Google+ Followers

Η Ευρώπη τού μίσους;



Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Ο αιώνας που πέρασε, ήταν για την Ευρώπη αιώνας τού μίσους. Ξεκινώντας από τους Βαλκανικούς Πολέμους, που σταθεροποίησαν τα σύνορα των κρατών που ήδη είχαν δημιουργηθεί, με τελευταία την Αλβανία, φτάνουμε, το 1914, στον Μεγάλο Πόλεμο, πια γνωστός ως Πρώτος Παγκόσμιος, κατά τον οποίο τα ευρωπαϊκά κράτη χιμούν το ένα πάνω στο άλλο με πρωτοφανή βαρβαρότητα και αγριότητα.
Ο πόλεμος είναι ολοκληρωτικός και οι καταστροφές ασύλληπτες. Η μάχη τού Βερντέν, μόνο, άφησε πίσω της περισσότερους από 300.000 νεκρούς και 500.000 τραυματίες στρατιώτες, ενώ η μάχη τού Σομμ περισσότερους από ένα εκατομμύριο νεκρούς μέσα σε τέσσερις μήνες. Μόνο σε μια μέρα οι Βρετανοί είχαν χάσει 57.470 άντρες.
Βερντέν - Η κόλαση...
 Με το τέλος τού πολέμου η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία σχεδόν εξαφανίζεται από τον χάρτη, η Ρωσία κουτσουρεύεται εδαφικά, η Γερμανία ακρωτηριάζεται και ταπεινώνεται. Ο νέος άνθρωπος που εμφανίζεται ως Ευρωπαίος, είναι ένας άνθρωπος καταμακελεμένος, αιματοβαμμένος,  απελπισμένος.
«Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20∙ από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, τον θάνατο, τον φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ’ αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους», γράφει ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στο μνημειώδες «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον».
Οι νεκροί που έχει πίσω του ο άνθρωπος ο οποίος επιζεί τού γενικού αφανισμού, φτάνουν σε ασύλληπτους αριθμούς. Το ίδιο και οι καταστροφές σε υποδομές. Αυτός ο άνθρωπος καλείται να συνεχίσει τη ζωή του σ’ ένα περιβάλλον τρόμου, με την ταπεινωμένη Γερμανία να ψάχνει για εκδίκηση και να οδηγεί την Ευρώπη, είκοσι χρόνια μετά το τέλος τού Πρώτου Παγκοσμίου, στον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο.
Όμως, ήδη από το 1917, η Ανατολική Ευρώπη αλλάζει πρόσωπο και η Ρωσία αλλάζει τα πολιτικά δεδομένα. Το αίμα, εξακολουθεί να ρέει. Ο ρωσοπολωνικός πόλεμος, καθώς και ο ελληνοτουρκικός τού 1919-1922, ανοίγουν εκατοντάδες χιλιάδες τάφους.
***
Στη δεκαετία τού 1920, η Γερμανία γνωρίζει τον Χίτλερ, ο οποίος το 1933 γίνεται παντοδύναμος καγκελάριος και αρχίζει να δείχνει τα δόντια του. Η Ευρώπη θα βουτηχτεί ξανά στο αίμα με πρωταγωνιστή τη Γερμανία και πάλι. Αυτή τη φορά η αγριότητα ξεπερνά κάθε φαντασία. Ο θάνατος δεν περιορίζεται μόνο στα πεδία τών συγκρούσεων, αλλά αφανίζει και τους άμαχους πληθυσμούς. «Η τελική λύση» είναι παράγωγο της Γερμανίας τού Χίτλερ και των συνεργατών των, και τα 5.000.000 και πλέον θύματα των Εβραίων, αφηγούνται μια ασύλληπτη βαρβαρότητα, που ξεπερνά ακόμα και τα όρια τής γενοκτονίας.
Η τελική νίκη τής Δημοκρατίας απέναντι στον Φασισμό και τον Ναζισμό, δεν σήμανε και το τέλος τών αναταράξεων, αφού ακολουθεί η αιματηρή είσοδος της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη και η εγκαθίδρυση των κομμουνιστικών καθεστώτων.
Η εγκατάσταση των κομμουνιστικών καθεστώτων σε Πολωνία, Ουγγαρία και τις άλλες ανατολικές χώρες δεν έγινε αναίμακτα. Νέα ποτάμια αίματος για την υπόταξη των αντιφρονούντων, καθώς ο σοβιετικός στρατός προχωρούσε προς το Βερολίνο, βαφτίζοντας όλους όσοι αντιδρούσαν στην επικράτηση του καθεστώτος που επιδίωκαν οι στρατηγοί του Στάλιν, ως φιλοναζί και συνεργάτες των Γερμανών και εξοντώνοντάς τους. Άλλωστε στην Πολωνία οι Ρώσοι είχαν αφήσει παρακαταθήκες θανάτου, με τη σφαγή τού Κατίν, το 1939, και τη δολοφονία των 21.000 Πολωνών αξιωματικών. Βέβαια, οι σφαγές στο Πόζναν της Πολωνίας κατά τη νικηφόρα προέλαση του Σοβιετικού Στρατού, ξεπέρασαν κατά πολύ το Κατίν, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
Κατίν - Η ντροπή της ιστορίας...
 Ακολουθεί η άλλη μορφή αντιπαράθεσης, που έμεινε στην Ιστορία ως Ψυχρός Πόλεμος. Οι κτηνωδίες συνεχίζουν να υπάρχουν, αλλά πλέον αυτές είναι εσωτερική υπόθεση της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της. Οι χιλιάδες νεκροί αφορούν πλέον μόνο τους «αντιφρονούντες». Πρώτη θερμή αναμέτρηση του πολέμου αυτού, θεωρείται ο Ελληνικός Εμφύλιος.
Όμως, από το 1989 και μετά, ο ερυθρός ολοκληρωτισμός, (ο Κομμουνισμός δηλαδή), σαρώνεται εκ των έσω, και η Ευρώπη μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι, σχεδόν στο σύνολό της, είναι περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατική.
Δημοκρατική μεν, κουρασμένη δε.
Εξαντλημένο και το όνειρο για μιαν ενωμένη Ευρώπη, ένα όνειρο που αχνοφάνηκε μετά το 1950 και πήρε σάρκα και οστά μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Πρωταγωνιστής στη νέα κατάσταση, η Γερμανία. Για τρίτη φορά μέσα σ’ έναν αιώνα, αναδείχτηκε ο μεγάλος παίκτης. Ειρηνικά αυτήν τη φορά. Αυτή τη φορά, το υπερόπλο της ήταν η Οικονομία. Δυστυχώς.
 Καραμανλής και Αντενάουερ. Βόννη, 1959.
 Το 1987 ο Γάλλος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν μιλούσε για μια Ευρώπη «διαλογική». Έλεγε πως η Ευρώπη πρέπει να είναι ικανή να εκφράσει, να πραγματοποιήσει, να παρουσιάσει ένα πράγμα και το αντίθετό του, να ωθήσει τη διαλεκτική στο υψηλότερο επίπεδο: «Το ευρωπαϊκό πνεύμα δεν έγκειται μόνο στον πλουραλισμό και την αλλαγή, αλλά στον διάλογο των πλουραλισμών που γεννούν την αλλαγή. Δεν έγκειται στη γέννηση του νέου ως τέτοιου, αλλά στον ανταγωνισμό του παλαιού με το νέο».
Η Ευρώπη, μπαίνοντας στον 21ο αιώνα αφήνει πίσω της ένα «παλαιό» που έχει κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές 20 χρόνια ιταλικού φασισμού, 12 χρόνια γερμανικού ναζισμού και 6 χρόνια χιτλερισμού (με εκατομμύρια νεκρούς εκτός Γερμανίας), 7 χρόνια εθνικοχριστιανισμού στην Ελλάδα, 36 χρόνια φρανκισμού στην Ισπανία, 48 χρόνια σαλασαρισμού στην Πορτογαλία, 74 χρόνια κομμουνισμού στη Ρωσία, 40 χρόνια κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη, με τη φιλελεύθερη δημοκρατία να θριαμβεύει, με σύνορα ανοιχτά και κοινό νόμισμα. Θα έπρεπε να χαμογελά…
***
Η μικρή Ελλάδα, βγαίνοντας από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ν’ αντιμετωπίσει τη δική της εσωτερική αθλιότητα∙ έναν άλλο εφιαλτικό πόλεμο, τον Εμφύλιο, αλλά και, λίγο αργότερα, μια δικτατορία. Το όνειρό της για ανάπτυξη άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μέσα από λαϊκίστικες μεθόδους, με πολιτικές ηγεσίες που έπεσαν θύματα των ίδιων των έργων τους. Μέχρι που κάποια μέρα αποδείχθηκε πως το όνειρο αυτό ήταν μια μεγάλη φούσκα.
Η φούσκα έσκασε και, πλέον, όσοι από τους ξένους είχαν βοηθήσει τη δημιουργία της με τον δανεισμό μας, μας ζητούν τα δικαιούμενα. Άλλωστε ποτέ κανείς δεν χαρίζει δανεικά. Όπως ποτέ κανείς δεν δανείζει με φιλόστοργα αισθήματα. Φιλικά, ναι, φιλόστοργα, όχι.  Με τη Γερμανία να κρατά το κλειδί τής… ευτυχίας. Μια Γερμανία που πλέον ξέρει καλά τι χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να ορθοποδήσει, αλλά δεν το εφαρμόζει, οδηγώντας την Ελλάδα στην πλήρη καταστροφή. Γιατί;
Σόιμπλε, ο ρυθμιστής...
 Η προσωπική μου άποψη θ’ ακουστεί απλοϊκή: Η Γερμανία, δηλαδή το δίδυμο Μέρκελ - Σόιμπλε, εκδικείται. Εκδικείται όλους όσοι τη διαολόστελναν και την απειλούσαν. Όλους όσοι πίστευαν πως θα την ταπείνωναν. Και πλέον παίρνει το αίμα της πίσω. Και μάλιστα με μεγάλες ρουφηξιές. Αδιαφορώντας αν την πολιτική της την εισπράττει ένας ολόκληρος λαός, και όχι μόνο εκείνοι που φώναζαν «go back κυρία Μέρκελ».
Ο κ. Τσίπρας στις 8.39 το πρωί τής 2ας Μαΐου του 2014, με ανάρτηση στο twitter έγραφε: «Go back, κυρία Μέρκελ, κύριε Σόιμπλε, κυρίες & κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν είναι πειραματόζωο».
Τελικά, η Γερμανία, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά εδραίωσε ακόμα περισσότερο την κατοχή της, έτσι ώστε όλες οι αποφάσεις που παίρνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να απηχούν τη θέληση τού κ. Σόιμπλε, έστω και αν κάποιοι ηγέτες άλλων χωρών έχουν άλλη άποψη. Αλλά, η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, τραβώντας το αυτί τού πρωθυπουργού Τσίπρα, έδιναν μια γερή γροθιά στο στομάχι τού απλού Έλληνα πολίτη. Και αυτό είναι άδικο.


***
Η Ελλάδα συνεχίζει να αναστενάζει. Ο αναστεναγμός της είναι διαρκής και οδυνηρός. Πληρώνει δικά της λάθη τού παρελθόντος, αλλά κι ένα μίσος εκδίκησης. Είναι άγνωστο πού θα οδηγήσει η εξαθλίωση. Ο Γερμανός πολιτικός δεν θέλει να καταλάβει ότι πριν από μισόν αιώνα η Ελλάδα συγχώρησε τα εγκλήματα της πατρίδας του απέναντι στους Έλληνες, και πως οφείλει κι αυτός με τη σειρά του να συγχωρήσει μιαν άφρονα πολιτική τών Ελλήνων. Είναι το ελάχιστο που οφείλει να κάμει, δεδομένων όλων εκείνων των ανήκουστων που η πατρίδα του έπραξε εις βάρος μας στον Δεύτερο Παγκόσμιο. Αλλά και δεδομένης της συνενοχής και της δικής του πατρίδας, η οποία σιωπηλά επικροτούσε τις διαπλοκές τών γερμανικών εταιρειών με τους Έλληνες πολιτικούς.
Στην ελληνική φούσκα είχαν το μερτικό τους και οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες, πολιτικοί, δανειστές, καθώς και εταιρείες. Με το αζημίωτο. Τώρα, όλοι αυτοί ζητούν να πληρώσει τα σπασμένα ο ελληνικός λαός, όχι οι εταίροι τους, δηλαδή οι πολιτικοί. Ίσως μ’ αυτούς παραμένουν ακόμα φίλοι. Ίσως και να έχουν κοινά συμφέροντα. Όμως η εξαθλίωση της κοινωνίας απειλεί και τις δικές τους ισορροπίες.
Δυστυχώς, η δική μας φωνή δεν φτάνει μέχρι τ’ αφτιά τού Σόιμπλε. Αν έφτανε, θα του θύμιζα πως και ο Χίτλερ κάποτε κρατούσε στα χέρια του την τύχη πολλών λαών. Ανάμεσα στα τόσα δεινά που προκάλεσαν οι συμπατριώτες του στη χώρα μας, ήταν και η καταλήστευση του πλούτου της. Όμως, το τέλος τού Χίτλερ ήταν τραγικό. Όπως και πολλών συνεργατών του. Αυτό το τέλος θα του θύμιζα. Θα του θύμιζα επίσης πως στο τέλος τού πολέμου η Γερμανία ισοπεδώθηκε από τους Σοβιετικούς, κατά βάση, τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς. Όχι από τους Έλληνες. Η Ελλάδα δεν προξένησε ζημιές εκδίκησης στους ηττηθέντες. Και οι αποζημιώσεις που της δόθηκαν ήταν ψίχουλα, μπροστά στην ερήμωση που είχε υποστεί, όχι μόνο με ευθύνη ενός ανθρώπου, του Χίτλερ, αλλά δεκάδων χιλιάδων πιστών του, που πολεμούσαν για τη μεγάλη Γερμανία.
***
Είναι άδικο για τους Έλληνες να εφαρμοστεί και γι’ αυτούς η πολιτική μιας ιδιόμορφης «τελικής λύσης». Η Ελλάδα πρέπει να στηριχθεί και να υποστηριχθεί. Η Ευρώπη πρέπει να μεταθέσει τα σύνορά της στο Αιγαίο, απαλλάσσοντας την Ελλάδα από τις εξοπλιστικές της ανάγκες. Η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στον ελληνικό πολιτισμό τού Αιγαίου, να τον αναδείξει. Να διαφυλάξει την ελληνική παράδοση, την ελληνική διατροφή, τα ελληνικά προϊόντα. Πρέπει να «αναγκάσει» τους Έλληνες να γίνουν πρωτοπορία και να διδάξουν τη φιλοσοφία τού φωτός. Έχει τους τρόπους, μπορεί να βρει τα μοντέλα. Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται την Ελλάδα, όχι για τις δεκάρες της, αλλά για έναν βαθύτερο συνεκτικό ιστό, που ξεκίνησε πριν 3.000 και αφυπνίστηκε μετά από έναν βαθύ και μακρύ ύπνο, με την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό.
Χωρίς την Ελλάδα η Ευρώπη θα μείνει με τους φιλοσόφους τών αδιεξόδων, με τους οικονομολόγους τών ψυχοφαρμάκων, τους έγκλειστους των βροχερών πρωινών και των μουντών ουρανών. Δεν έχει η Ευρώπη ακρογιάλια για να περπατά ξυπόλητος ο ερωτευμένος άνθρωπος τις γλυκές νύχτες τού καλοκαιριού, ούτε τις νοστιμιές τού ελληνικού μπαρμπουνιού και του κρίταμου.
Το 1945 όταν οι νέοι Γερμανοί ηγέτες πήραν τις τύχες τής κατεστραμμένης πατρίδας τους στους ώμους τους, έσπευσαν να ξεκαθαρίσουν ότι όλοι οι Γερμανοί δεν ήταν Ναζί και ότι από τους Ναζί υπέφεραν και οι Γερμανοί. Τον Αντενάουερ τον θυμάται η ευρωπαϊκή ιστορία.
Και οι νικητές έδειξαν μεγαλοψυχία και γενναιοδωρία.
Το 2017 οι Γερμανοί και οι δορυφόροι τους οφείλουν να παραδεχτούν ότι δεν είναι όλοι οι Έλληνες ιδεοληπτικοί και ανακόλουθοι, και κλέφτες. Οφείλουν να παραδεχτούν πως η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού είναι τίμιοι πολίτες, εργατικοί και φιλοπρόοδοι. Και έχουν χρέος να τους προστατεύσουν.
Έχουν πολλά να διδαχτούν, ακόμα, από τους Έλληνες, όχι τους μιζαδόρους που συνεργάστηκαν στον παρελθόν, αλλά τους αξιοπρεπείς και τους υπερήφανους. Γιατί δεν το κάνουν; Θέλουν να κρύψουν και δικές τους ατασθαλίες; Είναι, οι πολιτικοί, υποχείρια των βιομηχάνων; Είναι τόσο το μένος τους για εκδίκηση;
Στη Γαλλία ένας αντισυμβατικός νεαρός, που δεν ντράπηκε να βρει την ερωτική στοργή σε μια γυναίκα που θα μπορούσε να ήταν μαμά του, υπόσχεται το όραμα μιας νέας Ευρώπης, χωρίς δεσμεύσεις από ιδεοληψίες. Ίσως να είναι ο άνθρωπος που θα δείξει έναν νέο δρόμο, αυτόν που δεν θέλει ν’ ανακαλύψει ο ορθολογιστής Σόιμπλε…
Για να πάψει να είναι η Ευρώπη σαλόνια του μίσους…
Μακρόν. Η ελπίδα;










Άωροι θάνατοι θρασύδειλης δολοφονίας…



---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------
ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

…και ξαφνικά τα θύματα των εγκληματιών
δεν ήταν απλά άμαχοι, ήταν παιδιά.
Εν ονόματι ενός θεού,
εν ονόματι ενός άλλου πολιτισμού.

Πιθανότατα, κάποια απ’ τα θύματα, να μην είχαν προλάβει να διδαχτούν πως πέρα απ’ το Μάντσεστερ υπήρχε ένας άλλος, τεράστιος, κόσμος με ανθρώπους που δεν πίστευαν στον ίδιο με τον δικό τους θεό. Κάποια από τα οχτάχρονα ή εννιάχρονα θύματα να μην ήξεραν πως εκτός από τον δικό τους τρόπο ζωής, υπήρχαν και άλλοι, στους οποίους οι μαμάδες τους δεν θα μπορούσαν να φορέσουν μπικίνι, ούτε οι μπαμπάδες τους να πλύνουν πιάτα, ούτε οι γιαγιάδες τους να οδηγούν αυτοκίνητο. Αν ζούσαν, θα τα μάθαιναν κάποια χρόνια αργότερα.
Οκτάχρονα και εννιάχρονα θύματα;
Πού να ψάξει κανείς για να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του; Σε ποιο λεξικό;
Αλλά μήπως για τα οκτάχρονα που βρίσκουν μαζικό θάνατο στη Συρία ή που έχουν βρει θάνατο στις διάφορες επιθέσεις τού Πολέμου του Κόλπου και των άλλων επεμβάσεων της «Δύσης», παλιότερα, βρίσκονται λέξεις ικανές να εκφράσουν την κτηνωδία;

Μάιος 2017…
Η δολοφονική επίθεση στο Μάντσεστερ δεν μπορεί να θεωρηθεί επίθεση κατά του Δυτικού Πολιτισμού, κατά των αλλοθρήσκων, κατά της αποικιοκρατίας των Βρετανών. Ήταν επίθεση κατά της ίδιας της έννοιας του ανθρώπου.
«Σε σκοτώνω μόνο και μόνο γιατί δεν είσαι όμοιός μου». Μόνο αυτό μπορεί να ισχύει ως κίνητρο.
«Μπορεί εσύ να ψηφίζεις νόμους για την προστασία τού ‘‘Άλλου’’, εγώ όμως, αν και ο ίδιος ‘‘Άλλος’’, δεν σου αναγνωρίζω το δικαίωμα να υπάρχεις».
Η διαστροφή μιας θρησκείας στα μέτρα ενός πολιτισμού; Ή η διαστροφή ενός πολιτισμού στα μέτρα μιας στρεβλωμένης θρησκείας; Όποια και να είναι η απάντηση, οι νεκροί δεν επιστρέφουν. Τα παιδιά εκείνα δεν θα πάνε ξανά στο σχολείο, δεν θα μπουν στην ενηλικίωση. Άωροι θάνατοι θρασύδειλης δολοφονίας…
Η Ευρώπη γνώρισε πολλούς πολιτικούς φιλοσόφους που ευλόγησαν την τρομοκρατία. Ούτως ή άλλως, η Ευρώπη πάντα ήταν ένα τεράστιο και ανεξέλεγκτο περιβόλι για την καλλιέργεια και των πιο διεστραμμένων ιδεών. Σαρτρ, Ντεριντά, Φουκώ, Μαρκούζε και άλλοι πολλοί. Κανείς τους όμως δεν θα επιχειρούσε να δικαιολογήσει μια όμοια πράξη βίας, ή μια πράξη βίας στο μετρό, ή σ’ ένα μπαρ, σ’ έναν τόπο συγκέντρωσης πολιτών. Και τούτο γιατί η βία αυτή δεν στρέφεται κατά της εξουσίας, κατά των ηγεμόνων. Θύματά της είναι πολίτες που ελάχιστα συμμετέχουν στα πολιτικά δρώμενα ή και καθόλου.

Αυτές οι πράξεις είναι αχαρακτήριστη τρομοκρατία, ειδεχθής, και ως προς τη σύλληψη και ως προς την εκτέλεση, κούφια από ιδεολογίες, νοσηρή, έγκλημα χωρίς ταυτότητα, με μοναδικά χαρακτηριστικά τη δειλία και την παραφροσύνη. Χωρίς να εξυπηρετεί κανέναν επαναστατικό σκοπό.
Από τη στοχευμένη (;) τρομοκρατία τής Αλ Κάιντα στην αψυχολόγητη τρομοκρατία τού Ισλαμικού Κράτους, ο δρόμος έχει στρωθεί με αναρίθμητα πτώματα. Οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών εξαντλούνται σε συναγερμούς και αστυνομικά προληπτικά μέτρα, τα οποία μπορούν οποιαδήποτε στιγμή ν’ αποδειχθούν ανώφελα. Αν οι παρανοϊκοί τρομοκράτες θελήσουν να σκορπίσουν θάνατο, θα το κάνουν. Αν όχι σε μετρό ή σε μια συναυλία∙ χώρους φυλασσόμενους, σ’ ένα σούπερ μάρκετ, σε μια εκκλησία, σ’ ένα νηπιαγωγείο.
Είναι αδύνατο για τις υπηρεσίες ασφαλείας ενός κράτους να προστατεύσει τόσους «στόχους», όσες και οι κοινωνικές δραστηριότητες. Ήταν το Παρίσι, η Νίκαια, η Κωνσταντινούπολη, το Βερολίνο και τώρα το Μάντσεστερ. Αύριο μπορεί να είναι η Χάγη, η Αμβέρσα, το Πέζαρο, η Φλώρινα. Αφού κάθε τι στην Ευρώπη μπορεί να είναι στόχος, ο κίνδυνος είναι παντού. Ακόμα και σε μια παραλία, όπου οι Ευρωπαίες δεν διστάζουν να βγάλουν το στήθος τους γυμνό, ακόμα και σ’ ένα ξενοδοχείο που καταφεύγουν παράνομα ζευγάρια. Άλλωστε για τους Ισλαμιστές είναι θανάσιμο αμάρτημα το γυμνό γυναικείο στήθος ή το ελεύθερο σεξ.
Ίσως εκείνο που είναι δυνατόν για τις κυβερνήσεις είναι ο έλεγχος των εξοπλισμών τού Ισλαμικού Κράτους. Κάποιοι τού πουλούν όπλα. Κάποιοι κατασκευάζουν αυτά τα όπλα. Κάποιοι δίνουν στέγη στους «μάρτυρές» του. Κάποιοι χορηγούν διαβατήρια. Κάποιους δρόμους ακολουθούν για να φτάσουν από τα κέντρα εκπαίδευσης στην Ευρώπη.
Ας καταλάβουν, κάποιοι, πως το Ισλαμικό Κράτος επιτίθεται, πως έχει κηρύξει πόλεμο και ας αμυνθούν σοβαρά. Όχι με απλές περιπολίες αστυνομικών.
Ίσως, βέβαια, όλα αυτά να συμβαίνουν. Ίσως ήδη ν’ αποφέρουν καρπούς που εμείς δεν ξέρουμε. Αλλά και που ξέρουμε πως προχθές κάποια παιδάκια πέθαναν σε μια τρομοκρατική ενέργεια, δεν είναι και λίγο…

Μη λυπάσαι...





Ως άνεμος παγιδευμένος κάτω απ’ το λευκό σου πουκάμισο, να χαϊδεύω το στήθος σου, να εισχωρώ στα κύτταρά σου, να προχωρώ στις μυστικές πτυχές του ονείρου και να υπόσχομαι στις νύχτες σου πως θα υπάρχω, έστω ως έσχατος θεατής των παραστάσεών σου...
       

Ώρες παρελθόντος
ανερμήνευτες με τους κώδικες
των καθημερινών διαδικασιών.
Κάθιδρες μνήμες σε μετόπες ναών
και ναοί προς τιμήν της μνήμης σου.
Μνημονεύω το αβέβαιο βήμα σου,
το τρέμουλο των χειλιών σου,
το δάκρυ που έπαιρνα με τα χείλη
από ρείθρα των ματιών σου.

Μη λυπάσαι.
Υπάρχεις ακόμα στις ανατολές της Μονεμβασιάς,
στα ρόδινα και τα πορτοκαλιά,
στα φούξια και στα μενεξεδιά,
ανεμίζοντας έναν οργασμό συντελειακό.

Μη λυπάσαι.
Υπάρχεις ακόμα στις στροφές των δρόμων,
με τα στήθη σου γυμνωμένα στους πόθους
και στα βλέμματα των γλάρων.

                                  
Εσύ το μεγάλο και το μικρό μιας ουσίας ζωής
εγκλωβισμένης στ’ ανάγλυφα που σμίλεψε η επιθυμία μου.
------------------------------- 
Από τη συλλογή "ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση",
Λάρισα 2011,
με σχέδια του Χρήστου Παπανικολάου
 






Και η ακίνητη φιγούρα του Πέτρου, στο κάδρο...





Ανάμεσα στις ερειπωμένες λέξεις και στα αποσιωπητικά σχηματοποιείται η διαίσθηση για την έλευση ενός ακόμα χειμώνα. Μυρίζω το ρούχο σου, που ανακάλυψα ξεφυλλίζοντας παλιούς ημεροδείχτες και βεβαιώνομαι πως οι νύχτες ταρίχευσαν καλά τις εικόνες σου.
Κλείνω το παράθυρο και συν-ομιλώ με τις ακίνητες φιγούρες των κάδρων, με τον Πέτρο που ταξίδεψε άωρα και τις κόκκινες πινελιές που σκιάζουν το πρόσωπό του.

                             Σε στάχτες μέσα
                             ανακαλύπτω ένα τραγούδι
                             κι ένα καψαλισμένο φτερό...
                             Πλημμύρισαν κόκκινο οι ρωγμές του χρόνου.

   Θα υπάρχεις - μ’ ακούς; - το ουρλιάζω τις νύχτες,
            που γυρίζω σαν λύκος στο σκοτάδι των έρημων δρόμων,
ρινηλατώντας την απουσία σου.

Παραφρονώ, μιλώ με τ’ ασχημάτιστα
και προχωρώ με τα χέρια στην έκταση,
                                               - σχήμα του σταυρού -
σώμα εσταυρωμένο στην απέλπιδα δύση μου.

Εκτροχιασμένες θύμησες
κι επιστροφές εκεί όπου υποπτεύομαι
πως ανασαίνεις τη νύχτα.

Σε κόγχη ερειπωμένης εκκλησίας
ανακαλύπτω τα μάτια σου
και κρατώ το δάκρυ σου μόνο
και νιώθω πως σ’ έχω εγώ
κι όχι οι άλλοι που κρατάνε το γέλιο σου
και νιώθω πως σ’ έχω μονάχα εγώ,
που ξέπλυνα το αίμα και τη σκόνη απ’ τα πόδια σου.

Το άδειο πουκάμισο της Ελένης για κείνους,
το Ίλιον του έρωτα και του θανάτου για μένα.  
-------------------- 
Από τη συλλογή "ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση",
Λάρισα, 2011,
με σχέδια του Χρήστου Παπανικολάου. 

Ο Γιάννης Καλπούζος στον στίβο του διηγήματος



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
-------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη



Γιάννης Καλπούζος:
«Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ»
Από τις εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»


Το διήγημα είναι ίσως το δυσκολότερο άθλημα της πεζογραφίας. Απαιτεί από τον συγγραφέα προσήλωση στο ελάχιστο. Δεν συγχωρεί χαλάρωση, ούτε ανιχνεύσεις στο άπειρο. Αναγκάζει τον συγγραφέα ό,τι έχει να δώσει, να το δώσει σύντομα και πυκνά. Με γραφή συμπυκνωμένη δηλαδή.
Στον χώρο του ελληνικού διηγήματος μπορεί να εντοπίσει κανείς μαργαριτάρια. Γραφές που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και για την πρωτοτυπία τής αφήγησης. Γραφές ιδιαίτερα εσωτερικές, που μπορούν και να είναι εξομολογήσεις τού συγγραφέα, καθώς διακατέχεται από τη συνεχή αγωνία να ορίζει τη θέση του μέσα στον χρόνο.
Ένα όμοιο κόσμημα ήρθε, προσφάτως, στα χέρια μου. Πρόκειται για το «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», του Γιάννη Καλπούζου, συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Ιμαρέτ» και άλλων γόνιμων μυθιστορημάτων («Σέρρα», «Ό,τι αγαπάω είναι δικό σου» κ. ά.).

Πρόκειται για επανέκδοση του «Μόνο να τους άγγιζα», δεκαπέντα χρόνια μετά την έκδοση του «Κέδρου» (την οποία και ανακάλυψα κάπου στα πάνω – πάνω ράφια της βιβλιοθήκης), που όμως έχει εμπλουτιστεί «ποικιλοτρόπως» κατά τη σημείωση του συγγραφέα με «ένα νέο διήγημα και μια σύγχρονη παραλογή».
Με συνεπήρε από την πρώτη φράση τού πρώτου διηγήματος, που έχει δώσει τον τίτλο του και στο βιβλίο: «Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας». Φανερόν ή κεκαλυμμένο, τον συνάντησα πολλές φορές τον έρωτα στο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Και θανατηφόρο επίσης. Όπως συνάντησα την ψυχή του συγγραφέα να ξεγυμνώνεται, έτσι όπως μόνο μέσα από ένα διήγημα μπορεί.
Εσωτερικοί μονόλογοι, χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Ενδοσκοπήσεις που συγκλονίζουν. Ο εξωστρεφής συγγραφέας τού «Σέρρα», πλήρως μεταλλαγμένος, εμφανίζεται σε μια συνεχή καταβύθιση, καθώς αναζητά το στίγμα του σε σχέση με τη ζωή. Ή, καθώς προσπαθεί να αναπλάσει το σημαντικό σε τίποτα και το αντίστροφο. «Γιατί το σημαντικό πολλές φορές κρύβεται μέσα στο ασήμαντο» (Ο Φιλ). Γιατί η ζωή, από μόνη της, είναι άπειρα σημαντική, έστω κι αν εκφράζεται από την περιέργεια ενός απατημένου συζύγου, ν’ αναγνωρίσει ένα πρόσωπο που πολλά χρόνια πριν υπήρξε εραστής τής συζύγου του («Γιατί υπάρχουν δόκανα που τα σέρνεις απάνω σου κι ας μην το ξέρεις. Σ’ έχουν δαγκωμένο, μα, για όσο τα ξεχνάς, δε σε πονάνε. Όμως αλίμονο αν τα θυμηθείς. Σε σφάζουν δυο και τρεις και δεκατρείς φορές. Σε μακελεύουν» (Κακές συνήθειες).
Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο στοχασμός. Ο εσωτερικός μονόλογος. Η αντιμετώπιση του εαυτού και το μέτρημά του σε σχέση με τον κόσμο, σε σχέση με την αφηγηματική τού πόνου: «Να τιμάς την οδύνη των άλλων, μα και τη δική σου…Ποιο είναι το κατάλληλο ένδυμα για να υποδεχτείς το δάκρυ; Να σταθείς απέναντι στην ψυχή του άλλου; (Μόνο να τους άγγιζα).
Ο Γιάννης Καλπούζος μάς παραθέτει έναν κόσμο ψυχογραφημάτων χωρίς ομπρέλα. Όλα είναι γυμνά: Ψυχή, αισθήσεις, σκέψεις, διαλογισμοί. Όλα είναι στην αρχή τού πλανητικού τους κόσμου. «Νόμιζα ότι θα πολτοποιήσω τη θλίψη μου. Ωστόσο αυτή έσταζε κι άπλωνε. Σκουριά στο χιόνι» (Αυξομειώσεις).
Επέλεξα να διαβάζω ένα διήγημα τη μέρα. Επέλεξα μια ανάγνωση εντελώς σχολαστική, με πισωγυρίσματα κι επαναλήψεις. Συνάντησα έναν άλλο Καλπούζο. Που ήθελε να μιλήσει σε μια γλώσσα καταδική του, μια γλώσσα με προσωπικούς κώδικες και σιωπές λαλίστατες. Συλλογίστηκα πως αυτά που διάβαζα μήπως ήταν αυτά που ήθελε πάντα να γράφει, σαν αντίλογο στις μεγάλες ιστορίες που μέχρι τώρα μάς έδινε.

Οι συγγραφείς, σκέφτομαι, έχουν περισσότερες από μια προσωπικότητες. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν στο εργαστήρι τους κυνηγώντας τις λέξεις; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γεννούν πρόσωπα, να μεταπλάθουν τη ζωή; Και, αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές γράφουν και στα περιθώρια των σελίδων που έχουν ολοκληρώσει. Αν αυτό συμβαίνει – υποθέτω – είναι γιατί από τον κύριο κορμό των μυθοπλασιών, αποσπούν εκείνα τα σημάδια που οδηγούν τον αναγνώστη στις πιο δικές τους ώρες. Δύσκολες οι δημόσιες εξομολογήσεις.
«Έκλαιγες. Κρυβόσουν κι έκλαιγες. Για να μη σε δω. Μα πώς; Αφού σε κρατούσα μέσα μου. Έκλαιγες κι ούτε σκέφτηκες ότι έβρεχε την ώρα που με βρήκες. Λησμόνησες πως οι κεραυνοί έρχονται με τη βροχή, σηκώνουν μέσα μου πυρετό και με στέλνουν να μαζέψω το μέλι των γκρεμών. Ξέχασες ότι έτσι γράφονται τα διηγήματα»(Επίλογος).
Η τελευταία φράση έκρυβε την απάντηση που γύρευα διαβάζοντας τα όντως αριστοτεχνικά διηγήματα του Γιάννη Καλπούζου. Από τις πιο ερωτικές εξομολογήσεις που πασχίζουν να κρυφτούν σε λέξεις αδιάφορες. Ένας ψίθυρος που θέλει να συναντήσει μια υπερήφανη στάση πόνου.
Οι ανατροπές, οι συμβολισμοί, το φαντασιακό, το παράλογο (που εμφανίζεται ξεκάθαρα στο τελευταίο κείμενο, ποιητικό, μια εκδοχή παραλογής που κινείται μετά εξασύλλαβου και εικοσασύλλαβου στίχου), το ανείπωτο.
Ο Γιάννης Καλπούζος κατέθεσε μια γενναία άποψη για ένα δύσκολο είδος γραφής, σμιλεύοντας μια έκφραση απόλυτα προσωπική και σαφώς σημαντική.




Τι είναι, σήμερα, η Ελλάδα κ. Τσίπρα;



Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------- 
ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ 
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net, στις 19-5-2017)
Η λήθη είναι ιδιαίτερο δώρο στον άνθρωπο. Χωρίς αυτήν, η απελπισία μπορεί και να χτυπούσε κόκκινο. Κάποια πράγματα, όμως, παραμένουν χαραγμένα στη μνήμη. Όπως για παράδειγμα εκείνη η πινακίδα που συναντούσαμε παλιότερα σε πολλά καταστήματα παραδοσιακών εμπόρων: «Μετά από την απομάκρυνση του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Αυτήν την παλιά πινακίδα καλό είναι να τη θυμούνται εκείνοι που ξέχασαν τα περί «κατάργησης των μνημονίων μ’ ένα νόμο και ένα άρθρο», ή το «go back κυρία Μέρκελ», ή το «Τέρμα στο παλιό και στη διαπλοκή». Και άλλα πολλά…

Οι βουλευτές που ξαναψήφισαν το Μνημόνιο, ξέρουν πως με την πράξη τους αυτή εξακολουθούν να είναι βουλευτές και να εισπράττουν τα πολύτιμα χρήματα που συνεπάγεται το αξίωμα. Και θα υπερασπισθούν αυτήν τη «μάσα» μέχρι θανάτου, ανεχόμενοι ακόμα και τον εξευτελισμό τους.
Η ψήφιση του νέου Μνημόνιου, ήρθε λίγες μέρες μετά τη δήλωση του κ. Βαρουφάκη ότι «Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, έλεγε… ανοησίες!». Κάθε δήλωση του πρώην υπουργού έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί σ’ αυτόν έχουν τις ρίζες τους πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα. Παρά τα όσα έχουν ειπωθεί, κανείς εν τέλει δεν έχει μάθει την αλήθεια. Ποιανού πολιτική εφάρμοζε; Υπερέβη τα όρια; Αν, ναι, γιατί δεν λογοδότησε ακόμα; Αν εκτελούσε εντολές, γιατί δεν κλήθηκε σε λογοδοσία ο εντολέας;
           Ποιος ήταν ο εντολέας όλοι το γνωρίζουν. Ο ίδιος μάλιστα ο κ. Τσίπρας έγραφε στο twitter, στις 14 Ιανουαρίου του 2015, στις 21.29: «Υλοποίηση του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης χωρίς καμιά διαπραγμάτευση». Λεονταρισμοί; Παιδικά καμώματα; Αυταπάτες; Παιγνίδια με τις λέξεις;
Θα μπορούσαν όλα αυτά να ήταν απλά μια παλιά ιστορία. Να που δεν είναι όμως. Γιατί;
Οι απαντήσεις πονούν.
Η κατάργηση «των μνημονίων μ’ ένα νόμο και ένα άρθρο», μόλις χθες  - ακόμα μια φορά - διαψεύσθηκε πανηγυρικά με την ψήφιση του σκληρότερου Μνημονίου όλων των εποχών. 
 Εκείνοι που ούρλιαζαν κατά των προηγούμενων Μνημονίων και καλούσαν την κοινωνία σ’ εξέγερση, χωρίς ντροπή, χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας, χωρίς αναλγησία υπέγραψαν την πλέον σκληρή καταδίκη τού μικρομεσαίου επαγγελματία και του απροστάτευτου συνταξιούχου.
Εκείνοι αποφάσισαν για το παρόν και το μέλλον μας. Τίναξαν στον αέρα κρατήσεις μιας ζωής, προσδοκίες μιας ζωής, προσφορά μιας ζωής. Χωρίς κανένα φυσικό δικαίωμα. Σαν μια νέα δικτατορία. Με δικαιολογία ότι οι προηγούμενοι φταίνε. Το αν έφταιγαν οι προηγούμενοι, όμως, το ήξεραν και όταν υπόσχονταν την κατάργηση «των μνημονίων μ’ ένα νόμο και ένα άρθρο».
Ο κ. Τσίπρας στις 8.39 το πρωί τής 2ας Μαΐου του 2014, με ανάρτηση στο twitter έγραφε: «Go back, κυρία Μέρκελ, κύριε Σόιμπλε, κυρίες & κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν είναι πειραματόζωο».
 Τι είναι, σήμερα, η Ελλάδα κ. Τσίπρα;
Περιβόλι ευκαιριών; Τόπος που ανθίζει η ελπίδα; Χώρα που αγκαλιάζει τους νέους της και τους παρέχει προϋποθέσεις για καριέρα κι επαγγελματική αποκατάσταση;
Άλλη μια ανάρτηση στο twitter, έρχεται από το παρελθόν, για να «διασκεδάσει» τα όσα ακούστηκαν αυτές τις ημέρες για το νέο Μνημόνιο. Είναι του κ. Νίκου Παππά, με ημερομηνία 21-1-2015: «Είναι δέσμευσή μας ότι ο ΕΝΦΙΑ του 2015 δεν θα εισπραχθεί». Άραγε πού πήγε αυτή η δέσμευση; Μήπως εκεί που αναπαύεται το κίνημα «Δεν πληρώνω»;
 Και αυτός αυταπάτες είχε; Δεν ήξερε πόσο μεγάλο ήταν το σφάλμα του κ. Σαμαρά και πίστευε πως με ευχολόγια θα το διόρθωνε; Η ψευτιά δεν έχει όρια. Για πρώτη φορά η πολιτική ιστορία τής χώρας γνωρίζει τόση προπαγάνδα, τόση απάτη, τόσο ψεύδος. Όταν μιλούν για το τι συμβαίνει και το τι θα συμβεί, είναι σαν να μιλούν για μιαν άλλη χώρα. Στη δική μου χώρα φύονται μόνο λουκέτα, περικόπτονται συντάξεις, δυστυχούν άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα, έστω κι αν ο ανεκδιήγητος Πάγκαλος υποστήριξε πως «μαζί τα φάγαμε», προφανώς για να μειώσει τις ευθύνες του για το δικό του φαγοπότι.
Εδώ έρχεται να προστεθεί εκείνο το λαοπλάνο μήνυμα: «Τέρμα στο παλιό και στη διαπλοκή». Τέρμα;
 

Οι δυο κραυγαλέες περιπτώσεις, Καλογρίτσα και Σαββίδη, μάλλον άλλα αποκαλύπτουν, μάλλον πελατειακές σχέσεις αφηγούνται… Αλλά και οι παράνομοι διορισμοί, όπως και οι ωμές απόπειρες παρέμβασης στη Δικαιοσύνη, συνηγορούν για ένα ευρύτερο σχέδιο ελέγχου τού δημόσιου βίου από την κυβέρνηση. Λάθος μου; Είθε. Όλοι αυτοί που μιλούν για αντισυνταγματικότητα πολλών νέων μέτρων του Μνημονίου είναι αντιδημοκράτες; Γερμανοτσολιάδες, μήπως; Ερμηνεύουν λάθος το Σύνταγμα;
Παρακολουθώντας τις θλιβερές αγορεύσεις στη Βουλή, αναρωτήθηκα ακόμα μια φορά, αν είναι μεταρρύθμιση η υπερφορολόγιση και η περικοπή των συντάξεων, με παράλληλη αύξηση των προσλήψεων στο Δημόσιο; Αν είναι «τέρμα στο παλιό» η διατήρηση των εκατοντάδων άχρηστων υπηρεσιών και φορέων; Αν είναι στρατηγική ανάπτυξης η  παρεμπόδιση των επενδύσεων;
Και μένω με όλες αυτές τις απορίες…

Ο Δημήτρης Στεφανάκης είναι Συγγραφέας



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Δημήτρης Στεφανάκης: «Ευτυχισμένες οικογένειες»
Μυθιστόρημα – Εκδόσεις «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Ομολογώ είναι καθηλωτικό.
Το νέο μυθιστόρημα, «Ευτυχισμένες οικογένειες», του Δημήτρη Στεφανάκη, στην κλασική μορφή τού μυθιστορήματος, που επιβάλει "αρχή - μέση - τέλος", εκπληρώνει με απόλυτη επιτυχία τον βασικό ορισμό. Αν και πρόκειται για γραμμικό μυθιστόρημα που η μυθοπλασία ακολουθεί την εξέλιξη του χρόνου, διδάσκει με τις έντεχνες επιστροφές στο παρελθόν, πως μπορεί ένας συγγραφέας να συνθέσει τη διαδρομή ενός αιώνα μέσα από έντεχνες αφηγήσεις. Οι εναλλαγές κεφαλαίων εκπλήσσουν. Η γλώσσα, με την αμεσότητά της, μεταφέρει ζωντανές τις εποχές, δημιουργεί έναυσμα να ψάξεις την ιστορικότητα των προσώπων, ταξιδεύει σ' ένα ξεδίπλωμα χαρακτήρων.

Υπαινικτικά το μυθιστόρημα μπορεί να χαρακτηριστεί ως κοινωνικό (αποτύπωση δράσης συγκεκριμένων προσώπων που συνθέτουν την ιστορία μιας οικογένειας), ως ιστορικό (ξεδιπλώνει γκρίζες σελίδες ιστορίας που διατρέχουν τις μετά τον μεσοπόλεμο εποχές), αλλά και ως αστυνομικό (με τον συγγραφέα να φωτίζει έντεχνα σκοτεινές πτυχές της ζωής των προσώπων).
Η σύλληψη της ιδέας ακολουθείται από ένα αριστοτεχνικό χτίσιμο της μυθοπλασίας, που εκφράζει την ευρωπαϊκή ‘‘πάστα’’ του συγγραφέα, ο οποίος από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα είχε δώσει δείγματα κοσμοπολιτισμού.
Ο Δημήτρης Στεφανάκης πατάει στέρεα στο έδαφος της γλωσσολογικής αλήθειας και με λεπτότητα δημιουργεί έναν κόσμο που τα έχει όλα. Αγάπη, μίσος, έρωτα, προσδοκίες, απογοητεύσεις, ματαιώσεις, ελπίδες.
Επιλέγει ως κεντρικό άξονα μια γυναίκα – αφηγητή. Σ’ αυτήν δίνει και τον πρώτο ρόλο ήρωα. Μέσα από τις αφηγήσεις της θα ξετυλιχτεί η ιστορία μιας οικογένειας, μέλη της οποίας διαδραμάτισαν σκοτεινό ρόλο στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου, έτσι ώστε κατά μια έννοια οι απόγονοι να πληρώνουν κάποιες από τις παλιές αμαρτίες.
Δίπλα στον κεντρικό άξονα – αφηγητή, τη Λήδα, τοποθετεί έναν άξονα «κουρδιστήρι». Είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται από το πουθενά και προκαλεί τους τριγμούς τού οικογενειακού οικοδομήματος, γιατί είναι αυτό που θα ψάξει αυτούς τους σκοτεινούς ρόλους.
Σ’ αυτόν τον άξονα, τον Σταμάτη Σταμάτη, ο συγγραφέας θα προσφέρει όλα όσα απαιτούνται για να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη. Έντεχνα θα του δώσει τον πρώτο ρόλο, τον ρόλο που θα οδηγήσει την αφήγηση μέχρι το τέλος. Γύρω απ’ αυτούς τους άξονες (Λήδα – Σταμάτης Σταμάτης), κινούνται όλα τα άλλα πρόσωπα της οικογένειας, τα μυστικά της οποίας την κάνουν τόσο σημαντική, όσο η ιστορία της δικαιολογείται να γίνει μυθιστόρημα.
Εδώ θέλω να τονίζω πως η δική μου άποψη είναι ότι ο χώρος αυτός, δηλαδή του ελληνικού μυθιστορήματος, τις τελευταίες δεκαετίες δοκιμάζεται από απόπειρες που προκαλούν αρκετές παθογένειες και που δημιουργούν διαφορετικές ομάδες αναγνωστών.
Σ’ αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η εισαγωγή του ψέματος και της υπερβολής, τα οποία τραυματίζουν τον μύθο ως παραγωγή αφηγήματος. Δεν είναι λίγα τ’ ευφάνταστα μυθιστορήματα που κατακλύζουν την αγορά, ίσως και με την προτροπή των εκδοτών, στα οποία το ψέμα αποθεώνει το δήθεν ταλέντο τού συγγραφέα.
Η λογοτεχνία είναι ένα τεράστιο χωνευτήρι απόψεων, τάσεων, ιδεών και προτάσεων, το οποίο δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το ν’ αφηγείται τι είναι η ζωή. Αλλά συχνά αυτή η αφήγηση μας δείχνει ανάποδα και τη ζωή και την ουσία της. Και δεν προσφέρει παρά την παράνοια και τη νοσηρότητα.
Με τον Δημήτρη Στεφανάκη, όμως, τα πράγματα ξαναβρίσκουν την αλήθεια και το μυθιστόρημα τοποθετείται στην υγιή του βάση, δηλαδή στο να είναι μια αφήγηση μέσα από την ίδια τη ζωή για την ίδια τη ζωή.
Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν πεθαίνουν από έρωτες, δεν ορκίζονται αιώνια πίστη. Δημιουργούν παράπλευρες ζωές, εραστές, ερωμένες, όπως ακριβώς ιχνογραφείται η πραγματικότητα. Ο πλουτισμός, που ξεκινά λίγο πριν την κατοχή και θεριεύει στα χρόνια της, αναζητά τα θύματά του στους απογόνους. Ένα ανορθόδοξο ειδύλλιο, έρχεται να επισημάνει την ανάγκη του ανθρώπου ν’ αγαπηθεί. Και η Λήδα, που τα έχει ζήσει όλα στη διαδρομή της ως γυναίκα, συναντά την εκπλήρωση αυτής ακριβώς της ανάγκης στην αδέξια αγκαλιά ενός νεαρότερου άντρα που θα μπορούσε να ήταν και γιος της.
Η ευρηματικότητα του συγγραφέα να χτίσει το μυθιστόρημα πάνω σε σύντομα κεφάλαια, συχνά ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, προσφέρει στον αναγνώστη τη χαρά να αγκιστρώνεται στο «παρακάτω», άρα να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του. 

Έτσι λοιπόν θα πω ότι ο Δημήτρης Στεφανάκης εφ’ ενός αποδεικνύεται άριστος αφηγητής της αθέατης ιστορίας του τόπου, αφ’ ετέρου άριστος ιχνογράφος της ζωής μιας κάποιας ιδιαίτερης κοινωνίας, που την απασχολούσαν οι κοσμικές συγκεντρώσεις και η επίδειξη μιας άνετης ζωής.
Οι πρωταγωνιστές – κεντρικοί και παράπλευροι άξονες – δεν βιώνουν τον πόλεμο στο μέτωπο των συγκρούσεων, δεν αντιπαρατίθενται με τον θάνατο, ούτε με τον τρόμο τής χωρίς επιστροφής στιγμής.
Ούτε καν υπόκεινται στη βάσανο της πείνας και της κακουχίας.
Ζουν τον πόλεμο της πολυθρόνας, των πλούσιων κληρονομιών, των σεξουαλικών μυστικών.
Ζουν την εκδίκηση του παρελθόντος και της ίδιας της αλαζονείας τους.
Ο δε αναγνώστης ζει ένα μυθιστόρημα που το χαρακτηρίζουν μόνο αρετές.

Τα εγκλήματα μένουν εγκλήματα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
--------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Το βράδυ της Τρίτης, στην αίθουσα του ΟΥΗΛ, απουσία κάθε ‘‘επίσημου’’ παρουσιάστηκε το βιβλίο των Κουρέτα – Μαμαλάκη που έχει τον ευρηματικό τίτλος «Τρώμε και ομορφαίνουμε». Ο τίτλος δεν εκφράζει απόλυτα το περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι μια καθαρή προσπάθεια προώθησης μοναδικών ελληνικών προϊόντων στη θέση (ας μην πω ‘‘θρόνο’’) που πρέπει να έχουν στη ζωή μας∙ όχι απλά στη διατροφή μας.

Απόντες από την εκδήλωση και άλλοι, που τα συμφέροντά τους τα υπερασπίζονται με σθένος και επιστημονικά τεκμήρια οι δυο συγγραφείς: Τυροκόμοι, ελαιοπαραγωγοί, οινοποιοί, αμυγδαλοκαλλιεργητές και ασχολούμενοι με το εμπόριο αμυγδάλων…
Μια εξαιρετική τοπική παραγωγή...

Το συγκεκριμένο βιβλίο, δίκαια, αποτελεί μια κραυγαλέα προπαγάνδα για ανάδειξη κάποιων προϊόντων (αμύγδαλα, προϊόντα τρυρογάλακτος, ελιές – λάδι, κρασί κ.ά.) ως βασικών για την υγεία μας, με μεγάλη διαφορά από άλλα εισαγόμενα. Με απλές κουβέντες: Τα προβάλει ως πρωταθλητές στη διατροφική αλυσίδα. Παράλληλα δείχνει την ανεπάρκεια των πολιτικών που έχουν ασχοληθεί με τη γεωργική ανάπτυξη της Ελλάδας. Κι έτσι είναι: Τα προϊόντα είναι ανεκτίμητης αξίας, ενώ εκείνοι που διαχειρίστηκαν τη γεωργία στη χώρα μας, καραγκιόζηδες. Δηλαδή οι Κουρέτας – Μαμαλάκης κάνουν αυτό που όφειλαν να κάνουν και δεν έκαναν οι καραγκιόζηδες, που επί σειρά ετών είχαν την ευθύνη της αγροτικής και όχι μόνο ανάπτυξης.
Επί σειρά ετών, αυτοί που είχαν την ευθύνη τής αγροτικής ανάπτυξης, έστελναν στους αγρότες το μήνυμα πως ανάπτυξη ήταν οι επιδοτήσεις. Λίγη ανησυχία, πολλές κομπίνες, εύκολα χρήματα. Τα προϊόντα, ως ποιότητα, ως χρησιμότητα, ως μοχλός εξέλιξης έμπαιναν πάντα σε δεύτερη μοίρα. Η μοναδικότητα της ελληνικής γης ήταν απλά σχήμα λόγου.
Το ότι το ελληνικό μήλο είναι ένα εξαιρετικό μήλο, γιατί το κλίμα τού Πηλίου τού χαρίζει μια μοναδική νοστιμιά, και θα μπορούσε ν’ αποτελέσει, μαζί με το ροδάκινο και άλλα φρούτα, ισχυρή εξαγωγική μονάδα, ήταν κάτι που δεν απασχολούσε σοβαρά τους φωστήρες τής πολιτικής των ελληνικών εξαγωγών. Προχειρότητες και γραφειοκρατικά κωλύματα.
Το ότι το ελληνικό λάδι υπερέχει σε παγκόσμια κλίμακα και ήταν ένας ακόμα ξεχασμένος και παραμελημένος παράγοντας…
Το ότι η ελληνική σταφίδα είχε ακόμα χειρότερη αντιμετώπιση.
Το ότι η φέτα, το ανθότυρο, η μυζήθρα, το μανούρι είναι απείρως πιο νόστιμα τυριά, αλλά και μοναδικά.
Το αμύγδαλο… Ένας καρπός χαρισματικός! Ιδιαίτερα τ’ αμύγδαλα της περιοχής μας με τ’ ασυναγώνιστα ποιοτικά προτερήματα.
Αντί αυτών, τ’ αμφιβόλου ποιότητας εισαγόμενα. Μέχρι και σκόρδα εισαγωγής. Έλεος…
Το περσινό καλοκαίρι στην πίσω πόρτα μεγάλου σούπερ μάρκετ νταλίκα – ψυγείο ξεφόρτωνε εκατοντάδες χαρτοκιβώτια με ντομάτες Βελγίου. Κατακόκκινες, ολοστρόγγυλες.
Στη Μεσσηνία πουλούσαν λεμόνια Αργεντινής. Όλα καλά. Όλα;
Σήμερα, που όλοι αναζητούν διέξοδο από την κρίση, η εκμετάλλευση αυτών των προϊόντων είναι σίγουρα ένας από τους εκπληκτικούς δρόμους αντίδρασης στον μαρασμό του εθνικού πλούτου. Αρκεί το κράτος να φανεί φιλόστοργο στους ανήσυχους Έλληνες.
Έχουμε την πλέον ευλογημένη γη. Η Νάουσα, η Νεμέα, η Σαντορίνη, η Κρήτη και πολλές ακόμα περιοχές της χώρας μας δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με τη κοιλάδα του Λίγηρα, ούτε με το Μπορντώ σε κλίμα. Λείπει η παιδεία, η τεχνογνωσία, η κρατική στοργή. Λείπει η συνδρομή τής πολιτείας προς τους αμπελουργούς – οινοποιούς, αυτό το κάτι, που μπορεί να απογειώσει το ελληνικό κρασί και να το κάνει περιώνυμο στις ξένες αγορές.
Για όλα αυτά, και για άλλα πολλά, μιλούν στο βιβλίο τους ο Κουρέτας με τον Μαμαλάκη. Ο Κουρέτας αποδεικνύει επιστημονικά, με βάση τις έρευνες στο εργαστήριο, τα προτερήματα – πλεονεκτήματά τους και ο Μαμαλάκης μάς μιλά για το πόσο εύκολα και γόνιμα μπορούν όλα αυτά να μπουν στη διατροφή μας, αρκεί να υπάρχει μια στοιχειώδης παιδεία από την ελληνική οικογένεια.
Εδώ έρχονται να μπουν και κάποιοι άλλοι παράγοντες∙ η ελαφρότητα του γρήγορου και του εύκολου∙ η χωρίς σοφία μετάλλαξη των διατροφικών μας συνηθειών. Δεν είναι εύκολο πράγμα να ξαναγυρίσουμε στην κατσαρόλα, στο καθαρό και φροντισμένο φαγητό, στο ξαναμάζεμα της οικογένειας γύρω από ένα τραπέζι. Πιο βολικό είναι το έτοιμο φαγητό, το τυποποιημένο, αυτό που δεν απαιτεί να καθαρίσει κανείς κρεμμύδια και σκόρδα… Δεν γίνεται με νύχια – καλλιτεχνήματα να καθαρίσεις σκόρδα. Και πιο βολικό είναι να τρώει ο καθένας όταν πεινάει… Άλλωστε εκείνη η εικόνα των παλιών αναγνωστικών με την οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει, πια. Και το τραπεζομάντιλο αναχρονιστική συνήθεια. Εδώ που τα λέμε έχει και την ταλαιπωρία του, πλυντήριο, σιδέρωμα…
Πάνε παντού, με την ελαφρότητα του εύκολου...

Σε κάποια χρόνια, τα νέα - σήμερα - παιδιά, ίσως δεν ξεχωρίζουν τον άνηθο από τον μαϊντανό, τον γαύρο από τη σαρδέλα. Άλλωστε σε μια γλώσσα που κωδικοποιείται πια σε 200 – 300 λέξεις, το κότσι, η σπάλα, ο τραχανάς μάλλον θα είναι λέξεις που θα χρειάζονται μετάφραση.
Η ελληνική γεύση, είναι μια ολότητα, είναι ένας ολοκληρωμένος κόσμος, μεστός, γόνιμος, ελκυστικός. Αν χαθεί, ευθύνη θα έχουμε όλοι μας, επίσης τα δεινά θα τα πληρώσουμε όλοι μας. Αν σωθεί το κέρδος θα είναι όλων μας.