όλα τους έβγαζαν μπόχα θανατερή για την ανάπτυξη της περιοχής. Σάπισαν τα οικιστικά σχέδια, μούχλιασαν οι αναπτυξιακές προτάσεις, οι δρόμοι γέμισαν λακκούβες, όπου δεν υποχώρησαν, οι τουρίστες δεν ήρθαν ποτέ, γιατί εδώ δεν υπήρξε ποτέ ένα «Agiokampos Beach», ένα «Velika Beach Resort», ή ένα «Filoktitis Villas, Suites & Spa»…

Ο φίλος Διονύσης, με παροτρύνει: «Γράψε τα…» Αναρωτιέμαι: Να βγει, τι; Χρόνια ολόκληρα, περισσότερα από μισόν αιώνα, γράφω, γράφω, γράφω… Άλλαξε κάτι; Χόρτασα στη μοναξιά του δημοσιογράφου. Αηδίασα με τις δηλώσεις, τις εξαγγελίες, τις υποσχέσεις. Με τα «φταίει ο προηγούμενος, έφταιγαν οι άλλοι…» Δικαιολογίες και μισόλογα. Και ύφος εκατό καρδιναλίων.
Το αποτέλεσμα: Μια μοναδικής ομορφιάς περιοχή, αυτή που αποκαλούμε «τα δικά μας παράλια», να παρουσιάζει ένα τουρισμό τριάντα ημερών, άντε σαράντα στην πιο αισιόδοξη εκδοχή.
«Τα δικά μας παράλια»… Καγχάζει ο τίτλος. Είκοσι πέντε χρόνια ‘‘εργάτης’’ στις «Θεσσαλικές Επιλογές’’, εικοσιπέντε χρόνια αφιερώματα με τον ίδιο τίτλο. Εικοσιπέντε χρόνια έτρεχε (και τρέχει ακόμα) ο φίλος Σπύρος Τσαντόπουλος να φωτογραφίζει. Ακτή Παπακώστα, Ρακοπόταμος, Αγιόκαμπος, Σωτηρίτσα, Βελίκα, Κουτσουπιά κ.λπ. «Εκεί που σμίγει ο Κίσσαβος με το Αιγαίο»… Τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι… Συνεντεύξεις με αρμόδιους. «Να δώσουμε ζωή στην περιοχή…»
Πού είναι η ζωή; Την αλήθεια την βλέπεις τον Μάϊο, τον Ιούνιο, τον Σεπτέμβριο. Την βλέπεις μεσοβδόμαδα, όχι όταν οι επισκέπτες του Σαββατοκύριακου γεμίζουν τα πάντα. Την βλέπεις όταν νυχτώνει…

Πώς γεννήθηκαν τα «Εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα»


Από το Σάββατο, 14 Ιουλίου,
με "ΤΑ ΝΕΑ" του Σαββατοκύριακου
επανακυκλοφορεί το πρώτο έργο μου,
με τίτλο «Εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα».
-----------------------------
Προλογικά – Δυο λόγια για το πώς γεννήθηκαν τα «Εγκλήματα»

Τον Νοέμβριο του 1976, ενώ υπηρετούσα στο Λιβάδι Ελασσόνας, ένα αναπάντεχο σήμα με διέταζε να παρουσιαστώ, εντός δυο ημερών, στο Αρχηγείο Χωροφυλακής, στου οποίου τη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων είχα… μετατεθεί. Έκπληκτος (και φοβισμένος γιατί δεν ήξερα από πού ξεπήδησε αυτή η μετάθεση) πήρα το δρόμο για την Αθήνα. Το επόμενο βράδυ παρουσιαζόμουν στον αξιωματικό υπηρεσίας τού Αρχηγείου, ο οποίος ακούγοντας το όνομά μου, χαμογέλασε εγκάρδια και μου συστήθηκε: «Μοίραρχος Βαγγέλης Γεωργίου», για να συμπληρώσει: «Εγώ ζήτησα την μετάθεσή σου. Έρχεσαι ως συντάκτης στην ‘‘Επιθεώρηση Χωροφυλακής’’, το περιοδικό του Σώματος». 
Πάντα κάποιοι απέφευγαν να αναφέρουν το όνομά μου...
 Είδε στα μάτια μου την έκπληξη και προχώρησε σε περισσότερες εξηγήσεις. Ένας υπομοίραρχος του γραφείου του, ο Χρήστος Ρέππας, που είχε αναλάβει να οργανώσει το τμήμα ιστορίας του Σώματος, αποδελτιώνοντας εφημερίδες του 1971, συνάντησε ένα δημοσίευμα που έγραφε ότι κάποιος δόκιμος υπενωμοτάρχης, με το όνομά μου, είχε βραβευθεί με πρώτο βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών για ένα του ποίημα. Ο αξιωματικός αυτός αναρωτήθηκε ποια ήταν η τύχη μου και πού υπηρετούσα. Το έμαθε εύκολα και πρότεινε στον Γεωργίου να με φέρουν με μετάθεση στην Αθήνα. Ο Γεωργίου, που ήταν και Λαρισαίος (πέθανε νέος, αλλά μένει ολοζώντανος στη μνήμη μου και τον ευγνωμονώ), μ’ ένα δυο τηλεφωνήματα στη Λάρισα, την κοινή μας πατρίδα, πληροφορήθηκε πως, από το Γυμνάσιο ακόμα, δημοσιογραφούσα στις τοπικές εφημερίδες, ενώ συνέχιζα να δημοσιεύω ποιήματά μου στον τοπικό τύπο και σε κάποια περιοδικά. Άρα του έκανα. Έτσι προκάλεσε τη μετάθεσή μου.
Από τις πρώτες ενασχολήσεις μου στην «Επιθεώρηση Χωροφυλακής» ήταν να παρακολουθώ και να προβάλω μέσα από τις σελίδες της εγκλήματα που εντυπωσίαζαν το κοινό, είτε για κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είτε για τον τρόπο εξιχνίασής τους. Αυτή η ενασχόληση μ’ έφερε στα γραφεία τής Ασφάλειας Προαστίων, μιας υπηρεσίας με τεράστιο εύρος καθηκόντων. Συζητώντας με τους αξιωματικούς που εμπλέκονταν με τα σοβαρά εγκλήματα που απασχολούσαν την υπηρεσία, είτε αυτά αφορούσαν ανθρωποκτονίες, είτε ληστείες, είτε αρχαιοκαπηλίες, είτε ναρκωτικά, ερχόμουν κοντά στην αθέατη όψη των υποθέσεων αυτών, αυτή που αφορούσε τη μεθοδολογία και τις προσπάθειες για την εξιχνίασή τους. Και θέλησα να παρουσιάσω αυτό ακριβώς: Την αλήθεια γύρω από το πώς έφταναν αυτοί οι άνθρωποι στον εντοπισμό των δραστών και το πώς έφταναν στην ομολογία τους.
Η έκδοση των τριών πρώτων τόμων είχε χάρτινο εξώφυλλο
 Έτσι βγήκαν τα πρώτα διηγήματα, τα οποία δεν βάδισαν στα βήματα της μέχρι τότε αστυνομικής λογοτεχνίας, γιατί δεν είχαν κανένα μυθοπλαστικό στοιχείο. Μ’ ενδιέφερε η αλήθεια και μόνο, όπως και κάποια άλλα στοιχεία, δηλαδή, το κοινωνικό περιβάλλον, οι κοινωνικές συνθήκες, ο αντίκτυπος των παράνομων αυτών πράξεων…
Άρχισα να δημοσιεύω τα διηγήματα αυτά στην «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», αλλάζοντας μόνο τα ονόματα των δραστών (γιατί οι περισσότεροι ζούσαν), και μάλιστα με το ψευδώνυμο Δημήτρης Δαμιανίδης, που ήταν το όνομα του παππού μου (από τη μητέρα μου). Παράλληλα, ερχόμενος σ’ επαφή και με άλλες υπηρεσίες συγκέντρωνα αναφορές, και στοιχεία, και για άλλα εγκλήματα που είχαν συμβεί στην υπόλοιπη Ελλάδα και παρουσίαζαν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτά μέχρι τον Φεβρουάριο του 1980.
Η γέννηση της κόρης μου, στις 20 Φεβρουαρίου του 1980, μου έφερε… γούρι. Πέντε μέρες μετά, εμφανίζεται στο γραφείο μου ένας άγνωστος που μου συστήνεται ως Παναγιώτης Δεδεμάδης, εκδότης και μου ζητά να προχωρήσουμε στην συγκέντρωση των ήδη δημοσιευμένων διηγημάτων και στην έκδοσή τους. Στη συζήτηση είναι παρών κι ένας συνάδελφος, ο Κώστας Δανούσης, που παίρνει την πρωτοβουλία να συζητήσει και το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας. Μισή ώρα μετά δίναμε τα χέρια. Με την προκαταβολή, που μου έδωσε εκείνη την ώρα, πήγα στο μαιευτήριο και πήρα τη γυναίκα μου και την κόρη μου.
Το εξώφυλλο όταν η σειρά των 7 τόμων ολοκληρώθηκε.
 Αρχές φθινοπώρου είχα στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο και σ’ ένα χρόνο είχαν ολοκληρωθεί επτά τόμοι. Οι πρώτοι τρεις είχαν μαλακό χάρτινο εξώφυλλο, αλλά όταν ο εκδότης συνειδητοποίησε ότι το έργο θα μπορούσε να γίνει σειρά, εξ αιτίας τού όγκου του, αποφάσισε να δημιουργήσει σκληρό εξώφυλλο. 
Η Μαίρη, η γυναίκα που με ανέχθηκε και που της χρωστώ πολλά...
Αυτή είναι η ιστορία των «Εγκλημάτων…» μου, που στις 14 Ιουλίου, μετά από 38 ολόκληρα χρόνια επανακυκλοφορούν με την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου». Καλή τύχη για μένα. Όμως, εκείνο που δεν ανέφερα είναι πως σε όλη εκείνη την προσπάθεια, ένας ήταν ο ήρωας, ή μάλλον, μια: Η γυναίκα μου, Μαίρη! Εκείνη με ανέχθηκε στην απομόνωσή μου, εκείνη με κράτησε όρθιο στα ξενύχτια μου. Τώρα, 38 χρόνια μετά, θυμάμαι την υπομονή της και σφίγγω τα δόντια μου. Μήπως τελικά δεν της πρόσφερα όσα της άξιζαν; Την ευχαριστώ δημόσια…

Το δικό μου μικρό λιθαράκι σ' αυτό που λέμε λογοτεχνία
 1ος τόμος - Πρόλογος
Τα διηγήματα που περιέχονται στο έργο, είναι βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, που κατά καιρούς αναστάτωσαν το πανελλήνιο.
Η μεταφορά τών εγκλημάτων σε διηγήματα και η δημοσίευσή τους αποσκοπεί όχι στο να εκθέσει τους δράστες, αλλά στο να βεβαιώσει πως μια αντικοινωνική πράξη ποτέ δεν μένει ατιμώρητη, όσο καλά και να είναι προσχεδιασμένη. Γρήγορα ή αργά, οι ένοχοι έρχονται αντιμέτωποι με τις πράξεις τους – άσχετα αν μέχρι τότε έχουν ηρωοποιηθεί – και περνούν στη θέση τού αντιήρωα.
Πέρα όμως απ’ αυτό, μας δίνουν ένα βασικό συστατικό στοιχείο τής ταυτότητας του «κοινωνικού είναι» του τόπου μας κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες (1960 – 1980) και τούτο γιατί κάθε έγκλημα αποκαλύπτει όχι μόνο την ταραγμένη ψυχοδομή τού δράστη, αλλά και τις καθοριστικές, για την πραγμάτωσή του, κοινωνικές συνθήκες. Άλλωστε κάθε έγκλημα αποτελεί μια απάντηση στο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαπράχθηκε.
Από την άλλη όχθη, αντίκρυ στους δράστες τών εγκλημάτων, κινούνται οι διώκτες τους. Είναι κι αυτοί άνθρωποι κοινοί, ίδιοι με όλους τους άλλους, με προτερήματα και ελαττώματα όπως όλοι μας. Δεν είναι οι υπέρ-ήρωες των φανταστικών αστυνομικών διηγημάτων ή μυθιστορημάτων, με τις υπέρ-ικανότητες και τις υπέρ-διαισθήσεις. Δεν είναι οι Σέρλοκ Χολμς, ή ο Ηρακλής Πουαρώ, οι «από μηχανής θεοί», που επεμβαίνουν και με το μαγικό τους ραβδί ρίχνουν φως στο σκοτάδι που τυλίγει το έγκλημα. Και πάνω απ’ όλα, ποτέ, μα ποτέ, δεν δρουν μόνοι τους, δεν είναι, δηλαδή, ένας αυτός που «βγάζει» το έγκλημα. Κάθε εξιχνίαση, από την πιο εύκολη μέχρι την πιο δύσκολη, είναι μόχθος και τελικό έργο πολλών προσώπων, που συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, άλλοτε σωστά και άλλοτε με λάθη, για να φτάσουν στη λύση μυστηρίου, αλλά και στην ομολογία τού δράστη. Ο δε δρόμος που οδηγεί μέχρι εκεί δεν είναι καθόλου εύκολος.
Στα διηγήματα που ακολουθούν, οι υποθέσεις παρουσιάζονται όπως ακριβώς έγιναν και μ’ όλες τις αληθινές τους διαστάσεις, απαλλαγμένες από κάθε τι φανταστικό, με μόνα παραλλαγμένα τα ονόματα των πρωταγωνιστών – μερικές φορές και των τόπων που διαδραματίστηκαν – και τούτο γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι η πράξη και όχι το όνομα του οποιουδήποτε αναμιγμένου σ’ αυτήν. Αυτό σημαίνει πως κάθε συνωνυμία θα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε σύμπτωση.
Η ανάπτυξη των υποθέσεων μέχρι την εξιχνίασή τους, αλλά και τα σχετικά με την ομολογία των δραστών, είναι στηριγμένα σε επίσημα αρχεία τα οποία τηρούν οι Υπηρεσίες που έχουν επιληφθεί στις υποθέσεις αυτές. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί ότι όπου το αρχειακό υλικό σιωπούσε, χρησιμοποιήθηκαν για πηγές μαρτυρίες ανθρώπων που αναμίχθηκαν στη διάπραξη ή τη δίωξη των εγκλημάτων.
 
38 χρόνια μετά...
 2ος τόμος – Πρόλογος
Στον πρόλογο του πρώτου τόμου, γράφτηκε πως τα εγκλήματα στα οποία έχουν στηριχθεί τα διηγήματα που παρουσιάζονται σ’ αυτήν τη σειρά τών τόμων, δίνουν, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα κι ένα βασικό στοιχείο τής ταυτότητας του «κοινωνικού είναι» του τόπου μας κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες (1960-1980). Τούτο, γιατί κάθε έγκλημα αποκαλύπτει, όχι μόνο την ταραγμένη ψυχοδομή τού δράστη, αλλά και τις καθοριστικές για την πραγμάτωσή του κοινωνικές συνθήκες.
Τα κίνητρα των εγκλημάτων της τελευταίας εικοσαετίας διαφέρουν από κείνα των παλιότερων εποχών. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως παύει να υπάρχει το έγκλημα για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, για λόγους τιμής, κοινωνικής ντροπής, ή για ένα μέτρο γης. Δίπλα, όμως, σ’ αυτά παρουσιάζονται και εγκλήματα που τα κίνητρά τους απορρέουν από τις αλλαγές που έφεραν στην ελληνική κοινωνία ο υδροκεφαλισμός τών πόλεων, η τουριστική βιομηχανία, η σχετική ευημερία, η διάδοση της εμπορίας και της χρήσης σκληρών πια ναρκωτικών, και προ παντός και η ευρύτερη αποδοχή τής τάσης τού εύκολου πλουτισμού.
Στα «μοντέρνα» αυτά εγκλήματα, ο δράστης παρουσιάζεται πιο ψυχρός στη διάπραξή τους, προσεκτικότερος στον σχεδιασμό τους, μελετάει με λεπτομέρεια τον χώρο όπου θα κινηθεί, καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια για τον αποπροσανατολισμό τής έρευνας και τη δημιουργία ισχυρού άλλοθι. Με άλλα λόγια, προσπαθεί να γίνει «επαγγελματίας»…


3ος τόμος – Πρόλογος
Όταν μιλάμε για υπόκοσμο – τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες – νιώθουμε ταυτόχρονα μια αποστροφή, είναι σαν να μιλάμε για «βούρκο». Και πραγματικά είναι ο υπόκοσμος «βούρκος», τέλμα. Μονάχα πως αυτό το τέλμα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας μας, γέννημα θρέμμα δικό της, και κατά συνέπεια μέρος του εαυτού μας.
Είναι, βέβαια, αλήθεια, ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες, μέσα στο διάβα των αιώνων, είχαν πάντα τα περιθώριά τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως μπορεί τούτο να σταθεί ως δικαιολογία γι’ αυτό που συμβαίνει σήμερα, εδώ και τώρα. Για όσους πιστεύουν πως ο άνθρωπος είναι δημιούργημα, μα ταυτόχρονα και δημιουργός, του συνεχώς εξελισσόμενου κοινωνικού του περίγυρου, δεν υπάρχουν δικαιολογίες.
Αυτές οι δυστυχισμένες υπάρξεις που ζουν και κινούνται στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα στο οποίο παντοιότροπα – ακόμα και με το έγκλημα – πραγματώνουν την υπόστασή τους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά κραυγές απελπισίας της πάσχουσας κοινωνίας μας. Αυτή, λοιπόν, η πλευρά της ελληνικής κοινωνίας, όπως εξελίχθηκε στη δεκαετία του ’70, παρουσιάζεται, όσο το δυνατόν πιο ανάγλυφα, στα διηγήματα – και πρωταρχικά στο διήγημα «Ο βούρκος» - του τόμου που κρατάτε στα χέρια σας.


4ος τόμος – Πρόλογος
Παράλληλα με τη δειλή εμφάνιση του οργανωμένου εγκλήματος, στις αρχές της τελευταίας εικοσαετίας (1960), εξακολουθούν να βρίσκονται σε έξαρση, και οι «παραδοσιακές» μορφές τού εγκλήματος με κίνητρα ασήμαντες προσωπικές διαφορές, ερωτικά πάθη κ.λπ. Δηλαδή εγκλήματα που δεν μπορούν, αυτά καθ’ αυτά, να δώσουν την ταυτότητα μιας συγκεκριμένης εποχής, αφού τα κίνητρά τους συναντιώνται σ’ όλη την πορεία τής κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου.
Εκείνο, όμως, που τα χαρακτηρίζει είναι ο τρόπος σχεδιασμού και εκτέλεσης. Συχνά, το «παραδοσιακό», στα κίνητρά του, έγκλημα, πλησιάζει το οργανωμένο, ως προς την ακρίβεια σχεδιασμού του και τον τρόπο συγκάλυψης του δράστη.
Αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται στο προσκήνιο εγκλήματα περισσότερο σκοτεινά από παλαιότερες εποχές, εγκλήματα που η εξιχνίασή τους παρουσιάζει τις ίδιες δυσχέρειες μ’ εκείνες των οργανωμένων.


5ος τόμος – Πρόλογος
Συχνά, οι κοινωνικές συνθήκες και οι τόσοι απαγορευτικοί κανόνες που περιχαρακώνουν την ηθική πλευρά τής ζωής στην ελληνική επαρχία, καθώς και οι, κολλημένες σ’ ένα «χτες» γεμάτο προλήψεις, αντιλήψεις, έγιναν και γίνονται ακόμα αιτία για εγκλήματα που συγκλονίζουν με την τραγικότητά τους. Οι δράστες τους, γυναίκες ή άντρες αδιάφορο, φτάνουν μέχρι το έγκλημα βλέποντάς το σαν μόνη λύση, σαν τη μοναδική διέξοδο στα προβλήματά τους, ή στο, αθέλητο πολλές φορές, κοντράρισμά τους με τις κρατούσες συνθήκες.
Ίσως, αν οι δράστες μπορούσαν ν’ αντικρύσουν κατάματα την πραγματικότητα, ν’ αγνοούσαν το τι θα έλεγε ο κόσμος, να είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν χωρίς να ντρέπονται για κάποιο λάθος τους και χωρίς να φέρνουν για μια ολόκληρη ζωή το στίγμα τής κοινωνικής ντροπής, να μην έφταναν ποτέ στο έγκλημα, όπως δεν θα έφταναν κι αν οι γύρω τους δεν ήταν μόνο κατήγοροι, αλλά και συμπαραστάτες. Όμως, στους πιο πολλούς, έρχεται πιο βολικό να κατηγορήσουν και να καταδικάσουν, παρά να σκύψουν υπεύθυνα και με διάθεση προσφοράς να πασχίσουν να γιατρέψουν μια πληγή. Και τούτη την αλήθεια κρύβουν μέσα τους πολλά, τα πιο πολλά ίσως εγκλήματα, που κάθε τόσο αναστατώνουν τις μικρές αγροτικές κοινωνίες…


6ος τόμος – Πρόλογος
Η κάθε είδους «απελευθέρωση» και οι ξενόφερτοι τρόποι ζωής, έφεραν πέρα απ’ την οποιαδήποτε μορφή προόδου κι ένα αρκετά διαφοροποιημένο έγκλημα σε κίνητρα, που κινείται σ’ έναν κόσμο «δικό» του. Διεστραμμένες προσωπικότητες με λογής – λογής «ονόματα» και ¨καπρίτσια», με λογής – λογής απαιτήσεις απ’ τη ζωή και την κοινωνία (που τελικά… φταίει για όλα), ναρκομανείς, προαγωγοί αντρών, «αρσενικές πόρνες», ζουν τον δικό τους κόσμο, βουτηγμένοι σε όνειρα σταματημένα σε «κάποιες» καφετερίες ή χαμηλόφωτα μπαρ.
Σ’ αυτά τα εγκλήματα ο δράστης είναι συνήθως ενεργητικός ομοφυλόφιλος ή ενεργητικός και παθητικός μαζί, και κίνητρό του είναι σχεδόν πάντα η «τσέπη» του θύματος. Τις περισσότερες φορές οι δράστες είναι γνωστοί στον κύκλο τους, που κρατάει με πείσμα κλειστό το στόμα του, άλλοτε για «λόγους τιμής» κι άλλοτε γιατί μέρος από την ευθύνη της ενοχής βαρύνει τον ίδιο.


7ος τόμος – Πρόλογος
Πολλά από τα στυγερότερα εγκλήματα της περασμένης εικοσαετίας (1960 – 1980), αποδείχθηκε πως είχαν δράστες άτομα με ιδιαίτερα ταραγμένη ψυχοδομή, που ωστόσο δεν τους εμπόδισε να σχεδιάσουν σωστά και να φτάσουν στο σχεδόν τέλειο έγκλημα.
Η διαδικασία εξιχνίασης δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι το καθένα από τα εγκλήματα αυτά παρουσιάζει ένα ξεχωριστά ιδιαίτερο χαρακτήρα στην όλη του δομή, που φέρει τη σφραγίδα τής ταραγμένης, ή και διεστραμμένης ψυχοσυγκρότησης του δράστη και απαιτεί έντονα επίμοχθη και πολύπλευρη δραστηριοποίηση των διωκτικών αρχών, που συνήθως ξεκινούν από το μηδέν.
Πέρα απ’ αυτά, τα παραπάνω εγκλήματα επισημαίνουν την ύπαρξη , γύρω μας, μιας νοσηρής πραγματικότητας, που οι τόσο θλιβερές, συχνά, εκδηλώσεις της, παρουσιάζονται αναιτιολόγητες στον κοινό άνθρωπο, αλλά και που δεν παύουν ν’ αποτελούν καυτό πρόβλημα της σύγχρονης ζωής.