Google+ Followers

Φίλησέ με...



  

Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

«Αν μπορούσα να μαντέψω από το πρωί πώς θα εξελισσόταν η μέρα μου... Αν μπορούσα να μαντέψω τι με περίμενε όταν ξεκινούσα για το θέατρο; Πού να πήγε η τόση μοναξιά που ένιωθα το απόγευμα;»
Της μιλά και τα μάτια του παραμένουν χαμηλά να περιδιαβαίνουν από πιάτο σε πιάτο. Ακόμα κι όταν νιώθει το χέρι του ανάμεσα στις παλάμες της, ακόμα κι όταν νιώθει το πόδι της να βρίσκει δρόμο ανάμεσα στα πόδια του, κρατά τα μάτια χαμηλά.
Της ομολογεί πως νιώθει αμήχανος απέναντί της.
Ίσως να φταίει η τόση ομορφιά της, λέει. Ίσως το ότι η θύμηση που ξύπνησε να παίζει με τα αισθήματά του.
Εκείνη ψάχνει τα μάτια του, ενώ οι παλάμες της εξακολουθούν να κλείνουν τρυφερά το χέρι του.
Ξέρει πως τον αναστατώνει.
Ξέρει πως τον πυρπολεί.
Το χέρι της σηκώνεται και με την αντίστροφη της παλάμης της χαϊδεύει το μάγουλό του. Μετά πλησιάζει τα χείλη της, αδιαφορώντας για τους θαμώνες των γύρω τραπεζιών.
«Φίλησέ με...»
Τη φιλά απαλά και τα χείλη του τρεμοπαίζουν.
«Έτρεμα, τότε, από το φόβο και τον τρόμο του κυνηγητού. Είχες κλείσει πίσω σου την πόρτα και είχες πει πως πια μπορούσα να νιώθω ασφαλής και ήρεμη. Σου είχα ζητήσει να μην ανάψεις φως. Μου έδωσες ένα ποτήρι νερό και μετά ένα κονιάκ. Άναψες τσιγάρο και μου το έδωσες. Σε ρώτησα αν είσαι κι εσύ ένας από τους βολεμένους του συστήματος και γέλασες. Μου απάντησες πως είσαι ένας απ’ αυτούς που θα με συμβούλευαν πως για την περίπτωσή μου ένα καυτό μπάνιο θα ήταν ό,τι έπρεπε. Όταν βγήκα από το μπάνιο, ήσουν στον καναπέ και παρακολουθούσες τις ειδήσεις στην τηλεόραση, τις ζημιές που είχαν κάνει οι αναρχοαυτόνομοι ή αλλιώς οι γνωστοί άγνωστοι, δηλαδή κάποιοι σαν κι εμένα. Έβαλες τα γέλια που με είδες τυλιγμένη στο μπουρνούζι σου. Πρότεινες να κατεβείς και να φέρεις φαγητό από το ‘‘Περφέκτ’’ της πλατείας Βικτωρίας. Αρνήθηκα. Φοβόμουν ακόμα μήπως και με καταδώσεις. Μετά σκέφτηκα: Αν ήταν να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί να με κρύψει; Αν με άφηνε, θα με έπιαναν λίγο πιο κάτω, αφού δε με κρατούσαν άλλο τα πόδια μου.
»Τηγάνισες αυγά. Μου μιλούσες για την αρχιτεκτονική, τη Γαλλία. Μου είπες να διαλέξω τον καναπέ ή το κρεβάτι για ύπνο. Διάλεξα τον καναπέ, αλλά ξύπνησα στο κρεβάτι σου. Δεν το είχα κάνει για να ξεπληρώσω τη φιλοξενία, αλλά γιατί ήθελα να ζήσω όμορφα το βράδυ μου. Τότε κάναμε έρωτα ακόμα και για πλάκα ή για να αποδείξουμε πόσο απελευθερωμένοι ήμασταν. Μου άρεσε ο έρωτάς σου. Σου είπα, τότε, πως ένιωσα για πρώτη φορά τόσο έντονη ηδονή. Σήμερα σε βεβαιώνω ότι έλεγα αλήθεια.
»Μου άρεσε που ήμουν μαζί σου. Όμως κάτι μ’ έδιωχνε. Σ’ ένιωθα αρκετά απόμακρο, ιδιαίτερα όταν έσκυβες πάνω στα χαρτιά σου. Νόμιζα τότε πως η παρουσία μου σ’ ενοχλούσε.
»Ίσως όμως και να μ’ ενοχλούσε κι εμένα το γεγονός ότι ενώ διαισθάνθηκα από τις πρώτες συζητήσεις πως ίσως ήσουν κιόλας αρκετά επιτυχημένος στη δουλειά σου, ζούσες σχεδόν σαν φοιτητής.
....................................................
»Μετά από εκείνες τις τρεις μέρες έκανα καιρό να πάω με άντρα. Όχι γιατί με είχαν πληγώσει, ή με είχαν απογοητεύσει, ή σημαδέψει, ή για κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Απλά αναθεωρούσα όλο και περισσότερα πράγματα. Στη συνέχεια έκανα αρκετές σχέσεις. Ένιωσα την ηδονή στο απόλυτο, αλλά και την απογοήτευση επίσης. Ιδιαίτερα από το γάμο μου και μετά...
Την ακούει που μιλά αργά, αλλά σταθερά, σαν ν’ αναφέρεται σε κάποιον τρίτο και όχι στην προσωπική της ζωή.
Την ακούει ν’ αφηγείται κομμάτια μιας ζωής που είναι η ζωή της, σαν ν’ αφηγείται τη ζωή μιας άλλης.
«Δεν επιβιώνεις εύκολα στο χώρο της διαφήμισης αν δεν μπορείς να πουλήσεις, όπως και όταν πρέπει, τις ιδέες σου», του λέει.
Κι εκείνη είχε αργήσει να το καταλάβει αυτό. Πίστευε πως αρκούσαν οι ιδέες και μόνο. Πως αρκούσε η καλή γνώση της αγοράς και η άριστη γνώση της ψυχολογίας του καταναλωτή.
Δεν επιβιώνουν εύκολα οι έρωτες αν χρησιμοποιούν μόνο το λεξιλόγιο του αισθάνομαι. Κι εκείνη είχε αργήσει να μάθει τα τόσα άλλα λεξιλόγια που ευρύτατα χρησιμοποιούνται στις σχέσεις ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: