Google+ Followers

Τότε, που έσβηναν τα τσιγάρα πάνω του...





                       Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Η Ηλέκτρα λειτουργούσε ως καταλύτης όταν τα γεγονότα, ή οι καταστάσεις μ’ εγκλώβιζαν ή με οδηγούσαν σε αδιέξοδα. Όπως τότε, με την περίπτωση του Ανδρέα...
Η εικόνα του Ανδρέα είναι απ’ αυτές, που μαζί με κάποιες άλλες, άλλων εποχών, γυρίζουν κάθε τόσο στα μάτια μου. Ψηλός, σκελετωμένος, καμπούρης, ο Ανδρέας. Κοντά στα πενήντα. Τρισάθλιος. Βοσκός σε κοπάδια γελαδιών. Με κάτι λαστιχένια παπούτσια διαλυμένα στα πόδια του και ρούχα ερειπωμένα που άφηναν να περνάει ο αέρας χωρίς κόπο. Αξύριστος σχεδόν πάντα. Μύριζε γαλατίλα και κοπριά από μακριά.  Πρωτάκουσα γι΄ αυτόν ένα πρωί, όταν κάποιος παπάς κατάγγειλε πως έσπασαν ένα εικονοστάσι και πήραν τα κέρματα. Κάποιος από το Τμήμα είπε: «Ο Ανδρέας το έκανε. Αυτός σπάζει εικονοστάσια».
Μ’ έστειλαν με τον οδηγό, σε μια περιοχή έξω απ’ την κωμόπολη, στο «Τούρκικο Σχολείο», να τον βρούμε και να τον πάρουμε. Ο οδηγός μου έδειξε έναν άνδρα γερμένο σ’ έναν γκρεμισμένο τοίχο, δίπλα σε κάτι στάβλους. Τον πλησίασα και του έκανα νόημα να με ακολουθήσει. Σηκώθηκε αργά και με ακολούθησε. Άνοιξα την πίσω πόρτα του Λαντ Ρόβερ και μπήκε αδιαμαρτύρητα μέσα, ενώ μια μπόχα ξεχυνόταν στ’ αυτοκίνητο. Τον πήγαμε στο Τμήμα. Προχώρησα στο γραφείο του διοικητή για ν’ αναφέρω ότι τον φέραμε και ξαφνικά άκουσα μια κραυγή, κι άλλη μια, κι άλλη μετά, κι άλλη... κι άλλες. Γύρισα να δω τι συμβαίνει.
Οι φωνές έρχονταν απ’ το κρατητήριο. Πίσω μου ακούστηκε το γέλιο του διοικητή. «Θα τα ξεράσει ο πούστης πριν πεις κύμινο», τον άκουσα να λέει καθώς με το πηδηχτό βήμα του πήγαινε βιαστικά προς το βάθος του κτηρίου. Μπήκα στο θάλαμο και ξάπλωσα στο κρεβάτι σκεπάζοντας με το μαξιλάρι τ’ αφτιά μου.
Οι κραυγές συνεχίζονταν. Σε κάποια στιγμή μπήκε κι ο Μπάμπης στο θάλαμο.
-Θα τον ξεκάνουν τον ανθρωπάκο. Κάθε φορά που τον φέρνουν μέσα, του βγάζουν τον αδόξαστο...
Είπα του Μπάμπη πως δεν αντέχω άλλο. Έδειξε να με καταλαβαίνει.
-Φύγε... Τράβα καμιά βόλτα. Να μην ακούς τουλάχιστον...
Βγήκα απ’ την πίσω πόρτα και προχώρησα χωρίς σκοπό στο δρόμο. Δέκα λεπτά μετά βρισκόμουν στο πάνω μέρος της κωμόπολης, στο χωματόδρομο που έβγαζε στα κάστρα. Ρωτούσα τον αέρα και την κακή μου μοίρα, για το τι γύρευα εγώ ανάμεσά τους, τι γύρευα να είμαι φυλακισμένος σε μια στολή; Βάδισα αρκετά ώσπου βγήκα σ΄ ένα ξέφωτο. Εκεί έμεινα πάνω από μια ώρα.
Σχεδόν μεσημέρι πήρα το δρόμο του γυρισμού. Έφτασα στο Τμήμα με το σχόλασμα των γραφείων. Ο διοικητής έλειπε. Πήγα στην κουζίνα για φαγητό. Είδα το μάγειρα να έχει λουφάξει σε μια γωνιά, αμίλητος. «Τι έγινε Νικόλα;», τον ρώτησα. Δίστασε να μου μιλήσει. Κατάλαβα πως κάτι άσχημο θα είχε συμβεί και τον ξαναρώτησα.
«Φάε πρώτα», μου απάντησε. Τον ρώτησα και πάλι τι είχε συμβεί...
-Τον έκαψαν... Τον έκαψαν με το τσιγάρο... Να μαρτυρήσει... Έσβηναν τα τσιγάρα πάνω του... Λιποθυμούσε, του έριχναν νερό και πάλι απ’ την αρχή. Να δεις πως τον έκαναν...
Τινάχτηκα... `Έτρεξα στο κρατητήριο, δίπλα. Σκοπός ήταν ένας ηλικιωμένος χωροφύλακας, ο μπαρμπα-Σπύρος. «Τι έγινε;» τον ρωτάω.
-Δεν ξέρω. Τώρα ανάλαβα υπηρεσία και μου είπαν να μην τον βγάλω ούτε για κατούρημα, εκτός κι αν θελήσει να ομολογήσει.
Του ζήτησα ν’ ανοίξει το κρατητήριο. Δίστασε.
-Αν το μάθει ο μεγάλος, θα με κλείσει εμένα μέσα.
Τον βεβαίωσα πως δεν θα το μάθαινε, του πήρα τα κλειδιά κι άνοιξα την πόρτα.
Ο Ανδρέας άκουσε τον θόρυβο της πόρτας που άνοιγε και κουλουριάστηκε στη γωνιά. Προσπάθησα να τον καθησυχάσω, λέγοντάς του πως όλοι όσοι τον είχαν πειράξει είχαν φύγει και πως όλα πια είχαν τελειώσει, προσθέτοντας πως ο μάγειρας έχει και γι αυτόν φαγητό.
-Έλα... φύγανε, άντε να φας.
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Επέμεινα. Τον έπιασα απ’ το μπράτσο και τον σήκωσα. Πληγές από καύτρες τσιγάρων έχασκαν στις παλάμες και στους καρπούς του. Τον έσπρωξα στην κουζίνα κι έτρεξα να ξεράσω στ’ αποχωρητήριο. Ήρθε ο Νικόλας ο μάγειρας και με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου. Τηλεφώνησα αμέσως στην Ηλέκτρα. Μόνο εκείνη σκέφτηκα στην παραζάλη μου. Μόνο μ’ εκείνη ήθελα να μιλήσω. Μέσα στη θολούρα μου την άκουσα να μου λέει «μωρό μου, φύγε, τι γυρεύεις εκεί;» και παρόμοια.
Δεν με χωρούσε ο τόπος. Ξαναγύρισα στον Ανδρέα. Είχε φάει κι είχε ξανά κουλουριαστεί στο βάθος του κρατητηρίου. Με κοίταζε δύσπιστα. Ένιωσα αηδία και ντροπή. Ο μπαρμπα-Σπύρος ξανακλείδωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας:
-Αν το μάθει θα μας κρεμάσει... Κι εγώ έχω παιδάκια κυρ Υπενωμοτάρχα...
Έψαξα να βρω τον Μπάμπη, τηλεφωνώντας σε γνωστούς. Τον βρήκα στο Σπύρο το ράφτη. Ζήτησα να μου τον δώσει στο τηλέφωνο και του είπα όσα ένιωθα για το περιστατικό. Στην απάντησή του διέκρινα την ειρωνεία...
-Δεν έχουν δει τα μάτια σου τίποτα, ακόμα. Πάρε ένα βιβλίο και κλειδώσου στο θάλαμο. Ή έλα εδώ, να πιούμε καφέ...
Κλειδώθηκα αηδιασμένος στο θάλαμο. Πήρα στα χέρια μου τα «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» του Γιώργου Σεφέρη. Άνοιξα στην τύχη. Άρχισα να διαβάζω «Το ναυάγιο της Κίχλης»:
    Κι ά με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ,
    το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου, πού να πηγαίνω
    γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
    Το θάνατο τον προτιμώ,
    ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».
Πέταξα το βιβλίο και βγήκα έξω. Τελικά ήταν προτιμότερος ένας καφές με τον Μπάμπη. Προχωρούσα σαν κυνηγημένος. Πέρασα μπροστά απ’ το ραφτάδικο του Σπύρου κι ασυναίσθητα προχώρησα και το προσπέρασα, χωρίς να μπω μέσα. Πέντε λεπτά μετά χτυπούσα την πόρτα της Ηλέκτρας. Τρύπωσα στην αγκαλιά της και ξέσπασα σε λυγμούς.
Ένιωθα πιο αδύναμος από ποτέ. Μ’ αγκάλιασε τρυφερά. ΄Ένιωθα ασφάλεια και σιγουριά στα χέρια της. Η φωνή της είχε τη στοργή που αναζητούσα:
-Δεν είδαν ακόμα τίποτα τα μάτια σου. Κρατήσου ψύχραιμος. Διάλεξες σκληρή δουλειά κι αν δεν αντέξεις, η συντριβή σου θα είναι γρήγορη κι ολοκληρωτική. Μην ταυτίζεσαι μαζί τους και φρόντισε ν’ αναπτύξεις άλλες δυνάμεις αντοχής. Αλλιώς, παράτα τα όσο είναι νωρίς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: