Google+ Followers

Εγώ ρε, κι άλλοι διακόσιοι συμμαθητές μου κάναμε την Επανάσταση...




Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Γλυκιά βραδιά Ιουνίου με συντροφιά το Σεφέρη και το πακέτο των τσιγάρων. Νυχτερινός αξιωματικός υπηρεσίας εγώ και νυχτερινή συντροφιά μου το «Ημερολόγιο Καταστρώματος» και η προσδοκία ενός χτυπήματος του τηλεφώνου...
Μέρες και νύχτες που περίμενα ένα τηλεφώνημα της Ηλέκτρας, μέρες και νύχτες σιωπής και ανησυχίας. Εκείνη τη βραδιά, περασμένα μεσάνυχτα, κουδουνίζει το τηλέφωνο και με κρυφή λαχτάρα το σηκώνω. Μια αντρική φωνή, φανερά αγανακτισμένη διαμαρτύρεται για διατάραξη της «κοινής ησυχίας», από τραγούδια μιας ταβέρνας. Παίρνω το πηλίκιο και ανηφορίζω με τα πόδια προς την ταβέρνα που ήταν δεν ήταν πεντακόσια μέτρα από το Τμήμα. Πλησιάζοντας ακούω τραγούδια, μεθυσμένες φωνές και σπασίματα. Είναι μια παρέα από εφτά - οχτώ νεαρούς αξιωματικούς του Τάγματος. Τους δυο, τους γνωρίζω καλά. Στο πάτωμα βουνό τα σπασμένα ποτήρια και πιάτα. Ο ταβερνιάρης λουφαγμένος πίσω από τον πάγκο του παρακολουθεί τα διαδραματιζόμενα χωρίς να βγάζει άχνα.
Πίνουν, τραγουδούν, χορεύουν και σπάνε. «Λεβέντη Παπαδόπουλε...» και δώστου τα σπασίματα. Σπάνε ό,τι υπάρχει πάνω στο τραπέζι, ακόμα και σταχτοδοχεία. Προχωράω πατώντας στα σπασμένα και πηγαίνω στο πίσω μέρος του μαγαζιού, στην κουζίνα. Ο ταβερνιάρης φοβισμένος μου λέει πως δεν μπορεί να τους ησυχάσει, πως όλοι τους είναι ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί και τους τρέμει.
Απλώνω το χέρι στο μαγνητόφωνο και το κλείνω. Τα γέλια και οι φωνές σταματούν. Με κοιτάζουν έκπληκτοι. `Ένας σηκώνεται κι έρχεται προς το μέρος μου.
-Γιατί το έκλεισες ρε κωλόπαιδο;
-Γιατί υπάρχει διαμαρτυρία για διατάραξη κοινής ησυχίας και γιατί το σπάσιμο αποτελεί παράβαση...
-Ποιο κομμούνι διαμαρτυρήθηκε, ρε;
-Πολίτες που το πρωί θα ξυπνήσουν για να πάνε στη δουλειά τους...
`Έχει απλώσει το χέρι του και με πιάνει από το γιακά. Με ταρακουνάει. Σηκώνεται κι άλλος. Είναι ο Σπύρος, υπολοχαγός, αρκετά γνωστός μου, πατριώτης και φίλος του Τζάλα, ήσυχο παιδί. Μπαίνει ανάμεσά μας συμβιβαστικός και λέει του άλλου:
-Εντάξει... είναι περασμένη η ώρα. Να πληρώσουμε και να φύγουμε...
Ο άλλος έχει αγριέψει περισσότερο. Τον απωθεί και με ξαναπιάνει από το λαιμό. Είναι οκτώ και είμαι μόνος. Νιώθω τον εξευτελισμό, αλλά φοβάμαι ν’ αντιδράσω. Βρίσκομαι κολλημένος στον τοίχο. Ο άλλος αφρίζει.
-Εγώ ρε, κι άλλοι διακόσιοι συμμαθητές μου, ρε, κάναμε την Επανάσταση, ρε... Θα σε στείλω στον `Έβρο... Φέρε το Διοικητή σου, ρε...
Ένα φως ανάβει στο μυαλό μου.
-Ο διοικητής είναι στο Τμήμα, στο γραφείο του. Πάμε αν θέλετε εκεί... Να μην μας ακούει ο κόσμος...
Το κόλπο έπιασε. Μ’ έσπρωξε μπροστά. «Πάμε...», λέει και με γραπώνει από το μπράτσο και σχεδόν με τραβολογάει στον κατήφορο. Αντιλαμβάνομαι πως οι άλλοι καθυστερούν, γιατί ξεκαθαρίζουν το λογαριασμό και ταχύνω το βήμα μου. Φτάνουμε στο Τμήμα και μπαίνοντας μέσα ρίχνω μια ματιά στο δρόμο. Οι άλλοι ακόμα δεν έχουν βγει στη γωνία του δρόμου. Είμαστε οι δυο μας τώρα. Ο σκοπός του Τμήματος δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει. Χαμηλώνω αστραπιαία, κάνω μισή στροφή, του πιάνω το χέρι από τον καρπό, λαβή, και τον διπλώνω. Το ένα χέρι εφαρμόζει τη λαβή, το άλλο σφίγγεται στο σβέρκο του και τον πάω καροτσάκι στο κρατητήριο. Τον πετάω μέσα και κλειδώνω. Ενημερώνω τηλεφωνικά το διοικητή. ΄Έχω κλείσει την πόρτα του γραφείου και οι άλλοι που φτάνουν δεν ξέρουν τι γίνεται μέσα. Νομίζουν πως μέσα στο γραφείο είναι ο συνάδελφός τους, ο διοικητής κι εγώ.
Ο διοικητής, από το τηλέφωνο, μου βάζει τις φωνές.
-Θα μας βάλεις σε περιπέτεια...
Βρίζει, αφρίζει, αλλά εγώ όση ώρα με βρίζει συμπληρώνω την «`Έκθεση Συλλήψεως». `Έχω ανακτήσει την ηρεμία μου. Συμπληρώνω το έντυπο και βγαίνω στο διάδρομο. Με κοιτάζουν περίεργα. Ο Σπύρος, ο φίλος του Τζάλα, λέει να δώσουμε τέλος στο συμβάν. Κάποιοι αρχίζουν ν’ απειλούν φωνάζοντας. Είναι πια σίγουρο πως με περιμένει ο Έβρος...
`Όσοι κοιμούνται στους θαλάμους ξυπνούν από τις φωνές και βγαίνουν στο διάδρομο. Οι χωροφύλακες αγριεύουν. Ο Μπάμπης, ο γραμματέας, είναι πιο ψύχραιμος. «Είσαι τρελός, θα ξημερώσεις στα σύνορα...», μου λέει.
Ναι, είμαι τρελός... «Στ’ αρχίδια μου... Και ο `Έβρος Ελλάδα είναι...», του απαντάω φωναχτά και όλοι το ακούν.
Καταφτάνει αγριεμένος και ο σκατοκοιλιάς. Βλέπει τους αξιωματικούς και γλυκαίνει. `Όλο χαρούλες μαζί τους...
Εμένα με κοιτάζει άγρια και είναι έτοιμος να με κατασπαράξει. Του δείχνω την έκθεση συλλήψεως, τη διπλώνω, τη βάζω στην τσέπη. «Παίρνω ταξί και φεύγω για Κοζάνη, για τον εισαγγελέα», του λέω.
Ανοίγει το στόμα μια πιθαμή. Με κοιτάζει ηλίθια. Ζητάει από τους αξιωματικούς να βγουν από το γραφείο του. Αλλάζει ύφος. Αρχίζει τα καλοπιάσματα. Βγάζει και από το κρατητήριο τον υπολοχαγό, που έχει μεταμορφωθεί πια σε αρνάκι. Το στόμα του στάζει μέλι και μου μιλάει σαν να με γνώριζε από παλιά.
-`Έγινε παρεξήγηση. `Ήμουν πιωμένος... `Ίδιο αίμα είμαστε...
Δεκτά όλα, εκτός από το «ίδιο αίμα». «Σύμφωνοι, ας δώσουμε τα χέρια...», προτείνει. Δεν απλώνω το χέρι μου. Δε νιώθω πως θα μπορούσα να τον δεχτώ ως φίλο. `Έχει σχεδόν ξημερώσει και τους αφήνω μαζί με το διοικητή να πίνουν καφέ. Πάω στο θάλαμο και με τα ρούχα ξαπλώνω στο κρεβάτι. Ψηλά στο ταβάνι το πρόσωπο της Ηλέκτρας. Ανοίγω τα μάτια πασχίζοντας να τα μετατρέψω σε στόμα, να μπορούν έτσι να το ρουφήξουν, να το χορτάσουν...
   Παίρνω στα χέρια μου ξανά το Σεφέρη. Πρέπει να διπλώσω ξανά στα δυο την πίκρα μου για να μπορέσω να ταξιδέψω στις θύμισες. Διαβάζω σχεδόν φωναχτά, δίχως να το καταλαβαίνω:
    Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.
    `Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντλήσουμε είδωλα και στολίδια
    για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμα πιστοί...
Απ’ την ανοιχτή πόρτα βλέπω τον Τσανούκα, που πριν λίγο έχει αναλάβει σκοπός να μου κάνει νόημα να βγω έξω. Τον πλησιάζω νυχοπατώντας κι αυτός με τραβάει από το χέρι στο δρόμο. Με νοήματα μου δείχνει το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου του διοικητή. Πλησιάζω αθόρυβα από κάτω και στήνω αφτί.
Ο διοικητής και ο υπολοχαγός μιλούν έντονα και ακούγονται καθαρά. Μιλούν για μένα...
Ψάχνουν τρόπους να μου δώσουν «ένα γερό μάθημα». Σκέφτονται, όμως, το σούσουρο. Τα όσα έγιναν στην ταβέρνα είναι σίγουρο πως εκτός από τον ταβερνιάρη θα πρέπει να τα έχουν αντιληφθεί και κάποιοι από τους περίοικους που είχαν ξεσηκωθεί από τις φωνές. Αλλά εκτός απ’ αυτούς, τα γνωρίζουν πια και όλοι οι χωροφύλακες.
Πρέπει να μου «τη φέρουν στα μουλωχτά». `Η να με πιάσουν με γυναίκα και να με περάσουν Συμβούλιο, πράγμα δύσκολο γιατί θα πρέπει να έχουν έστω κάποια καταγγελία της οικογένειάς της, ή να βρουν στα πράγματά μου βιβλία «αντεθνικού» περιεχομένου και να με ξηλώσουν, ή να μου τη στήσουν κάποιο βράδυ, να μου ρίξουν ένα «γερό σκατόξυλο», που όμως θα φανεί ότι μου το έριξαν ντόπιοι κι έτσι θα δημιουργηθεί ο θόρυβος που θα δικαιολογεί μια πρόταση μετάθεσης.
Το τελευταίο ενθουσιάζει τον υπολοχαγό. Το τσουβάλιασμα στο κρατητήριο μόνο με ξύλο ξεπληρώνεται. Και σαν διαδικασία είναι πιο γρήγορο.
Με ζώνουν τα φίδια. Πρέπει να φυλάγομαι. Να μην κυκλοφορώ μόνος. Πώς όμως να γίνει αυτό, αφού τα βράδια όταν είμαι επόπτης σκοπών τριγυρίζω μόνος μου; Το παίρνω απόφαση. Θα πρέπει να φυλάγομαι...
Δυο βράδια μετά έρχεται η σειρά μου για επόπτης σκοπών. Ο φόβος επανέρχεται μέσα μου. Περνάω στη ζώνη το περίστροφο και βγαίνω. Περπατάω και πλάι μου νιώθω να περπατάει η αγωνία. Προσπαθώ να σκεφτώ ψύχραιμα. Ούτως, ή άλλως είμαι καλά εκπαιδευμένος στην αυτοάμυνα.. `Ο,τι κι αν συμβεί πάντως, θα πρέπει να το αντιμετωπίσω ψύχραιμα, έστω κι αν χρειαστεί να τα παίξω όλα για όλα.
Η ώρα πλησιάζει τρεις. Βαδίζω στη μέση του δρόμου. Είμαι στα τελευταία σπίτια της κωμόπολης. Πίσω μου ακούγονται βιαστικά βήματα. Γονατίζω για να δέσω, δήθεν, το κορδόνι μου και κάνω μισή στροφή, έτσι που να δω, λοξά, το δρόμο πίσω μου. Είναι τρεις. Ο ένας, την ώρα που στρίβω, πετάγεται στο πλάι και κρύβεται πίσω από ένα σταματημένο φορτηγό. Αυτό σημαίνει πως δε θέλει να τον δω, το πιθανότερο για να μην τον αναγνωρίσω. Οι άλλοι δυο άγνωστοι εντελώς, εικοσάρηδες, ντερέκια, κοντοκουρεμένοι, στα σίγουρα φαντάροι, με πλησιάζουν βιαστικά. Εγώ εξακολουθώ να κάνω πως δένω τα κορδόνια. Μας χωρίζουν κάπου πέντε μέτρα. Πλησιάζουν.
Μ’ ένα τίναγμα ορμάω, πρώτος, μπροστά, με το κεφάλι χαμηλωμένο και χτυπάω κεφαλιά τον έναν στο στομάχι. Μουγκρίζει και ξαπλώνεται στο δρόμο φαρδύς πλατύς. Ο άλλος, παρότι ξαφνιασμένος από την επίθεση, κάνει μισή στροφή και σηκώνει το πόδι για κλωτσιά. Την έχει άσχημα, όμως.
Σ’ αυτόν η λαβή εφαρμόζεται πιο εύκολα. Του πιάνω το υψωμένο πόδι και πριν καταλάβει τι συμβαίνει βρίσκεται ξαπλωμένος σαν ασκί στην άσφαλτο. Τον χτυπάω με μίσος στα νεφρά και ουρλιάζει. Ο πρώτος προσπαθεί να σηκωθεί, αλλά μ’ ένα χτύπημα καράτε στο σβέρκο ξαναπροσγειώνεται στο δρόμο μουγκρίζοντας.
Τους αφήνω και πάω προς το φορτηγό. Είμαι σίγουρος πως ο κρυμμένος πίσω του έχει δει τη σκηνή και κάτι άσχημο μαγειρεύει. Φοβάμαι μήπως έχει κάποιο μαχαίρι και το χρησιμοποιήσει.
Η έκπληξή μου είναι μεγάλη, καθώς βλέπω τον υπολοχαγό κολλημένο με την πλάτη στην πίσω πόρτα του φορτηγού και μπροστά του να στέκεται ο Μάγγας με μια βαριά αλυσίδα στο χέρι.
Ο Μάγγας -όνομα και πράγμα- χρόνια χασισοπότης ήταν απ’ αυτούς που μπαινόβγαιναν στις φυλακές, χωρίς να μπορούν ν’ απαρνηθούν τη μεγάλη τους αγάπη, το άγιο χασισάκι, που είπε ο Πετρόπουλος. Τον γνώρισα όταν κάποια στιγμή τον είχε πιάσει ο διοικητής με δυο-τρία τσιγαριλίκια πάνω του. Τον είχε ρίξει, ένα πρωί Παρασκευής, στο κρατητήριο και τον είχε ξεχάσει, με τη δικαιολογία πως θ’ αποφάσιζε τη Δευτέρα τι θα έκανε. Μας είχε πει να τον αφήσουμε νηστικό. Ο Μάγγας πιο περήφανος απ’ τον καθένα μας, είχε γείρει σε μια γωνιά και δεν άνοιγε το στόμα του παρά μόνο για να ζητήσει να πάει για κατούρημα. Το βράδυ εκείνης της μέρας, της Παρασκευής, περνώντας απ’ την ταβέρνα του Μήτσου, πιάσαμε με τον Μήτσο την κουβέντα του. Μου είπε την ιστορία του, μια και τον γνώριζε από μικρό παιδί. Φεύγοντας, τύλιξε σ’ ένα λαδόχαρτο ένα κομμάτι ψητό αρνί και ψωμί. «Όταν κοιμηθούν οι άλλοι, δώστα στο φίλο...», μου είπε.
Τα πήρα και του τα έδωσα αμέσως μόλις έφτασα στο Τμήμα, αφήνοντας μαζί και το πακέτο με τα τσιγάρα μου. Τις μέρες που ακολούθησαν, του πήγαινα φαγητό και τσιγάρα. Κρυφά, σ’ ένα επισκεπτήριο, έδωσα και στη γυναίκα του κάποια χρήματα για να πορέψουν. 
Ο διοικητής άφησε το Μάγγα ελεύθερο Τρίτη πρωί, με την προϋπόθεση να «συνεργάζεται» μαζί του. Εκείνος βέβαια δεν συνεργάστηκε κι ένα μήνα μετά τον ξανάπιασε για την ίδια αιτία και τον έστειλε στον εισαγγελέα κι από κει πήρε το δρόμο για τη φυλακή.  
Δεν ήξερα ότι ο Μάγγας είχε βγει μ’ εγγύηση. Ούτε ήξερα πώς είχε βρεθεί εκεί, αφού το σπιτοκάλυβό του ήταν στην άλλη άκρη της κωμόπολης. Το μόνο που ήξερα εκείνη τη στιγμή ήταν ότι εκπλήρωνε μια υποχρέωση και πως ήξερε το νόημα της ευγνωμοσύνης. «Ρίξ’ του», τον άκουσα να βρυχάται.
Η πρώτη γροθιά  σημαδεύει το σαγόνι, η δεύτερη το στομάχι, η τρίτη το μάτι και η τέταρτη τη μύτη. Ο υπολοχαγός πέφτει στο δρόμο διπλωμένος στα δυο. `Έχω φρενιάσει και χάνω κάθε έλεγχο. Τον κλωτσάω και τον ποδοπατάω. `Έχει σχεδόν παραμορφωθεί το πρόσωπό του. Αντιλαμβάνομαι πως έχω μετατραπεί σε κτήνος και σταματάω.
Όμως την ίδια στιγμή νιώθω ένα νέο κύμα μίσους να φουντώνει ξανά μέσα μου. Στα μάτια μου είναι η εικόνα της ταβέρνας που μ’ έχει πιασμένο από το γιακά και με ταρακουνάει. Τον αρπάζω από τα μαλλιά και τον σέρνω κοντά στους άλλους. Εκείνοι με κοιτάζουν με τρόμο και δεν αντιδρούν. Χωρίς συγκρατημό συνεχίζω να τον χτυπάω. Οι δικοί του - φαντάροι απ’ τη μονάδα του - κάτι λένε, κάτι θέλουν να πουν...
Χάνω τελείως τον έλεγχο και βρίσκομαι με το χέρι στο περίστροφο. Ο Μάγγας μπαίνει μπροστά μου κι εκείνοι, κραυγάζοντας «όχι», το βάζουν στα πόδια. Νιώθω το χέρι του Μάγγα στον ώμο μου. «Χέσ’ τους...», μου λέει και απλώνει ένα τσιγάρο. Αντιλαμβάνομαι πως έχω σπάσει κάθε όριο. Ότι είμαι ένα κτήνος. `Έχω γίνει κτήνος.
Φεύγουμε μαζί. Εκείνος έχει τυλίξει την αλυσίδα στον αριστερό καρπό και βαδίζει με σκυμμένο το κεφάλι. Του λέω «ευχαριστώ» κι εκείνος απλώνει το χέρι και μου δίνει κάτι χρήματα. «Αυτά που έδωσες στη γυναίκα μου...».
Κοιταζόμαστε στα μάτια. Δεν τα θέλω, δεν τα είχα δώσει προσμένοντας να μου τα επιστρέψει και τον πείθω να τα κρατήσει.
Φεύγω. Δεν έχω καμιά τύψη, δε νιώθω καμιά ενοχή, ούτε φοβάμαι κάποιες πιθανές επιπτώσεις. Φτάνω στο Τμήμα, πλένομαι και ξαπλώνω. Είμαι ήρεμος, χωρίς κανένα φόβο... Και το κυριότερο: έχω πεισθεί ότι καλά έπραξα.
Το πρωί συμμαζεύω τα πράγματά μου. Τακτοποιώ το μπαούλο, τα βιβλία, τους δίσκους... Αν με καταγγείλει πρέπει να είμαι έτοιμος για όλα. Από κρατητήριο, μέχρι μετάθεση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: