Google+ Followers

Ο `Έλλην Χωροφύλαξ στην υπηρεσία του `Έθνους...



 

Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

........... Κατά το μεσημεράκι πήγα στα χωριά, σταλμένος από τον αστυνόμο, μ’ ένα ντοσιέ γεμάτο καταστάσεις με ονόματα κομμουνιστών, που κατάγονταν από την περιοχή, για να εξακριβώσω αν γύρισαν στα χωριά τους για τις γιορτές του Πάσχα.
Πήρα το ντοσιέ κι ανέβηκα στο περιπολικό, με το Νώντα οδηγό. Δεν ήξερα πώς γινόταν η «εξακρίβωση». Δεν ήξερα ποιον θα ρωτούσα. Εξομολογήθηκα στο Νώντα την άγνοιά μου. «Ξέρω εγώ», με καθησύχασε. «Θα πάμε σε δικούς μας ανθρώπους».
Και πήγαμε σε «δικούς» μας, που ήταν τα «μάτια» μας και τ’ «αφτιά» μας και βέβαια με το αζημίωτο, αφού μόνιμα, με κάθε απάντηση, είχαν και κάποιο ρουσφέτι να ζητήσουν. Μόνο, που τα περισσότερα απ’ αυτά που ζητούσαν ήταν σε βάρος άλλων.
Είχα τις απορίες μου. Λέω του Νώντα:
-Νομίζω πως είναι ρουφιάνοι...
Γύρισε και με κοίταξε αγριεμένος.
-Πάψε. Πληροφοριοδότες τους λένε. Είναι εθνικόφρονες. Δικοί μας εκατό τοις εκατό.
Δεν έβγαλα άχνα.
-Κατάλαβες;
-Κατάλαβα...
Και πράγματι είχα καταλάβει, πως κάποιοι λίγοι ήταν οι «δικοί» μας και ότι κάποιοι πολλοί δεν ήταν. Βέβαια όλοι ζούσαν στον ίδιο χώρο, ανέπνεαν τον ίδιο αέρα, υπάκουαν στους ίδιους νόμους. Κι εμείς ήμασταν, υποτίθεται, υπηρέτες όλων.
Άνοιξα το ρημάδι το στόμα μου και είπα τις αντιρρήσεις μου στο Νώντα. Με ξανακοίταξε άγρια. «Ο `Έλλην Χωροφύλαξ στην υπηρεσία του `Έθνους», μου λέει χτυπώντας το χέρι του στο τιμόνι.
Αντέδρασα:
-`Όχι, λάθος... Στην υπηρεσία του Κράτους, ή μάλλον αυτών που κυβερνούν το Κράτος...
Είχα πάρει φόρα. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως `Έθνος είναι όλοι, τόσο εκείνοι που αυτός χαρακτήριζε «δικοί» μας, όσο και οι «άλλοι». Πως, ακόμα, `Έθνος είναι και οι μνήμες όλων όσοι έζησαν στον τόπο αυτό και μιλούσαν την ίδια γλώσσα και πίστευαν στον ίδιο Θεό. Πως `Έθνος είναι και ο τρόπος ζωής που κληροδοτήθηκε  απ’ τους παλιότερους και σήμερα συνεχίζει να υπάρχει ως παράδοση, είναι η ιστορία, είναι και άλλα πολλά πράγματα, που δεν μπαίνουν σε καταστάσεις κομμουνιστών Α΄, Β΄ και Γ΄ κατηγορίας.
Με κοίταζε έκπληκτος.
-Καλά, κομμουνιστής είσαι;
Τα μάτια του είχαν αγριέψει.
-`Όχι, απλά σου αναλύω τις έννοιες.
-Κράτα τις αναλύσεις για τον εαυτό σου...
Οι τελευταίες λέξεις του είχαν ακουστεί σαν μούγκρισμα. Δεν μου ξαναμίλησε μέχρι να φτάσουμε στο Τμήμα.
Μίλησε, όμως, στο διοικητή. Κι εκείνος με κάλεσε στο γραφείο του κι έδωσε καινούργια παράσταση εξουσίας, χτυπώντας τα χέρια του όπου έβρισκε και ουρλιάζοντας πως τις αναλύσεις να τις κρατάω για τον εαυτό μου και να κοιτάζω μόνο τη δουλειά μου.
Θυμήθηκα τότε μια συμβουλή της Ισμήνης: «Με τον τρελό και το αφεντικό, διάλογο μην κάνεις». Έκλεισα το στόμα μου, έκανα μεταβολή και βγήκα από το γραφείο του...
Κλείστηκα στο γραφείο μου για να συντάξω τις «εξακριβώσεις».
Τι να έγραφα, όμως; Αφού κατά τις «πληροφορίες», όλοι ανεξαιρέτως ήταν «σκ’λιά», όλοι ανεξαιρέτως «δεν είχαν βάλει μυαλό», όλοι ανεξαιρέτως εκπλήρωναν τη λαϊκή ρήση «ο λύκος μόνο τρίχα αλλάζει...».
`Ένιωσα το άσπρο χαρτί να με προκαλεί. Μια ντροπή φούντωνε μέσα μου. Πήγα και κλείστηκα στο θάλαμό μου. Πήρα στα χέρια μου τα ποιήματα του Σεφέρη. Διάβασα χαμηλόφωνα:
     Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
     που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
     Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
     μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
     τις προσκυνούμε...
Εγώ προσκυνούσα μια εξουσία άρρωστη και παντοδύναμη. Με δυο κοντόχοντρα πόδια, μια τεράστια κοιλιά κι ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο που είχε για μόνη διακόσμηση δυο ηλίθια μάτια. Πίσω απ’ το ανθρωποειδές αυτό, μια άλλη εξουσία, ακόμα μεγαλύτερη, ακόμα πιο άσχημη, που όμως είχε τον πρώτο και αποφασιστικότερο ρόλο και λόγο σ’ όλες μου τις πράξεις.
Με ποιον λοιπόν να μιλήσω; Και για ποιον λόγο να μιλήσω; Πώς να πορευτώ; Και τι να γράψω στα σημειώματα, αφού εκ των προτέρων αποκαλυπτόταν το χυδαίο μιας αποκρουστικής σκοπιμότητας;
Τότε ξαναγύρισε στο νου μου η Ηλέκτρα...
Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να μου πει μια λέξη. Πώς, όμως, αφού τόσο εύκολα κι απλά με είχε διαολοστείλει; Να ζητιάνευα τον οίκτο της; Με ποιο δικαίωμα;
`Άκουσα στον προθάλαμο τη φωνή του Γιώργη Μετικάκη. Ίσως σ’ αυτόν θα μπορούσα να μιλήσω. Βγήκα και του έκανα νόημα. Μ’ ακολούθησε στο γραφείο μου. Του είπα για τις καταστάσεις. «Για να τις δω», μου είπε. Του τις έδειξα.
Με τα πρώτα ονόματα που διάβασε έβαλε τα γέλια. «Αυτός, αυτός κι αυτός έχουν φύγει στη Γερμανία. Αυτός πέθανε πριν ένα χρόνο. Αυτός είναι παράλυτος και τον έχουν σε ίδρυμα...», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλό του κάποια ονόματα στις καταστάσεις.
`Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. «Ο Νώντας μου είπε πως ό,τι βεβαιώνουν οι δικοί μας άνθρωποι είναι και αληθινό...». Ξαναγέλασε. «Δικοί μας άνθρωποι - είπε με σαρκασμό- είναι οι ρουφιάνοι και όσοι μας κερνάνε. Μην κάνεις τις βεβαιώσεις. Βρες μια δικαιολογία... Μπορεί να το ξεχάσει ο αστυνόμος. Αν σε πιέσει, πες του πως δεν κρίνεις αντικειμενικές τις πληροφορίες... και βλέπουμε».
Χτύπησε το τηλέφωνο. `Ήταν η Ηλέκτρα. «Γιατί δεν ήρθες;», με ρώτησε. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω πως εκεί που μ’ είχε στείλει δεν είχε δρόμους που να οδηγούν στο σπίτι της.
Αντί γι αυτό, μάσησα τα λόγια μου. Η απάντησή της δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ήταν ξεκάθαρη εντολή:
-Να έρθεις τώρα...
Μια εντολή και το κλείσιμο του τηλεφώνου. `Έμεινα με το ακουστικό μετέωρο στο χέρι. Ο Γιώργης, μάντεψε...
-Πήγαινε... Να προσέχεις, όμως... Αν σε ψάξουν θα σε καλύψω...
Πήγα. `Έσπρωξα τη μισάνοιχτη πόρτα και προχώρησα στο σκοτάδι. Ψιθυριστά είπα τ’ όνομά της, αναζητώντας την. Δεν απάντησε. Δίστασα ν’ ανάψω φως γιατί είχε ανοιχτές κουρτίνες και ανοιχτά παράθυρα. Κάθισα στην πολυθρόνα και άναψα τσιγάρο.
Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι που αργούσε να εμφανιστεί, όταν άκουσα τα βήματά της στην αυλή. Μπήκε λαχανιασμένη, κρατώντας μια αγκαλιά πασχαλιές.
-Μέχρι να έρθεις, σκέφτηκα να κλέψω λίγες πασχαλιές. Τέτοια ώρα, πού να έβρισκα άλλα λουλούδια...
Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. `Άπλωσε τα χέρια της και μ’ αγκάλιασε. Μετά, με μια και μόνο κίνηση, πιάνοντας το πουκάμισό μου από το ύψος των πρώτων κουμπιών το τράβηξε απότομα και το έσχισε.
Θυμάμαι ακόμα τα λόγια της:
-Απόψε θα ντυθείς με πασχαλιές... θα γίνεις κήπος ανθισμένος... Εγώ, το αγοροκόριτσο θα σε λεηλατήσω. Και κάτι ακόμα: Σ’ έστειλα στο διάολο και θα σε ξαναστείλω αν σ’ ακούσω ξημερώματα να λες μαλακίες. Δεν ανέχομαι να με ξυπνούν άγρια χαράματα και να μπεμπεκίζουν. Τα χόρτασα αυτά... Μπούχτισα... Αηδίασα... Και βέβαια δε φταις εσύ γι αυτό, αλλά είναι φορές που πληρώνουμε και για πράγματα που άλλοι φταίνε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: