Google+ Followers

Εγώ, το κωλόπαιδο του κερατά...




                       Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

 Είχε φτάσει, λοιπόν, η στιγμή για το μεγάλο «όχι». `Όχι άλλος μετεωρισμός ανάμεσα στην Ηλέκτρα και στο φάντασμα της  Ισμήνης. Εγώ δεν είχα κανέναν λόγο να θρηνώ πάνω από το πτώμα του έρωτα. Να λατρέψω ήθελα και να λατρευτώ, χωρίς ντροπές, μέσα σε άπλετο φως και μέσα σ΄ ένα όνειρο κατάλευκο.
Άρχισα να γράφω ξανά...
Κάθε που βράδιαζε έβρισκα και μια δικαιολογία, διαφορετική κάθε φορά, για να μένω κλεισμένος στο μικρό γραφείο...
Η Ηλέκτρα κατανοούσε αυτές τις δικαιολογίες και τις περισσότερες φορές τις αντιμετώπιζε με πικρή σιωπή.
 Μέχρι που κάποιο ξημέρωμα - πλησίαζε το Πάσχα - η πόρτα του γραφείου άνοιξε απότομα και είδα στο άνοιγμά της τον όγκο του Αστυνόμου. «Γιατί δεν κοιμάσαι ακόμα;» ρώτησε αγριεμένα. Του απάντησα πως διαβάζω... «Δεν μπορείς να καις το ρεύμα του Δημοσίου, κύριε...» ούρλιαξε...
Δεν έβγαλα άχνα. Άπλωσε τα χέρια του και πήρε τα βιβλία, για να ουρλιάξει ξανά:
-Κάτω απ΄ τη μύτη μου διαβάζεις κομμουνιστές...
Ήταν «Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», της Κάρσον Μακ Κάλλερς σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα και  «Η εξορία και το βασίλειο» του Αλμπέρ Καμύ σε μετάφραση Καράκαλου.
Προσπάθησα να του εξηγήσω πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ούτε που στάθηκε ν’ ακούσει. Όρμησε στο διάδρομο κι από κει στο θάλαμο. Μου άνοιξε το μπαούλο κι άρχισε να βγάζει από μέσα βιβλία.
Τον είχα ακολουθήσει και στεκόμουν απολιθωμένος στο άνοιγμα της πόρτας. Έβγαζε τα βιβλία και τα πετούσε πάνω στο κρεβάτι. Τα μάτια του γυάλιζαν. Δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω, δεν ήξερα τι μπορούσα να κάνω για ν’ αποδείξω πως είχε λάθος.
Πήρε τρία απ’ αυτά:  «Τα μηχανάκια» και «Η δόξα του Σκαπανέα» του Μένη Κουμανταρέα και το «Κεκαρμένοι» του Νίκου Κάσδαγλη, μικρά ευαγγέλια για μένα την εποχή εκείνη...
Πήγε στο γραφείο του κι άρχισε να καταγράφει τους τίτλους. Στάθηκα έξω απ΄ την πόρτα, χωρίς να σκέφτομαι κάτι... Έγραφε και μουρμούριζε. Τελειώνοντας, δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του κι έφυγε, ουρλιάζοντας και πάλι πως το μόνο που θα μπορούσα να περιμένω ήταν το Στρατοδικείο. «Θα σου μάθω εγώ να διαβάζεις ανατρεπτικά βιβλία», φώναξε βγαίνοντας απ’ το Τμήμα.
Το παράπονο φούντωσε μέσα μου. Ο σκοπός χωροφύλακας ήρθε πλάι μου κι ακούμπησε το χέρι του παρηγορητικά στον ώμο μου, λέγοντάς μου, με ύφος γεμάτο οίκτο:
-Κι εσύ ευλογημένε, τι θέλεις και διαβάζεις κομμουνιστικά βιβλία...
Προσπάθησα να του εξηγήσω πως δεν ήταν έτσι τα πράγματα...
Ήταν φανερό όμως, πως ούτε αυτόν κατόρθωσα να πείσω, αφού επέμεινε:
-Για να το λέει ο αστυνόμος, κάτι ξέρει...
Η απόγνωση με κυρίευσε. Ξαναπήρα τους δρόμους. Σαν κυνηγημένος έφτασα στο σπίτι της Ηλέκτρας. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα. Άνοιξε χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι. Μπήκα κι έπεσα, άδειος εντελώς, ξέπνοος, στην πολυθρόνα.
Δεν είπε κουβέντα. Μπήκε στην κουζίνα και ξαναγύρισε με δυο φλιτζάνια καφέ. Άναψε τσιγάρο και μου το έδωσε. «Τι συνέβη;» με ρώτησε. Ξέσπασα σε λυγμούς, καθώς προσπαθούσα να περιγράψω τα γεγονότα...
Με ξάπλωσε στο κρεβάτι της και μ’ έγδυσε. Ένιωσα τη γλώσσα της ν’ ανεβαίνει κατά μήκος των ποδιών μου. Κύματα ηδονής άρχισαν να με δέρνουν. Ανέβηκε πάνω μου και με πήρε μέσα της χωρίς λέξη. Έφτασε πρώτη στον οργασμό, αλλά δεν σταμάτησε. «Θα έρθει η μέρα, που θα γελάς μ’ αυτά για τα οποία τώρα κλαις...», μου ψιθύρισε.
Άκουγα τα βογκητά της να επιταχύνονται και πάλι. Κάλπαζε ασυγκράτητα, ξέφρενα.  Αφέθηκα να παρασυρθώ στον άγριο ρυθμό της.
Είχε πια ξημερώσει για καλά. Δεν θα μπορούσα να βγω απ’ το σπίτι της, χωρίς να γίνω αντιληπτός, χωρίς να ξεσπάσει σκάνδαλο.
Η Ηλέκτρα μάντεψε την αγωνία μου. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί η γαλήνη. Άρχισε να ντύνεται με κινήσεις αργές. «Εγώ, τουλάχιστον δεν θα δώσω λογαριασμό σε κανέναν για το ποιος βγήκε απ’ το σπίτι μου...» είπε. «Αρκετά σοβαρά πήραμε τα λόγια του κόσμου κι αρκετά σφαχτήκαμε μέχρι τώρα για χάρη μιας ψεύτικης εικόνας. Προτιμότερο να σε χαρακτηρίσουν κομμουνιστή, παρά να πάψεις να διαβάζεις. Προτιμότερο να μου κολλήσουν την ετικέτα τη γνωστή, παρά να σταματήσω να ζω τη χαρά μαζί σου. Άντε, λοιπόν, στο δρόμο και μη σκύβεις το κεφάλι επειδή έτυχε στη φάρμα των ζώων που ζεις ν’ αρνείσαι το ρόλο του γουρουνιού... Άλογο να είσαι και να καλπάζεις...».
Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη «Φάρμα των ζώων» του Όργουελ, θυμόμουν τα λόγια της Ηλέκτρας, οικτίροντας την αβουλία μου, που με κρατούσε ακόμα εκεί, στη φάρμα του παραλογισμού, όπου «πας ανώτερος» ήταν «και σοφότερος», διαχειριζόμενος κατά τη διάθεσή του μια εξουσία που θα μπορούσε κάτω από άλλες συνθήκες, αντί να πληγώνει, να θεραπεύει...
Στις δώδεκα το μεσημέρι, ο Μπάμπης, με ειδοποίησε πως ο διοικητής είχε διατάξει να παρουσιαστώ «ενώπιόν» του. Παρουσιάστηκα και στάθηκα σε στάση προσοχής.
-Έχεις χάρη που εκτιμώ τον πατέρα σου... Αλλιώς, θα σ’ έστελνα στο στρατοδικείο. Δε σε πληρώνει η πατρίδα για να διαβάζεις αντεθνικά βιβλία.
 Χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.
-Θα σε γαμήσω κι εσένα και τους Καμύδες σου και τους Κουμανιαρέους σου...
Χωρίς να έχω πολυκαταλάβει το πόσο άσχημη ήταν για μένα η υπόθεση, ένιωσα πως θα μ’ έπιαναν τα γέλια.
-Κουμανταρέας, Μένης Κουμανταρέας, είναι...
-Σκασμός... Θα σε γαμήσω είπα, αν σε ξαναδώ να διαβάζεις. Εμείς κύριε ανήκουμε στην Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών... Αν δεν σ’ αρέσει, να πας να ζήσεις στο σοβιετικό παράδεισο. Κωλόπαιδο του κερατά. Πάρε τα βιβλία σου και κάψε τα... Θα σε δέσω. Είμαι κομμουνιστοφάγος εγώ...
Πήρα τα βιβλία απ’ το γραφείο του και βγήκα. Κλειδώθηκα στο θάλαμο κι άνοιξα τη «Δόξα του Σκαπανέα» στις τελευταίες σελίδες. Εκεί που ο σκαπανέας απολογείται κάτω από το φως του προβολέα:
    «Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί θέλησαν να με κάνουν μόνιμο. Τι μου βρήκαν; Όσο και να ψάχνω δε βρίσκω απάντηση. Έπειτα λέω μέσα μου: Κάτι τέτοιοι φουκαράδες σαν και μένα, αυτοί είναι που την παθαίνουν πάντα. Όσο εγώ ήθελα να περνώ απαρατήρητος, τόσο οι άλλο ερχόντουσαν και τρύπωναν στα προσωπικά μου. Τι τους ενδιέφεραν; Τι ήταν αυτό που τους τραβούσε σ’ εμένα; Μα κανείς δε μιλούσε για ό,τι ήταν φανερό, ξάστερο. Ακόμα κι ας ήταν η μεγαλύτερη βρωμιά. Μόνο πάσχιζαν ν’ ανακαλύψουν τα μικρά, τα ασήμαντα, κατά τη γνώμη μου, περιστατικά και μαζί τους έτρωγαν τη μισή τους ζωή. Πέστε μου, είναι τάχα τόσο μεγάλη η ζωή μας για νάχουμε καιρό για τέτοια πράγματα;»
`Έκλεισα το βιβλίο και το έσφιξα στην αγκαλιά μου. `Όχι δεν θα έκαιγα τίποτα. Σε μια τόσο μικρή ζωή, μόνη ελπίδα διάρκειας χαράς είναι τα βιβλία, είναι ο έρωτας, ένα ποτήρι κρασί...
`Όχι δεν θα έκαιγα τίποτα.
Και όσο θα υπήρχε εκεί η Ηλέκτρα θα κολυμπούσα μέσα της και θα έπινα άπληστα, αξεδίψαστα τον έρωτα.
`Όσο για την Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών ας την έκαναν παντιέρα όλοι οι κτηνάνθρωποι... Εμένα μου έφτανε η Ελλάδα που γνώριζα μέσα στα βιβλία και ήταν πολύ πιο γλυκιά, αυτή η δική μου Ελλάδα απ’ τη δική τους, των «Ελλήνων Χριστιανών», δηλαδή, που την έβαζαν οι αλητήριοι στο τσεπάκι τους και τη διαφέντευαν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: