Google+ Followers

Δυστυχώς σε ξέχασε ο Άη-Βασίλης



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 30-12-2016
---------------------------------------------------------------------------------------------
 Ξυπνούσες πάντα ξημερώματα μέρα σαν την αυριανή. Έτρεχες με μάτια μισάνοιχτα, ξυπόλητος, στο καθιστικό, στη γωνιά με το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Με μια λαχτάρα ανείπωτη. Να βρεις το κουτί με τ’ όνομά σου. Το κουτί με το δώρο του Άη-Βασίλη…
Μπορεί το σπίτι σου να μην είχε καμινάδα, αλλά ο Άη-Βασίλης έβρισκε τον τρόπο να μπαίνει και ν’ αφήνει το δώρο που του είχες γράψει. 

Αγκαλιά με το κουτί ξανάτρεχες στο κρεβάτι και πάσχιζες να τ’ ανοίξεις. Κορδέλες, χαρτιά πολύχρωμα περιτυλίγματος δώρου… Μετά, με μάτια γελαστά αντίκριζες ό,τι είχες ονειρευτεί. Κάποια χρονιά ένα ξύλινο αλογάκι∙ πόσο μεγάλο ήταν το κουτί… Μια άλλη χρονιά εκείνο το φορτηγό με την καρότσα που ανεβοκατέβαινε.
Μεγάλωσες κάποτε∙ τα παιδιά στο δημοτικό πάντα μαθαίνουν τις αλήθειες, αλλά κρατούν με πείσμα το παραμύθι. Τότε για πρώτη φορά ζήτησες βιβλία. Δουμά και Ντίκενς. Τον Δουμά τον ξεκοκάλισες την πρώτη κιόλας εβδομάδα του καινούργιου χρόνου και τον έβαλες στη βιβλιοθήκη δίπλα στον Ιούλιο Βερν που είχες διαβάσει το καλοκαίρι. Ο Ντίκενς σε δυσκόλεψε∙ ας είναι καλά η δασκάλα σου που σ’ έβαλε στα μονοπάτια του.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Άη-Βασίλης πιστός στο δρομολόγιό του άφηνε πάντα το δώρο σου. Τι κι αν τελείωνες το γυμνάσιο∙ εξατάξιο τότε. Μέχρι και πένα Πάρκερ σου είχε φέρει.

Ήταν τα χρόνια που όταν ρωτούσες τον μπαμπά σου πότε θα σου πάρει εκείνο ή το άλλο, σου απαντούσε: «Του χρόνου…»
«Του χρόνου…» ευχή και προσδοκίες. Γιατί κάθε χρόνο όλο και καλύτερα. Η σόμπα με τα ξύλα, αντικαταστάθηκε από τη σόμπα πετρελαίου, μετά από το καλοριφέρ. Οι κατσαρόλες που ζέσταινε νερό η μαμά σου, από το θερμοσίφωνο. Πια έκανες μπάνιο όποτε ήθελες, όχι κάθε Σάββατο βράδυ. Σταμάτησες να φοράς μπαλωμένα παντελόνια. Κάποιο φθινόπωρο ο μπαμπάς σου σε πήγε σ’ έναν ράφτη∙ ο κύριος Θανόπουλος στη στενή οδό Παπασταύρου σ’ έμαθε ότι στα παντελόνια το δεξιός ή αριστερός δεν σημαίνει ιδεολογία. Σήμερα η Παπασταύρου έγινε πεζόδρομος και το δεξιός ή αριστερός, δρόμοι με άγονες ιδεοληψίες που ταλανίζουν και ταλανίζουν…
Κάποτε μεγάλωσες, έκανες παιδιά, έστησες δικό σου σπίτι. Ο Άη-Βασίλης ακούραστος να έρχεται και να ξανάρχεται. Κάθε χρόνο με καινούργια δώρα, που τώρα του τα ζητούσαν τα παιδιά σου στο γράμμα που του έγραφαν. Πια, ήταν αυτά που ξυπνούσαν αξημέρωτα κι έτρεχαν να βρουν το δώρο τους κάτω από το δέντρο.
Χαιρόσουν με τη χαρά των παιδιών σου. Ίσως και να έπαιζες μαζί τους εκείνη την ημέρα. Άλλωστε η πρώτη κάθε χρονιάς ήταν γιορτή∙ της ελπίδας γιορτή, των προσδοκιών. Η ευχή «και του χρόνου…» είχε νόημα, ήταν η χειροπιαστή αισιοδοξία πως κάθε χρόνο και καλύτερα. Με αυτήν τη βεβαιότητα αγκάλιαζες τη ζωή…
Αίφνης η βεβαιότητα μετανάστευσε σε χώρες άγνωστες.
Αίφνης διαπίστωσες πως ο Άη-Βασίλης σε ξέχασε.
Αίφνης έμεινες άναυδος από τα τόσα ράκη και τα τόσα ερείπια.
Είναι πικρό να ξέρεις πως αύριο δεν θα έρθει ο Άη-Βασίλης, όχι γιατί μεγάλωσες και μπορείς να ξεχωρίσεις τον μύθο από την πραγματικότητα, αλλά γιατί κάποιοι σε λήστευαν, γιατί κάποιοι σε δηλητηρίαζαν αργά αργά, γιατί κάποιοι καταρράκωσαν την αξιοπρέπειά σου.
Έξω από το μηχάνημα της τράπεζας κοιτάζεις το χαρτάκι που σ’ ενημερώνει για τον λογαριασμό σου. Υπολογίζεις υποχρεώσεις, ό,τι δηλαδή περιμένει απαιτητικό να φανείς φερέγγυος. Προσθέτεις, αφαιρείς. Δίπλα σου άλλοι, νεότεροι ή όχι. Το ίδιο. Με τα χαρτάκια στο χέρι και την απογοήτευση εγκαταστημένη στο πρόσωπό τους. Μουρμουρίζουν, βρίζουν, καταριόνται. Ξέρουν κι αυτοί πως ο Άη-Βασίλης θα τους ξεχάσει∙ πώς δεν μπορούν να ελπίζουν ότι «του χρόνου…» θα είναι μια αισιόδοξη ευχή και όχι ένα προδομένο σχήμα λόγου;
Απέναντι στις φλύαρες προπαγάνδες υπάρχει η πραγματικότητα, ο λογαριασμός που ο καθείς επιχειρεί για την καθημερινότητά του. Υπάρχουν τα δάκρυα εκείνων που έχασαν τα πάντα, η αγωνία εκείνων που φοβούνται ότι θα χάσουν τα πάντα. Υπάρχουν τα συσσίτια, τα κοινωνικά παντοπωλεία, οι έρανοι, η φιλευσπλαχνία του διπλανού. Μόνο ο Άη-Βασίλης δεν υπάρχει. Δυστυχώς άρχισε να ξεχνά. Τι κρίμα…
Και τι να ευχηθώ εγώ, που έμαθα να αποκωδικοποιώ τις ξύλινες γλώσσες;
Από καρδιάς: Καλό κουράγιο…
Άγγελος Πετρουλάκης



Λοιπόν, μαμά…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ


Λοιπόν, μαμά, ξανά Χριστούγεννα κι εγώ κρυώνω μακριά σου και θέλω να κλάψω στην αγκαλιά σου, πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες έλεγα πως μου λείπουν οι μυρωδιές και οι γεύσεις σου, μαμά. Έλεγα πως μου έλειπε η λαχτάρα της προσμονής, το όνειρο για ένα δώρο, ένα βιβλίο, μια πένα αργότερα…


Φέτος μαμά, όμως, δεν μου λείπουν οι μυρωδιές. Όχι πως τις έχω∙ το αντίθετο. Αλλά δεν μου λείπουν. Όπως και στέκομαι αδιάφορος μπροστά στο γιορτινό τραπέζι. Και δεν θέλω δώρα, μαμά, όσο και αν μαγνητίζουν τη ματιά μου τα καινούργια μοντέλα από πένες…
Νιώθω ανήμπορος και αναξιοπρεπής μαμά. Νιώθω ταπεινωμένος. Από μια ομάδα ανθρώπων που μισούν τη χώρα μαμά, μισούν τους ανθρώπους.

Πριν δυο χρόνια, μαμά, ένας καλοζωισμένος πολιτικός έλεγε πως συμπάσχει με τη φτωχολογιά κι έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα. Δυο χρόνια μετά, ο ουρανός με τ’ άστρα αποδείχθηκε χώμα άγονο, καμένο, νεκρό. Ο πολιτικός αυτός αποδείχθηκε δημαγωγός και η παρέα του ένας συρφετός ανάξιων δουλοπρεπών, που μόνο μέλημά τους ήταν να χορτάσουν την πείνα τους και ως αρπακτικά να λεηλατήσουν ό,τι είχε μείνει στα ταμεία της χώρας (;;;). Ό,τι πιο φρικτό, μαμά, για μια αξιοπρέπεια που πάσχιζα να χτίσω από την πρώτη μέρα που έφυγα από κοντά σου, δουλεύοντας έντιμα και πληρώνοντας στο ακέραιο τις υποχρεώσεις μου…


Φέτος, μαμά, μ’ αφήνουν αδιάφορο τα λαμπάκια στα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Πρώτη φορά που με πονά τόσο η πολιτική αλητεία. Έδωσε ο σαλτιμπάγκος «δώρο» λέει στους φτωχούς. Αυτά που πήρε δυο χρόνια τώρα από τους ίδιους φτωχούς, τα ξέχασε. «Ξέχασε» πολλά, το κυριότερο όμως ήταν το θρασύ του ψέμα. Δεν το είχα ζήσει αυτό∙ παλιότερα οι άλλοι έπαιρναν δανεικά κι έδιναν δώρα. Τώρα αυτός βρήκε άλλο μονοπάτι. Ληστεύει πρώτα, και μετά πετά σαν ξεροκόμματο το «δώρο» του. Όχι απ’ την τσέπη του μαμά, όχι απ’ το περίσσευμα, απ’ τα κλεμμένα…
Είμαι αρκετά ηλικιωμένος, μαμά, για να βγω στον δρόμο∙ άλλωστε ποτέ δεν το έκανα πειθόμενος στον θεσμό του νομοταγούς. Όμως πονάω, μαμά, που δεν μπορώ να προσφέρω τις μέρες αυτές στα εγγόνια μου, ό,τι προσέφερες εσύ στα δικά σου, παρά την φτώχια σου…
Ήθελα πάντα, μαμά, να νιώθω τα Χριστούγεννα ως αναγέννηση του Ανθρώπου. Εσύ το ήξερες πως είχα αμφισβητήσει το γεγονός, είχα από νωρίς αμφισβητήσει όλο αυτό το οικοδόμημα περί πίστης. Όμως ένιωθα τρομακτική συντριβή απέναντι στην Άκρα Ταπείνωση και υπέροχη ανάταση ψυχής μπροστά στο «Ωσαννά εν τοις υψίστοις…» Πια, μόνο λυπάμαι, γιατί μέσα στη λάσπη που κυλιέται η χώρα, δεν έχουν καμιά λογική οι γιορτές και οι συμβολισμοί.


Κάποτε, μαμά, θυμάμαι πως τα Χριστούγεννα ξυπνούσα αχάραγα και ξυπόλητος πλησίαζα το παράθυρο, κολλούσα το μέτωπο στο παγωμένο τζάμι και με τα μάτια μου έψαχνα τον σκοτεινό ουρανό μήπως και δω το αστέρι. Τώρα, στον ουρανό, όσο και να κοιτώ, βλέπω αίμα, μαμά, στην Τουρκία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, σε χώρες όχι και τόσο μακρινές και λέω πως καμιά από τις ευχές «για επί γης ειρήνη» δεν έπιασε τόπο. Τότε διαβάζαμε για άλλους πολέμους, μαμά, σ’ εφημερίδες που έφταναν στα χέρια μας δυο μέρες μετά, για το Βιετνάμ, διαβάζαμε και λέγαμε είναι μακριά, πολύ μακριά απ’ τη μικρή μας χώρα. Τώρα, μαμά, οι πόλεμοι έρχονται κοντά, πολύ κοντά, στο καθιστικό και στην κουζίνα μας∙ τρώμε τον κουραμπιέ και βλέπουμε πτώματα στο Χαλέπι, στην Παλμύρα, στο Βερολίνο… Κι έχει μια γεύση απαίσια ο κουραμπιές, όχι τόσο γιατί χάσαμε εκείνη την παλιά συνταγή σου, αλλά γιατί δεν γίνεται να είναι γλυκό το στόμα μέσα στον τόσο θάνατο…
Απάτη και δημαγωγία εδώ, αίμα πιο πέρα. Για ποια Χριστούγεννα θα ήθελες να μιλήσουμε, αν ζούσες και ερχόμουν να μου κάνεις καφέ στην κουζίνα σου; Τώρα, εκείνη την κουζίνα, μαμά, την έκαμα γραφείο, τη γέμισα με βιβλία, που όλα τους γράφουν για τον Άνθρωπο, για την αγωνία του να συναντήσει την ουσία τής ζωής. Εκεί που είχες τον νεροχύτη σου, είναι πια η βιβλιοθήκη με τα βιβλία που έχουν σχέση με τη φιλοσοφία, βιβλία σοφών ανθρώπων που λίγο πολύ όλοι τους αγρυπνούν πάνω στο «τι είναι ο άνθρωπος;», ποια ήταν η πορεία του μέσα στους αιώνες, ποια είναι η συνάφειά του με τον Χρόνο. 

Όσο και να διαβάζω, μαμά, απαντήσεις δεν βρίσκω. Όλα γύρω μου ρημαδιό, μια Ελλάδα που ζει το μαύρο ψέμα, μια Ελλάδα κατακερματισμένη από ιδεοληψίες, μια χώρα παιγνίδι στα χέρια τυχοδιωκτών. Γι’ αυτό το σπιτάκι που έχτισες με αίμα πριν πενήντα χρόνια, με οικονομίες αβάσταχτες και που το πλήρωσες τίμια, τώρα, μαμά, πληρώνω ενοίκιο. ΕΝΦΙΑ το ονομάζουν∙ πολλές φορές το κατήργησαν στα λόγια, μα μένει εδώ, χαράτσι ισόβιο, με το πολιτικό αληταριό να χαμογελά ξεδιάντροπα στην τηλεόραση και να προσπαθεί να με πείσει πως περνάω καλά.
Αυτά τα Χριστούγεννα κρυώνω πολύ, μαμά…






Η ιδεολογικά ύποπτη Ελένη Γκίκα


ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
---------------------------


 Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
Η Λογοτεχνία μένει ακόμα εδώ.
 


Την Ελένη Γκίκα τη γνώρισα σχεδόν πριν είκοσι χρόνια. Από τότε που έβγαινε με τον Φιλιππότη. Εκείνη δεν με γνώριζε. Και δικαιολογημένα. Γιατί εκείνη ξεδίπλωνε την εσωτερικότητα των λυγμών της πιο γόνιμα, πιο ανατρεπτικά.
Το «φέις-μπουκ» μας έδωσε την ευκαιρία μιας κάποιας προσέγγισης. Ήταν τότε που μάθαινα πως «Οι κούκλες δεν κλαίνε» (Άγκυρα, 2004).

Μέσα απ’ αυτό το υπέροχο «φέις-μπουκ», που με φέρνει πλησιέστερα στους μακρινούς φίλους, παρακολουθούσα πια, όπως και από το «Έθνος» την καλή φίλη να παλεύει με βιβλία και με γραφές, ν’ αγκαλιάζεται μαζί τους, να διασχίζει τη νύχτα του κόσμου, άλλοτε μ’ ένα παράπονο, άλλοτε μ’ ένα χαμόγελο, πάντα δοτική και υπομονετική.

Δεν χρειαζόμουν και πολλά για ν’ αποκρυπτογραφήσω τα κείμενά της. Είχα πλούσιο οπλοστάσιο πίσω μου. «Χαίρε παραμύθι μου» (Άγκυρα, 2005), «Εν αταξίαις εύτακτοι όντες» (Άγκυρα, 2006), «Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς» (Άγκυρα, 2006), «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω…» (Άγκυρα, 2006),  «Υγρός χρόνος» (Άγκυρα, 2008), «Το γράμμα που λείπει» (Άγκυρα, 2009), «Πλήθος είμαι» (Άγκυρα, 2009), «Αιώνια επιστροφή» (Ψυχογιός, 2010).

Η «Αιώνια επιστροφή» με βρήκε σε φάση δύσκολη. Πέρασα δύσκολα μαζί της, υπήρχαν νύχτες που έγδυνα εντελώς την ψυχή μου, τις ματαιωμένες επιθυμίες τις έκανα πουκάμισα για ν’ αντέξω το κρύο του κατακαλόκαιρου. Με τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» (Καλέντης, 2011) έστρωσαν τα πράγματα. Έπινα καφέ μαζί της, έτρωγα τα γλυκάκια της, χαμογελούσα υπομονετικά. Ήταν και οι γυναίκες άλλων εποχών που κουνούσαν το χέρι τους πίσω από τα παράθυρα κάποιας κουζίνας. 

Άλλωστε είχαμε γνωριστεί και από το κοντά με την Ελένη, είχε περπατήσει κι αυτή στο έργο μου, είχαμε ανακαλύψεις τις συγγένειες – όλες εξ αίματος των λέξεων και των βιβλίων.
Μετά ήρθε το Μπολερό. Ήξερα μόνο του Ραβέλ, εκείνη τη σπαραχτική επανάληψη του μοτίβου, που εντείνεται σαν επαναλαμβανόμενος οργασμός. Όμως «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» (Καλέντης, 2013), αποκάλυψε μια άλλη ικανότητα της Ελένης: Της συνθετικής∙ προσωπικά το χάρηκα, παρά τη σκληρότητα του θέματος. 


Ένα ποιητικό της επόμενη χρονιά «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» (Καλέντης, 2014) κι ένα μυθιστόρημα «Λίλιθ» (Καλέντης, 2014), με μια θάλασσα ποίησης στις σελίδες του. Μισό ράφι της βιβλιοθήκης τα βιβλία της – το δικό μου οπλοστάσιο, για την προσέγγιση της Ελένης, της Ελένης του «Έθνους», μέχρι χθες, μια και αόρατες όσο και ορατές δυνάμεις ανέστειλαν τους γάμους τους μέχρι νεωτέρας, της Ελένης του Φράκταλ, της Ελένης μιας άλλης νύχτας με το «Εν ύπνω» (ΑΩ, 2016), της Ελένης που πλέον «Ιδεολογικά ύποπτη» (Καλέντης, 2016) διασχίζει τη ναρκοθετημένη ζώνη της λογοτεχνίας, δηλώνοντας ερωμένη των δισταγμών και της αξιοπρεπείας.
«Ιδεολογικά ύποπτη» ήταν πάντα. Τώρα το γνωρίζουν πολλοί. Από έναν άντρα που ανοιγοκλείνει λογαριασμούς μαζί του, έχοντας τα μάτια της καρφωμένα στο γκρίζο κουστούμι του, μέχρι τον αξέχαστο Αντώνη, τον φίλο, τον Σουρούνη των γυναικών που λάτρεψε. Ρωμαλέες αγάπες για τον Γκας∙ εξαντλημένοι αποχαιρετισμοί για την Ελένη.

Ανατρεπτικό το βιβλίο της, ένα μπέρδεμα από διηγήματα, σημειώσεις, επιστολές, υστερόγραφα∙ καθηλωτικό. Παρών ο θάνατος στις περισσότερες σελίδες του, έστω σε λανθάνουσα κατάσταση, παρόντες και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, ζωντανοί, ηττημένοι, όμορφοι στο πείσμα της αξιοπρέπειας.
Για τους τελευταίους οι σελίδες είναι πολλές, τόσες ώστε να ορίζουν σχεδόν ολόκληρη ζωή. Με καθήλωσαν. Αναρωτήθηκα τι θα γινόμουν χωρίς αυτούς, την ευχαρίστησα σιωπηλά για τον καθρέφτη που έβαλε μπροστά μου και της έδωσα πολλά σταυρωτά φιλιά αγάπης.
Όταν ξεκίνησα να γράφω τούτο το πρόχειρο σημείωμα, η τηλεόραση στο διπλανό καθιστικό πρόβαλε το «Ταγκό των Χριστουγέννων» του φίλου Γιάννη Ξανθούλη, για εκείνον τον συγκλονιστικό ανεκπλήρωτο έρωτα του μονόχνωτου υπολοχαγού.
Άκουγα τα μουσικά θέματα του στενού φίλου και συντοπίτη μου Γιάννου Αιόλου και θυμήθηκα ένα ταξίδι μας στο Άγιο Όρος, 15 μέχρι 19 Δεκέμβρη του 1996 – ακριβώς είκοσι χρόνια πριν.
Ήταν απομεσήμερο στο ακροθαλάσσι του Βατοπεδίου. Μαζί και ο φίλος ζωγράφος Χρήστος Παπανικολάου, που εδώ και δέκα οκτώ χρόνια αγιογραφεί τις εκκλησιές του σεμνού Αναστάσιου στην Αλβανία και όχι μόνο. Ακόμα, μαζί κι ένας Πέτρος, στα 16 του τότε, που έφυγε νωρίς, τον Μάρτη του 2010 από τη ζωή. Η μουσική, λοιπόν, μου θύμισε τον Γιάννο και μετά τη συζήτησή μας: Τι μπορεί να προσφέρει στο σύγχρονο άτομο η λογοτεχνία. Η πάλη με τις λέξεις ή η τέχνη του λόγου;
Η Ελένη έδινε την απάντηση: Καμιά ενδοσκόπηση δεν πάει χαμένη.
Αν μπορούσα θα ρωτούσα τον Μπρικνέρ: Ο άνθρωπος επινόησε τη Λογοτεχνία ή η Λογοτεχνία τον «Άνθρωπο».
Επέστρεψα στην Ελένη, «νησί και γυναίκα, συγχρόνως». Διάβασα και ξαναδιάβασα κάποια αποσπάσματα. Εκείνο το «Μόνο το ανέφικτο Τώρα μένει αναλλοίωτο. Και μόνο το ανεκπλήρωτο Τότε», πολύ με παίδεψε. Και επειδή ακόμα και οι γραφές μας πασχίζουν να κρατήσουν στη ζωή το εφήμερο, θεώρησα πως έπρεπε να καταθέσω σε όσους βιβλιοταξιδεύουν,  αυτές τις γρήγορες σκέψεις, «Διότι διαθέτει και το εφήμερο την ομορφιά του».
Λοιπόν Ελένη…
Εσύ που ξέρεις πόσο σ’ αγάπησε ο άντρας με το γκρίζο κουστούμι και τη φαρδιά πράσινη καμπαρντίνα, ξέρεις και την απάντηση.
Καληνύχτα Ελένη.

Λάρισα,
Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016,
βράδυ

Δυο χρόνια συνθήματα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή 16-12-2016)

Δυο χρόνια πριν, αυτόν τον μήνα, η χώρα ζούσε την εποχή της αποθέωσης των συνθημάτων, εποχή που ήταν η ιστορική συνέχεια και η αναβίωση μιας άλλης, του φθινοπώρου του 1981.
Το 1981, οι γεννημένοι μετά το 1948, έζησαν για πρώτη φορά τον σεισμικό κατακλυσμό των συνθημάτων. Εκείνοι δε που είχαν γεννηθεί μεταξύ του 1948 και του 1956 ήταν η μετέπειτα γενιά του Πολυτεχνείου. Μια γενιά που ελάχιστα γνώριζε για τα πριν του 1967 της πολιτικής σκηνής της χώρας και για τον πληγωμένο κοινοβουλευτισμό της περιόδου 1949 – 1967. Θα μάθουν λεπτομέρειες, όσοι δείχνουν ευαισθησία σε θέματα πολιτικής ιστορίας, μετά το 1974 οπότε θα βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας ντοκουμέντα, αφηγήσεις, απόψεις.

Έτσι το φθινόπωρο του 1981 η πλειοψηφία του ελληνικού λαού λούζεται με τις απύθμενες υποσχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και βομβαρδίζεται από τα πιασάρικα και ιδιαίτερα φιλολαϊκά συνθήματα του ανθρώπου με το ζιβάγκο.
Τριάντα τρία χρόνια (όσα και του Χριστού) μετά, ένας άλλος ελληνικός λαός, λούζεται με τις απύθμενες υποσχέσεις του Αλέξη Τσίπρα. Άνθρωποι που δεν είχαν γεννηθεί το 1981 (όπως και άνθρωποι που νοσταλγούσαν το 1981, γιατί άνευ εξετάσεων έγιναν εν μια νυκτί, από θυρωροί ή κλητήρες, διευθυντές), δέχτηκαν τον ανηλεή βομβαρδισμό των συνθημάτων από έναν άλλον άνθρωπο χωρίς γραβάτα (και χωρίς ζιβάγκο).

Η αναπαραγωγή εκείνων των υποσχέσεων και των συνθημάτων του ιδίου και των συνεργατών του, μόνο οδύνη προκαλεί σήμερα στους Έλληνες που πληρώνουν την εξαπάτησή τους με απώλεια εισοδήματος, απώλεια πολιτιστικών αρχών, κοινωνική κρίση και ανεργία. Βέβαια υπάρχουν και Έλληνες που αμοίβονται για το λούσιμό τους με το ψέμα. Γι’ αυτούς, η αποθέωση της απάτης, είναι ιστορικός συμβιβασμός και τακτική υποχώρησης προκειμένου να εξαπολύσει η Αριστερά τη μεγάλη της επίθεση κατά της Αριστεράς, για ν’ αφαιρέσουν και τα τελευταία ψιχία από τον εργοδότη τους που είναι το τρυφηλό Δημόσιο, ένας εργοδότης χωρίς απαιτήσεις παραγωγής, χωρίς αξιοκρατία, χωρίς ανταγωνιστικές προοπτικές. Για τούτο και διαμαρτύρονται για τις αποφάσεις που οι ίδιοι λαμβάνουν.
Η επέτειος των δυο χρόνων από την εποχή της εγκληματικής συνθηματολογίας και τη λασπολογία, από τις αλήτικες συμπεριφορές και τα χυδαιολογήματα, έρχεται να δέσει με κάποια ακόμα… πρωτοποριακά και… επαναστατικά ελεηνολογήματα από μέρος των κρυφοαναρχοαυτόνομων. Ανεπάρκειες κι εμπάθειες που πρέπει να εμφανιστούν ως ιδέες. 

Περί μπάζων και λοιπών απορριμμάτων ο λόγος, λοιπόν, δυο χρόνια μετά. Ο Κώστας Ζουράρις να ομιλεί περί νήσων και άλλων δεινών, ο τ. υπουργός Ν. Παρασκευόπουλος περί σημαίας, όπως και κάποιος άλλος ηλίθιος που υπουργοποιήθηκε προσφάτως γιατί έπρεπε να εισπράξει το αντίτιμο της επίκυψης στα τέσσερα. Ο Αλέξης Τσίπρας περί 13ης σύνταξης και λοιπών αηδιών, όπως η πορτοκαλόπιτα, τα γεμιστά, οι πρόσφυγες που λιάζονται και δεν υποφέρουν στους σύγχρονους χώρους υποδοχής και φιλοξενίας. Τα παιδικά όνειρα του πρωθυπουργού που έγιναν πραγματικότητα…
Τι όμορφα που είναι όταν γίνεσαι πρωθυπουργός ν’ ανασύρεις τα παιδικά σου όνειρα και να τα πραγματοποιείς!
Κάποιος πρέπει να τον ρωτήσει αν μεταξύ των ονείρων του είχε και κάποιο στο οποίο να πηδούσε έναν ολόκληρο λαό;
Αν τον ρωτήσει έστω με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο γνήσιος αριστερός Ζουράρις, που όμως εθνικοί λόγοι τον στράτευσαν κάτω από τη σημαία του κ. Καμμένου. Αυτό φίλοι μου λέγεται πολιτική, έστω αυτήν που εννοεί ο Στέλιος Ράμφος όταν αναφέρεται στην «πολιτική από στόμα σε στόμα». Τίποτα δεν διδαχτήκαμε από το πέρασμα του Βαρουφάκη, ή τη συμμετοχή των απόψεων Σόιμπλε στην καθημερινότητά μας. Η μαγεία των συνθημάτων εξακολουθεί να μας υπνωτίζει, χαιρόμαστε για την κονιορτοποίηση της κ. Μέρκελ από τον σέξι Αλέξη, από την επέλαση Πουλάκη στο σαθρό σύστημα υγείας, από την εκδήλωση της ανθρωπιάς του κ. Μουζάλα, που ξέρει από προσφυγιά.
Δυο χρόνια μετά εξακολουθούμε να ελπίζουμε πως έχουμε φτάσει στον πάτο και πως πιο κάτω δεν έχει, η ανάπτυξη έρχεται, η ανεργία μειώνεται, τα βάσανα τελειώνουν. Είτε περιμένουμε στην ουρά να πληρώσουμε τον ΕΝΦΙΑ, τα τέλη κυκλοφορίας, τις δόσεις από τις ρυθμίσεις σε Εφορία και ΔΕΗ, είτε παρακολουθώντας τον όμορφο κόσμο που μας περιγράφουν οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ στις τηλεοράσεις, είμαστε η κοινωνία των συνθημάτων, ίδια μ’ εκείνη που φώναζε «έξω από το ΝΑΤΟ» και «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», η ίδια που χειροκροτούσε όταν άκουσε το «Τσοβόλα δώστα όλα».

Άγγελος Πετρουλάκης
                                                                                       

Τώρα τους θυμήθηκαν…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την παρασκευή 9-12-2016) 
-------------------------------------------
Με θλίψη βαδίζω στα 64 χρόνια μου, όχι για πέρασε η νεότητα, αλλά γιατί από τότε που άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι τον περίγυρο και όσα διαδραματίζονται στον χώρο της πολιτικής – οικονομικής – κοινωνικής – πολιτιστικής ζωής, περισσότερο προβληματισμό προκαλούν και λύπη, παρά αισιοδοξία.
Αφορφή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η επίσκεψη των πολιτικών μας στ’ ακριτικά νησιά. Και βέβαια οι δηλώσεις των πολιτικών.
Κατά καιρούς έχουν συμβεί παρόμοιες κινήσεις στην ακριτική χερσαία Ελλάδα. Η μόνιμη αιτίαση ήταν η ενίσχυση του ηθικού των ακριτών…
Μου προκαλεί αηδία όλη η ενέργεια όπως και οι παλιότερες.
‘‘Ακρίτες’’ συνηθίσαμε να χαρακτηρίζουμε τους κατοίκους των παραμεθόριων περιοχών τόσο της ηπειρωτικής, όσο και της νησιώτικης Ελλάδας. Είναι περιοχές που πολλάκις έχει αμφισβητηθεί η ελληνικότητά τους και αραιά και που οι πολιτικοί περιοδεύουν εκεί με τις κουστωδίες τους και πουλούν ελληνοφροσύνη.
 Είναι οι λησμονημένες περιοχές, αυτές που τις έχουν χεσμένες όλες οι κυβερνήσεις.
Τις θυμούνται μόνο όταν θέλουν να ‘‘παραμυθιάσουν’’ τους ξεχασμένους πληθυσμούς και να κολλήσουν εύσημα στα πέτα τους.
Να βγουν φωτογραφίες και να ξεσκονίσουν το κουτί με τις μεγαλοστομίες τους.
Κάποιοι απ’ αυτούς δεν ξέρουν καν πού βρίσκονται οι τόποι αυτοί, δεν ξέρουν τη θέση τους και τον ρόλο τους στη διαμόρφωση του κράτους.
 Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν την ιστορία τους, δεν γνωρίζουν το αίμα που χύθηκε για να κυματίζει εκεί η σημαία μας, αυτό το πανί δηλαδή που καίνε τα κωλόπαιδα στις πορείες τους, με την ανοχή του κράτους, ή που κάποιοι το χρησιμοποιούν για να καλύπτουν κορώνες κάλπικης εθνικοφροσύνης.
Αυτά…
Το 1972, νεαρός υπαξιωματικός της πάλαι ποτέ Χωροφυλακής έτυχε να υπηρετήσω σε κάποιες απ’ αυτές τις περιοχές. Τις παραμεθόριες της Καστοριάς και της Φλώρινας. Παιδί της Λάρισας και γνωρίζοντας μόνο τα χωριά της περιοχής μας δεν μπορούσα να φανταστώ πως υπήρχαν χωριά χωρίς ρεύμα, πως υπήρχαν χωριά που τα ένωνε ένα μονοπάτι ή ένας δασικός δρόμος που μόνο τακτέρ μπορούσε να τον διαβεί τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ όταν χειμώνιαζε και λάσπωνε μόνα τα άλογα και τα μουλάρια. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως οι άνθρωποι εκεί μπορούσαν να πεθάνουν από έναν πυρετό ή από μια κρίση σκωληκοειδίτιδας. Κι όμως πέθαιναν καθώς προσπαθούσαν να τους μεταφέρουν μ’ ένα μουλάρι ή με τρακτέρ στην Καστοριά ή στην Φλώρινα.
 Γιατί Ελλάδα ήταν μόνο η Αθήνα και κάποιες μεγάλες πόλεις.
Τα ίδια και τώρα.
Τ’ ακριτικά νησιά δεν τα θυμούνται όταν δεν έχουν δασκάλους, όταν δεν έχουν γιατρούς, όταν τα σαπιοκάραβα φτάνουν μια φορά την εβδομάδα. Φωνάζουν οι νησιώτες ‘‘μας έχουν ξεχασμένους’’.
Όχι, χεσμένους τους έχουν. Θα τους θυμηθούν όταν θα πρέπει να βγουν φωτογραφίες με τη γαλανόλευκη πίσω και πλαισιωμένοι από καλοπληρωμένους δημοσιογράφους που θα γράψουν διθυραμβικά ρεπορτάζ. Η κατάντια τους.
Πάντα η ανάπτυξη ήταν για τα κέντρα. Οι μεγάλες εθνικοί οδοί, οι ανισόπεδοι κόμβοι, τα νοσοκομεία, τα πρότυπα εκπαιδευτήρια. Τα μεγάλα εργοστάσια ήταν για το λεκανοπέδιο.
Καμιά πολιτική για την μετατροπή της παραμεθόριας Ελλάδας σε προνομιούχο τόπο, τόπο που να ελκύει τους νέους, που να μην διανοούνται οι γείτονες να ισχυριστούν ότι είναι δικός τους.
Σ’ αυτούς τους τόπους δεν επενδύθηκαν κεφάλαια. Δεν θα συναντήσουμε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα∙ αυτά περιορίστηκαν σε κάποια μεγαλονήσια, σχετικά εύφορα και με κάποια παράδοση στην ανάπτυξη.
Οι Πρέσπες για χρόνια ήταν εγκαταλειμμένες. Κάτι πήγε να κάνει η δικτατορία∙ μετά, πολύ μετά, ήρθαν τα προγράμματα για αγροτουρισμό. Σπασμωδικές κινήσεις χωρίς σοβαρό όραμα.
Είχαν ιδιαίτερη αδυναμία οι πολιτικοί μας σε έργα βιτρίνας. Είχαν αδυναμία και σ’ έργα άμεσα κερδοφόρα. Δεν τους έκαιγαν οι δρόμοι στον Γράμμο∙ και χωματόδρομοι εξυπηρετούσαν τους εκατό – διακόσιους κατοίκους μιας περιοχής. Κάπως έτσι έμειναν πίσω απ’ την ανάπτυξη οι παραμεθόριες περιοχές και το Καστελόριζο στην ερημιά του.
Τώρα που ομάδα των πολιτικών έφυγε από το νησί και οι πολιτικοί θα ξαναγυρίσουν στα τηλεοπτικά τραπέζια για να μαλλιοτραβηχτούν τόσο, όσο να μην κινδυνεύσει η βουλευτική τους αποζημίωση, οι κάτοικοι του νησιού θα επιστρέψουν στην καθόλου ηρωική μοναξιά τους. Θα φοβούνται ν’ αρρωστήσουν, θα εξαντλούν την υπομονή τους περιμένοντας ανεφοδιασμούς σε τρόφιμα ή καύσιμα, θ’ αντιμετωπίζουν το ανάλγητο κράτος στις εφορίες και τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες, θα μαθαίνουν από την τηλεόραση πόσο θα μειωθούν οι συντάξεις τους, πόσο θ’ αυξηθεί η φορολογία τους. 

Ίσως και περίλυποι να θυμούνται έναν καραγκιόζη να εξαγγέλλει από το Καστελόριζο πόσο οικονομικά δυνατή μπορεί να παραμένει η Ελλάδα στους αιώνες των αιώνων…
Αμήν…
Άγγελος Πετρουλάκης



Η ιστορία μπορεί να περιμένει…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 2-12-2016)

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
 
Στις 5 Μαρτίου του 1953, πέθανε ο σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν. Η κηδεία του ήταν πάνδημη. Λέγεται πως εκατοντάδες σοβιετικοί πολίτες ποδοπατήθηκαν, καθώς επιχειρούσαν να προσκυνήσουν το φέρετρο. Χιλιάδες θεώρησαν ότι η ζωή τους τελείωνε, το ίνδαλμα δεν υπήρχε, το μέλλον ήταν άγνωστο.
Λίγο μετά ξεκίνησαν οι αποκαλύψεις.
Το είδωλο του Στάλιν άρχιζε να ξεφτίζει. Πιο συχνά ακουγόταν ο χαρακτηρισμός «αιμοσταγής», παρά το επίθετο «πατερούλης». Η ιστορία ξάπλωνε στο χειρουργικό τραπέζι το άλλο πτώμα του – τον βίο, την πολιτεία, αλλά και τις φοβίες του – και άρχιζε την αμείλικτη έρευνα για τον ηγέτη.
Οι πολιτικοί της χώρας του που τον διαδέχθηκαν στην ηγεσία της, ένας μετά τον άλλο, όλο και κάτι επέτρεπαν να δημοσιοποιηθεί. Το δραματικό επήλθε με το 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε. που αποφάσισε την απόσυρση της σορού του Στάλιν από το Μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας της Μόσχας, όπου και η σορός του Λένιν, και τον ενταφιασμό της στο τείχος του Κρεμλίνου.
Σήμερα, εξήντα και κάτι χρόνια από τον θάνατό του κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τα εγκλήματα. Ίσως μπορεί να τα ονομάσει διαφορετικά, ας πούμε επανορθωτικές κινήσεις ή επαναφορές στη νομιμότητα. Άλλωστε οι λέξεις δεν έχουν για όλους την ίδια αξία.
Η αποκαθήλωση του Στάλιν επήλθε εκ των έσω. Παλιοί του σύντροφοι, υποτακτικοί του μέχρι τον θάνατό του, φρόντισαν ώστε η Ιστορία να μην μείνει με τα λάθη της. Πολλοί απ’ τους παλιούς πιστούς του είδαν το ίνδαλμά τους να γίνεται χώμα, ένιωσαν ντροπή, ίσως και προδομένοι. Πώς να ομολογήσουν όταν λάτρευαν έναν από τους στυγερότερους εγκληματίες της ανθρωπότητας; Και ο Στάλιν διαφέντευε τις ζωές των ανθρώπων μόνο 24 χρόνια. Μόνο;
Στις 25 Νοεμβρίου ε.ε. πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο. Είχε ανατρέψει με επανάσταση τον δικτάτορα της χώρας του, Μπατίστα, το 1959 και είχε αναλάβει την ηγεσία της. 





Ασθενής, το 2008, παρέδωσε το δαχτυλίδι της διαδοχής στον αδελφό του Ραούλ, με τον οποίο βέβαια ήταν πάντα μαζί. Τα 49 χρόνια της δικής του εξουσίας συνεχίζονται, αν και ο Ραούλ είναι ήδη 85 χρονών. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι το 2018 θα παραδώσει την εξουσία στον αντιπρόεδρό του, αν δεν τον προλάβει ο σταθερός φίλος όλων μας, ο θάνατος.
Ίσως η αποχώρηση των αδελφών Κάστρο μάς επιφυλάξει εκπλήξεις, γιατί στην Κούβα η επαναστατική δικτατορία τους ήδη μετρά 57 χρόνια. Τι θα γίνει αν σε κάποια στιγμή οι αλήθειες που θ’ αποκαλυφθούν κλονίσουν τη φήμη του δικτάτορα; Τι θα γίνει αν αποδειχθεί ότι οι αντιφρονούντες ήταν εκείνοι που είχαν δίκαιο, ό,τι το αίμα ήταν περισσότερο και η δυστυχία ήταν μεγαλύτερη; Όσοι ύμνησαν την δικτατορία του, άραγε, πώς θα νιώθουν; Θα ψάχνουν να βρουν λέξεις για να καλύψουν τα ολισθήματα;
Σίγουρα ο Φιντέλ Κάστρο υπήρξε μεγάλος επαναστάτης για τη χώρα του. Μόνο που η επαναστατικότητά του σταμάτησε εκεί. 

Για τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν απλά δικτάτορας.
Μια λεπτή γραμμή χωρίζει τα δυο αυτά πρόσωπα. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θ’ αναδείξουν αυτήν τη γραμμή. Και θα ξεκαθαρίσουν το «πέρα» από το «δώθε». Είναι το μόνο σίγουρο. Όπως έγινε και με τον Στάλιν.
Για κάποιους αυτό το ξεκαθάρισμα θα είναι οδυνηρό. Αν βεβαίως μέσα τους έχουν διατηρήσει κάποια ευθιξία∙ η πραγματικότητα  - εφ’ όσον είναι άλλη – θα τους χαρακτηρίσει μ’ εξευτελιστικά επίθετα, όχι γιατί δεν ήξεραν, αλλά γιατί εθελοτυφλούσαν και προσπάθησαν να κάνουν το ‘‘τίποτα’’ μεγάλο κι εντυπωσιακό.
Για τον δικό μας ηγέτη, που θέλησε ν’ αποδείξει ότι είναι και ο ίδιος ένας αριστερός επαναστάτης, τα πράγματα ίσως και να είναι αλλιώς. Ακόμα και οι παλιοί συντρόφοι θα γελούν που θα επιχειρεί να πουλήσει αριστερή επαναστατικότητα, θυμίζοντας πως, μόνος αυτός από τους ευρωπαίους ηγέτες, τόλμησε να τιμήσει τον μέγα δικτάτορα.

Θέλουμε δεν θέλουμε, ο Κάστρο, από το 1959 και μετά ήταν δικτάτορας, και δεν υπάρχουν καλοί, και κακοί δικτάτορες. Κάθε δικτατορία στηρίζεται στην καταπίεση. Αυτό είναι ιστορική αλήθεια. Όποιος δεν την βλέπει προφανώς δεν πιστεύει στη δημοκρατία. 
Όπως δεν πίστευε ο Παπαδόπουλος και η παρέα του. 
Έτσι όποιος δεν την βλέπει, αυτοδίκαια περνά στο στρατόπεδο του φασισμού∙ οι χειροκροτητές του Κάστρο αποδεικνύουν ότι πιστεύουν στον φασισμό, θέλουν τον φασισμό, αυτοχρίζονται φασίστες.  
Όποιοι δεν είδαν τις διώξεις του καθεστώτος  Κάστρο θυμίζουν εκείνους που δεν έβλεπαν την Μακρόνησο ή την έβλεπαν ως περιβόλι ανάνηψης. Η γωνία οπτικής αλλάζει μόνο: δεξιά ή αριστερά.
Όμως, στη δημοκρατία ο καθείς είναι ελεύθερος να έχει και ιδέες και λόγο. Και το δικαίωμά του στον λόγο πρέπει να το σεβόμαστε και να το υπερασπιζόμαστε. Αύριο, μεθαύριο ο μεγάλος κριτής, εν προκειμένω η Ιστορία, θα είναι αυτή που θ’ αποφασίσει για τα λάθη.
Προς το παρόν μπορεί να περιμένει…

Συνέντευξη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ LARISSANET

Άγγελος Πετρουλάκης: «Μισό αιώνα, παλεύω με τις λέξεις…»

Ο Άγγελος Πετρουλάκης μιλάει στη larissanet για τις δικές του απόπειρες
Του Λευτέρη Παπαστεργίου 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου, παραμονή της εθνικής μας επετείου. Στη Φαρσάλων μποτιλιάρισμα από αμάξια που προσπαθούν να νικήσουν τη φθινοπωρινή ψύχρα και τον χρόνο. Στο ράδιο παίζει το «Μπλάιμπ Τροι café». Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας… «θα δούμε άραγε ξανά μαζί ποτέ/ το χιόνι του Δεκέμβρη/ απόγευμα να πέφτει…».
Σε λίγο φτάνω στο «Να με Θυμάσαι», το γνωστό εστιατόριο της Λάρισας, εκεί όπου ο Άγγελος Πετρουλάκης, συνηθίζει να περιδιαβαίνει ανάμεσα στα τραπέζια, χαρίζοντας χαμόγελο και σοφία. Του έχω ζητήσει να κάνουμε την κουβέντα μας στον προσωπικό του χώρο, κάτι που αποδέχεται με χαρά. Μου ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, και καθόμαστε στη γωνιά του, εκεί που συνηθίζει να παλεύει με τις λέξεις, ματώνοντας νυχθημερόν για να νικήσει και να χάσει. Το γνωστό παιχνίδι των ανθρώπων που έχτισαν τη ζωή τους μέσα στα κιτρινισμένα φύλλα των βιβλίων. Των ανθρώπων που βλέπουν την γραφή, ως επάγγελμα πρωτίστως και μετά ως ανάγκη. Ή μήπως είναι το ίδιο;

Εγώ δεν είμαι της σχολής «της έμπνευσης». Είμαι της χειρωνακτικής σχολής. Αυτός που γράφει πρέπει να χτυπάει κάρτα. Να παλεύει μόνος του, κλεισμένος στο γραφείο του, ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα και στα βιβλία του, με τις λέξεις…»

Η μικρή αυτή γωνιά, πλημμυρισμένη από βιβλία, στυλογράφους πένας, πίνακες ζωγραφικής, σημειωματάρια με χειροποίητα φύλλα και πολύ καπνό, καθότι φανατικός καπνιστής ο ίδιος, αποδεικνύεται ικανή να μεταφέρει ένα πρώτο στίγμα, ακόμα και για κάποιον που θα τύχει να καθίσει δίπλα στον Άγγελο, χωρίς να γνωρίζει τη διαδρομή του. Αυτήν ακριβώς τη διαδρομή του, στον στίβο των λέξεων, ήρθα για να προσπαθήσω να βάλω σε μια σειρά, αποτυπώνοντάς την στο χαρτί. Δύσκολη δουλειά με βάρος. Όχι μόνο εξαιτίας της ιστορίας του Πετρουλάκη στον χώρο των γραμμάτων της πόλης, αλλά, πολύ περισσότερο, γιατί ο Άγγελος είναι φίλος και δάσκαλος. Μπορεί όμως να αισθάνεσαι φίλο σου έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζεις για δεκαετίες; Τι ρόλο παίζει ο χρόνος; Το σκέφτομαι, παρατηρώντας, με τις άκρες του ματιού μου, κάποιες παλιές εκδόσεις Ρώσων συγγραφέων, και επιλέγω να ξεκινήσω την κουβέντα μας από αυτό ακριβώς: τι είναι φίλος τελικά;
«Φίλος; Δεν ξέρω. Ακόμα ψάχνω για την απάντηση. Ξέρεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που μπορείς να ακουμπήσεις την ψυχή σου σε κάποιον… Κάποιες στιγμές… Ποιος όμως είναι ο ορισμός; Δεν ξέρω. Είναι πολλά πράγματα που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον ορισμός τους: φίλος, συμπόνοια, έρωτας… Κοίτα, η λέξη «φίλος» συχνά εκπορνεύεται. Πως γίνεται, για παράδειγμα, κάποιος να δηλώνει φιλόζωος, αλλά να μην είναι φιλάνθρωπος; Το συνθετικό «φίλος» πολλές φορές έρχεται να προσδώσει στην πραγματικότητα υστεροβουλία ή άλλα χαρακτηριστικά, όλα ανθρώπινα, όλα τρωτά».
Επιλέγω να μην κάνω χρήση της αναφοράς του στη λέξη «έρωτας», γιατί είμαι σίγουρος πως θα μας πάρει χάραμα. Θέλω να πιάσω το νήμα από την αρχή. Γυρνώντας πίσω, πολλά χρόνια πίσω, στα σιτοχώραφα της Χαραυγής, εκεί που με το μάτι σου μπορούσες να δεις μέχρι και τον σταθμό των τραίνων. Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
«Δεν θυμάμαι ακριβώς. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, πως τέτοιες μέρες, σαν σήμερα παραμονή 28ης Οκτωβρίου, τρίτη Γυμνασίου, ανέβηκα τα σκαλιά της εφημερίδας «Ελευθερία», κρατώντας στα χέρια μου ένα διήγημα. Θυμάμαι και τον τίτλο του: “Ο θάνατος του Μανδράκου”. Εκεί βρήκα τον Βάσο Καλογιάννη, ο οποίος αφού με κοίταξε και με ρώτησε τι θέλω, μου είπε τελικά «άστο εδώ παιδί μου το κείμενό σου», και πράγματι το άφησα ανάμεσα σε μια στοίβα άλλων χαρτιών. Είναι Φθινόπωρο του 1967 και μετά από λίγες μέρες, είδα το κείμενό μου δημοσιευμένο στην εφημερίδα. Τότε η Ελευθερία είχε δυο φιλολογικές σελίδες, οι οποίες φιλοξένησαν και το διήγημά μου. Κάπως έτσι, φαίνεται, απέκτησα θράσος και κάθε εβδομάδα έγραφα και ένα διήγημα…
Δυο άνθρωποι έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στην πορεία μου, στον χώρο της γνώσης και των γραμμάτων, σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από όλα όσα ζει σήμερα ένας νέος άνθρωπος. Ο Δημήτρης Κουνελάκης ήταν αυτός που με έφερε κοντά στον κόσμο της ποίησης. Μια Κυριακή, την Άνοιξη του 1968, με πάει στα Τρίκαλα και με γνωρίζει στον Μάριο Βαγιάνο, τον άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στον Καβάφη. Εκεί, ξεκλειδώνεται για μένα, ένας νέος, γοητευτικός κόσμος. Ένας κόσμος στον οποίο οι λέξεις δεν βγάζουν το συνηθισμένο νόημα, αλλά αποκτούν άλλη βαρύτητα, δίνουν άλλες εικόνες. Ο δεύτερος άνθρωπος που βοήθησε το μυαλό μου ήταν ο Βασίλης Λιαπής, καθηγητής, καλή του ώρα.
Το 1968 ο Κουνελάκης εκδίδει τους «Προσανατολισμούς», το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Λάρισας. Με ρωτάει με τι είδος θα συμμετάσχω και του απαντώ «με ποίηση…».
Τον διακόπτω. Για ποιον γράφουμε; Για μας ή για τους άλλους;
«Η πρωταρχική ανάγκη είναι του γραφιά. Από κει και πέρα όμως το γραπτό, όταν φύγει από σένα, είναι κι αυτό ένα προϊόν, το οποίο πάει σε πολλούς. Γίνεται δικό τους. Γράφουμε λοιπόν και για μας και για τους άλλους…».

«Τι σημαίνει συγγραφέας; Ποιος σε αναγόρευσε συγγραφέα; Ποιος σε αναγόρευσε ποιητή; Ο Σεφέρης κι ο Καβάφης δεν το δήλωσαν ποτέ. Είναι ηλίθιοι να πιστεύουν πως έγιναν ποιητές ή συγγραφείς επειδή αναλώνονται στα μπαρ και κάνουν λάικ στο Facebook. Αντί να μονάσουν στο γραφείο και στις σελίδες των βιβλίων αναλώθηκαν σε παρέες. Είναι ηλίθιοι λοιπόν!»

Να σε ξαναγυρίσω σε εκείνα τα χρόνια; Πως ήταν η εποχή για έναν νέο που ήθελε να διαβάσει και να γράψει;
«(Γελάει) Μιλάμε για μια εποχή όπου στη Λάρισα δεν υπήρχαν βιβλιοπωλεία. Υπήρχαν μόνο χαρτοβιβλιοπωλεία. Βιβλία μαζεμένα βρίσκαμε μόνο στο παζάρι! Πως λοιπόν θα μπορούσε κάποιος να έχει πρόσβαση στον Εμπειρίκο ή στον Εγγονόπουλο; Ο Γιώργος Κατσίγρας τότε θα είχε σίγουρα στη βιβλιοθήκη του όλους τους σπουδαίος πεζογράφους ή ποιητές, αλλά εμείς δεν μπορούσαμε να έχουμε τέτοια πρόσβαση. Σ’ αυτό με καθοδήγησε και πάλι ο Κουνελάκης… Ζούσαμε σε μια εποχή που δεν ξέραμε από πού γεννάνε οι γυναίκες. Η δεκαετία του ’60 ήταν για μας μια εποχή ανακάλυψης συνεχώς νέων θαυμάτων…».    
Ποιο βιβλίο λοιπόν ή ποια επαφή σου με κάποιον συγγραφέα δημιούργησε το θαύμα μέσα στον δικό σου εσωτερικό κόσμο;
«Οι Προσανατολισμοί του Ελύτη. Δημιουργούν μέσα μου έκρηξη. «Έχουν μια γεύση τρικυμίας τα χείλη σου…». Και η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Διαβάζω τον στίχο του Εγγονόπουλου «Τι γυρεύεις εσύ, ένας Υδραίος στη Λάρισα» και αναποδογυρίζει ο κόσμος μου. Η μάχη με τις λέξεις μεγεθύνεται…
Και πως συνεχίζεις;
Το 1971 περνάω στη Σχολή Υπαξιωματικών της Χωροφυλακής. «Το καλοκαίρι του 1971 στα Σέρβια της Κοζάνης υπηρετώ ως Υπενωμοτάρχης, κάτω από τις διαταγές ενός Μοίραρχου που πίστευε ότι είναι και η απόλυτη εξουσία. Στις βαλίτσες μου είχα πάρει σχεδόν όλα τα βιβλία που αγόραζα ως μαθητής. Από Σεφέρη μέχρι Μπρεχτ, από Ελύτη μέχρι Καντ, από Καζαντζάκη μέχρι Ντοστογιέφσκι. Στις ατελείωτες ώρες των χειμωνιάτικων βραδιών, χανόμουν στις σελίδες τους, χωρίς ν’ αντιλαμβάνομαι ότι την ίδια στιγμή προκαλούσα την οργή τόσο του διοικητή, όσο και κάποιων συναδέλφων, μια και όλοι τους υποψιάζονταν πως για να διαβάζω ήμουν κομμουνιστής. Έτσι ήμουν κάτω από μια συνεχή παρακολούθηση η οποία δεν υπήρξε άκαρπη. Βεβαίως δεν κατόρθωσαν να εξακριβώσουν επαφές μου με κομμουνιστές, γιατί δεν είχα, ανακάλυψαν όμως ότι είχα επαφές με διάφορες κοπέλες, πράγμα που σήμαινε… έγκλημα για την υπηρεσία εκείνη την εποχή. Αποτέλεσμα: Το καλοκαίρι του 1974 μια μετάθεση για λόγους πειθαρχίας σε δυσμενούς διαβιώσεως υπηρεσία, στο Βόιο, στο Σκαλοχώρι της Καστοριάς…». Στο Σκαλοχώρι των εξήντα κατοίκων, όπου ο χειμώνας άρχιζε στα μέσα του Οκτώβρη και τελείωνε στο τέλος του Μάη, όπου για μεταφορικό μέσο χρησιμοποιούσε, όπως λέει, άλογο που νοίκιασε με το μήνα, είχε το απόλυτο προνόμιο να καλλιεργεί έναν μικρό κήπο και ατελείωτες ώρες για διάβασμα. «Μπορεί κάποιες φορές να χρειαζόμουν και τέσσερις ώρες να φτάσω στην Καστοριά, αλλά πάντα επέστρεφα με κούτες από βιβλία. Τις νύχτες, που δεν περνούσαν ανάμεσα σε οπλοβαστούς και σε τρομακτικές σιωπές, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, αλλά και οι συγγραφείς του Μεσοπολέμου ήταν οι καλύτερες συντροφιές μου. Εκεί τα βιβλία αποκτούσαν άλλη αξία, η φωνή τους είχε άλλο χρώμα, απομακρύνοντας τη μοναξιά που μόνιμα χτυπούσε την πόρτα μου.. Δυο ολόκληρα χρόνια, 8 Αυγούστου του 1974 μέχρι 8 Αυγούστου του 1976 ήταν επίσης αρκετά για να εισχωρήσει σ’ έναν χώρο ιδιαίτερα πικρό για τη χώρα: Στα δύσκολα χρόνια του Εμφύλιου. Εκατοντάδες οι αιτήσεις για επαναπατρισμούς, εκατοντάδες οι «ατομικοί φάκελοι» με την ένδειξη «Κομμουνιστοσυμμορίτης». «Πεδίο μίσους λαμπρό και ατελείωτο», θα πει. «Μια άλλη Ελλάδα εκεί. Με τις αλήθειες να είναι πάντα μισές. Χωρίς απαντήσεις σε δραματικά ερωτηματικά. Πώς να εξηγηθούν τα ανεξήγητα; Κομμουνιστοσυμμορίτες τα 10χρονα παιδιά; Ή χαρακτηρισμένοι κομμουνιστές γιατί το τρακτέρ που αγόρασαν ήταν κόκκινο; Ένα πρωί είχα καλέσει κάποιον χωρικό να υπογράψει μια δήλωση ότι αναλάμβανε τη φιλοξενία συγγενή του που ζητούσε επαναπατρισμό από την Τασκένδη. Δεν ήξερε γράμματα να συμπληρώσει τη δήλωση. Τη συμπλήρωσα εγώ. Του την έδωσα να την υπογράψει. Έστω μια μονογραφή, μια μουτζούρα. Δεν ήξερε ούτε αυτό. Τότε θυμήθηκα πως στο φάκελό του είχε δεκάδες σημειώματα από τους παλιότερους αστυνόμους ότι διάβαζε κομμουνιστικές εφημερίδες. Απόρησα και τον ρώτησα πώς διάβαζε εφημερίδες χωρίς να ξέρει γράμματα; Γέλασε πικρά. Δε διάβαζε εφημερίδες, απλά είχε τσακωθεί με δυο – τρεις αστυνόμους που κυνηγούσαν λαγούς νύχτα με τα φώτα του τρακτέρ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω…Δεν είναι τυχαίο που αυτή η χώρα σέρνει αγιάτρευτες πληγές…»
Πότε εκδίδεις το πρώτο σου βιβλίο;  
Το 1980. Υπογράφω το συμβόλαιό μου, δυο μέρες μετά τη γέννηση της κόρης μου. Με τα λεφτά αυτά την παίρνω από το μαιευτήριο. Ερχόμενος στη Λάρισα αναλαμβάνω το καθημερινό χρονογράφημα στην Ελευθερία. Πρώτη σελίδα στην αρχή και μετά τρίτη. Πάντα με τον ίδιο τίτλο: Μονολογώντας…, όπως και τώρα στη larissanet… To 1986 αναλαμβάνω, μετά από πρόταση του Τάκη Δημητρακόπουλου να βγάλω τις Θεσσαλικές Επιλογές. Κυκλοφορεί στις 28 Οκτωβρίου και ταυτίστηκε με μένα…
Πόσα βιβλία έχεις εκδώσει μέχρι σήμερα;
Δεκαέξι.
Ξέρω πως αυτό τον καιρό γράφεις…
Κάθε μέρα γράφω. Αυτό τον καιρό παλεύω με ένα μυθιστόρημα. Αν είμαι καλά βιολογικά μπορεί και να τελειώσει σε έναν χρόνο. Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ξέρει που μπορεί να τον οδηγήσει ένα γραπτό. Μπορεί και πουθενά… Ξέρεις, εγώ δεν είμαι της σχολής «της έμπνευσης». Είμαι της χειρωνακτικής σχολής. Αυτός που γράφει πρέπει να χτυπάει κάρτα. Να παλεύει μόνος του, κλεισμένος στο γραφείο του, ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα και στα βιβλία του, με τις λέξεις.
Τώρα όμως γράφουν όλοι…
Η πληγή σήμερα δεν είναι ότι γράφουν πολλοί. Αυτό ίσως είναι και ευτυχία. Η πληγή είναι ότι αγοράζουν τα βιβλία μόνοι τους. Για προβολή. Για να δηλώσουν ποιητές και συγγραφείς. Για να τα δωρίσουν στην γκόμενα ή στον γκόμενο… Η μεγάλη δοκιμασία είναι το ράφι του βιβλιοπωλείου. Τα βιβλία δεν δίνονται από χέρι σε χέρι. Εκεί είναι ο στίβος. Μπορείς δηλαδή να δηλώσεις ποδοσφαιριστής αν δεν μπεις να παίξεις στο γήπεδο; Μπορείς να δηλώσεις φούρναρης αν δεν ψήσεις ψωμί στο φούρνο;
Ανεβάζει τον τόνο της φωνής του, έτοιμος να εκραγεί…
Τι σημαίνει συγγραφέας; Ποιος σε αναγόρευσε συγγραφέα; Ποιος σε αναγόρευσε ποιητή; Ο Σεφέρης κι ο Καβάφης δεν το δήλωσαν ποτέ. Είναι ηλίθιοι να πιστεύουν πως έγιναν ποιητές ή συγγραφείς επειδή αναλώνονται στα μπαρ και κάνουν λάικ στο facebook. Αντί να μονάσουν στο γραφείο και στις σελίδες των βιβλίων αναλώθηκαν σε παρέες. Είναι ηλίθιοι λοιπόν!
Γελάω και ηρεμεί. Από τον υπολογιστή του γραφείου του παίζει κλασσική μουσική, «χαλί» στην κουβέντα μας. Τον ρωτάω για τη μουσική, με σκοπό να τον καταπραΰνω κι άλλο.
«Η μουσική είναι μια ερωμένη που δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Εσύ μπορεί να την αφήσεις. Εκείνη όχι…»
Εσύ τελικά τι είσαι;
Απόπειρες κάνω. Απόπειρες με τις λέξεις. Δεν ξέρω τι είναι ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι έρωτας. Δεν ξέρω τι είναι φίλος, όπως σου είπα και στην αρχή…
Σηκώνομαι και τον καλώ δίπλα μου για να ξεπιαστούμε. Τα σημειωματάριό μου έχει γεμίσει λέξεις. Λέξεις που βγαίνουν από το στόμα ενός ανθρώπου που γράφει για τη ζωή, ζώντας την. «Πλέον αναμετριέμαι με την φθορά μου…» μου λέει, κοιτώντας μια παλιά του φωτογραφία. Ρουφάω εικόνες και γράμματα, τόσο αρμονικά συνδυασμένες σα να διαβάζω ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά μου. Η ώρα έχει περάσει. Αφήνω τον Άγγελο εκεί που τον συνάντησα. Στο εστιατόριο που τόσο αγαπάει. Μπαίνω στο αμάξι. Η ίδια διαδρομή από την ανάποδη. Τώρα, δεν βιάζεται κανένας…

H διαδρομή, οι εκδόσεις…

Το φθινόπωρο του 1971, στις εκδηλώσεις που διοργανώνονται για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821, κερδίζει Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην ποίηση.
Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις Δεδεμάδη» εφτά τόμοι με διηγήματα και νουβέλες του, που είχαν βασιστεί στα εγκληματολογικά αρχεία και χρονικά της Ελληνικής Χωροφυλακής της 25ετίας 1955-1980 με το γενικό τίτλο «Εγκλήματα στην Ελλάδα». Τα «Εγκλήματα στην Ελλάδα» είναι τα πρώτα που εισάγουν στην αστυνομική λογοτεχνία υποθέσεις που άπτονται των εγκληματολογικών χρονικών και παρουσιάζουν ρεαλιστικά την πορεία για την εξιχνίασή τους.
Έχει εκδώσει επίσης:
«ΛΟΓΟΣ πρώτος» – ποίηση (1981)
«ΛΟΓΟΣ δεύτερος» – ποίηση (1984)
«ΛΟΓΟΣ τρίτος» – ποίηση (1999)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση» – ποίηση (2011)

«Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (2002)
«Κρυφοί έρωτες» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (2004)
«Ζωές στο κόκκινο» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ.

Καληνύχτα κ. Πρόεδρε. Καληνύχτα Ελλάδα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύεται σήμερα, 25-11-2016, στην έντυπη Larissa net)

Δεν βρίσκω τι άλλο να πω, ως αποχαιρετισμό, από το «Καληνύχτα κ. Πρόεδρε», έστω κι αν κινδυνεύω να χαρακτηριστώ τιτλοκλόπος, αφού η φράση παραπέμπει και στο ομώνυμο βιβλίο του εκλεκτού Γιώργη Μασσαβέτα. Αν άλλαζα στον τίτλο το «κ. Πρόεδρε» με τη λέξη Ελλάδα κι έγραφα «Καληνύχτα Ελλάδα…», πάλι επίκαιρος θα ήμουν κ. Πρόεδρε.
Άλλωστε, το «Καληνύχτα Ελλάδα…» θα το έχεις πει κι εσύ αρκετές φορές, στοχαζόμενος το πού πάει αυτός ο τόπος. Μόνο που, ως ευπατρίδης, δεν συμφωνούσες με την κραυγαλέα κατάθεση της απογοήτευσης. Θα το έλεγες χαμηλόφωνα, θλιμμένα, κουρασμένα ίσως…
Κι εγώ κουρασμένα σ’ αποχαιρετώ, κουρασμένα αποχαιρετώ και τον τόπο κάθε φορά που τον βλέπω να μπαίνει στα βαθειά της νύχτας, μιας νύχτας τρομακτικής που τη διασχίζουν παγωμένα όνειρα κι εφιάλτες.
Στο διαδίκτυο βγήκαν από τη ναφθαλίνη του χρόνου αρκετά στιγμιότυπα της δημόσιας ζωής σου∙ ωστόσο, ένα με πόνεσε πολύ: Εκείνο με την ομιλία σου προς τον Πρόεδρο των Η.Π.Α., τον κ. Κλίντον. Ήταν ο αντίλογος στα στιγμιότυπα της πρόσφατης επίσκεψης του κ. Ομπάμα στη χώρα μας. Πιο κύριος ο Ομπάμα από τον Κλίντον, πιο φιλέλληνας… 

Όμως δεν είχε απέναντί του εσένα, που τα έπαιρνες όλα τοις μετρητοίς, παρά έναν πρωθυπουργό που φάνηκε πως ‘‘έσπαζε πλάκα’’, γενικά και αόριστα. Και δεν εννοώ τις ενδυματολογικές του επιλογές. Την αισθητική ή την έχεις ή δεν την έχεις, όπως και τους καλούς τρόπους που μας μαθαίνει η μαμά μας…
Εννοώ το χαλαρό, το ραχατλίδικο, το ‘‘δε βαριέσαι αδελφέ’’ που έβγαιναν μέσα από τις εικόνες και ήταν σαν να βεβαίωναν πως εμείς καλά περνάμε εδώ, και από το πολύ άραγμα σκυλοβαριόμαστε με την καθημερινότητά μας…
Για τούτο και το «Καληνύχτα Ελλάδα»…
Κρατώ από σένα τη μόνιμη μελαγχολία και το θλιμμένο χρώμα της φωνής σου. Μου αρκούν. Εκφράζουν ακόμα την επίγνωσή σου για την πορεία προς τα κάτω τούτης της χώρας. Μια επίγνωση που ποτέ δεν είχαν και δεν πρόκειται ν’ αποκτήσουν οι σημερινοί ηγέτες, παρά τις διαβεβαιώσεις τους για την στήριξη των αδύναμων και των πονεμένων.
Για τούτο και το «Καληνύχτα Ελλάδα»…
Δυο χρόνια τώρα, και κάθε πρωί ξυπνάμε με την απορία στα βλέφαρα. Τι άλλο θα φορολογηθεί; Τι άλλο θα περικοπεί; Γιατί τόσο μίσος απέναντι στον πολίτη; Γιατί τόση οργή απέναντι σ’ αυτούς που απλά ονειρεύονται μια καλύτερη μέρα;
Χιλιάδες ώρες, τρισεκατομμύρια λέξεις για να εξαγγελθούν μέτρα για τη φορολογία, για το πώς ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος.

Ελάχιστες - για να μην πω ούτε μια – για το πώς θα ξανανοίξουν τα μαγαζιά που έκλεισαν, για το πότε θα ξαναπιάσουν δουλειά εκείνοι που απολύθηκαν, για το πότε θα ξαναδοθούν στεγαστικά δάνεια.
Καμιά κουβέντα, κ. Πρόεδρε, για το πώς θα ξαναρχίσει η αποταμίευση στα ταπεινά νοικοκυριά, καμιά λέξη για το πότε θα μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε αυτοκίνητο ή να προγραμματίσουμε διακοπές.
Κατήφεια για τους έντιμους πολίτες, κ. Πρόεδρε. Πρόσωπα αγέλαστα στις ουρές αυτών που περιμένουν για μια ρύθμιση στη Δ.Ε.Η.
Πρόσωπα γκρίζα, ανέκφραστα, στις ουρές εκείνων που ψάχνουν να βρουν τρόπο να αποδεσμεύσουν το μικρό τους κεφάλαιο για να κινηθούν τα μαγαζάκια τους.
Οι ‘‘Γκουέρνικες’’ είναι εδώ, κ. Πρόεδρε, ολοζώντανες, αχειροποίητες, όπως κάποιες βυζαντινές τοιχογραφίες με την ‘‘Αποκαθήλωση’’ και τον ‘‘Επιτάφιο Θρήνο’’. Δεν υπερβάλω, σεμνέ ευπατρίδη της πολιτικής. Εσύ ξέρεις και από προδοσίες και από απογοητεύσεις. Ξέρεις από διαπλοκές, τις ένιωθες πίσω από την πλάτη σου…
Η Ελλάδα που αποχαιρέτησες κ. Πρόεδρε, δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα που ήξερες.[;;;] Πια δεν έχει δικαίωμα στο όνειρο η μικρή αυτή χώρα. Τότε, που κι εσύ ονειρευόσουν μαζί της, τίναζε από τα ρούχα της τις στάχτες του Εμφύλιου και κοίταζε ψηλά κατά τον ήλιο, ελπίζοντας. Τα χρόνια περνούσαν, οι προσδοκίες γίνονταν πραγματικότητες, τα καλύβια και τα ερειπωμένα σπίτια μετατρέπονταν σε διαμερίσματα και μεζονέτες, οι χωματόδρομοι ασφαλτοστρώνονταν και τα εργοστάσια έκαναν παπούτσια, σεντόνια, ρούχα, αγροτικά μηχανήματα κι ένα πλήθος ακόμα προϊόντων. Σήμερα αυτά τα εργοστάσια είναι φαντάσματα. Τοίχοι βουβοί…
 
Ο Καθηγητής Παντείου Θανάσης Διαμαντόπουλος
Χθες βράδυ, κ. Πρόεδρε, διάβασα τον επικήδειο του Καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου και ένιωσα ότι έπινα ένα ολόκληρο ποτάμι πίκρας. Είναι αδύνατο να τον παραθέσω εδώ, εκτός από ένα μικρό απόσπασμα:
«Και θα ήταν ασφαλώς πολύ καλύτερο για τον τόπο, για τη μοίρα του, για την ποιότητα των στερεοτύπων και των απαιτήσεών του από τους δημόσιους λειτουργούς, αν ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε υπάρξει, πολύ πιο νωρίς, και πρότυπο, επιλογή, αποδοχή της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που, ως εκλογικό σώμα επιρρεπές στη διαβουκόληση, στην αυθυποβολή, και την αυτ-απάτη, ποτέ δεν τον στήριξε, ποτέ δεν τον τίμησε μαζικά με την ψήφο της, αλλά την οποία αυτός εξέφρασε και εξύψωσε και προσπάθησε να εξευγενίσει, με περισσότερες από μια εκφράσεις, εκφάνσεις ή εκδηλώσεις του δημόσιου λόγου του και του δημόσιου βίου του…»
Γι’ αυτό και το μόνο που μπορούσα να πω ήταν: «Καληνύχτα Ελλάδα».
Άγγελος Πετρουλάκης