Google+ Followers

Θα νυχτώσει ξανά χωρίς εσένα



 

Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Εικόνες ασύνδετες...
Η Ηλέκτρα μπρούμυτα στο κρεβάτι. Δεν έχει άλλα δάκρυα. Μόνο κάπου - κάπου ένας λυγμός και μια βαθιά ανάσα.
Γυρίζει ανάσκελα, αργά...
Βαθιά μέσα μου ένιωθα ξανά τον άγριο πόθο. Ανάμεσα στις γεύσεις του θανάτου και στα μεγάλα ερωτηματικά που η άλλη γυναίκα είχε θελήσει να πάρει μαζί της...
Η νύχτα θ’ αποτυπώσει έντονα κάθε της στιγμή. Κάθε της σκηνή θα έχει προορισμό τις μέρες του μέλλοντος.
Σαν πράξη τελευταία έπρεπε να έχει όλα τα στοιχεία του επίλογου...
Δεν είχε άλλα δάκρυα.
Στα μάτια της μόνο τα σημάδια της αγρύπνιας και η επιθυμία της γυναίκας.
Πια, όχι «σαν να ήταν» η τελευταία φορά... Αλλά, με την επίγνωση πως όντως ήταν...
Τα πάντα συνηγορούσαν στο να ’ταν η τελευταία.
Είχα αρνηθεί τα χρήματα. Είχα αρνηθεί να την ακολουθήσω. Δεν της ανήκα. Δεν μου ανήκε.
Αν κάτι, κάποτε, ανήκε και σ’ εμένα, πια δεν υπήρχε. Το μόνο που θα μπορούσε να υπάρξει πια, ήταν το ξημέρωμα μιας άλλης μέρας. Άλλωστε ο ήλιος είχε κιόλας φανεί στις κορυφογραμμές των βουνών...
Σιωπηλά ο ένας σπασμός ακολουθεί τον άλλο. Θυμάμαι τα δόντια της να δαγκώνουν με πείσμα τα χείλη της, πασχίζοντας απεγνωσμένα να σταματήσουν και τον ελάχιστο ήχο της ψυχής της στην κοιλότητα του στόματος.
Το πρωινό φως, διαλύοντας το σκοτάδι του δωματίου, αποκαλύπτει τα λουσμένα στον ιδρώτα σώματα, σημαδεμένα από την πάλη του έρωτα....
Θυμάμαι τα χέρια της να κουρελιάζουν το σεντόνι. Τα πόδια της ν’ αρνούνται πεισματικά να ξεσφιχτούν για να μ’ απελευθερώσουν... 
Της θύμισα τον ερχομό του «Ούνιμονγκ». Σίγουρα θα σκαρφάλωνε τις τελευταίες ανηφορικές στροφές.
Τη θυμάμαι να σηκώνεται και να στέκεται ακίνητη μπροστά στο παράθυρο. Μετά να επιστρέφει στο κρεβάτι, να διπλώνει στα δυο, στα τέσσερα, στα οκτώ το σχισμένο σεντόνι. Να έχει την έκφραση του ανθρώπου που θέλει να μιλήσει, αλλά πνίγεται.
Η βαλίτσα κλειστή, πλάι στην πόρτα. Θα την ανοίξει και θα βάλει μέσα το διπλωμένο σεντόνι.
Και κάποιες τρίχες απ’ τα δικά μου μαλλιά, που βρίσκει ανάμεσα στα δάχτυλά της...
Μίλησε μόνο όταν ακούστηκε το αγκομαχητό του «Ούνιμονγκ»:
-Παίρνω ό,τι δικαιούμαι. Τα χρήματα θα τα δώσω σ’ ένα `Ίδρυμα για ορφανά παιδιά, ως δωρεά της Ισμήνης και δική σου, αφού εσύ είσαι ο δικαιούχος. Είναι πολλά κι ίσως σε κάποια πτέρυγα δώσουν και τα ονόματά σας. Δεν έχεις δυνατότητα να μ’ εμποδίσεις. Θα σε θυμάμαι... Και κάτι ακόμα: Είχα κι εγώ κάποτε, το σπέρμα σου μέσα μου... Σπέρμα.. `Έμβρυο... Ζωή... Κι όταν το απομάκρυνα, τέτοιο μήνα πριν δυο χρόνια, για να μην υπάρχουν δυο παιδιά χωρίς πατέρα, είπα και τότε πως θα σε θυμάμαι...
Εικόνα μόνη και τελευταία: Το «Ούνιμονγκ» να κατηφορίζει αργά, να χάνεται για λίγο στις ρεματιές, να ξαναβγαίνει στα ξέφωτα, να γίνεται σκουρόχρωμη κουκίδα...
Με την Ηλέκτρα να φεύγει. `Ίσως ν’ άναβε ένα πίσω απ’ άλλο τα τσιγάρα, πνίγοντας σε βαθιές ρουφηξιές καπνού τους λυγμούς της...
Μ’ εμένα να μένω καρφωμένος στην τελευταία στροφή, ακουμπισμένος στον τοίχο του Προφήτη Ηλία... Να μη μετανιώνω για τα «όχι» που εν τέλει μπόρεσα ν’ αρθρώσω, επιλέγοντας τη μοναξιά του βουνού. Να μην ντρέπομαι και για τα δάκρυα που αυλάκωναν τα μάγουλα... δάκρυα που είχαν λόγους για να γίνουν ποτάμι, να παρασύρουν μέχρι τη θάλασσα λιθάρια και κορμούς που έτυχε να συναντήσουν ρέοντας... 
`Όπως δεν ντρέπομαι και σήμερα, για τα δάκρυα που αυλακώνουν τα μάγουλα όταν μιλώ με την απουσία σου...
Όταν βαδίζω τους δρόμους που βάδιζες, γυρεύοντας την εικόνα σου, αλλά αποφεύγοντας τους ανθρώπους που σε γνώριζαν, μην τύχει και μου μιλήσουν για σένα και μοιραστώ μαζί τους τη θύμησή σου.
Θα νυχτώσει ξανά χωρίς εσένα και χωρίς εσένα θα ξημερώσει και πάλι, μ’ εμένα να προχωρώ στην ανασυγκρότηση, αμφισβητώντας ξανά, πρώτα τον ίδιο μου τον εαυτό και μετά όλους τους άλλους.
Ξέρω πως υπάρχεις κάπου αλλού και δεν μπορώ να σ’ αγγίξω και δεν μπορείς ν’ ακούσεις τη φωνή μου που σε ζητάει...
Ξέρω πως ίσως υπάρχει αλλού, και για μένα, ένα άλλο χαμόγελο και πως αύριο θα ’ναι μια νέα μέρα, που βέβαια θα εμπεριέχει όλες τις προηγούμενες, αλλά και την προσμονή αυτών που ακολουθούν.
Έφυγες πριν καλά - καλά διεκδικήσεις απ’ τους άλλους το δικαίωμα να υπάρχεις, ό,τι δηλαδή με λόγια κι έργα σου χάρισα απ’ την πρώτη στιγμή που αργά - αργά βυθιζόμουν μέσα σου, μιλώντας σου για την ομορφιά των κυπαρισσογραμμών και την αφηγηματική της αφής. Στη σιγουριά κατέφυγες, αρνούμενη τη ρευστότητα μιας ζωής που λατρεύει τον ανένταχτο πόνο.
Έφυγες πριν μάθεις τους λόγους για τους οποίους υπήρξες η συνισταμένη άλλων βημάτων που είχαν διασταυρωθεί με τα δικά μου. Έφυγες πριν ακόμα σου μιλήσω για σένα, για το πώς θα σε θυμάμαι, για το πώς θα συνομιλώ με τις εικόνες σου, με τα δικά σου πράγματα...
Και δε θα μάθεις ποτέ το λόγο που θολώνουν τα μάτια μου όταν κάθε φορά κουρεύομαι -και κουρεύομαι συχνά πια, χωρίς να μου το ζητάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: