Google+ Followers

Η ιδεολογικά ύποπτη Ελένη Γκίκα


ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
---------------------------


 Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
Η Λογοτεχνία μένει ακόμα εδώ.
 


Την Ελένη Γκίκα τη γνώρισα σχεδόν πριν είκοσι χρόνια. Από τότε που έβγαινε με τον Φιλιππότη. Εκείνη δεν με γνώριζε. Και δικαιολογημένα. Γιατί εκείνη ξεδίπλωνε την εσωτερικότητα των λυγμών της πιο γόνιμα, πιο ανατρεπτικά.
Το «φέις-μπουκ» μας έδωσε την ευκαιρία μιας κάποιας προσέγγισης. Ήταν τότε που μάθαινα πως «Οι κούκλες δεν κλαίνε» (Άγκυρα, 2004).

Μέσα απ’ αυτό το υπέροχο «φέις-μπουκ», που με φέρνει πλησιέστερα στους μακρινούς φίλους, παρακολουθούσα πια, όπως και από το «Έθνος» την καλή φίλη να παλεύει με βιβλία και με γραφές, ν’ αγκαλιάζεται μαζί τους, να διασχίζει τη νύχτα του κόσμου, άλλοτε μ’ ένα παράπονο, άλλοτε μ’ ένα χαμόγελο, πάντα δοτική και υπομονετική.

Δεν χρειαζόμουν και πολλά για ν’ αποκρυπτογραφήσω τα κείμενά της. Είχα πλούσιο οπλοστάσιο πίσω μου. «Χαίρε παραμύθι μου» (Άγκυρα, 2005), «Εν αταξίαις εύτακτοι όντες» (Άγκυρα, 2006), «Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς» (Άγκυρα, 2006), «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω…» (Άγκυρα, 2006),  «Υγρός χρόνος» (Άγκυρα, 2008), «Το γράμμα που λείπει» (Άγκυρα, 2009), «Πλήθος είμαι» (Άγκυρα, 2009), «Αιώνια επιστροφή» (Ψυχογιός, 2010).

Η «Αιώνια επιστροφή» με βρήκε σε φάση δύσκολη. Πέρασα δύσκολα μαζί της, υπήρχαν νύχτες που έγδυνα εντελώς την ψυχή μου, τις ματαιωμένες επιθυμίες τις έκανα πουκάμισα για ν’ αντέξω το κρύο του κατακαλόκαιρου. Με τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» (Καλέντης, 2011) έστρωσαν τα πράγματα. Έπινα καφέ μαζί της, έτρωγα τα γλυκάκια της, χαμογελούσα υπομονετικά. Ήταν και οι γυναίκες άλλων εποχών που κουνούσαν το χέρι τους πίσω από τα παράθυρα κάποιας κουζίνας. 

Άλλωστε είχαμε γνωριστεί και από το κοντά με την Ελένη, είχε περπατήσει κι αυτή στο έργο μου, είχαμε ανακαλύψεις τις συγγένειες – όλες εξ αίματος των λέξεων και των βιβλίων.
Μετά ήρθε το Μπολερό. Ήξερα μόνο του Ραβέλ, εκείνη τη σπαραχτική επανάληψη του μοτίβου, που εντείνεται σαν επαναλαμβανόμενος οργασμός. Όμως «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» (Καλέντης, 2013), αποκάλυψε μια άλλη ικανότητα της Ελένης: Της συνθετικής∙ προσωπικά το χάρηκα, παρά τη σκληρότητα του θέματος. 


Ένα ποιητικό της επόμενη χρονιά «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» (Καλέντης, 2014) κι ένα μυθιστόρημα «Λίλιθ» (Καλέντης, 2014), με μια θάλασσα ποίησης στις σελίδες του. Μισό ράφι της βιβλιοθήκης τα βιβλία της – το δικό μου οπλοστάσιο, για την προσέγγιση της Ελένης, της Ελένης του «Έθνους», μέχρι χθες, μια και αόρατες όσο και ορατές δυνάμεις ανέστειλαν τους γάμους τους μέχρι νεωτέρας, της Ελένης του Φράκταλ, της Ελένης μιας άλλης νύχτας με το «Εν ύπνω» (ΑΩ, 2016), της Ελένης που πλέον «Ιδεολογικά ύποπτη» (Καλέντης, 2016) διασχίζει τη ναρκοθετημένη ζώνη της λογοτεχνίας, δηλώνοντας ερωμένη των δισταγμών και της αξιοπρεπείας.
«Ιδεολογικά ύποπτη» ήταν πάντα. Τώρα το γνωρίζουν πολλοί. Από έναν άντρα που ανοιγοκλείνει λογαριασμούς μαζί του, έχοντας τα μάτια της καρφωμένα στο γκρίζο κουστούμι του, μέχρι τον αξέχαστο Αντώνη, τον φίλο, τον Σουρούνη των γυναικών που λάτρεψε. Ρωμαλέες αγάπες για τον Γκας∙ εξαντλημένοι αποχαιρετισμοί για την Ελένη.

Ανατρεπτικό το βιβλίο της, ένα μπέρδεμα από διηγήματα, σημειώσεις, επιστολές, υστερόγραφα∙ καθηλωτικό. Παρών ο θάνατος στις περισσότερες σελίδες του, έστω σε λανθάνουσα κατάσταση, παρόντες και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, ζωντανοί, ηττημένοι, όμορφοι στο πείσμα της αξιοπρέπειας.
Για τους τελευταίους οι σελίδες είναι πολλές, τόσες ώστε να ορίζουν σχεδόν ολόκληρη ζωή. Με καθήλωσαν. Αναρωτήθηκα τι θα γινόμουν χωρίς αυτούς, την ευχαρίστησα σιωπηλά για τον καθρέφτη που έβαλε μπροστά μου και της έδωσα πολλά σταυρωτά φιλιά αγάπης.
Όταν ξεκίνησα να γράφω τούτο το πρόχειρο σημείωμα, η τηλεόραση στο διπλανό καθιστικό πρόβαλε το «Ταγκό των Χριστουγέννων» του φίλου Γιάννη Ξανθούλη, για εκείνον τον συγκλονιστικό ανεκπλήρωτο έρωτα του μονόχνωτου υπολοχαγού.
Άκουγα τα μουσικά θέματα του στενού φίλου και συντοπίτη μου Γιάννου Αιόλου και θυμήθηκα ένα ταξίδι μας στο Άγιο Όρος, 15 μέχρι 19 Δεκέμβρη του 1996 – ακριβώς είκοσι χρόνια πριν.
Ήταν απομεσήμερο στο ακροθαλάσσι του Βατοπεδίου. Μαζί και ο φίλος ζωγράφος Χρήστος Παπανικολάου, που εδώ και δέκα οκτώ χρόνια αγιογραφεί τις εκκλησιές του σεμνού Αναστάσιου στην Αλβανία και όχι μόνο. Ακόμα, μαζί κι ένας Πέτρος, στα 16 του τότε, που έφυγε νωρίς, τον Μάρτη του 2010 από τη ζωή. Η μουσική, λοιπόν, μου θύμισε τον Γιάννο και μετά τη συζήτησή μας: Τι μπορεί να προσφέρει στο σύγχρονο άτομο η λογοτεχνία. Η πάλη με τις λέξεις ή η τέχνη του λόγου;
Η Ελένη έδινε την απάντηση: Καμιά ενδοσκόπηση δεν πάει χαμένη.
Αν μπορούσα θα ρωτούσα τον Μπρικνέρ: Ο άνθρωπος επινόησε τη Λογοτεχνία ή η Λογοτεχνία τον «Άνθρωπο».
Επέστρεψα στην Ελένη, «νησί και γυναίκα, συγχρόνως». Διάβασα και ξαναδιάβασα κάποια αποσπάσματα. Εκείνο το «Μόνο το ανέφικτο Τώρα μένει αναλλοίωτο. Και μόνο το ανεκπλήρωτο Τότε», πολύ με παίδεψε. Και επειδή ακόμα και οι γραφές μας πασχίζουν να κρατήσουν στη ζωή το εφήμερο, θεώρησα πως έπρεπε να καταθέσω σε όσους βιβλιοταξιδεύουν,  αυτές τις γρήγορες σκέψεις, «Διότι διαθέτει και το εφήμερο την ομορφιά του».
Λοιπόν Ελένη…
Εσύ που ξέρεις πόσο σ’ αγάπησε ο άντρας με το γκρίζο κουστούμι και τη φαρδιά πράσινη καμπαρντίνα, ξέρεις και την απάντηση.
Καληνύχτα Ελένη.

Λάρισα,
Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016,
βράδυ

Δεν υπάρχουν σχόλια: