Google+ Followers

Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ



 

                Ο γάμος μας θυμίζει τη Μεγάλη Έκρηξη...

Μπαίνει στο μπάνιο χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω της. Ένα λεπτό αργότερα καταλαβαίνει ότι ο άντρας της έχει ανοίξει την τηλεόραση και αλλάζει ένα μετά το άλλο τα κανάλια. Μετά, ακούει τη φωνή ενός αφηγητή, που περιγράφει τη θεωρία του Χαμπλ. Είναι το κρατικό κανάλι, που προβάλει ένα ντοκιμαντέρ για τη δημιουργία του σύμπαντος. Η φωνή του αφηγητή φτάνει καθαρά στ’ αφτιά της, καθώς εκείνος προσπαθεί να εξηγήσει με απλά λόγια τη θεωρία για το διαστελλόμενο σύμπαν και τη συνεχή απομάκρυνση των γαλαξιών…
Βγαίνοντας από το μπάνιο θα ξαπλώσει δίπλα του και θα προσηλωθεί στις περιγραφές των αποστάσεων που δημιουργούνται με την απομάκρυνση των γαλαξιών, οι οποίες, βεβαίως, της φαίνονται ασύλληπτες. Λίγο μετά, στη διακοπή για διαφημίσεις, ένα πικρό χαμόγελο θα σχηματιστεί στις άκρες των χειλιών της.
«Αυτή η θεωρία για την απομάκρυνση των γαλαξιών έχει απόλυτη εφαρμογή και στις ζωές των ανθρώπων…», ψιθυρίζει.
    Τι εννοείς;
   Εννοώ, πως ένας γάμος θυμίζει τη Μεγάλη Έκρηξη. Οι δυο γίνονται ένα σε μια κοσμογονική κατάσταση. Μετά, ως δυο διαφορετικοί γαλαξίες, αρχίζουν κι απομακρύνονται προς την περιφέρεια. Στην αρχή αργά, με μικρή ταχύτητα. Οι πρώτες δειλές παρασπονδίες, ενδεχομένως με αρκετές αναστολές. Στη συνέχεια, όσο μεγαλώνει η μεταξύ τους απόσταση, η ταχύτητα της απομάκρυνσης μεγαλώνει. Κι όπως η αύξηση της απόστασης των γαλαξιών θα οδηγήσει στην καταστροφή του σύμπαντος, έτσι και η αύξηση της απόστασης μεταξύ των συζύγων οδηγεί στο νέκρωμα του γάμου…
    Δε φτάσαμε μέχρι εκεί…
    Φτάσαμε… Εγώ βίωσα για πολλά χρόνια την παγωνιά του νεκρού γάμου. Και θα εξακολουθούσε να είναι νεκρός αν η καρδιά σου δεν αρρώσταινε. Αυτό ήταν που σε ανάγκασε να φρενάρεις, ν’ ανατρέψεις τη θεωρία αυτού του κυρίου… του Χαμπλ, να επιστρέψεις και να περιοριστείς μόνο σ’ εμένα. Όσο ήσουν υγιής και δυνατός γαμούσες κι έδερνες, όπως λέει ο λαός ή πετούσες από κανάρα σε κανάρα, για να σου θυμίσω ένα λαϊκό τραγούδι. Τη δική σου την κανάρα, ούτε που την είχες υπολογίσει.
Σηκώνεται από το κρεβάτι, ρίχνει μια ρόμπα στην πλάτη της, ανοίγει το παράθυρο κι ανάβει τσιγάρο, αφήνοντας τα μάτια της να εισχωρήσουν στο σκοτάδι, ίσως αναζητώντας σ’ αυτό κάποια ερείσματα αντοχής για να συνεχίσει:
«Όταν άρχισα να φεύγω, δεν προβληματίστηκες στο ελάχιστο πώς και γιατί έφευγα. Το μόνο που σου πέρασε απ’ το μυαλό ήταν ότι μου τη βάρεσε και στιγμιαία σε απασχόλησε το γεγονός, υποθέτοντας ότι το έριξα στη θρησκεία και άρχισα να τρέχω σε μοναστήρια. Το αν εγώ είχα σώμα και μάλιστα πιο νέο και πιο θελκτικό από το δικό σου, το αν εγώ είχα μια ψυχή που την είχε κουράσει η αδράνεια και η επανάληψη, δε σε απασχολούσε. Όλη σου η αγωνία ήταν πώς να καλοπιάνεις τη Γεωργία, τότε, την Αθηνά, την Αλίκη, την Αντιγόνη ή όποια άλλη παλιότερα.
»Ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία και ο ευτελισμός; Με κάποιες από αυτές βρισκόμασταν συχνά στο γυμναστήριο κι εκεί έκανα συγκρίσεις με τη βοήθεια του καθρέφτη και της ζυγαριάς. Υπερτερούσα Θάνο μου, σε όλα. Ούτε ίχνος κυτταρίτιδας εγώ, ούτε την παραμικρή ραγάδα, ούτε το παραμικρό σπάσιμο. Για μένα έλεγαν, οι γυμνάστριες και οι κοπέλες της αισθητικής, ότι ο χρόνος δεν με είχε αγγίξει. Κι εμένα φλέρταραν οι γυμναστές. Ήμουν το φαβορί κι αυτές ήταν τα αουτσάιντερ. Κι όμως: Για σένα ήμουν η φτυμένη, ενώ εκείνες ήταν οι επιθυμητές. Έπρεπε να συμβεί ό,τι συνέβη για να επιστρέψεις σ’ εμένα. Υποχρεωτική επιστροφή, όχι γιατί κάποια στιγμή επανεκτίμησες τα προσόντα μου, αλλά γιατί πια έπρεπε ν’ αλλάξεις ολόκληρη τη ζωή σου».
    Είναι όμορφα μόνο μ’ εσένα, πια.
    Θα είναι ακόμα πιο όμορφα αν από εδώ και πέρα μου ζητάς ό,τι περνά ως επιθυμία απ’ το μυαλό σου, αν εξομολογείσαι και την παραμικρή σκέψη και φαντασίωσή σου. Τουλάχιστον, ας σου τα δώσω εγώ αυτά που ίσως το μυαλό ή το σώμα σου ν’ απαιτήσει. Άλλωστε μεταξύ συζύγων και η πιο ακραία χυδαιότητα νομιμοποιείται, αν και πια πιστεύω πως τίποτα στον έρωτα δεν αποτελεί χυδαιότητα, όταν αυτό εκφράζει και τους δυο.
Ο Θάνος χαμογελά ευχαριστημένος. Οι τελευταίες της φράσεις, μετά το ανελέητο σφυροκόπημα, τον ηρεμούν. Από αύριο Ευτυχία, από αύριο…
Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στα γλυκά φτερά του ύπνου. Όχι, όμως, και η Ευτυχία. Αυτή θα σηκωθεί και θα βγει στο μπαλκόνι, στην ψύχρα της απριλιάτικης νύχτας. Και τώρα τι γίνεται σκέφτεται, παίζοντας αμήχανα τον αναπτήρα της στα χέρια της. Τι περιμένω από εδώ και πέρα; Πώς πρέπει να ζήσω από εδώ και πέρα; Πώς πρέπει να χτίσω τις αυριανές μέρες;

Δεν υπάρχουν σχόλια: