Breaking News

ΒΙΒΛΙΑ για το καλοκαίρι


---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------
 (Δημοσιεύθηκε στη Larissa net, Παρασκευή, 20-7-2018)


Yuval Noah HarariSapiens (Μια σύντομη Ιστορία του Ανθρώπου), Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.
Οι εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, μας έχουν προσφέρει σημαντικά βιβλία και μας έχουν γνωρίσει συγγραφείς πρωτοπόρους σε πολλά. Από τις πλέον πρόσφατες είναι η γνωριμία με τον Ισραηλινό Καθηγητή Ιστορίας Γιουβάλ Νώε Χαράρι, ο οποίος τολμηρά μας προτείνει μιαν άλλη ανάγνωση της ιστορίας τού ανθρώπου, επιχειρώντας να παρουσιάσει στον αναστοχασμό μας την πορεία τού πολιτισμού μέσα από μια εξέλιξη περίεργη, αλλά και θαυμαστή. Είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε αναγνώστες, που δεν συγκινούνται από εύκολα διαβάσματα και επιζητούν τις ιδιαίτερες ερμηνείες για τη ζωή.
Ο Χαράρι, όπως μας πληροφορεί ο εκδοτικός οίκος, εξειδικεύεται σε θέματα παγκόσμιας, μεσαιωνικής και στρατιωτικής ιστορίας, ενώ η έρευνά του επικεντρώνεται σε μακρο-ιστορικά ερωτήματα, όπως: Ποια είναι η σχέση μεταξύ ιστορίας και βιολογίας; Ποια είναι η ουσιώδης διαφορά των χόμο-σάπιενς και των άλλων ζώων; Υπάρχει δικαιοσύνη στην ιστορία; Έχει η ιστορία κάποια κατεύθυνση; Έχουν γίνει πιο ευτυχισμένοι οι άνθρωποι με το πέρασμα του χρόνου;
Η ματιά του απέναντι στην ιστορία του ανθρώπου είναι άλλοτε συγχωρητική, καθώς επιχειρεί με τη συγκριτική μέθοδο να ερμηνεύσει τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν, είτε από αντιπαλότητες μεταξύ των ανθρώπινων ομάδων, άλλοτε καταδικαστική, όταν θέτει ερωτήματα που αφορούν το μέλλον των πολιτικών οι οποίες εφαρμόζονται στους αγώνες κυριαρχίας τού ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον, αλλά και των ισχυρών επί των ανίσχυρων.
Είναι χαρακτηριστική η τελευταία παράγραφος του επιλόγου του, ο οποίος έχει υπότιτλο: «Το ζώο που έγινε θεός»:
«…παρά τα εντυπωσιακά πράγματα που είναι ικανοί να κάνουν οι άνθρωποι, παραμένουμε αβέβαιοι για τους στόχους μας και φαίνεται να είμαστε δυσαρεστημένοι όσο πάντα…
»Είμαστε πιο ισχυροί από ποτέ άλλοτε, αλλά δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε με αυτήν τη δύναμη. Ακόμα χειρότερα, οι άνθρωποι φαίνεται να είναι πιο ανεύθυνοι από ποτέ. Αυτοδημιούργητοι θεοί, μόνο με τους νόμους της φύσης για συντροφιά μας, δεν δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Έτσι σπέρνουμε τον όλεθρο στα ζώα και στο οικοσύστημα γύρω μας, με στόχο κυρίως την άνεση και τη διασκέδασή μας, χωρίς ποτέ να είμαστε ικανοποιημένοι.
»Υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από δυσαρεστημένους και ανεύθυνους θεούς που δεν ξέρουν τι θέλουν;»
Είναι γεγονός ότι οι θέσεις του επιδέχονται αμφισβητήσεων. Είναι όμως θέσεις που αναγκάζουν τον αναγνώστη να προβληματιστεί και αυτό είναι το κέρδος του. Απέναντι στις αφοριστικές τοποθετήσεις του, άνετα μπορούν να τοποθετηθούν διαπιστώσεις του τύπου ότι διατρέχουμε μια περίοδο που ο άνθρωπος ανησυχεί έντονα για το περιβάλλον και καταβάλει, για πρώτη φορά στην ιστορία του, τεράστιες προσπάθειες ώστε να αποκαταστήσει τις βλάβες που δημιούργησαν παλαιότερες γενιές. Οι συγγραφείς, άλλωστε, και οι διανοούμενοι, δεν έχουν ρόλο Μεσσία. Αρκεί να μπορούν να κινητοποιήσουν τον στοχασμό μας και να ευαισθητοποιήσουν τις νοητικές μας αντιδράσεις. Και ο Χαράρι το πετυχαίνει απόλυτα αυτό…

***


Μαρία Ευθυμίου: «Μόνο λίγα χιλιόμετρα - Ιστορίες για την Ιστορία» (εκδόσεις «ΠΑΤΑΚΗΣ»).
Δεν θα έλεγα πως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι η απάντηση στον Χαράρι, θα έλεγα όμως πως είναι μια νότα ελληνικής σοφίας από μια ιστορικό που θα μπορούσε να είναι διεθνής προσωπικότητα μεγάλου βεληνεκούς, αν η μικρή μας χώρα είχε το εκτόπισμα που της πρέπει στην παγκόσμια διανόηση.
Η Μαρία Ευθυμίου αποτελεί πρότυπο μετάδοσης ιστορικής γνώσης και κρίσης. Ως Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών ανατάραξε τα νερά τού καθηγητικού κατεστημένου όταν παραιτήθηκε από τον Σύλλογο Μελών Δ.Ε.Π. της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που συνοδεύτηκε από μια επιστολή – καταπέλτη για τον ευτελισμό τού συλλόγου και την κατάντια των πανεπιστημίων μας. Το βιβλίο της «Μόνο λίγα χιλιόμετρα – Ιστορίες για την Ιστορία» σπρώχνει τον αναγνώστη να υποκλιθεί απέναντι στην εκπαιδευτικό – παιδαγωγό – ιστορικό – πανεπιστημιακό, που έχει οργώσει τη Ελλάδα, δίνοντας διαλέξεις και «διδάσκοντας» ιστορία σε σχετικούς και άσχετους. Αντιγράφω ένα συγκλονιστικό απόσπασμα, σχετικό με αυτές τις μνημειώδεις διαλέξεις της για θέματα ιστορίας:
«Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου, που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτ’ άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, τη σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται, για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί, που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας, για τη μέχρι προ τριακονταετίας κραταιά ελληνική δημόσια εκπαίδευση, που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στη βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της…»
Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στη ομιλία της – ιστορική – κατά την τελετή απονομής σ’ αυτήν του «Βραβείου Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού», τον Δεκέμβριο του 2013. Στην αρχή εκείνης τής ομιλίας εντοπίζω ένα άλλο απόσπασμα: «Γεννιόμαστε εύθραυστα, θνησιγενή όντα, ωστόσο το παρελθόν που εμπεριέχεται μέσα μας, μας συνδέει με τον βαθύ χρόνο και μας εγκαθιστά στην αιωνιότητα… Ο χρόνος – η συνείδηση του χρόνου, άρα και του θανάτου – είναι αυτό που μας καθιστά συνειδητούς μετόχους της Ιστορίας…»
Πόση φιλοσοφία για το ποιοι είμαστε κρύβουν αυτές οι αράδες; Πόσες φιλοσοφικές απόψεις συνοψίζονται σ’ αυτήν τη σκέψη της Μαρίας Ευθυμίου;
Επιστρέφω στο βιβλίο, γιατί κάθε σελίδα του αποκαλύπτει σκέψεις ιδιαίτερης βαρύτητας. Η Μαρία Ευθυμίου παραδίδει μαθήματα προσωπικής αυτογνωσίας. Χωρίς την εσωτερική μας βύθιση, το ταξίδι μας στη ζωή, είναι απλά μια τουριστική βόλτα που δεν αφήνει την ελάχιστη σκόνη πίσω της. Και η αυτογνωσία είναι συνάρτηση της εσωτερικότητας. Γράφει, κλείνοντας το βιβλίο της, και απαντώντας στην ερώτηση του Μάκη Προβατά, για τους μεγάλους επαναστάτες της ανθρωπότητας.
«…η μεγαλύτερη επανάσταση συμβαίνει μέσα μας.
»Πιστεύω πως τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό, πιο σαγηνευτικό, πιο ουσιαστικό από την ενδοσκόπηση, την εσωτερική αναζήτηση του ανθρώπου. Από αυτήν τη σιωπηλή, μοναχική, καθημερινή εσωτερική συζήτηση και μάχη του.
»Γιατί, τελικά, το μεγάλο ταξίδι είναι το εσωτερικό».
Κάτω από αυτήν τη ματιά, ο δρόμος όσων πραγματεύεται η συζήτηση για την Ιστορία δεν είναι παρά «μόνο λίγα χιλιόμετρα» στα «εκατομμύρια έτη φωτός που είναι μέσα μας».
Να λοιπόν πόσο ελάχιστοι είμαστε. Και πόσο ανάγκη έχουμε την αυτογνωσία.
Η Μαρία Ευθυμίου, σελίδα τη σελίδα, ξεδιπλώνει την κριτική ματιά της με ιδιαίτερη ευαισθησία, προσεγγίζοντας τα γεγονότα μέσα από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τα ήθη και τις συνθήκες των συγκεκριμένων χρονικών σημείων.
Η ματιά της είναι τόσο διεισδυτική, όσο και περισκοπική. Εισχωρεί στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, αναζητά τον πρώτο άνθρωπο, ερμηνεύει τη διαμόρφωση των κοινωνιών, τις συνθήκες που δημιούργησαν τις θρησκείες, την οικονομία, τον πολιτισμό, αφήνοντας την κριτική ματιά της να προχωρήσει στον παγκόσμιο χάρτη και να εντοπίσει συμπτώσεις, ομοιότητες, διαφορές. Όλα αυτά με μια γλώσσα γοητευτική, σαγηνευτικά αφηγηματική.
«Η ιστορία θα είναι μονίμως υπό αναθεώρηση στο σκέλος της ερμηνείας, γιατί η κάθε εποχή, αναπόφευκτα προσεγγίζει τα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από το πρίσμα των δικών της τρεχουσών εμπειριών…», μας λέει, ενώ συμπληρώνει τον Θουκυδίδη που είχε γράψει πως «Η Ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων» μ’ έναν «άλλο υπέροχο ορισμό: ‘‘Η Ιστορία είναι ασπίς και δόρυ’’, δηλαδή σου δίνει τον τρόπο να αντιμετωπίζεις τις επιθέσεις και τις δυσκολίες της ζωής, την ίδια στιγμή που σου παρέχει τη δύναμη να κινείσαι με ορμή και σθένος προς τα εμπρός».
Εξελίσσοντας το βιβλίο με τη μορφή τής συζήτησης, επισημαίνει τα γεγονότα που υπήρξαν σταθμοί στην εξέλιξη της ανθρώπινης πορείας και – βεβαίως – του πολιτισμού, εξετάζοντάς τα με την απόλυτη κατανόηση του ιστορικού που εισχωρεί βαθιά στις αιτίες που τα γέννησαν. Τη ματιά της πάνω στα ιστορικά γεγονότα θα τη χαρακτήριζα παρηγορητική, αφού όχι μόνο συμβάλει στην κατανόησή τους, αλλά και στην κατανόηση της προσωρινότητάς μας ως έμβια όντα.
«Σφυρίζουμε ανέμελα αλλά, στο βάθος του μυαλού μας, ξέρουμε ότι είμαστε αγκαζέ με τον θάνατο κάθε στιγμή. Κι αυτό είναι η βαρύτερη συντροφιά που έχουμε. Η πιο ανεξερεύνητη. Εξ αυτού, οι θρησκείες οργανώνουν αυτό το κομμάτι του ανθρώπου.
»Το άγνωστο επέκεινα».
Στο σημείο αυτό στρέφω το βλέμμα μου στην παγκόσμια λογοτεχνία. Από το μυθιστόρημα του Πολ Όστερ «Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων» μεταφέρω ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων του Σατομπριάν: «Τούτη τη στιγμή, στην ιστορία, τα πάντα μαραίνονται σε μια μέρα∙  όποιος ζει πολύ, πεθαίνει ζωντανός. Καθώς διαβαίνουμε τη ζωή, αφήνουμε πίσω τρεις – τέσσερις εικόνες τού εαυτού μας, κάθε μια διαφορετική από τις άλλες. Τις διακρίνουμε μέσα από την ομίχλη τού παρελθόντος, σαν πορτρέτα των διαφόρων ηλικιών μας». Σ’ αυτές τις εικόνες του εαυτού μας αναζητούμε απαντήσεις για τα ερωτηματικά που γεννά η ίδια η Ιστορία. Γιατί, οι ίδιοι, είμαστε κομμάτι της.
Σχετικά με τη χώρα μας, οι θέσεις της είναι κάθετες και γενναίες. Δεν μασά τα λόγια της και δεν προσφέρει συγχωροχάρτια. Τη σχέση μας με τη Δύση τη χαρακτηρίζει σχιζοφρενική και με αδρές γραμμές παρουσιάζει τις αιτίες που τη διαμόρφωσαν. Όπως και δεν μασά τα λόγια της όταν αναφέρεται στην εθνική μας ταυτότητα: «Την εθνική ταυτότητα δεν την κάνει τόσο η συγγένεια του αίματος, όσο η πολιτισμική και συναισθηματική ταύτιση με τον άλλον. Ακριβώς γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ‘‘Έλληνες εισίν οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες’’».
Για δε τον δυτικό πολιτισμό πως «είναι ένας, κι ας έχει επιμέρους αποχρώσεις. Είναι παιδί του Χριστιανισμού, της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς – μαζί».
Θεωρώ τη Μαρία Ευθυμίου από τις πιο θαρραλέες φωνές της χώρας μας. Τουλάχιστον αυτό αντιλαμβάνομαι μετά από μισόν αιώνα περιήγησης σε ιστορικά κείμενα που πασχίζουν να ερμηνεύσουν τα πώς και τα γιατί που διατρέχουν το σώμα μας σαν ιστορική οντότητα. Διαβάζω τον πικρό στοχασμό της: «Πληρώνουμε τον Εμφύλιο με μιαν υποβόσκουσα παρατεταμένη εκδίκηση εβδομήντα χρόνων, που οδήγησε σε αντιστροφή των ηθών και στη μετατροπή του φιλότιμου και φιλόπονου Έλληνα σε ον θρασύδειλο και στρεψόδικο. Που, με μονίμως υψωμένο το δάκτυλο και το φρύδι, κατηγορεί πάντα κάποιον ή κάτι, προκειμένου να μην παραδεχθεί, με εντιμότητα και γενναιότητα, πόσο και ο ίδιος φταίει για όσα του συμβαίνουν. Που μονίμως γκρινιάζει, ασχημονεί, υβρίζει, κατηγορεί, φυγοπονεί, διαμαρτύρεται και καταστρέφει. Και μάλιστα χωρίς αιδώ και χωρίς συνείδηση των επιπτώσεων – βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων».
Το ανωτέρω απόσπασμα με οδήγησε κατευθείαν στο «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη:
«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
          τις προσκυνούμε…»
Να τες οι αλήθειες. Πριν από μας μίλησαν οι ποιητές, οι μεγάλοι. Μας τις ξεσκεπάζει και η Μαρία Ευθυμίου. Όσο κι αν η θέασή τους είναι οδυνηρή.
Μπορώ να συνεχίσω για πολύ να γράφω γι’ αυτό το βιβλίο που ανήκει στη Μαρία Ευθυμίου, αλλά και σε όλους τους σκεπτόμενους Έλληνες. Ένα βιβλίο από μια, Λαρισαία την καταγωγή, ‘‘Δασκάλα’’ Ιστορίας, που αφιέρωσε τη ζωή της στο να επιχειρεί να μας μαθαίνει Ιστορία ή να μας δείχνει τις οπτικές γωνιές απ’ τις οποίες να μελετούμε και να ερμηνεύουμε τα γεγονότα και την ίδια μας την ύπαρξη.

***

Μάνος Κοντολέων: «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», Εκδόσεις «ΠΑΤΑΚΗΣ».
Ο πολυγραφότατος Μάνος Κοντολέων επανήλθε μ’ ένα ακόμα μυθιστόρημα για τη γυναίκα. Όπως ο ίδιος σημειώνει, πλέον, δίπλα στις άλλες ηρωίδες του, την Μέλω τού «Μέλη κόλλησε στα χείλη», την Ανθή τού «Δυο φορές Άνοιξη», τη Λία τού «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», τη Στεφανία τού «Αμαρτωλή πόλη», θα στέκεται η Κασσάνδρα της «Μαύρης Άμμου», η οποία – όπως ο ίδιος αναφέρει – γίνεται «το αποτυχημένο σύμβολο της συνύπαρξης λογικής και πάθους – αυτό το μίγμα που αξίζει να έχει ο άνθρωπος, αλλά που δεν το αντέχει το κορμί του να το κουβαλά και η νόησή του να το επεξεργάζεται».
Επιλέγοντας μια γραφή αριστοτεχνικά ποιητική, κατορθώνει να συνενώσει τον λόγο των αρχαίων τραγικών Αισχύλου και Ευριπίδη, με τον ποιητικό λόγο του Ομήρου, ανασύροντας μέλη/μέρη από σπουδαίες μεταφράσεις, που έχουν χαρίσει στην Ελληνική Γραμματεία φωτισμένοι λόγιοι, όπως ο Ι. Ν. Γρυπάρης, ο Τάσος Ρούσσος, ο Δ. Μαρωνίτης, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Ν. Καζαντζάκης και ο Ι. Κακριδής.
Αυτά και μόνο αρκούν για να χαρακτηριστεί το μυθιστόρημα ως υποδειγματική ανάπλαση της Κασσάνδρας, ενός ιδιαίτερα τραγικού προσώπου του Ομηρικού Έπους, η οποία έχει μείνει στην Ελληνική Μυθολογία ως η μάντισσα που δεν γινόταν πιστευτή, εκείνη που είχε προβλέψει την καταστροφή της Τροίας, χωρίς κανείς να την πιστέψει. Πολύτιμο όργανο για να σμιλεύσει τη δική του Κασσάνδρα, οι λέξεις, διαλεγμένες με μέγιστη προσοχή, ζυγισμένες απόλυτα έτσι που να εκφράσουν τόσο την οδύνη, όσο και τον απελπισμένο γυναικείο ερωτισμό. «Θα μείνω στη μνήμη όσων θα ζήσουν μετά από μένα ως ένα θήλυ ανέραστο…», ομολογεί η Κασσάνδρα του, αφού πρώτα έχει μιλήσει για τις λέξεις:
«Ψάχνω να βρω τις λέξεις που θα θωπεύσουν τώρα εμένα. Τις λέξεις… Τις μαζεύω στο στόμα μου. Με τα δόντια μου τις δαγκώνω. Με τη γλώσσα μου τις γλείφω. Αναζητώ τις γεύσεις τους…», γράφει, καθώς ‘‘αφήνει’’ την Κασσάνδρα να ξεκινήσει την αφήγηση της ιστορίας της, όπως την αναπλάθει ο συγγραφέας.
Ο Μ. Κοντολέων δεν οικοδομεί απλά ένα μυθιστόρημα συνενώνοντας εκδοχές μύθων. Καταθέτει τις αμφισβητήσεις του, δίνοντας και μιαν άλλη λαλιά στην Κασσάνδρα του, καθώς εκείνη αναστοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη μοίρα: «Θύμα και παίγνιο – πάντα – της αλαζονείας ενός θεού. Της διαρκούς μνησικακίας του», όπως και «Η αμαρτία των ανθρώπων και η αμαρτία των θεών».
Συχνά η γραφή του σχηματοποιείται σε αφορισμούς: «Γιατί ερωτευμένος δε λες πως ‘‘υπήρξες’’. Μόνο υπάρχεις – συνεχώς», έτσι που δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση πως ο μύθος της δικής του Κασσάνδρας του χρησίμευσε μόνο για να πει ο ίδιος, ως συγγραφέας, κάποιες αλήθειες που ενδεχομένως δεν έβρισκε τρόπο πιο πρόσφορο να τις καταθέσει: «Πόσοι θεοί έχουν θρηνήσει τον θάνατο του τέκνου τους;»
«Η αξιοπρέπεια του θανάτου», διατρέχει συχνά το μυθιστόρημα, καθώς μ’ αυτόν θα αναμετρηθούν σχεδόν όλα τα πρόσωπα του μύθου, από την Εκάβη και τον Πρίαμο μέχρι τον Αγαμέμνονα και την Κασσάνδρα. Αλλά και το πρόσωπο της εξουσίας, επίσης, διατρέχει τις σελίδες, σκληρό, αντιαισθητικό: «Τελικά για να άρχεις θα πρέπει να είσαι τόσο τολμηρός όσο και θρασύς».
Ο Μάνος Κοντολέων έχει δομήσει ένα διαφορετικό μυθιστόρημα, διδάσκοντας πως ο εμπνευσμένος συγγραφέας μπορεί να δημιουργεί και έξω από τον χρόνο, αλλά και να είναι επίκαιρος όσο κανείς.
***


Φίλιπ Ροθ: «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ», εκδόσεις «ΠΟΛΙΣ».
Ο Philip Roth, που πέθανε σχετικά πρόσφατα (22-5-2018), έχει φανατικούς αναγνώστες τόσο στις ΗΠΑ, τις οποίες αντιμετωπίζει ιδιαίτερα επικριτικά, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και στη χώρα μας. Ανήκει στους μεγάλους κλασσικούς, τα «τρομερά παιδιά» της αμερικανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας.
«Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» είναι παλιό βιβλίο. Κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1967, ενώ στην Ελλάδα το 1980 από τα «Ελληνικά Γράμματα». Το 2008 κυκλοφορήθηκε και από τις εκδόσεις «ΠΟΛΙΣ». Πρόσφατα οι ίδιες εκδόσεις, «ΠΟΛΙΣ», προχώρησαν στην ανατύπωσή του και το προκλητικό, σαρκαστικό, αλλά και ξεκαρδιστικό αυτό αριστούργημα του Ροθ, περιμένει τους αναγνώστες του καλοκαιριού. Αναγνώστες, όμως,που αγαπούν τον Ροθ και δεν διστάζουν να τον διαβάσουν.
Τι είναι το σύνδρομο Πόρτνοϊ; «Διαταραχή κατά την οποία έντονες ηθικές και αλτρουιστικές ορμές συγκρούονται αδιαλείπτως με ακραίες σεξουαλικές επιθυμίες, συχνάκις διεστραμμένης φύσεως». Ο Φίλιπ Ροθ τιτλοφόρησε το βιβλίο του από ένα σύνδρομο, το οποίο απέδωσε στον βασικό του ήρωα, τον Αλεξάντερ Πόρτνοϊ. Το βιβλίο, ένας ωμός χειμαρρώδης μονόλογος για τις αντρικές εμμονές, έγινε επιτυχία, πούλησε, μεταφράστηκε. Ο όρος «σύνδρομο Πόρτνοϊ» άρχισε να χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη και να δηλώνει τον σεξομανιακό άρρενα.
Κεντρικός του άξονας ο Αλεξάντερ Πόρτνοϊ που αφηγείται στον ψυχίατρό του, Δόκτορα Σπίλφόγκελ τις παιδικές, εφηβικές και νεανικές του μνήμες, αλλά και βιώματα / εμπειρίες. Αυτά δηλαδή που επηρέασαν και καθόρισαν τη σεξουαλική του συμπεριφορά.
Ο Φίλιπ Ροθ ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ο ήρωάς του Πόρτνοϊ, επίσης. Οι εβραϊκής καταγωγής, όμως, γυναίκες τον απωθούν. Η έλξη του αφορά τις χριστιανές. Και αποθέωση της μανίας του ο αυνανισμός.
Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις: Σαρκαστικός έως και κυνικός, πληθωρικός, αλλά και λεπτολόγος αφηγητής, συχνά ευαίσθητος και τρυφερός, λάτρης του έρωτα, ανατέμνει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, αναλύει την αγωνία του, αντιμετωπίζει κριτικά την πολιτική και καυτηριάζει συμπεριφορές που βλάπτουν τον άλλον.
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα έργα του «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ», «Το βυζί», «Απάτη», «Πατρική κληρονομιά», «Το θέατρο του Σάμπαθ», «Αντίο Κολόμπους», «Η ζωή μου ως άντρα», «Αμερικανικό ειδύλλιο», «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή», «Επιχείριση Σάυλωκ», «Ζούκερμαν δεσμώτης», «Αντιζωή», «Κι ό,τι θέλει ας γίνει», «Το ζώο που ξεψυχά», «Το ανθρώπινο στίγμα», «Ο καθηγητής του πόθου», «Καθένας», «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής», «Φεύγει το φάντασμα», «Αγανάκτηση», «H ταπείνωση», «Νέμεσις».


***

Φωτεινή Τσαλίκογλου: «Ο Έλληνας ασθενής», εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ».
Το πρόβλημα με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι πως πρέπει κανείς, εκτός από ελληνικά, να ξέρει και μια άλλη γλώσσα, για να κατανοεί ξενόγλωσσες φράσεις και διαλόγους που συναντά κατά την ανάγνωση. Κατά τα άλλα, απολαμβάνει το αποσπασματικό της ύφος, το πέρα δώθε στον χρόνο, την ανατομία των συναισθημάτων. Το «Ο Έλληνας ασθενής» είναι ένα μυθιστόρημα που οι ρίζες του φυτρώνουν στην προεπαναστατική Ελλάδα, στο νησί τής Μήλου, στο γεγονός τής ανακάλυψης του αγάλματος της Αφροδίτης από τον νησιώτη  Θεόδωρο Κεντρωτά.
Η συγκεκριμένη ιστορία έχει μεταφερθεί ως εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα από τον Τάκη Θεοδωρόπουλο, με τον τίτλο «Το αριστερό χέρι τής Αφροδίτης» (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2007), κατά το οποίο, ο νησιώτης έχει το όνομα Γιώργος Κεντρώτας (ήταν όμως Θεόδωρος Κεντρωτάς ή Μποτόνης – Γιώργης ήταν ο γιος του / κατά τον Γ. Θ. Γαϊτάνο, στο Πραγματεία περί της Αφροδίτης τής Μήλου, 1928). Ως ημερομηνία αποκάλυψης είναι η 15η Απριλίου 1820.
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου επικεντρώνεται στις ζωές των διαδόχων του και ιδιαίτερα του εγγονού τού Θεόδωρου Κεντρωτά, που έζησε μια ζωή ιδιαίτερων εμπειριών.
«Ο Έλληνας ασθενής», δεν αντιγράφει τον «Άγγλο ασθενή» του Μάικλ Οντάατζε, αλλά δημιουργεί ένα μυθιστόρημα για την απώλεια, την απώλεια της στοργής, την απώλεια της αγάπης, την απώλεια της ζωής. Είναι ένα μυθιστόρημα για τους άωρους θανάτους. «Ο θάνατος υφαρπάζει από τις λέξεις τη δύναμή τους», γράφει η Τσαλίκογλου
Σαν, το άγαλμα της Αφροδίτης, να εκδικείται τη γενιά του ανθρώπου που το ξέθαψε από τη γη του, μετά από περίπου 2.000 χρόνια ύπνου, και το πούλησε, στερώντας από τον εγγονό τις αγάπες του, αλλά και την ίδια την αγάπη.
Ένα μυθιστόρημα για την παιδική ηλικία, για τις ενοχές, για όσα μυστικά μέθυσε ο πόθος: «Αλλά και για όσα μυστικά πόθησε. Είναι ο πόθος του. Είναι όσα έως τα μύχια της ψυχής του επιθύμησε». Αλλά είναι και ένα μυθιστόρημα για τη βία του πολέμου, την κτηνωδία που μετατρέπει τον άνθρωπο σε κάτι άλλο, εντελώς ξένο, εντελώς ανάξιο της ζωής.
Ο Θεόδωρος Κεντρωτάς του βιβλίου είναι ένας άνθρωπος «ασυνήθιστης καλοσύνης», που «δεν αγαπήθηκε αρκετά» και που κανείς «δεν του έδωσε το ‘‘πιο πολύ’’ που ήθελε». Είναι ο άνθρωπος που μυστικά ερωτευμένος με δωδεκάχρονη μαθήτριά του, προσπαθεί να την μπολιάσει με διδαχές άφθορες: «Η γνώση είναι μια χώρα θαυμάτων. Αν ταξιδέψεις σε αυτόν τον τόπο, δεν θα έχεις ποτέ μα ποτέ τίποτα να φοβηθείς».
Κάθε βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου με αγγίζει δυνατά. Ξέρει να γράφει, ξέρει να μπαίνει στην ψυχή του ανθρώπου. Ξέρει να βάζει τις λέξεις, τη μια δίπλα στην άλλη και να σε αναγκάζει να στοχαστείς διαφορετικά: «Η ομορφιά είναι σαν τον θάνατο. Αβάσταχτη», τόσο απλά. Το ίδιο ισχυρά με άγγιξε και το «Ο Έλληνας ασθενής», το μυθιστόρημα που μιλά μέσα από την αποστρατεία της ζωής για την ψύχωση: «Ψύχωση. Μελαγχολία. Στον μελαγχολικό ο κόσμος αδειάζει. Στον ψυχωτικό ο κόσμος τρέμει. Κάποιες φορές, το τρέμουλο σε προστατεύει από το άδειο. Κάποιες φορές, το άδειο σε προστατεύει από το τρέμουλο».


***

Νικολά Μπαρρό: «Το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα», Εκδόσεις «ΠΑΤΑΚΗΣ» (μετάφραση: Ειρήνη Αποστολάκη).
Μια αμερικανίδα βρίσκεται για λίγες μέρες στο Παρίσι. Η γνωριμία της με έναν Γάλλο καταλήγει σε μια βραδιά απεγνωσμένου έρωτα, που δεν έχει συνέχεια, αφού η νεαρή τουρίστρια επιστρέφει στην πατρίδα της και παντρεύεται τον αρραβωνιαστικό της, γίνεται μητέρα και οικοδομεί τον νέο της κόσμο. Μαζί με τη ζωή που φυτρώνει μέσα της, φυτρώνει κι ένα μυστικό. Το παιδί είναι καρπός του Γάλλου εραστή της μιας νύχτας.
Τα χρόνια περνούν. Το παιδί γίνεται άντρας. Τον μαγνητίζει η λογοτεχνία και, αφήνοντας πίσω την Αμερική και την όποια καριέρα του εξασφαλίζει η οικογενειακή παράδοση, ταξιδεύει στο Παρίσι, τη στοργική μητέρα της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Και όπως αρχαίοι μύθοι, μας θυμίζουν, η τύχη τον φέρνει απέναντι στον πατέρα του. Καταλυτικό στοιχείο αναγνώρισης ένα σημάδι, που υπάρχει στο σώμα πατέρα και γιου, στο ίδιο σημείο.
Όμως, ο συγγραφέας δεν αφηγείται έτσι απλά την ιστορία. Ο μύθος που στήνει στηρίζεται σ’ έναν κεντρικό άξονα, μια γυναίκα ανήσυχη που θέλει ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, τη Ροζαλί Λoράν, ονειροπόλα ιδιοκτήτρια ενός μικρού χαρτοπωλείου στο Σαιν Ζερµαίν, την καρδιά του Παρισιού, που σχεδιάζει ευχετήριες κάρτες, ξεχωριστές για τον καθένα και για κάθε περίσταση. Για τη γυναίκα αυτή, μια φράση του διάσημου γλύπτη Ογκύστ Ροντέν, «Ο έρωτας και η ομορφιά είναι παντού», ήταν ένα διαρκές ζητούμενο.
Η Ροζαλί είναι αυτή που κινεί όλα τα νήματα της ιστορίας, φέρνοντας το ένα πρόσωπο απέναντι στο άλλο και ανατρέποντας τις τροχιές της ζωής τους.
Ο Μπαρρό γράφει τρυφερά, με χιούμορ και αναγκάζει τον αναγνώστη να κρατήσει ανοιχτό το βιβλίο, διαβάζοντάς το απνευστί. «Το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα» είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα, για την ευγένεια των συναισθημάτων, για την ελπίδα που ανθίζει πάντα μέσα από την αξιοπρέπεια των σχέσεων.


***

Κωστής Γκιμοσούλης: «Όλες μια», Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ»
Θα ξεκινήσω με το οπισθόφυλλο και τον ίδιο τον Κωστή Γκιμοσούλη, να διευκρινίζει: «Όλα τα ποτάμια καταλήγουν στη θάλασσα και εσύ στη γυναίκα που έφτιαξες μέσα στο κεφάλι σου. Δεν «απατάς» κανέναν. Μονάχα τον εαυτό σου. Όλες είναι μία. Ή καμία, όπως λέει ένας πειρατής.
»Γυναίκες πολλές. Από ερωμένες μέχρι τη μάνα σου. Πρόσωπα κάθε ηλικίας και απόχρωσης που πέρασαν ξυστά δίπλα σου ή ήταν νταλίκες σε μετωπική. Άμα συγχωρήσεις την ψυχή σου, τότε έχεις μια πιθανότητα να σε συγχωρήσουν κι αυτές. Φτάνει να μην ξεχνάς το ποιηματάκι: «Φρούτο περίεργο η γυναίκα / είτε μία έχεις είτε δέκα».
»Από τη μια έχει ηδονή το κρύψιμο από αυτές, αδρεναλίνη το κυνήγι του θηλυκού (παρότι δεν έχει απομείνει ούτε θήραμα ούτε καραμπίνα ζωντανή), μια γαργαλιστική συνήθεια δίχως τέλος. Απ’ την άλλη γεννάει μπελάδες αυτή η ειλικρίνεια. Δεν είναι λάθος ο άλλος. Απλώς είναι διαφορετικός. Άλλοι το νιώθουν στα είκοσι. Εμένα μου πήρε πάνω από μισό αιώνα. Αλλά δεν βαριέσαι… (Όχι, δεν βαριέμαι ποτέ, γιατί ποτέ δεν είναι αργά.) Μερικοί πεθαίνουν αγνοώντας τη γεύση αυτού του κόσμου. Κανείς δεν μου χρωστάει τίποτα – όταν το σκέφτομαι αυτό χαλαρώνω».
Ο Κωστής Γκιμοσούλης εξομολογείται, λοιπόν. Ή, σωστότερα, κάνει βουτιά σε αναμνήσεις και ομολογεί. Σ’ έναν διάλογο με τη μνήμη του ανασύρει ιστορίες που στο τέλος πως όλες οι γυναίκες, μάνα, αγαπημένες, φίλες ήταν μια, εν τέλει. Γυναίκες που άφησαν ίχνη των πελμάτων τους στην άμμο, που όμως, κατά παράξενο τρόπο, η θάλασσα δεν μπόρεσε να σβήσει. Ίσως γιατί αγαπήθηκαν. Ίσως;
‘Όλα τα κεφάλαια έχουν την ένδειξη «σταγόνα», σαν να είναι μια σειρά σταγόνες που στο τέλος σχηματίζουν βροχή. Στη «δέκατη έβδομη σταγόνα», συναντώ μια κοινή φίλη. Για εκείνον, κάτι περισσότερο από φίλη. Το «Μπλε» της το αγαπώ πάντα και συχνά το χαϊδεύουν τα μάτια μου. Αχ, ρε Κωστή…
Κάποτε, «μια νύχτα με την κόκκινη», είχα πει πως ο Κωστής Γκιμοσούλης θα ξεχωρίζει πάντα. Το λέω ακόμα. Το είπα κι όταν, σελίδα τη σελίδα, ξαναβρέθηκα με την Ραφαέλ Μπιγεντού: «Πώς γίνεται κανείς να φυλαχτεί από τη γλύκα των πραγμάτων;»
Το «Όλες μια» είναι μια προσωπική μαρτυρία. Συχνά με ιδιαίτερο χιούμορ, άλλοτε με σαρκασμό, κάποιες φορές με μια διάφανη πίκρα. Την προσωπική σφραγίδα του Γκιμοσούλη τη συμπληρώνουν οι στίχοι και τα σκίτσα του, οι ιστορίες της γνωστής γάτας του. Είναι ένα βιβλίο που τον εκφράζει και εν μέρει τον ιχνογραφεί, με τον ιδιαίτερο δικό του τρόπο…

***


Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε: «Ο χαμένος παράδεισος», Εκδόσεις «ΠΑΤΑΚΗΣ».
Ένα μυθιστόρημα για την Κολομβία και την ανθρώπινη περιπέτεια της επιβίωσης. Κολομβιανός ο συγγραφέας, επιχειρεί να συστήσει τη χώρα του στον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα ελκυστικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον από κάθε άποψη.
Το να διαβάζουμε λογοτεχνία χωρών μακρινών, λιγότερο γνωστών από χώρες που έχουμε εξοικειωθεί με τη λογοτεχνία τους, λόγω της ευρύτητας των μεταφράσεων, είναι σαν να ταξιδεύουμε σ’ αυτές, σ’ ένα ταξίδι όχι μόνο στον τόπο, αλλά και στον χρόνο, και στους κατοίκους, και στα ήθη, και σ’ όλες εκείνες τις ιδιαίτερες συνθήκες, που διαμορφώνουν την εθνική και κοινωνική τους ταυτότητα.
Για τούτο και προσωπικά ευγνωμονώ τους εκδότες και τους μεταφραστές, που αποπειρώνται να μας γνωρίσουν αυτές τις λογοτεχνίες. Το πλέον πρόσφατο «ταξίδι» μου το έκανα στην Κολομβία με οδηγό τον Έκτορα Αμπάδ Φασιολίνσε μέσα από το βιβλίο του «Ο χαμένος παράδεισος»
Στέκομαι σ’ ένα απόσπασμα, από την αφήγηση ενός από τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος, του Αντόνιο: «Ταξιδεύει κανείς με το αυτοκίνητο στον αυτοκινητόδρομο παράλληλα με την όχθη του ποταμού, θαυμάζονταςτα απίστευτα πορτοκαλιά λουλούδια των ερυθρίνων, και ξαφνικά αρχίζει να βλέπει στ’ αριστερά του μια κόλαση πλασμάτων που μοιάζουν βγαλμένα από την Κόλαση του Δάντη, γυναίκες βρόμικες που κάνουν μπάνιο με το δυσώδες νερό του ποταμού, άντρες με μπερδεμένα μαλλιά που καπνίζουν μπασούκο (πολτός κοκαΐνης), παιδιά που σνιφάρουν κόλλα, ζευγάρια που αποπατούν και ζευγαρώνουν στον δρόμο, σαν ζώα, κι όλα αυτά είναι μια φρίκη, μια ντροπή γι’ αυτήν την ακμάζουσα, καθαρή, νεωτεριστική πόλη, το κόσμημα που μετατρέπηκε σε σάπια χύτρα…»
Όμως αυτές οι εικόνες δεν αναιρούν ούτε στο ελάχιστο την παθιασμένη αγάπη του συγγραφέα για το ανθρωπογενές περιβάλλον, αλλά και τη γοητεία που ασκεί ο τόπος στους συνειδητοποιημένους, εκείνους που με επίγνωση τοποθετούνται απέναντι στην ιστορία τους Παρ’ όλα αυτά, λοιπόν, ο Αντόνιο, δηλώνει για τον τόπο του: «Η Οκούλντα σε κάνει να ονειρεύεσαι, η Οκούλντα είναι σαν όνειρο που ζει. Επίσης, αν έχω φαντασιώσεις για το πώς θα είναι η ζωή μου στο μέλλον, βλέπω τον εαυτό μου πάντα να περπατάει ή να κάνει ιππασία γύρω από τη φάρμα, εκεί, μακριά από τον κόσμο, στην περιοχή όπου φυτρώνει ο καφές, σαν να μην έχω άλλη επιλογή παρά να επιστρέψω να πεθάνω εκεί ανάμεσα στις πέτρες όπου είναι θαμμένοι οι πρόγονοί μου… Ο Τζον μου έμαθε τι πάει να πει νοσταλγία. Νόστος στα ελληνικά, μου είπε, είναι επιστροφή και το άλγος πόνος, όπως ακριβώς η μυαλγία είναι ο πόνος των μυών, έτσι και η νοσταλγία είναι ο πόνος της επιστροφής…»
Ξεκινώντας την ανάγνωση, σου δημιουργείται η εικόνα πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που μιλά για τον θάνατο. Και ευθύς αμέσως, που μιλά για τα γηρατειά, με μια τρυφερότητα που συναρπάζει: «Η μαμά μου είχε μια θεωρία που πάντοτε την ακολουθούσε στη ζωή της: πως οι γέροι πρέπει ν’ αγοράζουν παρέα…»
Όμως, φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, αντιλαμβάνεσαι πως είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τα πάντα, έχουν, δεν έχουν σχέση, με την Κολομβία, γιατί ο άνθρωπος είναι ο ίδιος, είτε μάχεται για την επιβίωσή του στον βορρά, είτε στον νότο.
Το μυθιστόρημα εξελίσσεται γύρω από τρεις άξονες, τρία αδέλφια, των οποίων οι αφηγήσεις ακολουθούν και διαδέχονται η μια την άλλη. Είναι η Πιλάρ, η μεγάλη κόρη της οικογένειας, η οποία εκπροσωπεί την παράδοση και τον συντηρητισμό. Είναι αυτή που εκφράζει τη σύνεση και την προσκόλληση σε αρχές και σε ηθικούς κανόνες. Είναι η Εύα, η δεύτερη κόρη της οικογένειας, που εκφράζει το σήμερα, την προσαρμοστικότητα, την τάση της ανατροπής, που δεν φοβάται το νέο και θέλει να ζει τις επιθυμίες της. Και τέλος, είναι ο Αντόνιο, ο μικρότερος γιος της οικογένειας, που εκφράζει μια πιο ανοικτή κοινωνία, χωρίς προκαταλήψεις, με ευρύτερες ανησυχίες. Είναι γκέι και μετανάστης στη Νέα Υόρκη, αφού εκεί μπορεί να ζει ελεύθερα την προσωπική του ζωή. Στην Κολομβία επιστρέφει κάθε φορά που ο νόστος θεριεύει μέσα του και είναι αυτός που μέσα από τις αφηγήσεις του, θα ξετυλίξει την περιπέτεια εκείνων που αποφάσισαν να στήσουν την πατρίδα τους, αξιοποιώντας τη γη και το περιβάλλον της.
Τρία πρόσωπα, που αφηγούνται το καθένα από τη σκοπιά του, τη σχέση τους με τη γη, με τον έρωτα, με την ελπίδα, με την ιδέα της οικογένειας. Αφηγήσεις ιδιαίτερες, που συχνά η μια φωτίζει γεγονότα που έχουν αφήσει στη σκιά, οι άλλες. Η αφήγηση του αδελφού (Αντόνιο), που, ξεπερνώντας την κοινωνική ντροπή, περιγράφει τη ζωή του ως γκέι, είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική, και αποδεικνύει πως οι συγγραφείς, όταν έχουν την ευθύνη του λόγου που καταθέτουν, ξέρουν πώς να ξεπερνούν κάποιες κόκκινες γραμμές, και πώς να μιλούν, όλο και πιο ειλικρινά, για ένα θέμα που ακόμα καίει., όπως – για παράδειγμα – ο Πολ Έστερ στο πρόσφατο «4,3,2,1» και ο Φασιολίνσε στο «Ο χαμένος παράδεισος».
Η αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων της κάθε γενιάς, όπως αυτές εκφράζονται στα μέλη της ίδιας της οικογένειας, είναι και η περιήγηση στον «χαμένο παράδεισο» ενός βιβλίου, που καθηλώνει και προσφέρει πολλά στον αναγνώστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια