Google+ Followers

Ψηλά, το Σούλι… Χαμηλά, ο Αχέροντας…



ΜΙΚΡΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
-------------------------------------------------------------- 
 Κείμενα – φωτογραφίες: Άγγελος Πετρουλάκης

-------------------------------------------------------------

               
Από το Σούλι στον Αχέροντα…
Από τη σχεδόν πρόσφατη ιστορία
στη μυθολογία…
Σε μια περιοχή που ευτυχώς
ο τουρισμός δε μόλυνε ακόμα.
 
Το μνημείο και κάποια από τα περίπου τριακόσια πηγάδια των Σουλιωτών.
 Ευγνωμονώντας τον γιατρό – περιηγητή
Όταν πριν αρκετά χρόνια (2001), πήρα στα χέρια μου το βιβλίο «ΣΟΥΛΙ – Οδοιπορικό στον τόπο και στην ιστορία» του συμπατριώτη μας γιατρού Βασίλη Σάνδρη, ανακάλυψα μ’ έκπληξη έναν εντελώς άγνωστο τόπο, που όμως είχε τύχει να έχω επισκεφθεί αρκετές φορές μέχρι τότε. Είναι δε γεγονός πως μόνο ευγνωμοσύνη είχα να εκφράσω στον συγγραφέα, που αίφνης αποκαλύφθηκε στα μάτια μου ως δεινός σύγχρονος περιηγητής. 
Η οικία Πάνου Μπόση, αναστηλωμένη από το 1964, τυπικό δείγμα σουλιώτικου σπιτιού.
 Ο Βασίλης Σάνδρης, αν και γιατρός, που σημαίνει πως δεν έχει επαγγελματική ενασχόληση με την ιστορία, αλλά και ούτε με την ταξιδιωτική λογοτεχνία, μας έχει προσφέρει ένα εντελώς ξεχωριστό βιβλίο για την περιοχή τού Σουλίου, στηριγμένο σε δεκάδες πηγές και βασισμένο σε πληθώρα επιτόπιων επισκέψεων, που αποτελεί λαμπρό εκπρόσωπο της σύγχρονης σοβαρής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Δεν πρόκειται για τουριστικό οδηγό που καταγράφει εστιατόρια και ξενοδοχεία, αλλά για ένα εκτεταμένο και σχολαστικό οδοιπορικό στον τόπο, την ιστορία και τους ανθρώπους του, πλαισιωμένο από θαυμάσιες φωτογραφίες κι εμπλουτισμένο με αποσπάσματα άλλων οδοιπορικών από προγενέστερους ταξιδιώτες, καθώς και ιστορικών κειμένων.
Η Σαμονίβα, απ’ όπου ξεκινά η κατάβαση προς τον Αχέροντα.
 Μ’ αυτό το πολύτιμο βιβλίο στον ταξιδιωτικό σάκο, αλλά κι ένα στολίδι της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, το «Αργοναύτες» του Ηλία Βενέζη, ανηφόρισα ξανά προς το Σούλι, του οποίου το ορεινό σύμπλεγμα βρίσκεται στα όρια των Νομών Θεσπρωτίας, Πρεβέζης και Ιωαννίνων με πλησιέστερη κωμόπολη την Παραμυθιά κι επίσης κοντινή την Πάργα.
Τελευταία, επιλέγω ν’ ανεβαίνω στο Σούλι όχι από την πεζοπορική διαδρομή, θέλοντας ν’ αποφύγω την καταπόνηση, αλλά οδικώς. Τη διαδρομή της πεζοπορίας την κατηφορίζω, επιστρέφοντας στη Γλυκή. Είναι μια συγκλονιστική διαδρομή τεσσάρων ωρών, που βέβαια εγώ χρειάστηκα κάπου έξι γιατί οι πειρασμοί φωτογράφησης είναι συνεχείς και πολλοί.
Ο επισκέπτης της περιοχής μπορεί να βρει άνετα καταλύματα στις κοντινές κωμοπόλεις, όπως και στο χωριό Γλυκή που βρίσκεται στην έξοδο του Αχέροντα από τα σουλιώτικα βουνά. Στην περιοχή εκείνη έχουν αναπτυχθεί εναλλακτικές μορφές τουρισμού και πολλές επιχειρήσεις με κανό και καγιάκ αναλαμβάνουν την κάθοδο μικρού μήκους τού ποταμού, όταν αυτός διασχίζει την περιοχή τής Γλυκής.
 
Το Κούγκι με το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Διακρίνονται τα ερείπια από τα ταμπούρια των Σουλιωτών.

Από τον Άδη της μυθολογίας στους Σουλιώτες της ιστορίας
Όμως το σημαντικό δεν είναι οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού, που έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος του Αχέροντα, όσο το ότι ο επισκέπτης βρίσκεται σ’ έναν τόπο μ’ έντονη ιστορική καταγραφή και η παρουσία του άρχεται με ισχυρά μυθολογικά στοιχεία, που πασχίζουν να ερμηνεύσουν το μετά τον θάνατο ταξίδι τής ανθρώπινης ψυχής.
Τρία χιλιόμετρα μετά την Παραμυθιά, στα δεξιά του δρόμου που οδηγεί στη Γλυκή, απλώνεται μια μικρή πεδιάδα, που διασχίζεται από τον ποταμό Κωκυτό και ορίζεται από τα χωριά Ραχούλι και Σκάνδαλο.
Είναι η πεδιάδα που κατά την αρχαιότητα αναφέρεται ως Ασφόδελος Λειμών (Όμηρος κ. ά.), όπου οι ψυχές των νεκρών περιπλανιόνταν χωρίς λόγο και περίμεναν τις σπονδές αίματος που τους πρόσφεραν οι ζωντανοί.
Ο Κωκυτός (θρήνος) με τον Αχέροντα (χωρίς χαρά) ενώνονται αρκετά χιλιόμετρα μετά, λίγο πριν εκβάλουν, όπου και το φημισμένο Νεκρομαντείο. Κατά την αρχαιότητα, ολόκληρη η περιοχή είχε συνδεθεί με το βασίλειο του Άδη. Η κοιλάδα τού Αχέροντα και το Νεκρομαντείο περιγράφονται τόσο ζωντανά στην Οδύσσεια, ώστε ο Παυσανίας πίστευε πως ο Όμηρος είχε επισκεφθεί την περιοχή.
Μισό χιλιόμετρο πριν από το χωριό Γλυκή (προσεγγίζοντάς το από την πλευρά της Παραμυθιάς), ένας ικανοποιητικός ασφαλτόδρομος ανηφορίζει για τα χωριά του Σουλίου. Από τα πρώτα δυο τρία χιλιόμετρα η θέα γίνεται εκπληκτική. Τα υψώματα του Σουλίου με τις σχεδόν κάθετες πλευρές τους σε αναγκάζουν να επιστρέψεις στις, σχολικές έστω, γνώσεις για μια περιοχή που ποτίστηκε με άφθονο αίμα και γέννησε πάμπολλους θρύλους και δημοτικά τραγούδια. Χαμηλά ήδη αχνοφαίνεται η έξοδος του Αχέροντα στη Γλυκή και η πορεία του προς τη θάλασσα.
Θεόρατα βράχια για τοίχοι και μια λαμαρίνα για στέγη: Το μαντρί.
 Ο δρόμος μετά από δέκα περίπου χιλιόμετρα διακλαδίζεται. Ευθεία οδηγεί προς τα χωριά Τσαγγάρι, Κουκουλιοί και Φροσύνη, ενώ δεξιά προς τα ιστορικά χωριά του Σουλίου, όπου σήμερα μόνο η σιωπή και η ερημιά μένουν… ανθηρές. Τρία χιλιόμετρα μετά, τα πρώτα ερείπια των σπιτιών του Σουλίου είναι ορατά. Άλλα πεντακόσια μέτρα και βρισκόμαστε στο κέντρο του εναπομείναντος χωριού, με το παλιό δημοτικό σχολείο να στεγάζει την Κοινότητα του Σουλίου, τις προτομές του καλόγερου Σαμουήλ και του Φώτου Τζαβέλα, τα πηγάδια των Σουλιωτών και λίγο ψηλότερα την αναστηλωμένη οικία τού Πάνου Μπόση.
Πεντακόσια μέτρα μακρύτερα ο κοινοτικός ξενώνας. Μπορεί κάποιος να επισκεφθεί (πεζοπορώντας) τις οικίες Δαγκλή, Μπότσαρη, Τζαβέλα και άλλων ιστορικών οικογενειών, τα ερείπια των εκκλησιών Αγίου Δονάτου, Αγίου Γεωργίου, Θεοτόκου και Αγίου Νικολάου, καθώς και τα ερείπια ενός κτίσματος όπου γίνονταν οι συγκεντρώσεις των Σουλιωτών, του Βουλευτηρίου. Η κυρία Τόκα, του ταπεινού καφενείου, μας πληροφορεί πως στο χωριό μένουν πλέον μόνο πέντε οικογένειες γερόντων!


Σμιλευμένα βράχια και εμφανείς ρίζες αιωνόβιων δέντρων σε καθηλώνουν με την πλαστικότητα των σχημάτων τους στη συμβολή του ρέματος του Ντάλα με τον Αχέροντα.

 Αγγίζοντας την ιστορία…
 Το αυτοκίνητο εύκολα φτάνει μέχρι το ύψωμα όπου υπάρχει το ξωκλήσι του Αγίου Δονάτου, (όπου μαζί με το Κούγκι και την Κιάφα κατέφευγαν οι Σουλιώτες για την τελευταία άμυνά τους κατά των Τουρκαλβανών), στην πλαγιά του οποίου έχει διαμορφωθεί αμφιθεατρικός χώρος για την παρακολούθηση των εορταστικών εκδηλώσεων που γίνονται κάθε Μάιο προς τιμή και ανάμνηση των αγώνων των Σουλιωτων, στους προεπαναστατικούς χρόνους.
Ο τοπικός θρύλος λέει πως σε μια στροφή του Αχέροντα, που ο ποταμός στένευε και η ροή γίνεται ορμητική, παραμόνευε ένα θεριό κι έπρεπε να του πηγαίνουν κάθε χρόνο μια παρθένα κι ένα βόδι, για να μην μολύνει τα νερά. Μια μέρα περνούσε ο Δονάτος με το μουλάρι του, πηγαίνοντας στο καλύβι όπου ζούσε. Είδε την παρθένα να κλαίει και τη ρώτησε τι της συμβαίνει. Του είπε. Εκείνος ξεπέζεψε και κάθισε δίπλα της. Όμως, όπως ήταν κουρασμένος, τον πήρε ο ύπνος, γέρνοντας στο πλευρό της. Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε το θηρίο και η παρθένα τρομαγμένη έβαλε τα κλάματα, βλέποντας πως τελειώνει η ζωή της. Τότε, ένα της δάκρυ έπεσε στο πρόσωπο του Δονάτου και τον ξύπνησε. Ο άγιος πάλεψε με το θεριό και το σκότωσε.
Η εκκλησιαστική ιστορία αναφέρει πως ο άγιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου και ήταν επίσκοπος σε χωριά της γύρω περιοχής.
Το πέρασμα στο ρέμα του Ντάλα, που πρέπει να μπεις στο νερό για να περάσεις απέναντι.
 Από το ξωκλήσι του Αγίου Δονάτου η θέα είναι εντυπωσιακή. Απέναντι βλέπουμε το ύψωμα όπου το ιστορικό Κούγκι, με το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής (αποκαταστάθηκε το 1963), να μένει όρθιο και να θυμίζει πως στις 16 Δεκεμβρίου του 1803, κατά την παράδοση του κάστρου στα στρατεύματα του Βελή, ο καλόγερος Σαμουήλ έγραψε μια σελίδα απελπισμένου ηρωισμού, τινάζοντας στον αέρα την μπαρουταποθήκη. Μαζί του σκοτώθηκαν (κατά τον θεσσαλό Χριστόφορο Περραιβό που συμμετείχε στους αγώνες τού Σουλίου και μας παρέδωσε πολύτιμες ιστορικές καταγραφές στο βιβλίο του «Ιστορία Σουλίου και Πάργας»), δυο Σουλιώτες που είχαν αρνηθεί να φύγουν και τρεις Τούρκοι που είχαν οριστεί να παραλάβουν τα εναπομείναντα πολεμοφόδια των Σουλιωτών.
Μισής ώρας οδοιπορία οδηγεί στον αυχένα τού υψώματος Κούγκι, όπου κανείς μπορεί να δει (εκτός από την Αγία Παρασκευή) τα ερείπια της Αγίας Κυριακής και του πρόχειρου τείχους που είχαν στήσει για την άμυνά τους οι Σουλιώτες.
Επιστρέφοντας, χρησιμοποιούμε και πάλι αυτοκίνητο για να προσεγγίσουμε το ύψωμα της Κιάφας, (αφού αφήσουμε στα δεξιά μας το σχεδόν έρημο χωριό της Σαμονίβας), όπου στην κορυφή του δεσπόζει το ιστορικό κάστρο. Από το διάσελο, όπου εντυπωσιάζουν και πάλι τα πηγάδια τών Σουλιωτών, ανηφορίζουμε, πεζή πλέον, προς το ερειπωμένο κάστρο. Η θέα δεν είναι απλά πανοραμική, αλλά συγκλονιστική. Όμως η πλήρης εγκατάλειψη του κάστρου μόνο συναισθήματα θλίψης μπορεί να προκαλέσει και βέβαια έντονο προβληματισμό για το ποιο είναι το πραγματικό πρόσωπο της σύγχρονης πολιτειακής μέριμνας για ό,τι αποτελεί παρελθόν κι εκφράζει την ιστορική διαδρομή τής χώρας.
Από το διάσελο της Κιάφας, με το αυτοκίνητο φτάνουμε στον επίσης ερειπωμένο Αβαρίκο, απ’ όπου μπορεί κάποιος να επισκεφθεί το συνοικισμό Μπενούκα και να μείνει άλαλος από τη θέα τού ποταμού Αχέροντα. Στο συνοικισμό Μπενούκα, βρίσκεται και η καλύτερα διατηρημένη σουλιώτικη εκκλησία τού Αγίου Σπυρίδωνα. Από εδώ κάποιος μπορεί να πάρει το μονοπάτι που σχεδόν κυκλώνει το Σούλι και οδηγεί μετά από τέσσερις ώρες στην κοιλάδα του Λούρου (το βιβλίο του γιατρού Βασίλη Σάνδρη περιέχει με λεπτομέρειες αυτήν, αλλά και άλλες διαδρομές).
 
Η θέση Χώνια (τόπος βαθύς και καταχθόνιος κατά τον Β. Σάνδρη), του Αχέροντα.

Κατηφορίζοντας προς τον Αχέροντα
 Μια ήπια διαδρομή πεζοπορίας διάρκειας τριών ξεκούραστων ωρών περίπου ξεκινά από το χωριό Σαμονίβα (που φτάνει κανείς εύκολα με αυτοκίνητο) και τελειώνει στην έξοδο του Αχέροντα στη Γλυκή, αφού περάσει από την περίφημη Σκάλα της Τζαβέλαινας, που πριν από χρόνια το πέρασμά της προξενούσε τρόμο. Η ίδια διαδρομή μπορεί να γίνει αντίστροφα, ξεκινώντας την πεζοπορία από το χωριό Γλυκή και καταλήγοντας στη Σαμονίβα, απ’ όπου μπορεί να συνεχίσει την επίσκεψη σε Κιάφα, Κούγκι, Άγιο Δονάτο και Σούλι. Όποιον τρόπο και να διαλέξει κανείς, η διαδρομή είναι μαγευτική και χαρίζει εικόνες ιδιαίτερης έντασης.
Ο συγγραφέας κατηφορίζοντας από Σούλι προς τον Αχέροντα.
 Κατηφορίζοντας από τη Σαμονίβα μέσα  στο πυκνό δάσος τα συναισθήματα για την ελληνίδα φύση έρχονται να μουδιάσουν τη σκέψη σου. Η σιωπή διακόπτεται μόνο από τον ήχο τών βημάτων στο μονοπάτι, ενώ μετά από μια περίπου ώρα πλησιάζει στ’ αφτιά σου και ο ήχος από τρεχούμενο νερό. Ήδη χαμηλά αχνοφαίνεται το φιδωτό ρέμα τού Ντάλα, που έρχεται από τ’ ανατολικά. Αξίζει μια παράκαμψη, έστω κι αν σε βγάλει για μια και παραπάνω ώρα από την πορεία σου, για να προσεγγίσεις το ρέμα από την πλευρά όπου οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι εκμεταλλεύονται τις τεράστιες σπηλιές τού βουνού για να κατασκευάσουν τα μαντριά τους. Κάτι που θα σ’ εντυπωσιάσει είναι οι μικρόσωμες αγελάδες τις περιοχής που τις βλέπεις σκαρφαλωμένες εκεί που μόνο κατσίκια νόμιζες θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν. Και βέβαια απορείς γιατί δε συναντάς ούτε έναν άνθρωπο να συνοδεύει είτε τις αγελάδες, είτε τα κατσίκια.
Συνεχίζοντας το μονοπάτι συναντάς την κάθοδο του ποταμού Αχέροντα, με τις εκπληκτικές γλυπτικές επεμβάσεις του στα βράχια απ’ τα οποία περνά. Νερά γάργαρα και δροσερά που σε αναζωογονούν και σε προκαλούν να τα διασχίσεις. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ο Αχέροντας συναντιέται με το ρέμα τού Ντάλα που βγαίνει μέσα από πανέμορφα γλυπτικά συμπλέγματα της πέτρας. Εκεί διακόπτεται το μονοπάτι και πλέον πρέπει να περάσεις τα δυο περίπου μέτρα, που στο σημείο εκείνο έχει πλάτος το ρέμα τού Ντάλα, μπαίνοντας στο νερό, που όμως εκεί δεν έχει βάθος περισσότερο από μισό μέτρο.
Ο Αχέροντας από τη Σκάλα τής Τζαβέλαινας.

Ξαναβγαίνοντας στο μονοπάτι προχωράς έχοντας στ’ αριστερά σου τον Αχέροντα. Το σημείο ονομάζεται Χώνια και είναι ένας από τους ομορφότερους σχηματισμούς βράχων σ’ ελληνικά ποτάμια. Πέτρινες κολυμπήθρες που σε προκαλούν να βουτήξεις και να ζήσεις μια διαφορετική εμπειρία.
Λίγα μέτρα ακόμα και φτάνεις στη γέφυρα του Ντάλα, που θα σε διεκπεραιώσει στην απέναντι πλαγιά, απ’ όπου το μονοπάτι οδηγεί στη θρυλική τοποθεσία που είναι γνωστή ως Σκάλα της Τζαβέλαινας και αποτελούσε την είσοδο στο Σούλι από την πεδιάδα του Φαναρίου, όπου και το χωριό Γλυκή. Πίσω σου υψώνονται πανοραμικά το Κούγκι και η Κιάφα, ενώ κάτω στα δεξιά σου ρέει ο Αχέροντας. Εικόνες μοναδικής ομορφιάς που συνδέονται με θρύλους και λαϊκές παραδόσεις τής περιοχής.
Το μονοπάτι στη Σκάλα τής Τζαβέλαινας, που σήμερα προστατεύεται με τοιχίο και ξυλοκάγκελα.
Το θρυλικό μονοπάτι, που έμεινε με το όνομα Σκάλα τής Τζαβέλαινας, το οποίο, κατά τη λαϊκή παράδοση, μόνο η γυναίκα του Φώτου Τζαβέλα περνούσε καβάλα στο άλογό της. Και μια άλλη λαϊκή παράδοση συμπληρώνει πως κάποια φορά που το περνούσε μαζί με τη νύφη της, πιάστηκε στο βράχο η σαρμανίτσα του μωρού που είχε στην πλάτη της και γκρεμίστηκαν μαζί.  

Η Σκάλα τής Τζαβέλαινας είναι πλέον προστατευμένο με τοιχίο και ξύλινα κάγκελα μονοπάτι, ενώ για όσους φοβούνται ακόμα κι έτσι το πέρασμα, υπάρχει η σκαμμένη γαλαρία που τους οδηγεί στην έξοδο.
Είναι άγνωστο πότε ακριβώς λαξεύτηκε το μονοπάτι στον βράχο. Η τοπική παράδοση λέει πως το σκάλισαν Σουλιώτισσες που τις κρεμούσαν μέσα σε κόφες από την κορυφή τού βράχου. Επίσης πως η ονομασία «Σκάλα της Τζαβέλαινας» οφείλεται στο ότι όταν ακόμα το μονοπάτι ήταν αδιάβατο, η Τζαβέλαινα το πέρασε, πρώτη αυτή, καβάλα στο άλογο.
Σήμερα το πέρασμά του είναι ακίνδυνο, αφού έχει διαπλατυνθεί. Θυμάμαι όμως, πως όταν το πέρασα για πρώτη φορά το 1977, σου έκοβε την ανάσα. Τότε είχα επιχειρήσει ν’ ανεβώ στο Σούλι από το μονοπάτι. Ακριβώς εκεί που έβγαινε η στενωπός, είχα συναντήσει έναν γέρο Σουλιώτη, καβαλάρη, ευθυτενή, ξερακιανό, με μάτια λαμπερά. Τον ρώτησα πόσο ώρα δρόμο έχω για το Σούλι και γέλασε. «Δυο οργιές», απόσταση είπε. «Ούτε δυο τσιγάρα δρόμος…», συμπλήρωσε. Οι «δυο οργιές» ήταν μια πεζοπορία τετράωρη και αφού δυο φορές μπήκα στο ποτάμι με το νερό να φτάνει στο στήθος. Τότε κατάλαβα πόσο απρόσιτα ήταν τα βουνά του Σουλίου και πόσο δύσκολη ήταν η επικοινωνία των Σουλιωτών με τις γύρω περιοχές.
Ο Αχέροντας καθώς βγαίνει στην κοιλάδα του Φαναρίου, όπου θα συναντήσει το χωριό Γλυκή.

 Όμως, για όσους αντέχουν την πεζοπορία οι προκλήσεις συνεχίζονται. Αμέσως μετά την έξοδο από τη Σκάλα της Τζαβέλαινας υπάρχουν δυο κατηφορικά μονοπάτια, που σε κάποια σημεία τους έχουν και σκαλοπάτια, τα οποία σε οδηγούν στον Αχέροντα. Κι εδώ το τοπίο είναι μαγευτικό. Μπορείς ν’ ακολουθήσεις πλέον τον ποταμό μέσα από την κοίτη του ή από τις όχθες του και μετά από λίγα λεπτά να βγεις στα καφενεδάκια της όχθης και στις αφετηρίες του ράφτινγκ.
Βέβαια, για όποιον αποφασίσει να έχει έδρα των εξορμήσεών του την Παραμυθιά ή τη Γλυκή, τα ενδιαφέροντα της περιοχής είναι πολλά, αφού σε μισή ώρα περίπου μπορεί να βρεθεί στην πανέμορφη Πάργα, αλλά και τα Σύβοτα. Άκρως ενδιαφέρουσες, όμως, είναι και οι επισκέψεις στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερα στο Νεκρομαντείο, στη Δωδώνη που η περιοχή της θεωρείται από τον Αριστοτέλη κοιτίδα της Ελλάδος, στο Ζάλογγο, στην αρχαία Κασιώπη κ. ά., τόπους που έχουν ν’ αφηγηθούν πολλά στον καθένα μας.



















Δεν υπάρχουν σχόλια: