Google+ Followers

Ο θάνατος του βιβλιοπώλη



Μονολογώντας

(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 21-10-2016)


Όχι δεν θέλω να γράψω για όσα ρυπαρά και τρισάθλια ταλανίζουν τις μέρες μου (ίσως και τις δικές σας).
Βόθροι παντού, ουρανοί κατάμαυροι που όμως ξερνούν χολή αντί για βροχή αναζωογονητική, δολοφονίες συνειδήσεων, εκβιασμοί, όλου του κόσμου τα κακά, απρόβλεπτα, αχαρακτήριστα, απαράδεκτα για μας τους απλούς ανθρώπους.
Ο δικός μου νους δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί πώς κάποιος τρίτος μπορεί να διαβάζει το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Είμαι ξένος με την τεχνολογία; Ναι, είμαι. Και ούτε θα ήθελα να είμαι γνώστης για να ενεργώ υποκλοπές. Χαρίζω (όπως και πολλοί άλλοι από σας) σε άλλους αυτήν την… τιμή.
Ναι, δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι αυτά που διαδραματίστηκαν σε επίπεδο εξουσίας. Αναγουλιάζω πια όταν ακούω για ανάπτυξη ή για καλύτερες μέρες. Αυτό το ξέρει η τσέπη του καθενός, δεν χρειάζεται κανένας Τσίπρας να μας το βεβαιώσει και κανένας Αλεξιάδης για να μας πείσει. Η καθημερινότητά μας το λέει με λόγια απλά και καθαρά. 
Είχα τόσα, έχω τόσα. 
Χρωστούσα τόσα, χρωστάω τόσα. 
Τέλος. 
Όλα τ’ άλλα είναι αηδίες.
Όπως δεν χρειάζεται κανένας Πάγκαλος να μου ξαναπεί πως όλοι μαζί τα φάγαμε. Ο καθένας μας ξέρει πόσα έφαγε και τι έφαγε.
Ο κάθε ληστής του δημόσιου βίου δεν χρειάζεται να μου (μας) κάνει τον τιμητή και τον δάσκαλο. Και αφού δεν σωπαίνουν αυτοί, κλείνω εγώ τ’ αυτιά μου.
Για άλλο θα ήθελα σήμερα να γκρινιάξω, γιατί τελικά νιώθω πως με τη στήλη έχω γίνει επαγγελματίας γκρινιάρης.
Ήθελα να μιλήσω για τον θάνατο του βιβλιοπώλη. Μην απορείτε∙ καλά διαβάσατε: Το θάνατο του βιβλιοπώλη.
Η ιστορία ξεκινά με τον «Κοτσάμπαση του Καστροπύργου». 


Ο φίλος με τον οποίο συζητούσε ήταν της οικονομικής επιστήμης. Έτσι λοιπόν όταν του ανέφερα τον Καραγάτση και τον Κοτσάμπασή του, θέλοντας να παραλληλίσω δυο εποχές, δήλωσε ευθαρσώς πως δεν το έχει διαβάσει και πως θα ήθελε να το διαβάσει. Του υποσχέθηκα πως θα του το έκανα δώρο.
Τυχαία βρέθηκα μπροστά στο τεράστιο κατάστημα και θυμήθηκα την υπόσχεσή μου. Σκέφτηκα πως ήταν ευκαιρία να το αγοράσω και δρασκέλισα το κατώφλι του. Μια νεαρά έσπευσε να με υποδεχτεί και να με ρωτήσει σε τι μπορούσε να μ’ εξυπηρετήσει.
Η κοπελίτσα είχε όλα τα προσόντα της σύγχρονης πωλήτριας. Πρόσωπο λαμπερό, με φρυδάκι γραμμένο, χειλάκια αγριοκέρασα κ.λ.π., κ.λ.π., στήθος θανατηφόρο που υποσχόταν νύχτες μαγικές κι ονειρεμένες, οπίσθια κόλαση, νυχάκια μάγισσας με στολίδια απίθανα που έλεγες πως μετακόμισαν από βιτρίνα κοσμηματοπωλείου στα χεράκια της…
Βέβαια, εντυπωσιακότερο όλων ήταν το ύφος της. Μια τραγανή υπόσχεση για χίλιες και μια στιγμές μαγικές και ονειρεμένες…
Το χαμόγελό της μου στέγνωσε το στόμα. Λίγο έλλειψε να ξεχάσω τι με είχε οδηγήσει εκεί, στον υπερφωτισμένο διάδρομο του υπερσύγχρονου βιβλιοπωλείου και όχι μόνο.
Με κόπο διατήρησα την ψυχραιμία μου και ρώτησα αυτό που μ’ ενδιέφερε. Αν είχαν τον «Κοτσάμπαση του Καστροπύργου». Το έχω υποσχεθεί σε φίλο, συμπλήρωσα ο αφελής. Η απάντηση ήρθε και ήταν ιδιαίτερα αφοπλιστική: «Ποιος είναι αυτός;»
Κοκάλωσα προς στιγμήν. Ανακτώντας την ψυχραιμία μου και αναλογιζόμενος πως ίσως να της έχει διαφύγει ο τίτλος μέσα στους χιλιάδες τίτλους της ελληνικής πεζογραφίας, επανήλθα με δεύτερη ερώτηση. «Τον Καραγάτση πού τον έχετε;»
Η απάντηση ήταν ιδιαίτερα αφοπλιστική. «Καραγάτση; Καραγάτση; Όχι δεν έχουμε κανέναν υπάλληλο μ’ αυτό το όνομα. Όμως ρωτήστε και τη συνάδελφο, εκεί…»
Μουδιασμένος πήρα μισή στροφή και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Θυμήθηκα πως κάποιες αλυσίδες, όπως ο «Παπασωτηρίου» και ο «Ελευθερουδάκης» είχαν κάνει την αρχή. Βιβλιοπωλεία τεράστια, πολυόροφα, όπως και κάποια άλλα σήμερα. Αποθήκες βιβλίων που είναι παρατεταγμένα σε άψυχα ράφια χωρίς καμιά οσμή, καμιά μυρωδιά γοητείας, χωρίς τον παλιό ιδιόρρυθμο βιβλιοπώλη, που απλά στο περίπου του έλεγες τι ψάχνεις και με μάτια κλειστά κατέβαζε το βιβλίο, βάζοντας από κάτω τις δικές του υποσημειώσεις, αν δηλαδή είναι έτσι ή αλλιώς…
Σκαλίζω τη μνήμη μου. Εκεί στη γωνία Παναγούλη και Κούμα στη στοά, καλή του ώρα, κάποιος Γιαννακόπουλος (αν θυμάμαι καλά) με (μας) μύησε στον Καραγάτση, στον Τερζάκη, στον Μυριβήλη, στον Καζαντζάκη, στον Λουντέμη, στον Ξενόπουλο… Αργότερα στον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη…

Κάπου στη Λάμπρου Κατσώνη, δίπλα στον κινηματογράφο Βικτώρια, ένας άλλος χαμογελαστός βιβλιοπώλης, που το πρωί ήταν ταχυδρομικός διανομέας, μας γνώρισε με τις εκδόσεις Γαλαξίας και τον Καπετανάκη, τον Λορετζάτο, τον Κερένυι…
Δυο - τρεις ακόμα, που η μνήμη μου αδυνατεί να τους ανακαλέσει, μας γνώρισαν με άλλους. Όλοι τους μας έκαναν άτυπα μαθήματα λογοτεχνίας, μια στο περίπου εισαγωγή σ’ αυτόν τον υπέροχο κόσμο του βιβλίου. Πια λίγα τα μικρά βιβλιοπωλεία, με τους ελάχιστους βιβλιοπώλες ν’ αγωνιούν για το μεροκάματο και μόνο. Οι αλυσίδες, οι προσφορές με τις εφημερίδες, αλλά και η ιδιότυπη εκδοτική βιομηχανία συνέργησαν ώστε να ζήσουμε και τον θάνατο του βιβλιοπώλη, εκείνου του μύστη που ήξερε τι θα πουλήσει, σε ποιον θα το πουλήσει και γιατί θα τον πουλήσει.
Ήμουν στα δεκαπέντε, θαρρώ. Την προηγούμενη εβδομάδα είχα αγοράσει τους «Προσανατολισμούς» του Ελύτη. Μαζί με τον Δημήτρη Κουνελάκη πήγαμε για τον «τακτικό ανεφοδιασμό»∙ έτσι λέγαμε την αγορά νέων βιβλίων. «Ν’ αγοράσετε Εμπειρίκο» σήμερα, μας προέτρεψε ο βιβλιοπώλης δίπλα στο Βικτώρια. Έτσι γνωρίσαμε τον Εμπειρίκο…
Άγγελος Πετρουλάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: