Google+ Followers

ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι...



 Μαζεύω τ’ απομεινάρια της χθεσινής μέρας:

                     Ένα φιλί που ξεστράτισε
                                       και χορεύει
                                       αδέσποτο στον ουρανό.
                     Τη θύμηση της γλώσσας,
                                      που επίμονα έψαχνε τον ουρανίσκο.
                     Τα χείλη που υγράνθηκαν
                     και γυαλίζουν στον ήλιο.
                    
                                       -Να με θυμάσαι όταν θα γίνω βροχή...             
                    
                     Τα στήθη,
                     που τόξευαν με τις ρώγες
                     το στερέωμα του πόθου,
                     ή αυτό που συνήθιζα να ονομάζω
                                 σώμα του έρωτα...
 
                                       -Να με θυμάσαι όταν θα γίνω ακρογιάλι...

                     Το κορμί σου         
                                                   διάφανο-
                     λαξευμένο με λαχανιασμένες ανάσες,
                                                   διάφανο-
                     κεντημένο με προσευχές ακροδαχτύλων,
                                                   διάφανο-
                     χρωματισμένο με χρώματα πρωινού,
                                                   διάφανο-
                     σκεπασμένο με τις φοβερές εκρήξεις
                     μιας ζωής που σου αφιερώθηκε,
                     ως θανάσιμο δοξαστικό της αγάπης.


                     Κάτω από τα βλέφαρά μου, μια αγωνία επιμένει να ξεδιψά με τον ιδρώτα της νύχτας και να μεθά με το απροσδιόριστο φως των ματιών σου, πριν αυτά αποφασίσουν να προχωρήσουν στην αναθεώρηση του τοπίου. Πλέον, οι αόρατοι βηματισμοί του μέλλοντος, μας καθηλώνουν στη σκιά της ιστορίας.
                     Κάθε που τα μεσάνυχτα αποκαλύπτουν την ερημιά μας, η ιεροτελεστία των φωτοσκιάσεων αποτυπώνει στα πρόσωπά μας άλλα πρόσωπα, προεκτείνει τα δάκτυλά μας, εντοιχίζοντας τις χειρονομίες...
                    Μόριο ενός κόσμου που αυτοκτονεί μέσα στη γνώση του, διασπώμαι σε όσα με συνθέτουν: στα μάτια σου, τα χείλη και το σώμα σου, στις ραγδαίες βροχές που έγιναν ανάμνηση και στην αράγιστη σιωπή των μετάλλων.  
           
                     Έπρεπε να υπάρξουμε - έστω ως μόρια σκόνης - για να βιώσουμε, έτσι, το άπειρο ενός ουρανού, αλλά και το ελάχιστο ενός έρωτα απόλυτα θανάσιμου. Έπρεπε να περάσουμε από την πρόκληση του μακρόκοσμου της αγάπης, στη σιωπή του μικρόκοσμου της απόγνωσης.
                   Πια, μου ανήκει μόνο μια προδομένη εφηβεία κι ένας θάνατος μοναδικός στις τόσες αναπαραγωγές ονείρων.

                     Να με θυμάσαι
                     και στους ανέμους τους εφτά
                     να τραγουδάς τη νιότη σου,
                     αυτήν που πέρασε στο ΑΙΕΝ της λατρείας.

                     Να με θυμάσαι
                     γονατισμένο στην άκρη της όχθης
                     να δροσίζω τα πόδια σου,
                     να ικετεύω τα δάχτυλά σου...

                     Να με θυμάσαι...
                     Ν’ ανάβω κερί στην ανθισμένη σου ήβη
                     και να μεθώ με το κρασί του κορμιού σου...

                     Να με θυμάσαι κάθε Σεπτέμβρη. Στους ανέμους να μιλάς για τα βράδια που ικέτευα ένα φιλί κι ένα χαμόγελο. Στους καθρέφτες να μιλάς για τα κλειστά δωμάτια που φυλάκιζαν όνειρα και προσμονές. Και στη βροχή να μιλάς, εξηγώντας τις μυστικές διαδικασίες που σχηματοποιούσαν σ’ ένα τεράστιο «Εσύ» τον κόσμο και όλα γύρω έπαιρναν το δικό σου περίγραμμα...
                    



Δεν υπάρχουν σχόλια: