Google+ Followers

Δεν ήθελα να σ’ αγαπήσω...




Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Η Ηλέκτρα είχε διαλέξει  να φύγει ξημερώνοντας τα γενέθλιά μου. Κατόρθωσα να μην έχω υπηρεσία και όλη τη νύχτα ήμασταν μαζί, στο γυμνό δωμάτιο, με μόνη διακόσμηση τα σφραγισμένα χαρτόκουτα. Οι λέξεις έβγαιναν δύσκολα απ’ τα χείλη και στριφογύριζαν στον άδειο χώρο λες και ήταν κολασμένες. Αποφεύγαμε ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, ξέροντας πως σ’ αυτόν το ζωντανό χωρισμό δεν υπήρχε προϋπόθεση επανασυνάντησης.
Στεκόμουν όρθιος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα το δρόμο του φεγγαριού, αναζητώντας στο θόλο του ουρανού έστω ένα μονοπάτι ελπίδας. Την ένιωσα πίσω μου, διπλωμένη στα δυο, με τους λυγμούς να φτερουγίζουν στο στήθος της.
-Δεν ήθελα... δεν έπρεπε... Δεν ήθελα να σ’ αγαπήσω...
Η φωνή της ίσα που ακουγόταν.
`Ήθελα ν’ απλώσω το χέρι μου, να της χαϊδέψω τα μαλλιά, αλλά τα χέρια δεν είχαν ίχνος δύναμης. Συνέχιζε να μονολογεί μέσα στα αναφιλητά της:
«Δεν ήθελα να δεθώ μαζί σου. Δεν ήθελα να ζήσω ένα τέλος. Μέχρι τώρα τη λέξη ‘‘τέλος’’, όσες φορές κι αν χρειάστηκε, την έγραψα εγώ, με πείσμα, πίκρα, αηδία... Κι ένιωθα καλύτερα έτσι. Μια μόνο φορά την έγραψε ο θάνατος, μα την έγραψε τόσο αστραπιαία, που στάθηκε αδύνατο να το συνειδητοποιήσω.
»Δεν είχα φανταστεί πως θα ερχόταν η στιγμή αυτή, πως δυο άνθρωποι που μόνο την αγάπη έζησαν, θα έφταναν σ’ ένα τέλος αχαρακτήριστο. `Έτοιμοι και οι δυο να το γράψουμε χωρίς να βουτήξουμε την πέννα μας στην πίκρα, στο πείσμα, στην αηδία, στο κακό, παρά μόνο στον έρωτα, σ’ έναν αξεχρέωτο έρωτα, βαθύ και ανερμήνευτο. Αλλιώς κινήσαμε... Να πού φτάσαμε όμως.
»Πρέπει να σχίσω σάρκες και ψυχή για να φύγω...»
Ήξερα πως είχε δίκιο.  Ήξερα πως έλεγε την αλήθεια. Και το πιο σημαντικό: Ήξερα πως σε λίγες ώρες  δε θα υπήρχε ένα χέρι που, αν του το ζητούσα, θα έπιανε το δικό μου και θα μου έλεγε «κουράγιο». Και φοβόμουν αυτήν την απουσία. Φοβόμουν μια μοναξιά που την έβλεπα να έρχεται και να με κυριεύει.
Ψέλλισα κάτι... σαν «να μη χαθούμε...» και ξαφνικά μέσα στους λυγμούς της έβαλε τα γέλια.
-Μαλακίες λες τώρα. Μαλακίες... Πώς να μη χαθούμε; Εγώ στην Κύπρο από αύριο... Μεθαύριο ποιος ξέρει πού. Εγώ στα τριάντα μου κι εσύ στα είκοσι ένα - χρόνια πολλά σου κιόλας - εγώ γεμάτη πληγές και με τη ζωή μου εγκλωβισμένη αλλού, εσύ με το γάλα της μάνας σου ακόμα, απεριόριστα ελεύθερος για κάθε σου βήμα. Πώς να μη χαθούμε; Άντε και συνεχίζουμε, ή έστω ξαναβρισκόμαστε μετά από χρόνια. Να κάνουμε τι; Ποια προοπτική θα μπορεί να υπάρχει για μας;
Έκλαιγε, γελούσε, ούρλιαζε. Ξαφνικά έγινε τρυφερή, τόσο τρυφερή που με μάγεψε. Το στόμα της έγινε ατέλειωτο χάδι σ’ όλο μου το κορμί. Το δικό της κορμί το τίναζαν απανωτοί  σπασμοί. Σε κάποια στιγμή έμεινε μετέωρη. 
Δε μπορούσε να κρύψει την πίκρα της, όσες κι αν έκανε προσπάθειες.
Δε μπορούσα να κρύψω την απόγνωση, όσο κι αν πάσχιζα ν’ ανασύρω από το λεξιλόγιο λέξεις αισιοδοξίας. Το ξέραμε και οι δυο, πια, το χρώμα του τέλους.
Λίγο πριν φέξει, τα κοκόρια του χωριού θέλησαν να το κάνουν πιο «ορατό», σχίζοντας τη σιωπή της νύχτας ...
Και συχνά, από τότε, όταν τυχαίνει και ακούω, ξημερώματα, λαλήματα κοκόρων, σφίγγω τα χείλη και θυμάμαι...
Θυμάμαι την Ηλέκτρα...
`Ήταν καθισμένη στο πάτωμα  με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Το φεγγάρι, ξασπρισμένο αλλά ολόφωτο, είχε γείρει στην άκρη του ορίζοντα και πια το φως του περνούσε απ’ το ανοιχτό παράθυρο ως δέσμη, φωτίζοντας απ’ τ’ αριστερά το κορμί της, το οποίο στη συνέχεια διαγραφόταν στον απέναντι τοίχο ως σκιά μεγενθυμένη.
Πίστευα πως είχε αποκοιμηθεί, έγκοπη από το κλάμα και τους οργασμούς της, όταν ακούστηκε το πρώτο λάλημα.
«Τα κοκόρια... τ’ ακούς; Ξημερώνει. Σ’ αυτό εδώ το χώρο θα μείνει πια το φάντασμά μας. Αυτό θα ξυπνάει κάθε που θα ξημερώνει, με το λάλημα των πετεινών, μια και στη δική μας περίπτωση δεν υπάρχει το πρόσωπο του `Αμλετ για ν’ αναζητάει εκδίκηση... Ξημερώνει και φεύγω... Φεύγω μ’ ακούς; Κι όμως τώρα είναι που σ’ αγαπώ... Τώρα είναι που θέλω να μείνω για πάντα... Και σε σκοτώνω... το ξέρω κι όμως το επιχειρώ, αν και ποτέ δε θα ’θελα κάτι τέτοιο για σένα. Και κρατώ από σένα τα πάντα, ξέροντας πως όπου και να ψάχνω δε θα βρίσκω το πρόσωπό σου... Και είναι παράλογο αυτό και το ξέρω και το επιχειρώ και σε σκοτώνω. Και σε λατρεύω και λέω πως έχω κάθε δυνατότητα αντί να φύγω εγώ, να σε πάρω από εδώ και να ζήσουμε για πάντα μαζί.
»Μα είναι αυτή η καταραμένη διαφορά των εννιά χρόνων που με τρομάζει. Γιατί δεν αντέχω άλλη κοινωνική κατακραυγή. Γιατί δε θα μπορέσω ποτέ ν’ αντικρίσω τη μάνα σου και να της πω, πως λατρεύω το γιο που γέννησε και που γι αυτόν τα όνειρά μας -τα δικά της και τα δικά μου-  δεν συμπίπτουν. Και που δεν ξέρω με ποιον τρόπο θ’ αντιμετωπίσω τη λατρεία μιας άλλης γυναίκας, που τυχαίνει να τη λατρεύω κι εγώ και που αυτά δεν συνηθίζονται στον κόσμο μας, που είναι χτισμένος με μπετόν αρμέ, οριοθετημένος καλά με μαντρότοιχους, αλλά και συρματοπλέγματα, έτσι που δύσκολα κανείς μπορεί να διαφύγει... Αλλά, τι να το κάνω αν διαφύγω και ζω στη συνέχεια ως δραπέτης; Και τώρα κλαίω, μ’ ακούς, γιατί δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την αυτοκτονία... Δεν μπορώ να δεχτώ τον πόνο όταν ξέρω πως στη θέση του θα μπορούσα να είχα τη χαρά...
»Και σ’ αγαπώ, μ’ ακούς, και σε θέλω... Τώρα σε θέλω και αύριο θα σε θέλω και θα σε θέλω για πάντα, γιατί εσύ δεν είχες ούτε μια τόσο δα πληγή για μένα, γιατί ήσουν μόνο χάδι και γιατί ήσουν έρωτας... Και τώρα θέλω να με πάρεις, να μπεις μέσα μου και να σε κρατήσω ακίνητο εκεί μια ολόκληρη ζωή ή να σε πιω χωρίς ξανά να υπάρξεις ως πηγή ζωής για άλλη γυναίκα. Σε θέλω μέσα μου για πάντα μ’ ακούς; Να μη σε βλέπει ο ήλιος και να μην ακούς φωνές ανθρώπων, παρά μονάχα να είσαι εδώ και να με διαπερνάς ως ρομφαία και να με πεθαίνεις για να μπορώ ν’ ανασταίνομαι και να μπορώ έτσι να σε χαίρομαι ξανά και ξανά».
Κάθε φορά που ξημερώνουν γενέθλιά μου έχω ένα λόγο να τρέμω στην ιδέα μην και ακούσω ξανά το λάλημα των πετεινών και με βρει το ανέβασμα του ήλιου ολομόναχο και πάλι...
Μετά το λάλημα των πετεινών ακούστηκε ο θόρυβος της μηχανής  του φορτηγού, η φωνή του Στρατή που ρωτούσε τη «γιατρίνα» αν ήταν έτοιμη...
Πριν καν βγει ο ήλιος...

Δεν υπάρχουν σχόλια: