Google+ Followers

Λέω ν’ αρχίσουμε από κει που τελειώσαμε...




             Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Έχουν πλησιάσει στο αυτοκίνητό του. Τη ρωτά αν θα πήγαινε κάπου. «Όχι, Ο γιος μου και τ΄ άλλα παιδιά του θιάσου θα πάνε για φαγητό και μετά ίσως σε κάποιο μπαράκι... Είχα σκοπό να περπατήσω για λίγο στην πόλη και στη συνέχεια να πήγαινα στο ξενοδοχείο. Το Μάριο θα τον δω αύριο μεσημέρι... Μένουν σε άλλο ξενοδοχείο, όλοι μαζί οι ηθοποιοί...», του απαντά.
Της προτείνει να φάνε κάπου μαζί.
Τον ρωτά αν έχει κάνει οικογένεια.
«Όχι... Είμαι όπως ήμουν. Απλά πιο κουρασμένος και αρκετά επιτυχημένος επαγγελματικά...»
«Τότε πάμε...»
Της ανοίγει την πόρτα του Saab. Έτσι όπως κάποτε της είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ και την πόρτα του διαμερίσματός του μετά. Μόνο που τότε, η ωραία κυρία, ήταν μια τρομαγμένη διαδηλώτρια.
Που δε φορούσε μακριά μαύρη τουαλέτα.
Ούτε στους ώμους της είχε ριγμένη την απαλή λευκή γούνα.
Τότε φορούσε ένα κακοποιημένο μπλου-τζιν. Και αρβυλάκια. Κι έναν φτηνό μπουφάν, πλαστικό.
Κι έτρεμε. Από φόβο, όχι από κρύο.
Κάθεται στο κάθισμα του οδηγού και βάζει μπροστά τη μηχανή. «Θα πάμε κάπου απ’ όπου θα βλέπεις το αρχαίο θέατρο», θα της πει.
Εκείνη αμίλητη τον κοιτάζει.
«Όχι αμέσως... Ας κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο, πρώτα...», ζητά.
Προχωρούν αργά σ’ ένα δρομάκι πλάι στο ποτάμι. «Θυμόμουν πως ήσουν απ’ αυτήν την πόλη. Και χθες έψαξα το όνομα και το τηλέφωνό σου στον τηλεφωνικό κατάλογο, όση ώρα περίμενα το γιο μου στο εστιατόριο. Όταν ήρθε και με είδε να ψάχνω, με ρώτησε τι έψαχνα. Του είπα: ένα φίλο από τα παλιά. Πόσο φίλο; Πολύ, πάρα πολύ. Πόσο από παλιά; Από τότε που εσύ δεν μπορείς να θυμάσαι μια και ήσουν πολύ μικρός, του απάντησα... Γιατί ο Μάριος υπήρχε, ήταν γεννημένος δηλαδή, όταν έτυχε σ’ εκείνη τη διαδήλωση να με κρύψεις...»
Την ακούει αμίλητος. Τώρα θυμάται και το χρώμα της φωνής της. Θυμάται και άλλα, πολλά...
«Ο Μάριος δεν έχει πατέρα. Ο πατέρας του ποτέ δεν τον αναγνώρισε... Εγώ, με τη σειρά μου, μη θέλοντας να τον πληγώσω δεν του είπα ποτέ την αλήθεια. Του είπα απλά πως ένα καλοκαίρι, σε μια παραλία της Κορώνης είχα γνωρίσει ένα φοιτητή. Μια γνωριμία που κράτησε όσο οι φοιτητικές μου διακοπές. Και πως όταν κατάλαβα ότι ήμουν έγκυος εκείνος ήταν μακριά, στη Ρώμη όπου σπούδαζε. Πως δεν είχα κρατήσει τη διεύθυνσή του. Πως δεν μπόρεσα να τον βρω ποτέ. Πως αν εκείνος ήξερε για την εγκυμοσύνη μου, θα είχε γυρίσει πίσω και ο ίδιος θα είχε τώρα τον πατέρα του... Ο Μάριος πίστεψε την ιστορία αυτή, ο Μάριος συγχώρησε τη μητέρα του. Άλλωστε, μετά από εκείνη τη διαδήλωση, μεγάλωσε με αρκετή οικονομική ευχέρεια. Δεν του έλειψε κάτι άλλο...»
«Τι εννοείς;»
«Ότι η μάνα του έβαλε μυαλό... Ή έστω έκανε άλλες επιλογές...»
Έχουν φτάσει στο εστιατόριο. Βγαίνει πρώτος και της ανοίγει την πόρτα, για να προχωρήσει μπροστά πρώτη αυτή, μ’ εκείνον μισό βήμα πίσω.
Ένα από τα τραπέζια που βλέπουν στο αρχαίο θέατρο είναι άδειο. Κάθονται εκεί και ο Σταμάτης Πανόπουλος ζητά ένα κόκκινο κρασί πριν παραγγείλουν το φαγητό τους.
«Ο πατέρας του Μάριου ήταν καθηγητής μου στο πρώτο έτος. Δεν παραδέχτηκε ποτέ πως ήταν δικό του παιδί. Όμως βοηθούσε πάντα στο να περνάω τις χρονιές. Από αντίδραση μπήκα στους αναρχικούς. Όπου διαδήλωση μπροστά. Όπου σπασμένες βιτρίνες και πυρπολημένα αυτοκίνητα μπροστά. Μέχρι εκείνο το βράδυ... Ήμουν στο πτυχίο τότε... Φεύγοντας από σένα έμαθα απ’ τη συγκάτοικό μου πως η αστυνομία με είχε αναζητήσει στο σπίτι... Με είχαν καρφώσει οι ίδιοι οι σύντροφοι. Η συγκάτοικός μου τους είπε πως λείπω μια βδομάδα στο χωριό και ότι τους είχαν πληροφορήσει λάθος. Έφυγα για το χωριό. Ευτυχώς το χωριό μου δεν είχε αστυνομία και ο αστυνόμος όταν ήρθε στο χωριό να ρωτήσει έκανε πως πίστεψε τους δικούς μου, που του έδειξαν τον τρίχρονο Μάριο και του είπαν πως γι’ αυτόν βρίσκομαι κάθε τόσο στο χωριό. Οι δικοί μου με στήριζαν, ήξεραν την αλήθεια και παρόλο που ήταν αγράμματοι άνθρωποι έδειξαν την κατανόηση που έπρεπε...»
Θα δώσουν την παραγγελία τους στο σερβιτόρο, που πριν απομακρυνθεί θ’ ακούσει έκπληκτος το Σταμάτη Πανόπουλο: «Πριν φέρετε το φαγητό, θα σας παρακαλούσα να φέρετε μια ομελέτα. Σκέτη, μόνο αυγό, τίποτε άλλο...»
Τον κοιτάζει μ΄ ένα αδιόρατο χαμόγελο.
«Λέω ν’ αρχίσουμε από κει που τελειώσαμε. Το μεσημέρι της τρίτης μέρας, πριν φύγεις από το σπίτι, θυμάμαι πως φάγαμε ομελέτα...», της λέει.
Γελάει και το γέλιο της γεμίζει το χώρο. Κάποιοι από τους θαμώνες τους κοιτάζουν. «Τρώγαμε μόνο αυγά, ψωμί και τυρί... Και μια μακαρονάδα, που είχα φτιάξει... Θυμάσαι;», τον ρωτά ακουμπώντας την παλάμη της στο χέρι του.
«Θυμάμαι πολλά... Το δέρμα σου, τα χείλη σου... Ο τρόπος που με φιλούσες... Ο τρόπος που μου δινόσουν....», θα της απαντήσει, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Κάποιες φορές σε σκεφτόμουνα... Ιδιαίτερα όταν περνούσα από τη διασταύρωση της Πατησίων με τη Δεριγνί...»
«Εγώ όχι... Είχα θυμώσει που φεύγοντας δεν μου είχες πει ούτε το όνομά σου... Είχες πει μόνο: μια άλλη φορά. Σε είχα ρωτήσει αν θα υπάρξει ποτέ αυτή η άλλη φορά και είχες απαντήσει: σίγουρα ναι... Όσο έμενα σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπήρξε η άλλη φορά...»

Δεν υπάρχουν σχόλια: