Google+ Followers

Περί κουραδοβιοτεχνιών και άλλων τινών…



 ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
---------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------



«Ο κουραδοκόφτης» του αιρετικού αριστερού διανοούμενου του Παρισιού, Ηλία Πετρόπουλου, το 2002, που εκδόθηκε, είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Τ’ άρθρα του για τους δικαστές, για τον Βελουχιώτη, για τον Τσάτσο (κ. ά.) είχαν ξεσηκώσει συζητήσεις, αμφισβητήσεις και θόρυβο αρκετό∙ αν και κανείς δεν είχε ορθολογικά επιχειρήματα να τον αντιμετωπίσει, αφού την αλήθεια κατέθετε. Πολλοί όμως, από κοινωνική συστολή απέφευγαν να ονοματίσουν το βιβλίο. Η λέξη ‘‘κουράδα’’ δεν ήταν αποδεκτή από τη λόγια γλώσσα, τη γλώσσα της ευπρεπούς δημοσιογραφίας, της πολιτικής κ.λ.π.
Όμως οι καιροί άλλαξαν.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ των βουλευτών τού ΣΥΡΙΖΑ κ. Νίκου Παπαδόπουλου και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ κ. Γρηγόρη Ψαριανού με τον κ. Παπαδόπουλο να ρωτάει: «τι θέλεις πάλι ρε κουραδομηχανή;» και τον κ. Ψαριανό ν’ αποκαλεί τον κ. Παπαδόπουλο «κουραδοκεφτέ», εισήγαγαν την ‘‘κουράδα’’ ως πρώτο συνθετικό και στη Βουλή. Επισήμως. Σε συνεδρίαση με παρόντα τον κ. πρωθυπουργό.
Δεν μπορώ να ξέρω πόσο ο κ. Τσίπρας και ο κ. Θεοδωράκης ένιωσαν ευχάριστα ακούγοντας τη φρασεολογία των βουλευτών τους, αλλά μπορώ να ισχυριστώ πως ήταν ακόμα ένα σκαλί πιο κάτω σ’ αυτό που αποκαλείται ‘‘πολιτικός πολιτισμός’’. Ελαφρυντικά δεν μπορεί να υπάρξουν όταν αυτά ακούγονται από εκλεκτούς τού Κοινοβουλευτισμού. Μπορεί εδώ και χρόνια, η Βουλή, να έχει πάψει να λειτουργεί ως ‘‘ναός’’ της Δημοκρατίας, αλλά δεν παύει να είναι η ανώτατη έκφραση της Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό το, λεκτικό έστω, ολίσθημα θα περίμενα να υπάρχει αντίδραση από τα ίδια τα κόμματα. Δεν υπήρξε. Ίσως γιατί τα κόμματα εκφράζουν πρώτα τους οπαδούς τους, που ενθουσιάζονται από όμοιες εκφράσεις. Ίσως…
Πολλά ‘‘ίσως’’…
‘‘Ίσως’’ για την υπόθεση Καμμένου, ‘‘ίσως’’ για την υπόθεση Μαδούρο, ‘‘ίσως’’ για τον Ρουβίκωνα, ‘‘ίσως’’ για τον… εξαφανισμένο πολυπράγμονα της Παιδείας κ. Ζουράρι, ‘‘ίσως’’ για τον ομοφοβικό χριστιανό βουλευτή κ. Καμμένο,  ‘‘ίσως’’ για τη ‘‘Βαρουφακιάδα’’…

Η τελευταία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Υπήρχαν κάποιες δηλώσεις – προμήνυμα πως κάτι θα συνέβαινε∙ όπως όταν μαζεύονται σύννεφα στον ουρανό και λες πως θα βρέξει, όπου να ’ναι.
Άλλωστε και η σχέση των δυο αντρών ήταν διαταραγμένη. Ο τέως υπουργός πάσχιζε ν’ αποδείξει την ορθότητα των ενεργειών του, αλλά και τη συνυπευθυνότητα, ενώ ο πρωθυπουργός προσπαθούσε να πείσει ότι έχει δικαίωμα και στο λάθος.
Ο τέως υπουργός, έχοντας πλέον μόνο να κερδίσει, έκανε τις περιοδείες του σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και σε διεθνείς συναντήσεις, προβάλλοντας την ‘‘ηρωική’’ του στάση απέναντι στην παντοδυναμία της γερμανικής οικονομικής πολιτικής, ενώ ο πρωθυπουργός πασχίζοντας να εφαρμόσει αυτήν την πολιτική με το μικρότερο κόστος για τον πολίτη. Ο πρώτος ξεδίπλωνε αντιστασιακές σημαίες, ο δεύτερος προσπαθούσε να βγάλει τα κάρβουνα από τη φωτιά.
Το βιβλίο του είναι ακόμα μια απόπειρα για να εδραιώσει τη θέση του ανάμεσα στους ‘‘αιρετικούς’’ οικονομολόγους τής διεθνούς οικονομικής και πολιτικής κοινότητας. Θα ήταν γελοίο να πιστέψει κάποιος ότι προσδοκά οικονομικά κέρδη από πωλήσεις. Οι αμοιβές από συνέδρια ή άλλες πηγές είναι τρομακτικά μεγαλύτερες. Το επιδιωκόμενο κύρος, όμως, είναι κάτι απροσμέτρητο.
Για τον πρωθυπουργό, οι αποκαλύψεις θα είναι σκληρές και δύσκολες όταν το βιβλίο θα εκδοθεί στα ελληνικά. Όχι τόσο επειδή η αντιπολίτευση θα έχει ακόμα ένα όπλο στη φαρέτρα της, όσο γιατί οι διαφωνούντες τέως σύντροφοι θα βρουν μια σοβαρή αιτία να επανέλθουν στο προσκήνιο. Τα βέλη θα είναι από εκείνους που ‘‘έβαλαν πλάτη’’ για την ανατροπή τού πολιτικού σκηνικού και την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως πρώτου κόμματος τον Ιανουάριο του 2015. Μπορεί όλοι αυτοί να μην κατόρθωσαν να ξαναπεράσουν το κατώφλι τής Βουλής, αλλά τότε υπήρξαν ‘‘γενναίοι’’ μαχητές και είχαν βοηθήσει στο στήσιμο του επαναστατικού προφίλ τού κόμματος.

Οι συνθήκες όμως ράγισαν αυτό το επαναστατικό προφίλ, που πια στηρίζεται στις νωθρές αντιδράσεις απέναντι σε μια πραγματικότητα η οποία στραγγαλίζει την καθημερινότητα του πολίτη. Η ανάπτυξη που δεν έρχεται, η οικονομική δυσπραγία που εξαπλώνεται και βαθαίνει και η ανικανότητα δημιουργίας δομών για ένα πιο σύγχρονο κράτος, το μόνο που δεν θέλουν είναι το ‘‘ξύσιμο’’ παλιών πληγών. Αυτό δηλαδή που αναπότρεπτα θα συμβεί στο άμεσο μέλλον, αφού ο τέως υπουργός δεν έχει ακόμα ‘‘ανοίξει όλα τα χαρτιά’’ του.
Διαισθάνομαι – και είθε να έχω λάθος διαίσθηση – ότι ο Αύγουστος θα είναι το τελευταίος, πολιτικά, ήρεμος μήνας του χρόνου. Το φθινόπωρο μαζί με τα πρωτοβρόχια θα έχει και πολιτικές αναταράξεις. Το πολιτικό ήθος, που το είδαμε να κουρελιάζεται ξανά πρόσφατα, θα δοκιμαστεί έντονα.
Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού…

Το «βίπερ» και ο πεντοζάλης των αγορών…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
------------------------------------

Πια μένω άφωνος με όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας και νιώθω απόλυτο οίκτο για όσους ακόμα επιμένουν να ζουν στο σκοτάδι.
«Βίπερ» χαρακτήρισε ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ το βιβλίο τού Βαρουφάκη, ενός υπουργού που είχε τον μέγιστο ρόλο κατά το πρώτο και κρισιμότατο εξάμηνο της ανάληψης τής εξουσίας από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Εγώ το χαρακτηρίζω «Σεισμό».
Το βιβλίο ξεσκονίζεται ήδη από εταίρους και μη, και σύντομα θα διαβάσουμε πικρόχολα σχόλια, ιδιαίτερα εξευτελιστικά για τη χώρα μας. Αγνοώ αν κάποιος απ’ αυτούς που στηρίζουν την κυβέρνηση και συμμετέχουν σ’ αυτήν, θα νιώσει την ελάχιστη τύψη για τη συμπαιγνία στην οποία παίζει ο ίδιος τον δικό του ρόλο κι έχει τις ευθύνες του.

«Βίπερ», λοιπόν.
Γιατί δεν παίρνουν φράση τη φράση για να την ανατρέψουν με επιχειρήματα; Γιατί δεν αντιπαραθέτουν στους «μύθους» του τέως υπουργού, που συνομιλούσε με όλους τους ευρωπαϊκούς παράγοντες επί έξι μήνες, την πραγματικότητα; Γιατί δεν βγαίνουν με αδιάσειστα στοιχεία να κατακεραυνώσουν τα «ψέματα» του υπουργού τους;
Γιατί δεν τον στέλνουν στη Δικαιοσύνη;
Τους προτείνω να πάνε όλοι στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Όλοι όμως. Και ο κ. Λαφαζάνης, και η κ. Κωνσταντοπούλου, και άλλοι γνώστες και συνομιλητές τους κατά την περίοδο εκείνη. Όπως και ο στρατηγός Μιχαήλ Κωσταράκος, που τον αφορούν τα περί πραξικοπήματος. Να είναι και ο κ. Κατρούγκαλος που δεν θα έκοβε ούτε ένα ευρώ. Και ο κ. Φλαμπουράρης που έλεγε για την ραγδαία ανάπτυξη. Κι εκείνος ο γιατρός τών ΑΝΕΛ που προφήτευε τη βροχή των εκατομμυρίων. Να είναι, απαραιτήτως, και ο κ. Παππάς, που ονειρεύεται την αφύπνιση του Σταλινισμού. Κι εκεί, όπου φιλοξενούνται, κατά βάση, οι αρχαίες τραγωδίες, έστω κακοπαιγμένες, όπως η φετινή τού Θεσσαλικού Θεάτρου, να ξεκινήσουν έναν διάλογο για τη σύγχρονη τραγωδία. Μουσική υπόκρουση να έχουν τα νταούλια που έπαιζαν στην Κρήτη (για να χορεύουν οι «αγορές», αυτές που μας έπιναν το αίμα, αλλά τώρα έγιναν καλές και κάνουμε τον κώλο μας τρυπητήρι για να μπούμε) και τα τραγούδια που έβαζαν οι «αγανακτισμένοι», αυτοί που εξαφανίστηκαν γιατί πλέον είναι ικανοποιημένοι.

Ας αρχίζει ζωντανός διάλογος σε εθνική αναμετάδοση. Να μάθουν όλοι «αστοιχείωτοι και στοιχειωμένοι» τι έχει συμβεί, πώς έμεινε όρθια η χώρα, πώς δεν είχαμε αιματοκύλισμα, πώς η καταστροφή ήταν μόνο οικονομική.
 «Είμαστε αστοιχείωτοι και το καμαρώνουμε», είπε προσφάτως ο υπουργός επί της χυδαιότητας. Και τον χειροκρότησαν…
«Χολέρα η καριέρα», λέει ο στρατηγικός σύμβουλος κ. Καρανίκας και τον χειροκροτούν...
«Γαλέρα η δουλειά στον ιδιωτικό τομέα», δήλωσε στη Βουλή ο ίδιος ο κ. Τσίπρας. Για τούτο και επιχειρεί να εξαφανίσει εντελώς τον ιδιωτικό τομέα, παρά τα χαμογελάκια περί αναπτύξεως.
Ο καθείς μπορεί να μπει στην κριτική θεώρηση κάθε δήλωσης και κάθε αποστροφής. Άλλωστε κάθε φορά που κυβερνητικός παράγοντας μιλά για οποιοδήποτε θέμα, δεν αναφέρεται στα πεπραγμένα τους, αλλά το τι κάνουν οι άλλοι. Όμως οι άλλοι είναι ξεκάθαροι: Κυβερνήστε!
Η γελοιότητα θα είναι, πως, όταν θα μπούμε σε προεκλογική περίοδο, οι ΣΥΡΙΑΝΕΛ θα λένε: «Δεν μας άφησαν να κυβερνήσουμε…» Ποιοι; Η αντιπολίτευση, οι δικαστές, οι εταίροι, οι τέως δικοί τους, η εσωτερική τους αντιπολίτευση, η Εκκλησία, το Χόλιγουντ, τα παιδιά της γειτονιάς, τα φαντάσματα των ονείρων τους, οι συνταξιούχοι τής πείνας, οι ξένοι δάχτυλοι…
Πόση ντροπή; Πόση αναξιοπρέπεια; Ούτε καν η ευαισθησία να αντιμετωπίσουν με ευθυκρισία έναν υπουργό που κάποτε προκαλούσε θεσμούς και πρόσωπα, λανσάροντας αντισυμβατικότητα.
«Ή ζητήστε συγγνώμη από τους Σαμαρά - Στουρνάρα ή σταματήστε τους προσβλητικούς πανηγυρισμούς περί εξόδου στις αγορές», έγραψε μόλις στις 24 αυτού του μήνα, ο κ. Βαρουφάκης. Τι πιο βαρύ και σκληρό;
Την ίδια μέρα, σε άλλο κείμενο, που αποκαλύπτει και άλλα σκληρά, μας πληροφορεί πως το βιβλίο του «…σύντομα θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τίτλο “Ανίκητοι Ηττημένοι” από τις Εκδόσεις Πατάκη». Από τις ίδιες εκδόσεις, έναν χρόνο πριν, είχε κυκλοφορήσει και το βιβλίο του Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ «Καλώς όρισες στη μαρτυρική αρένα», αλλά λίγοι έδωσαν σημασία στα όσα συγκλονιστικά αποκάλυπτε. Αν το «σύντομα», λοιπόν, του «Ανίκητοι Ηττημένοι»  είναι το ερχόμενο φθινόπωρο, προβλέπω πως αυτό θα είναι ιδιαίτερα θερμό.

Προς το παρόν παρατηρώ με ανησυχία τον χορό τών αγορών και τον επικείμενο ξυλοδαρμό των δανειστών από μια κυβέρνηση που κερδίζει συνεχώς το χρυσό μετάλλιο σε κάθε αγώνισμα κωλοτούμπας.


43 χρόνια μετά…



      Ενθυμήσεις…
------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
------------------------------------
  Μέχρι τότε ήξερα πώς ζούσα 
σε μια χώρα ατρόμητη και ανίκητη,
και πως η "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" 

ήταν η πιο αγαθή χώρα του κόσμου...


Ξ
ημέρωνε η 20η Ιουλίου, Σάββατο, όταν ο νυχτερινός σκοπός χωροφύλακας του αστυνομικού τμήματος Σερβίων με σκούντησε για να με ξυπνήσει. Υπηρετούσα τότε στη Χωροφυλακή. Έκανα χρέη αστυνόμου, γιατί μια βδομάδα πριν ο διοικητής είχε μετατεθεί και δεν είχε αφιχθεί ακόμα ο αντικαταστάτης του.
«Ήρθε ένα σήμα από το Αρχηγείο που λέει να είμαστε σε ετοιμότητα, γιατί γίνονται εχθροπραξίες στην Κύπρο», θυμάμαι πως ήταν τα λόγια του χωροφύλακα.
Σ’ ελάχιστα λεπτά είχα ντυθεί και ήμουν στο γραφείο μου. Ήταν λίγο μετά τις έξι το πρωί. Ζήτησα να ξυπνήσουν όλοι οι άγαμοι άντρες, που κοιμόνταν στους θαλάμους του τμήματος, και να ειδοποιηθούν να έρθουν και οι έγγαμοι. Λίγο μετά ήρθε το πρώτο σήμα για άνοιγμα των φακέλων επιστράτευσης.
Ο πανικός ξύπνησε και καλοκάθησε  στο αστυνομικό τμήμα. Πρώτη του πηγή οι συγκεχυμένες πληροφορίες που έρχονταν περισσότερο από το ραδιόφωνο, παρά από τις προϊστάμενες υπηρεσίες. Δεύτερη πηγή του οι φάκελοι με τις ατομικές προσκλήσεις. Δεν χρειάστηκε πολλή διαδικασία για να καταλάβουμε πως οι περισσότερες ήταν ή λανθασμένες, ή έπρεπε να είχαν αλλαχθεί από καιρό.
Αναζητούσαμε πολίτες να τους επιδώσουμε Φ.Α.Π., όταν αυτοί είχαν από χρόνια απαλλαγεί από την υποχρέωση επιστράτευσης λόγω ηλικίας. Με τις επιτάξεις οχημάτων τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Τα περισσότερα οχήματα δεν υπήρχαν, είτε ήταν σε ακινησία λόγω παλαιότητας, ή είχαν πουληθεί σε άλλες περιοχές.
Εν τω μεταξύ οι ντόπιοι είχαν ξεχυθεί στα μπακάλικα και στους φούρνους. Τα ράφια άδειαζαν. Λάδι, ζάχαρη, ρύζι, όσπρια, ζυμαρικά, γάλα, καφές… Είχαμε και διαπληκτισμούς, Στείλαμε τρεις – τέσσερις χωροφύλακες να βάλουν μια κάποια τάξη.
Παρασυρμένος από το… ρεύμα, έσπευσα κι εγώ στο περίπτερο. Η δική μου έγνοια ήταν τα… τσιγάρα. Αγόρασα δεκάδες πακέτα, όχι μόνο από τη μάρκα που κάπνιζα. Πήρα, επίσης και πέντε – έξι πακέτα καπνό, που είχε, γιατί κάπνιζα και πίπα. Την τελευταία στιγμή άφησα δυο, γιατί εκτός από μένα, κάπνιζε πίπα κι ένας ταγματάρχης του στρατού.
Δεν ήξερα, δεν ξέραμε, πως εκείνες τις ώρες το νησί τής Κύπρου μάτωνε και ο θάνατος είχε βγει σεργιάνι…
Εκείνο που ‘‘ξέραμε’’ καλά ήταν πως μέχρι το μεσημέρι θα είχαμε πετάξει τους Τούρκους στη θάλασσα, γιατί είμαστε μια ένδοξη χώρα με ανίκητο στρατό.

Τ
ην Κυριακή, 21η Ιουλίου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι περισσότεροι που είχαν πάρει Φ.Α.Π. και είχαν φύγει για τα κέντρα επιστρατεύσεως, επέστρεφαν, γιατί εκεί δεν τους εύρισκαν στους καταλόγους τους. Έπρεπε να βρούμε πού ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιαστούν.
Στο τμήμα άρχισαν να παρουσιάζονται ηλικιωμένοι – συνταξιούχοι χωροφύλακες με ατομικές προσκλήσεις εφέδρων. Είκοσι τρεις τον αριθμό. Πού θα κοιμόνταν, πού και τι θα έτρωγαν; Και πού θα τους χρησιμοποιήσουμε; Καμιά σχετική διαταγή ή οδηγία.
Όλα στα χαμένα, όλοι στα χαμένα. Έτσι θ’ αντιμετωπίζαμε τον πόλεμο; Με στρατιώτες που εξοπλίζονταν με τυφέκια χωρίς κινητά ουραία; Με επίστρατους που έψαχναν να βρουν τις μονάδες τους;
Ήταν φανερό πως κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.
Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα. Λίγο έξω από τα Σέρβια είχε την έδρα της μια στρατιωτική μονάδα, που λειτουργούσε ως κέντρο επιστρατεύσεων υγειονομικών. Εκατοντάδες γιατροί άρχισαν να εμφανίζονται στην κωμόπολη, περιφερόμενοι άσκοπα. Ήταν αυτοί που είχαν παρουσιαστεί στη μονάδα επιστρατεύσεως, η οποία δεν ήξερε τι να τους κάνει. Ούτε θαλάμους να τους διαθέσει, ούτε δυνατότητα να τους σιτίσει.
Το θέαμα ήταν απερίγραπτο. Οι περισσότεροι επίστρατοι φορούσαν μόνο στρατιωτικό παντελόνι. Δεν υπήρχαν πουκάμισα ή χιτώνια κι έτσι φορούσαν τα πολιτικά τους. Κάποιοι είχαν βρει και άρβυλα. Οι περισσότεροι αθλητικά παπούτσια. Υπήρχαν και κάποιοι με σαγιονάρες. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο.
Το σημαντικό ήταν άλλο∙ μου αποκαλύφθηκε όταν στο γραφείο μου ήρθε, με ύφος εμφανώς αγανακτισμένο, ένας γιατρός – διευθυντής τής καρδιολογικής κλινικής του «Ευαγγελισμού» και μου κατήγγειλε πως σ’ ένα καφενείο, ο ιδιοκτήτης του, του χρέωσε το ψωμί εννιά φορές πάνω απ’ το κανονικό και τα μπιφτέκια τρεις φορές περισσότερο.
Στο ραδιόφωνο έπαιζαν θούρια και ακούγονταν δηλώσεις εθνικής υπερηφάνειας και σύμπνοιας, αλλά στην καθημερινότητα της κωμόπολης είχε εμφανιστεί η αισχροκέρδεια. Οι μαυραγορίτες τής κατοχής είχαν αναστηθεί…
Χωρίς δισταγμό πέρασα χειροπέδες στον καφετζή και τον οδήγησα πεζή στο αστυνομικό τμήμα, έτσι ώστε να τον δουν οι κάτοικοι και να συζητηθεί η περίπτωσή του, για να κόψω κάθε διάθεση από άλλους επαγγελματίες τής πόλης να τον μιμηθούν. Παρά ταύτα, την επομένη, παρουσιάστηκε ακόμα ένα κρούσμα, που βέβαια είχε την ίδια τύχη.

Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν ακόμα πιο εφιαλτικές, αφού από το BBC και τη Deutsche welle μαθαίναμε πως δεν τα πηγαίναμε καλά στην Κύπρο και πως οι Τούρκοι προχωρούσαν. Μια βουβαμάρα απλωνόταν και ένας φόβος έκανε την εμφάνισή του. Δεν είμαστε οι ανίκητοι Έλληνες; Πώς και οι απόγονοι του Λεωνίδα χάνουν τον πόλεμο; Τελικά η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» δεν ήταν παρά ένα παραμύθι, μια φούσκα που έσπασε;

Π
ρωί Δευτέρας, 22 Ιουλίου, αχάραγα. Μια σηματική διαταγή από την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Δυτικής Μακεδονίας διατάζει πέντε άγαμους υπαξιωματικούς διάφορων υπηρεσιών, να βρίσκονται στο αεροδρόμιο Κοζάνης στις 09.00 με τον ατομικό τους οπλισμό. Ανάμεσα στα ονόματα και το δικό μου. Όλοι μας συμμαθητές στη σχολή, 22 χρονών. Υπάρχει μια υποσημείωση που λέει να πάρουμε στα ατομικά μας σακίδια ξηρά τροφή μιας εβδομάδας.
Λίγη ώρα μετά, ένα συνάδελφος, καλός φίλος στη σχολή, από το αστυνομικό τμήμα της Σιάτιστας, που και το δικό του όνομα ήταν ανάμεσα στα πέντε, μου τηλεφωνεί. «Θα συγκροτήσουμε στρατονομικά αποσπάσματα και θα μας πάνε στον Έβρο…», μου λέει. «Πάρε τους δικούς σου και χαιρέτα τους. Μπορεί και να μην ξαναγυρίσουμε…», συμπληρώνει.
Κλείνω το τηλέφωνο παγωμένος. Η ώρα είναι 07.00. Βγαίνω στο απέναντι περίπτερο, που έχει τηλέφωνο με μετρητή, και τηλεφωνώ στον φούρνο του πατέρα μου. Ακούω τη μάνα μου, που λέει βιαστικά «παρακαλώ». Οι δικές μου λέξεις έχουν κολλήσει στον ουρανίσκο. «Μαμά… φεύγω. Ήρθε διαταγή να πάμε στο αεροδρόμιο, αλλά δεν μας λέει πού θα πάμε στη συνέχεια…»
Ακολουθεί σιωπή. Μετά την ακούω να φωνάζει τον πατέρα μου. Μιλούν και οι δυο στο τηλέφωνο. Το μόνο που ξεχωρίζω είναι «να προσέχεις…» και αναφιλητά…
Κλείνω το τηλέφωνο κι επιστρέφω στο τμήμα. Πέντε κονσέρβες από το διπλανό μπακάλικο και είκοσι πακέτα τσιγάρα. Ύστερα ένα ακόμα τηλεφώνημα. Κάπου κοντά υπάρχει ένας έρωτας. Μιλώ ψιθυριστά. Καινούργια αναφιλητά. Ο χωροφύλακας οδηγός μπαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα και μου κάνει νόημα πως πρέπει να ξεκινήσουμε.
08.45 στο αεροδρόμιο της Κοζάνης. Εκεί δεν ξέρουν τίποτα. 09.00 κανείς δεν μας πληροφορεί τι κάνουμε, πού πάμε, πώς πάμε. Ζητάμε να τηλεφωνήσουμε στην Ανωτέρα Διοίκηση. Μιλώ με τον υπασπιστή. «Είναι να έρθει μια ντακότα να σας πάρει…»
Ώρα 10.00. Ούτε ντακότα, ούτε πουλί. Ευτυχώς έχω κρατήσει το αυτοκίνητο της υπηρεσίας κοντά. Ζητάω ενημέρωση από τον ασύρματο. Τίποτα. Στις 12.00 μας καλεί το κέντρο. Να επιστρέψουμε στις υπηρεσίες μας.
Στο αστυνομικό τμήμα επικρατεί χάος. Σήματα με αντιφατικές διαταγές για ονομαστικές προσκλήσεις εφέδρων. Κάποιοι είναι πεθαμένοι. Πού τα βρήκαν αυτά τα ονόματα, αναρωτιέμαι.
Σε κάποια στιγμή ο ασυρματιστής χωροφύλακας μπαίνει φουριόζος στο γραφείο και κλείνει πίσω του την πόρτα, δίνοντάς μου ένα σήμα με την ένδειξη «Κατεπείγον – Άκρως εμπιστευτικόν». Αφορά σαμποτάζ στα έργα ΔΕΗ – Πολυφύτου, στο φράγμα. Σχηματίζω μια ομάδα με τέσσερις χωροφύλακες, οπλιζόμαστε και φεύγουμε. Οι πληροφορίες είναι συγκεκριμένες, οι διαταγές σαφείς. Στη διαδρομή για τον Βελβεντό, αναρωτιέμαι πώς η πληροφορία αυτή έφτασε στα ανώτερα κλιμάκια και όχι σ’ εμάς πρώτα. Και οι άνδρες του σταθμού χωροφυλακής Βελβενδού και εμείς του αστυνομικού τμήματος Σερβίων έχουμε καλές σχέσεις με τους κατοίκους τής περιοχής. Γιατί οι «πληροφοριοδότες» μάς παράκαμψαν. Την ίδια απορία έχει και ο αστυνόμος του Βαλβενδού.
Φτάνουμε στην επίμαχη περιοχή. Τα έργα έχουν σταματήσει. Τεράστια σκαπτικά μηχανήματα ακινητοποιημένα. Εκεί που κάποτε έτρεμε η γη από τα θηριώδη φορτηγά και το μούγκρισμα των σκαπτικών, νεκρική σιγή.
Βγαίνουμε στον αυχένα μιας δασωμένης πλαγιάς και σκορπιζόμαστε. Δυο ώρες μετά συναντάμε πέντε βοσκούς με πρόβατα και κατσίκια. Τρομάζουν σαν μας βλέπουν με τα όπλα. Ρωτάμε αν είδαν να κινούνται κάποιοι ξένοι στην περιοχή κι απορούν. Όλοι τους πάνω από πενήντα, από το χωριό Καταφύγι. Απομονωμένοι στο βουνό δεν έχουν πάρει είδηση τι συμβαίνει. Ούτε για απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο ξέρουν, ούτε για επιστράτευση.
Επιστρέφουμε άπραγοι. Σ’ ένα υπόστεγο, στην καρδιά των έργων, παρατηρούμε κίνηση ανθρώπων. «Εδώ είμαστε…», λέμε. Στο λεπτό σχεδιάζουμε πώς θα επέμβουμε και…
Τρεις μηχανικοί κοντά στα εξήντα επισκεύαζαν ένα γκρέιντερ. Είχαν βρει την ευκαιρία, μια και τα έργα σταμάτησαν να κάνουν συντήρηση στα μηχανήματα. Κάποιος φαντασιόπληκτος που τους είχε δει από μακριά, πιθανόν και θέλοντας να πουλήσει εκδούλευση, τους παρουσίασε για σαμποτέρ.
Επιστρέφουμε. Ένα νέο σήμα μας ενημερώνει πως από μια ορεινή διαδρομή κινούνται τρεις ίλες τεθωρακισμένων με κατεύθυνση το χωριό Ρύμνιο, όπου μια στρατιωτική γέφυρα. Να τις αναζητήσουμε και να τις οδηγήσουμε μέχρι το Σαραντάπορο, όχι από το εθνικό δίκτυο.
Στις 9 το βράδυ έξω από την Αιανή βλέπω τη φάλαγγα να κινείται αργά. Ο επικεφαλής ίλαρχος είναι ένας παλίκαρος με ατσάλινο βλέμμα. «Από χθες το βράδυ έχουν να φάνε οι στρατιώτες», μου λέει. Γι’ αυτούς νοιάζεται. Όχι για τον ίδιο.
Τα τεθωρακισμένα έφυγαν από την περιοχή της Φλώρινας για το λιμάνι του Βόλου. Από εκεί θα μεταφέρονταν σε κάποιο νησί. Πρόβλεψη για φαγητό δεν υπήρχε.
Έξω από το χωριό Πολύραχο υπήρχε ένα δασωμένο πλάτωμα. Οδήγησα τη φάλαγγα εκεί, να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια. Με το τζιπ της υπηρεσίας πήγα στο σπίτι του προέδρου της κοινότητας. Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Τον ξύπνησα, του είπα το πρόβλημα με το φαγητό για τους στρατιώτες. Στη συνέχεια έκανα το ίδιο και στο χωριό Μεταξά.
Μέσα σε μισή ώρα δυο τρία τρακτέρ έφτασαν στο μέρος όπου είχε σταματήσει η φάλαγγα. Τι ψωμιά, τι τυριά, τι καρπούζια… Δάκρυσε ο αξιωματικός. Δυο ηλικιωμένες γυναίκες ήρθαν μ’ ένα αγροτικό και κατέβασαν ταψιά με πατάτες τηγανητές και ομελέτες. Και ό,τι βρήκαν πρόχειρο στα σπίτια τους.
Χαράματα ξεκίνησε η φάλαγγα. «Τι να σου ευχηθώ;», ρώτησα τον αξιωματικό. «Να πεθάνω για την τιμή της πατρίδας…», μου απάντησε με μάτια που έλαμπαν.


Β
ράδυ Τρίτης, 23 Ιουλίου. Περιπολώ στους δρόμους τής κωμόπολης. Στα πεζοδρόμια ανήσυχες παρέες συζητούν. Τα τραπεζάκια των καφενείων γεμάτα, από ντόπιους, αλλά και επιστρατευμένους. Σε μια ταβέρνα, μια παρέα δέκα δώδεκα γιατρών συζητά έντονα. Ανάμεσά τους και ο καρδιολόγος που κατάγγειλε την αισχροκέρδεια. Τους καλησπερίζω και με καλούν να καθίσω μαζί τους, να με κεράσουν. Όλοι τους πάνω από σαράντα. Οι περισσότεροι οργισμένοι με όσα αντιμετώπισαν φτάνοντας στο κέντρο επιστράτευσης. «Τσαπατσουλιά» και «ανοργανωσιά» είναι οι λέξεις που κυριαρχούν στη συζήτηση. Ο ταβερνιάρης φέρνει σουβλάκια και παϊδάκια. Και μπύρες…
Η ώρα προχωράει με βήματα ανεπαίσθητα. Πλησιάζουν μεσάνυχτα. Ένας γιατρός από την παρέα ζητάει από τον ταβερνιάρη την άδεια να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο, για να κάνει ένα «υπεραστικό». «Θα σε πληρώσω με το παραπάνω…» του λέει. Το κινητό δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μας.
Ο ταβερνιάρης ξινίζει τα μούτρα του, αλλά βλέποντας τον γιατρό να βγάζει απ’ την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τον οδηγεί στο εσωτερικό τής ταβέρνας, στο τηλέφωνο.
Λίγα λεπτά μετά, ο γιατρός επιστρέφει σκεφτικός. Πίνει μια γουλιά μπίρα και απευθυνόμενος προς όλους λέει: «Έρχεται ο Καραμανλής…»
Ακολουθεί σιωπή. Άλλη γουλιά μπίρα. «Τηλεφώνησα στον αδελφό μου. Είναι ανώτατος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Έχει καλή ενημέρωση. Μου είπε πως εδώ και μια ώρα υπάρχει και επίσημη ανακοίνωση του Γκιζίκη…»

Τα νέα στα Σέρβια έφταναν με καθυστέρηση. Ωστόσο αυτή η είδηση έβαλε φωτιά στην παρέα. Ο γιατρός που ήταν δίπλα μου, τινάχθηκε σαν ελατήριο. «Φέρε κι άλλες μπίρες…», φώναξε στον ταβερνιάρη. «Απόψε έπεσε η χούντα!».
Δεν ήξερα τι να πω, πώς ν’ αντιδράσω.
Το μόνο που ήξερα ήταν πως στην Κύπρο κάποιοι έχαναν τα πάντα: Τη ζωή, την ελευθερία τους.
Αποχαιρέτησα την παρέα και κατηφόρισα για το γραφείο μου. Το ραδιόφωνο το είχα μόνιμα στο BBC. Το άνοιξα. Οι ειδήσεις επιβεβαίωναν την επικείμενη άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και πως στην Αθήνα ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους.
Βγήκα ξανά και πήγα να συναντήσω τις πεζές περιπολίες. Η κωμόπολη κοιμόταν. Μόνο κάποια σκυλιά στους έρημους δρόμους. Η νύχτα ζεστή και ανυπόφορη. Βουβή…


Η
 Τετάρτη, 24 Ιουλίου ήταν μια άλλη μέρα. Θα έμενε στην πολιτική ιστορία της χώρας ως αρχή της Μεταπολίτευσης. Ο ενταφιασμός τής δικτατορίας ήταν οριστικός. Είχαν χρειαστεί γι’ αυτόν οι νεκροί τής Κύπρου και η κατοχή τού νησιού από τους Τούρκους. Οι άφρονες ενέργειες ενός διεστραμμένου ταξίαρχου, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, και οι ανοησίες μιας δεκάδας άλλων στρατιωτικών, στην Ελλάδα και τη Κύπρο, είχαν προκαλέσει ανυπολόγιστη καταστροφή. 

Εκείνη την ημέρα, όμως, ξέραμε ελάχιστα. Κι αυτά λανθασμένα…
Από τις λογοκριμένες εφημερίδες της εποχής, που έφταναν νωρίς το απόγευμα στην κωμόπολη, είχαμε μάθει πως στην Κύπρο, στις 15 Ιουλίου, φανατικοί πατριώτες, μ’ επικεφαλής τον… γενναίο Σαμψών είχαν ανατρέψει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, γιατί δεν ήθελε την Ένωση με την Ελλάδα.
 BBC και Deutsche welle δεν είχα κατορθώσει ν’ ακούσω, γιατί δεν είχα βρει την ευκαιρία. Όλοι στο τμήμα είμαστε απασχολημένοι με μια ανθρωποκτονία που είχε γίνει τις ημέρες εκείνες. Την είχαμε εξιχνιάσει, αλλά αναζητούσαμε τον δράστη, που είχε διαφύγει. Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου, που τελικά τον συλλάβαμε, είχαν εντοπιστεί στην υπό κατασκευή γέφυρα του Αλιάκμονα, τρία πτώματα πνιγμένων εργατών, οι οποίοι αγνοούνταν όταν, ένα μήνα πριν, ανατράπηκε η βάρκα με την οποία δούλευαν στη λίμνη που σχηματιζόταν μετά το κλείσιμο του φράγματος του Πολυφύτου. Οι διαδικασίες ανάσυρσης των πνιγμένων, της μεταφοράς τους για νεκροψία και της αναγνώρισης από τους οικείους, δεν μου είχαν αφήσει χρόνο για ν’ ακούσω – παράνομα – ραδιόφωνο. 

Ούτε για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήξερα κάτι περισσότερο από το ότι υπήρξε πρωθυπουργός και πως κάποια στιγμή έφυγε για το Παρίσι. Όταν τον Δεκέμβριο του 1963 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής άφηνε πίσω του, αηδιασμένος, την Ελλάδα, ήμουν έντεκα χρονών, αφού γεννήθηκα στις 11-6-1952. Την 21η Απριλίου 1967, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα ήμουν δεκαπέντε. Πιθανότατα ήξερα περισσότερα από κάποιους συνομηλίκους μου, γιατί στο σπίτι αγοράζαμε εφημερίδα και κάπου - κάπου έριχνα καμιά ματιά στους τίτλους. Τίποτα περισσότερο, αφού μέχρι που έδωσα εξετάσεις για τη σχολή υπαξιωματικών της Χωροφυλακής η ζωή μου ήταν το σχολείο και οι πρώτες μου ανησυχίες για τη λογοτεχνία, οι οποίες βέβαια εξαντλούνταν στους συγγραφείς τού «Βιβλιοπωλείου τής Εστίας», που έβρισκα πιο εύκολα στη Λάρισα.
Πολύ λιγότερα ήξερα για το «Κυπριακό». Αρκετά αργότερα και με τη βοήθεια φίλων Κυπρίων, βήμα το βήμα, έμαθα για την Κύπρο, την αγγλική κατοχή, τους αγώνες της, τις θυσίες...

Τότε όλα ήταν σ’ ένα γκρίζο, θολά. Οι δε πληροφορίες ήταν λογοκριμένες, έτσι όπως τις ήθελε το καθεστώς∙ τουλάχιστον για τους νέους της επαρχίας, τους γεννημένους μετά το 1950.
Σήμερα στη Κύπρο, 43 χρόνια μετά, το Δράμα συνεχίζεται. Τα Κατεχόμενα είναι το κόστος που πληρώνει ο λαός της Κύπρου. Οι νεκροί και οι αγνοούμενοι είναι το ανεπανόρθωτο κακό. Η δικαίωση ακόμα κι αν έρθει κάποτε, δεν θα φέρει στη ζωή τους νεκρούς.
22-7-2017
Αγιόκαμπος Λάρισας.

Γελάτε; Χανόμαστε…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
-----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------

Είναι και για γέλια, και για κλάματα. Πολλά, σχεδόν όλα.
Από την επίσκεψη Ρουβά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για τα γαμήλια συγχαρητήρια, που θα μπορούσαν, εφ’ όσον ήταν ιδιωτική υπόθεση, να μην είχαν πάρει δημοσιότητα. Θα μπορούσαν να το ήξεραν μόνο πέντε – δέκα άτομα που υπηρετούν στην Προεδρία τής Δημοκρατίας, τα οποία και θα εξασφάλιζαν το απόρρητο…
Άραγε τον Μουρσελά να τον είχε ακούσει ο κ. Πρόεδρος;
 Μέχρι το μαύρο καλαμπούρι που θέλει τον κ. Καμμένο να μεσολαβεί για λογαριασμό τού υπουργού Δικαιοσύνης, σε συζητήσεις με τον βαρυποινίτη τού πλοίου που μετέφερε ναρκωτικά. Είπαμε… Αφελείς, ναι. Όχι και ηλίθιοι. Αυτό θα πρέπει να το καταλαβαίνουν όλοι. Ή ο κ. Καμμένος ήταν καλύτερος διαπραγματευτής, ή τον εμπιστευόταν λόγω ήθους ο ισοβίτης. Παρακαλώ;
Η κυρία που τηλεφωνεί για να ενημερώσει ότι η δόση τού δανείου καθυστερεί, πληροφορεί τον συνομιλητή της ότι η συνομιλία καταγράφεται και φυλάσσεται για ένα χρόνο. Γίνεται ένας κορυφαίος υπουργός να συνομιλεί με έναν κακοποιό και να μην ηχογραφείται η συνομιλία, έτσι ώστε αν σκαλώσει κάτι, να μπορεί ο υπουργός να πει: «Ακούστε τι συζητήσαμε. Είμαι καθαρός!»;
 
Περί αξιοπρεπείας, όλη η ιστορία...
Αντ’ αυτών, δικαιολογίες και κραυγές. Όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν.
Ανάμεσα στο πρώτο (την επίσημη πρόσκληση  Ρουβά) και στο δεύτερο (υπόθεση Καμμένου), μια αμαρτωλή σιδηροδρομική γραμμή με σταθμούς -  κοπροσυλλέκτες.
Η Δικαιοσύνη που δεν αποφασίζει καλά, για τούτο και θα κληθούν ν’ αποφασίσουν άλλοι δικαστές, δηλαδή δικαστές που θα εκδώσουν την απόφαση που επιθυμεί η κομματική γραμμή. Γιατί η κομματική γραμμή πρέπει να θεραπεύει τις απαιτήσεις των οπαδών. Αυτών που έφεραν το κόμμα στην εξουσία. Είναι η ίδια γραμμή που θεραπεύει και την δραστηριότητα όσων κάνουν ρημαδιό την Αθήνα, εμποδίζοντας την Αστυνομία να κάνει το αυτονόητο. Και τι έγινε; Μήπως εκείνοι που είδαν τα καταστήματά τους κατεστραμμένα, ψήφισαν το κόμμα; Άλλα κόμματα θα ψήφισαν οι έμποροι της Ερμού, κάψτε τους.
Καταστροφές σε 70 καταστήματα; Χεστήκαμε!!!!!!!!!!!
 Άλλος σταθμός: Ο ήρωας που επιστρέφει στην πατρίδα του και που, οι νησιώτες συμπατριώτες του, τον υποδέχονται ως θεό τής επικαιρότητας. Όλοι; Αρκετοί για να δώσουν αίγλη στο νησί. Άλλωστε η αίγλη που είχε δώσει ο Παπαδιαμάντης έχει σκουριάσει πια. Τη σκέπασε η πατίνα τού χρόνου. Πια τον Παπαδιαμάντη, αν ρωτήσουμε εκατό, οι δέκα θα τον έχουν ακούσει. Οι δυο θα τον έχουν διαβάσει. Εδώ δεν ξέρουν αν ο Κολοκοτρώνης πολέμησε το 1821 ή το 1940, θα ξέρουν τον Παπαδιαμάντη; Ή μήπως οι Λαρισαίοι ξέρουν τον Αγήνορα Αστεριάδη; Άλλωστε και από τους δέκα αναγνώστες της λογοτεχνίας, σήμερα, οι εννιά πιστεύουν πως σ’ αυτόν τον χώρο υπάρχουν μόνο αυτά τα βιβλία που τα χαρακτηρίζουν οι εκδότες τους ως ‘‘μπεστ σέλλερ’’. Αν τους ρωτήσεις για κάτι παραπάνω, θεωρούν ότι τους ρωτάς για την αρχαιότητα. Εντάξει, ξέρουν και τον Ελύτη. Τον εμφανίζουν σαν τσίχλα στο ‘‘φέις-μπουκ’’. Όποτε θέλουν να εκφράσουν τον ανεκπλήρωτο έρωτα και να δηλώσουν την ανεπάρκεια του/της συζύγου, πετάν και κάτι ‘‘Ελυτικό’’.
Στον επόμενο σταθμό πωλούν κάστανα. Καθαγιασμένα. Εδώ δεν μπορεί να υπάρξει σχολιασμός. Το τρένο σταματάει και ξεκινάει χωρίς να σφυρίξει. Σιωπηλό. Με τον εσωτερικό κόσμο τού ανθρώπου δεν χρειάζεται κανείς να ξιφομαχεί. Απλά, τον σέβεται. Άλλωστε ο επόμενος σταθμός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ενωμένοι στη μάχη κατά της ανεργίας, ενωμένοι στη χαρά της επιτυχίας...
 Τον υποδέχθηκε τον κ. πρωθυπουργό, η νεαρά υπουργός, ως όφειλε. Προϊστάμενός της είναι, σ’ αυτόν χρωστά την αίγλη της, καλό είναι να πίνει νερό στ’ όνομά του. Δεν χρειάζεται να είναι αχάριστη. Όμως…
Οι δηλώσεις για την ανεργία, όμως, ποιον ήθελαν να πείσουν; Δεν είπε κανείς στο αυτί ούτε του ενός, ούτε της άλλης, πως η ανεργία δεν ορίζεται μόνο από τα στατιστικά στοιχεία; Την ορίζει η πραγματικότητα. Ιδιαίτερα αυτή. Το να είσαι πέντε χρόνια άνεργος και να βρεις μια δουλειά με τριακόσια ευρώ, σημαίνει ότι έπαψες να είσαι άνεργος; Κάποιοι θα διαβάσουν για τριακόσια ευρώ και θ’ αγανακτήσουν. ‘‘Μακάρι να βρούμε, έστω με τριακόσια ευρώ, μια δουλειά’’, θα πουν. Ιδού το δράμα. Να ξέρεις πως μόνος ο ιδιωτικός τομέας μπορεί ν’ αντιμετωπίσει και να εξαφανίσει την ανεργία, με βιοτεχνίες, βιομηχανίες και άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις κι εσύ να τον σταυρώνεις. Να ξέρεις πως πληγή για το κράτος είναι ο αντιπαραγωγικός υπάλληλος και να βάζεις δίπλα του ακόμα έναν αντιπαραγωγικό. Για γέλια ή για κλάματα;
"Μαζί τα κάναμε...", άλλοι τα πλήρωσαν.
 Πάντως για κλάματα ήταν όσα προκάλεσε η νέα εμφάνιση του τέως υπουργού κ. Βαρουφάκη. «Όλοι ήξεραν τα πάντα», δήλωσε. Τουλάχιστον τον διακρίνει η ευθύτητα. Τους άλλους όμως; Τους «όλους»; Που δεν τολμούν να παραδεχτούν πως το Βατερλώ των πρώτων μηνών, που έδωσε τη χαριστική βολή στην οικονομία, ήταν προσχεδιασμένο, προμελετημένο και προαποφασισμένο; Αυτός ο σταθμός είναι ίσως και ο πλέον τραγικός σταθμός τού καλοκαιριού, δυο χρόνια μετά το καλοκαίρι τής δυστυχίας και της απάτης. Την τραγικότητά του επιχειρεί να απαλύνει το νέο ξέσπασμα αγάπης τού αντιμνημονιακού κ. Καμμένου για τον αντιμνημονιακό κ. Τσίπρα, με τους βουλευτές τού πρώτου να ρεύονται ευτυχισμένοι και χαρούμενοι, όπως μετά από ένα πλούσιο γεύμα…
Το τρένο όμως δεν σταματά να σφυρίζει… Κι άλλοι σταθμοί το περιμένουν, που ο χώρος δεν είναι αρκετός να τους αναφέρει…




Έρως και Ελληνικό καλοκαίρι



ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ
-------------------------------------
Ένα κείμενο απέναντι στο γκρίζο των ημερών.





     Στην αρχή ήταν το Χάος και η Νύχτα και το Έρεβος
     και τα Τάρταρα τ’ άγρια κι άχτιστα ακόμα
     τα ουράνια και η Γη. Μεσ’ τους κόλπους του Ερέβους
     η μαυρόφτερη Νύχτα γεννά ένα Αυγό...
     Κι από το τσόφλι του βγαίνει μια μέρα ο Έρωτας,
     το χρυσό ξωτικό π’ αυγατίζει τον πόθο.
     Μεσ’ τα Τάρταρα ο Έρωτας σμίγει στο Χάος
     κι από το σμίξιμο βγαίνουν στο φως τα Πουλιά»,
Αυτό το απόσπασμα από τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε μετάφραση του Α. Ροσόλυμου, έτυχε να το έχω γραμμένο σ’ ένα παλιό σημειωματάριο. Τυχαία το βρήκα, ξεφυλλίζοντας, τις σχεδόν κιτρινισμένες, σελίδες του.
Είμαστε τα ‘‘Πουλιά’’, λοιπόν του Αριστοφάνη, αναρωτήθηκα. Και ο Έρωτας παιδί τής ‘‘Νύχτας’’;
‘‘Ναι’’, μου απάντησε μονολεκτικά μια γνώριμη φωνή.
Κοίταξα μπροστά, ήταν ο Ζακ Λακαριέρ που μου μιλούσε, μέσα από το βιβλίο του ‘‘Το ελληνικό καλοκαίρι’’, βιβλίο παλιό (1976), με εντυπώσεις από την Ελλάδα του ’50. Δίπλα του, σιωπούσαν το ‘‘Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας’’ (Εκδόσεις Χατζηνικολή – 2002), το ‘‘Με τα φτερά του Ίκαρου’’ και τ’ άλλα του…
Ζακ Λακαριέρ
 Ίσως έφταιξε που η νύχτα ήταν αδιάβατη, ψημένη στις καυτές θερμοκρασίες του Ιουλίου, ίσως κάτι αδιευκρίνιστο, κι αίφνης άρχισαν να χορεύουν συνειρμοί.
Πουλιά – Ίκαρος, Ελληνικό καλοκαίρι – Έρωτας, Χάος – Ερωτικό λεξικό. Οι φτερούγες του Ίκαρου, οι φτερούγες των πουλιών. Αν είμαστε ‘‘Πουλιά’’, πώς θα ήταν οι φτερούγες, οι δικές μας;
Αν είμαστε εμείς τα ‘‘Πουλιά’’
Θα πρέπει ν’ ανιχνεύσουμε κάτω απ’ τις φτερούγες μας τις πληγές που άφησε το πέρασμα των βάρβαρων από τη ζωή μας, να γευτούμε το ξερό αίμα και ίσως να ψιθυρίσουμε αυτό που στην ‘‘Αναφορά στον Γκρέκο’’ ανθίζει μ’ έντονη γεύση πίκρας στα χείλη του Καζαντζάκη: «Φτάσε όπου δεν μπορείς!».

Πάνε κάπου τρεις μήνες από την τελευταία φορά που βρέθηκα προσκυνητής ανάμεσα στα χαλάσματα της Ολυμπίας κι εκεί με τη ράχη ακουμπισμένη στις τεράστιες πέτρες τού ναού τού Ολυμπίου Διός, άκουγα τον Γιώργο Σεφέρη να ψιθυρίζει:
      «Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
       τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
       τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
       Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
       τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
       καταδικασμένος από τους δικούς μου Θεούς
       τις πέτρες.
Οι πέτρες είναι και δικοί μου Θεοί. Αυτές που λαξεύτηκαν για να δώσουν μορφή στον Άγιο Δία και στον Όσιο Απόλλωνα, την Αγία Αθηνά και την Οσία Αφροδίτη, στον Οσιομάρτυρα Έρωτα...
Αδιαφορώ αν αμαρτάνω στη συνείδηση των ανθρώπων, αναγνωρίζοντας και χαρακτηρίζοντας ‘‘Οσιομάρτυρα’’ τον Έρωτα. Είναι κάτι που μου το δίδαξε η ζωή και πιστεύω πως μόνο η ρέουσα ζωή έχει το αλάθητο.
Αρχαία Ολυμπία
 Από την ώρα που επιχείρησα να τον κατανοήσω, αποδίδοντας δικαιοσύνη σε ό,τι σεβάστηκε η αγωνία τού ανθρώπου, όχι όμως και προς τα συστήματα εξουσίασης της συνείδησής του, που την υποδούλωσαν με τόσα δόλια απαγορευμένα, μετατρέποντάς την σε ασκί φορτωμένο ενοχές και τρόμο, κατάφυγα στο ανεξάντλητο δάσος των ιδεών και της ποίησης και ιδιαίτερα στους μεγάλους μας Έλληνες, αλλά και σ’ εκείνους που έζησαν, όσο μπορούσαν, ελληνικά.
Ο Ντάρελ, ο Λακαριέρ, ο Μίλερ, ο Φέρμορ... Ονόματα ανάκατα, χωρίς καμιά ταξινόμηση.
Ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Λεντάκης, ο Λιαντίνης, ο Σικελιανός, ο Χατζιδάκις, ο Γιαννόπουλος.
Όλοι σκορπισμένοι σαν την άμμο μιας ακρογιαλιάς, κάτω από αλμυρίκια, εκεί που δένουν οι ψαρόβαρκες, ή δέρνουν τα χταπόδια, έχοντας στο βάθος τού κάδρου ένα στήθος μισό, μια ρώγα ανασηκωμένη, δυο μάτια γεμάτα ηδυπάθεια, ένα σώμα που μοσχοβολά νύχτιους οργασμούς
Δημήτρης Λιαντίνης

Αυτό είναι το Ελληνικό καλοκαίρι και ο Έρως των ποιητών; Ίσως. Μπορεί όμως να είναι και αμέτρητα άλλα, απρόσμενα, άηχα ή και άυλα.
Ζούμε σε μια χώρα διάσπαρτη από αρχαίες πέτρες, που αφηγούνται κάθε μια και μια διαφορετική ιστορία, κάθε μια κι έναν άλλο κόσμο. Κατά βάθος είναι ένας Κόσμος ενιαίος, που λάτρευε την Ανατολή τού Φωτός και που δεν ήταν άλλος από εκείνον τον Κόσμο, ο οποίος για ν’ αντιμετωπίσει το εναγώνιο ερώτημα «ποιος είμαι;», έπλασε καθ’ ομοίωση των πράξεων και των επιθυμιών του την πληρέστερη και ομορφότερη Μυθολογία τού παγκόσμιου Πολιτισμού, καταθέτοντας έτσι στην ανθρώπινη πορεία τον πλέον σοβαρό για την ύπαρξή του Λόγο, αυτόν που αφηγείται τη λατρεία τού Έρωτα ως απόλυτου στοιχείου ζωής.

Σ’ αυτόν τον κατ’ εξοχήν ελληνικό κόσμο, περιπλανιέμαι τα καλοκαίρια, μ’ έκδηλη ανησυχία για όσο δυνατόν βαθύτερη μύηση.
Άλλες φορές αναζητώντας τον Έρωτα στην Αρχαία Ελλάδα, άλλοτε αναζητώντας στα γυμνόποδα παιδιά των ασπρόμαυρων φωτογραφιών τού περασμένου αιώνα, μέσα σε λευκώματα φημισμένων φωτογράφων, οι οποίοι απαθανάτισαν αυτό που λέμε «εποχή τής αθωότητας», εκείνο το άλλο, που έκανε τον Ελύτη να γράψει στον «Μικρό Ναυτίλο»: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις»

Και ίσως, σήμερα, αυτός ο Ωραίος Έλληνας, ο Ελύτης, που μας μύησε στην άλλου είδους Σιωπή, να περιπατάει παρέα με τον Πραξιτέλη και τη Σαπφώ στις όχθες του δικού μας Πηνειού (που κάποτε στα ψηλά φαράγγια της Πίνδου, ως ποτάμιος θεός, ενώθηκε με τη νύμφη Κρέουσα για να γεννηθεί από τον έρωτά τους ο Υψεύς και ο Ανδρεύς, η  Στίλβη...) και να του διηγείται τα πάθη και τα δεινά που βρήκαν αυτόν τον τόπο, ψιθυρίζοντάς του, στα ενδιάμεσα, κι άλλα λόγια από τον «Μικρό Ναυτίλο»:
«Είναι φορές που βγαίνω στον αέρα λες και διαβάζω την Ιλιάδα. Παίρνω το μονοπάτι που τραβάει ψηλά πάνω απ’ τα σπίτια, και καθώς -όσο ανεβαίνω- αλλάζουν σχήμα οι αγκαλιές και οι κάβοι, μέσα μου αλλάζουνε θέση και μορφή τα αισθήματα: η ταυτότητα των ηρώων , η άγρια ικανοποίηση να λες όχι, το ευθύ, το λαμπερό, το ποτέ δυο φορές το ίδιο.
»Ένας μελαμψός έφηβος που του κατεβάσανε το βρακάκι και παραμένει ωραίος πλάι σ’ όλων των λογιώ τα μπλε και τα μαύρα. Δυσδιάκριτος μέσα στον Χριστιανισμό, ανεύρετος μέσα στον Μαρξισμό, μικρός Μέγας Αλέξανδρος πάνω από το Αιγαίο που ενσαρκώνει και που το κύμα του δεν τελειώνει ποτέ...»

Δυσδιάκριτος μέσα στον Χριστιανισμό, ο Έρωτας, -και βέβαια θανάσιμα τραυματισμένος- ανεύρετος μέσα στον Μαρξισμό και -γιατί όχι- κακοποιημένος και ημιθανής στον Καπιταλισμό, αλλά και σ’ όλους τους άλλους «...ισμούς», που ακολούθησαν εκείνη τη λαμπρή εποχή τού Σώματος, του Πνεύματος και της Ψυχής, που ο Έρως δεν χρειαζόταν βρακάκι για να περπατήσει στις ακρογιαλιές και τις κορυφογραμμές τούτου τού τόπου, γιατί απλούστατα ήταν η ίδια η Φύση, ο ίδιος ο Άνθρωπος...
Μόνο που ό,τι κι αν ήταν και όπως και αν ήταν, είχε ανάμεσα στα μάτια του το Κάλλος, την Αρμονία, το Άριστον, αυτά δηλαδή που δεν είναι δυο φορές το ίδιο και που τα συναντάει κανείς ζωογόνα και στη σκέψη τού Αντρέα Λεντάκη, καθώς κι αυτός ως ένας ακόμα Ωραίος Έλλην, συνεχίζει με «άγρια ικανοποίηση» να λέει ‘‘όχι’’ στο παραποιημένο, το πλαστό, το μη ελληνικό, αρνούμενος τον βαρβαρισμό που πλημμυρίζει τη ζωή μας και δηλώνοντας εξ αρχής πως: «Από κοινωνική άποψη η γενετησιακή ζωή ήταν πολύ πιο ελεύθερη από ό,τι είναι σήμερα και επιπλέον, κι αυτό είναι και το σπουδαιότερο, είχε μεγάλη ιδεολογική, κοινωνική και κυρίως θρησκευτική σημασία», («Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα» – εκδόσεις Καστανιώτη, 1997).
Ανδρέας Λεντάκης

Αρνείται, λοιπόν, τον βαρβαρισμό αυτός ο Ωραίος Έλλην και ξεκαθαρίζει τις απόψεις του τονίζοντας κατηγορηματικά, στο παραπάνω έργο (θησαυρός για την Ελληνική Γραμματεία), πως «...βασική επιστημονική αρχή είναι η προσπάθεια απόσβεσης των δικών μας αντιλήψεων και του δικού μας κώδικα αξιών όταν προσεγγίζουμε έναν άλλο λαό, ή μιαν άλλη εποχή. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε αυτήν την κοινωνία και αυτόν το λαό με βάση τις δικές τους αρχές, τη δική τους ηθική και το δικό τους κώδικα συμπεριφοράς, διαφορετικά οι αξιολογήσεις μας θα είναι βαρυμένες από προκαταλήψεις και αυτό αποτελεί μέγιστο λάθος, που αποβαίνει σε βάρος της επιστημονικής έρευνας και της αντικειμενικής θεώρησης...»

Ιδού, λοιπόν, το κάλεσμα, για μια θεώρηση απαλλαγμένη από προκαταλήψεις. Και ιδού και το ερώτημα: «Πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού εμάς μας έμαθαν ν’ ανάβουμε κερί στη μνήμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν - όπως μας θυμίζει ο Ελύτης και πάλι με τον «Μικρό Ναυτίλο» του, γιατί εύκολα ξεχνάμε - ο προβολέας της ιστορίας επιμένει να φωτίζει τη σκηνή που εκείνος «ο πρώτος Χριστιανός Βασιλεύς δίνει διαταγή να συλλάβουν και θανατώσουν τον ίδιο του το γιο, Κρίσπο»;
Πώς απαλλαγμένοι των προκαταλήψεων μπορούμε να δούμε την ιστορία, εμείς που μάθαμε να δεόμαστε και όχι να τραγουδάμε, που μάθαμε να εκλιπαρούμε για τη χάρη τού Θεού και όχι να συνθέτουμε τους Θεούς αναζητώντας τη Χάρη τού Ανθρώπου; Ούτως ή άλλως, με την επίκληση της Χάριτος, καμιά πληγή δεν έκλεισε στο σώμα της ανθρωπότητας και τα ποτάμια του αίματος κυλούν το ίδιο και περισσότερο αφρισμένα.
Και αναλογίζομαι πως ίσως είναι πια ο καιρός για τις αναθεωρήσεις. Με τον Γιώργο Σεφέρη, τον Αντρέα Λεντάκη -και τόσους άλλους πριν απ’ αυτούς- να δείχνουν τον δρόμο που υπάρχει ανάμεσα στα τόσα σκοτάδια, καταδείχνοντας συνάμα τα «γιατί» μιας μοίρας άδικης που πάλεψε με λύσσα για να κρύψει ότι στην αρχή κάθε φιλοσοφίας τού Κάλλους και κάθε Καλλιτεχνήματος, για τον Έλληνα Άνθρωπο, υπήρχε ο θανάσιμος έρως για το γυμνό και μεστωμένο σώμα τού πιο ζωντανού Θεού, του Έρωτα.
Καιρός για αναθεωρήσεις...
Πάνε χρόνια από τότε που το είπε ο Γιώργος Σεφέρης και καιρός πια «για να δούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν»… ν’ αφουγκραστούμε τους μεγάλους Έλληνες ποιητές και ίσως για να πιάσουμε «το πρέπει από το Π και να το γδάρουμε ως το ιώτα...», που ξαναλέει ο Ελύτης στη «Μαρία Νεφέλη» του.
Γιατί τούτος ο τόπος κουράστηκε από την τόση υποκρισία, τις υπεκφυγές, τις μεταμφιεσμένες λέξεις, τα μασημένα λόγια. Μας ανήκει μια πατρίδα που λάτρεψε το Φως, το γυμνό σώμα, τον απροκάλυπτο έρωτα, το τραγούδι και το κρασί και τον Θάνατο επίσης.
 
Μανόλης Μπαρδάνης - ΓΥΜΝΟ
Σφιχταγκαλιασμένοι στον θάνατο μπροστά στάθηκαν οι Θηβαίοι νεανίες του Ιερού Λόχου κι έτσι τους βρήκε ο Αλέξανδρος στο πεδίο της μάχης.
Έτσι αγκαλιασμένους, με τη χλομάδα τού νεκρού στο πρόσωπο, αλλά και τη λατρεία και τον πόθο της ωραιότητος και στο θάνατό τους ακόμα, τους βρίσκει στη συνέχεια τού χρόνου ο κατοπινός άνθρωπος -και ο σύγχρονος βεβαίως- ο οποίος, ενώ τιμά τη θυσία τους και υμνεί τη γενναιότητά τους, μιλά ψιθυριστά για να μην ταράξει τα… χρηστά μας, πλέον, ήθη, ή αποφεύγει να μιλήσει για τον, μεταξύ των νεκρών μαχητών τής Θήβας, έρωτα, τον ξεκάθαρα ομοφυλοφιλικό, που εκείνοι οι ανδρείοι και μέχρι τού έσχατου πεσόντες, αλλά και οι υπόλοιποι της πόλης τους, θεωρούσαν ως πηγή τής ανδρείας τους.
Βεβαίως τους αρχαίους Έλληνες, ποσώς ενδιέφερε αν εμείς σήμερα κρίνουμε, τιμούμε, ή καταδικάζουμε, κρυφογελάμε, ή κρυφοεπιθυμούμε, κατανοούμε ή όχι, τη φύση τής ερωτικής τους ζωής και σαφώς την οργάνωσαν χωρίς τη γνώμη μας, χωρίς τη γνώμη και τη συγκατάθεση κανενός από τους μετέπειτα λεηλατήσαντες βαρβάρους, που αμαύρωσαν τον Έρωτα, μίσησαν το Σώμα και την Ομορφιά του, γκρέμισαν τους Ναούς τού Φωτός και της Ευδαιμονίας. Την οργάνωσαν έτσι, γιατί έτσι μόνο εννοούσαν τη ζωή, γιατί μόνο έτσι μπορούσαν ν’ αγγίξουν την ισορροπία τους, να γεννήσουν και να παιδαγωγήσουν τα παιδιά τους, να κοσμήσουν τον χώρο τους, ν’ αντιμετωπίσουν τον τρόμο τού θανάτου και την απειλή της όποιας φθοράς.

Λογαριασμό δεν έδωσαν και δεν είχαν να δώσουν σε κανέναν. Εμείς, ίσως, θα πρέπει ν’ απολογηθούμε για τις πάμπολλες λανθασμένες διδασκαλίες που είχαν σχέση με τη ζωή τους, για πράγματα που σκόπιμα αποσιωπήσαμε, ή εξακολουθούμε να κρύβουμε και που έχουν απόλυτη σχέση μ’ εκείνους τους Ωραίους Ανθρώπους, που θαρρώ πως ήξεραν να ζουν και να πεθαίνουν. Εμείς ίσως είμαστε αυτοί που δεν μάθαμε ακόμα να ζούμε και ίσως δε θα μάθουμε ποτέ να πεθαίνουμε.
Από τη μια σκέψη στην άλλη. Σαν οι συλλογισμοί να είναι κύματα που έρχονται και σβήνουν στο ακρογιάλι. Πώς όμως να γίνει αλλιώς, όταν στη διάρκεια της γραφής, έρχονται ειδήσεις που επαναφέρουν την πραγματικότητα;
 
Μανόλης Μπαρδάνης - ΓΥΜΝΟ
Καθώς η μια λέξη διαδέχεται την άλλη, μαθαίνω τον θάνατο τού Κώστα Μουρσελά,  πριν λίγη ώρα (16-7-2017). Σηκώνω τα μάτια και στη βιβλιοθήκη απέναντι ψάχνω τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» (1989), ενώ στο αρχείο μουσικής εντοπίζω το ομότιτλο τραγούδι. Ευτυχής ο Γιώργος Νταλάρας που το ερμήνευσε. Δυο φορές ευτυχής ο Βασίλης Δημητρίου που το έγραψε κι έκανε και τη μουσική του (1993). Η φαντασία μου σχηματίζει την εικόνα ενός σαξόφωνου να σχίζει τα δυο την ησυχία τής νύχτας σ’ ελληνικό ακρογιάλι. Στην άκρη τού κάδρου, γυμνή, ξαπλωμένη στην αμμουδιά, γυναίκα που έτυχε ν’ αγαπηθεί πολύ. Κάπου πιο πίσω, σε βραχάκι, μια καύτρα τσιγάρου δηλώνει κι άλλη ανθρώπινη παρουσία. Ο άντρας που έμαθε ν’ αγαπά δυνατά, κλαίει. Δεν ντρέπεται να ομολογήσει: «…δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς!».
 
Κώστας Μουρσελάς
Ξεστράτησα.
Ίσως∙ μπορεί και όχι, αφού όταν είναι να μιλήσω για τον Έρωτα και το Καλοκαίρι το Ελληνικό, με βομβαρδίζουν κείμενα, εικόνες, μουσικές…
Κείμενα από παλιά, που προσφέρουν στην παγκοσμιότητα μια όσο το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση της ερωτικής ζωής τούτου τού τόπου στις εποχές που οι άνθρωποι είχαν το σθένος να χτενίζονται για να πεθάνουν Ωραίοι, όπως και είχαν το σθένος να δημιουργούν τους Θεούς τους, προμηθευόμενοι «οικοδομικά» υλικά από την Ελευθερία και την Ομορφιά, από τον Λόγο και τη Σκέψη, από την Αρμονία και τον Ρυθμό, από την Ευδαιμονία και την Καλή Ελπίδα. Δεν επέβαλαν θρησκευτικούς μύθους γκρεμίζοντας και θανατώνοντας. Δεν δανείστηκαν φιλοσοφικές σκέψεις άλλων για να στηρίξουν τους δικούς τους μύθους. Υπήρξαν ¨Έλληνες, όπως εννοεί τον όρο ο Νίκος Εγγονόπουλος όταν χαρακτηρίζει τον Μπολιβάρ «Ωραίο ως Έλληνα»...
 
Νίκος Εγγονόπουλος
Και από τον Εγγονόπουλο στον Δημήτρη Καπετανάκη, που στον πρόλογο του έργου του «Μυθολογία του Ωραίου»(1937), στοχάζεται θαρραλέα:
«Οι Θεοί δεν πέθαναν ούτε γύρω μας, ούτε μέσα μας. Κοιμούνται μόνο. Και όσοι από μας το γνωρίζουν δεν μπορούν παρά για να Τους ξυπνήσουν. Κάθε όμως φωνή μας, κάθε λέξη μας σπάζει μόλις πλησιάζει την περιοχή Τους και χωρίς να Τους αγγίξει ξαναγυρίζει σε μας θρυμματισμένη κι άχρηστη. Ας μην απομακρυνθούμε από την απρόσιτη σφαίρα Τους -την ουσία του εαυτού μας- και ακούραστοι ας προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί Τους. Ποιος ξέρει! Μπορεί στο τέλος να επιτύχωμε το Λόγο, που θα ξανανοίξει και για μας τα ζωογόνα μάτια τού Απόλλωνος».   
  Πόσοι θα θυμούνται σήμερα τον Καπετανάκη; Πόσοι τον «Κολοσσό του Μαρουσιού» του Χένρυ Μίλλερ; Τον Πάτρικ Λη Φέρμορ; Τόσους και τόσους που μίλησαν για το Ελληνικό Καλοκαίρι…


Επιστρέφω σ’ ένα βιβλίο φίλου μου, του Κώστα Αρκουδέα, το πρόσφατα επανεκδοθέν «Τα κατά Αιγαίον Πάθη». Η αποθέωση του έρωτα, με φόντο τη Σαντορίνη του καλοκαιριού. Κατακερματισμένοι άνθρωποι που ξαναβρίσκουν τον βηματισμό τους μέσα στην περιπέτεια της αγάπης. Γιατί είναι λυτρωτικός ο Έρωτας. Έστω ιδρωμένος τα ζεστά βράδια τού καλοκαιριού… Έστω ανεκπλήρωτος κάποια σιωπηλά ξημερώματα…