Google+ Followers

Και σ’ ένα βράδυ όλα άλλαξαν σχήμα...



Θυμάμαι τα λόγια της, σαν να ειπώθηκαν πριν λίγο. Ο ψίθυρός της μ’ είχε αναστατώσει. Δεν ήμουν σίγουρος αν παρακολουθούσα κινηματογραφική ταινία ή αν ζούσα μια κατάσταση εντελώς πρωτόγνωρη. `Ένιωθα άβολα, αλλά συνάμα και ολόγλυκα. Δεν ήθελα τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. `Έπαιρνα βαθιές αναπνοές, έσφιγγα τα χέρια μου.
`Ένιωσα τα χείλη της να προχωρούν στο πρόσωπο, στη μύτη, στο σαγόνι, στο στόμα μου. Τη γλώσσα της ένιωσα, να ψάχνει τη γλώσσα μου. `Ένιωθα τα χέρια της να με γδύνουν. «Είμαι η Ισμήνη... Είμαι η Ισμήνη», εξακολουθούσε να ψιθυρίζει.
Αφέθηκα μ’ ένα τίναγμα και πια το σώμα μου το έζωσαν φλόγες. Φλόγες που άλλοτε καταβρόχθιζαν τα χέρια, άλλοτε την κοιλιά μου. Με γύρισε πάνω της και με πήρε βαθιά μέσα της, μ’ έναν τρόπο αργό, επίμονο, βασανιστικό.
Βυθιζόμουν περισσότερο στο όνειρο παρά στον κόλπο της. Μόνο που το όνειρο αυτό έκαιγε, μετασχηματιζόταν σε καυτή, κοχλάζουσα, θάλασσα. Τα πόδια της πλέχτηκαν δυνατά πίσω από τη μέση μου, έγιναν τανάλια που μ’ έσφιγγε και με τίναζε στους δικούς της ρυθμούς, χορογραφία πρωτόγνωρη, άλλες στιγμές άγρια και άλλες γαληνεμένη σαν κύμα ξεπνοημένης θάλασσας.
Τα κύματα της παραφροσύνης που με είχαν συνεπάρει, είχαν διώξει απ’ το μυαλό μου κάθε εικόνα της Ισμήνης. Ένιωθα την Ηλέκτρα να φτάνει στον οργασμό καλπάζοντας, να κοντοστέκεται αίφνης και ξανά να καλπάζει...
Ένιωθα τα νύχια της να μπαίνουν βαθιά στην πλάτη μου, να σχίζουν τη σάρκα μου...
Παράδερνα, δεν μπορούσα να καταλάβω αν ζούσα ένα τυφώνα πάθους, ή μια τρικυμία θυμού. Δεν αγαπούσα αυτή τη γυναίκα, την ήξερα ελάχιστα, αλλά ένιωθα απόλυτα ταυτισμένος μαζί της. Δεν αντιπροσώπευε τίποτα για μένα, όμως ρουφούσα άπληστα την ηδονή της.
Μικρές κραυγές έβγαιναν απ’ τα χείλη της, κραυγές που κομμάτιαζαν τ’ όνομά μου... κραυγές που μετά δυνάμωναν και γίνονταν παραμιλητό, τραγούδι που ξεστράτιζε και θρυμμάτιζε σε χιλιάδες μόρια τη χορογραφία του έρωτα, με τα δυο σώματα πλεγμένα στο πάτωμα, ιδρωμένα, λαχανιασμένα.
-Ισμήνη...Ισμήνη...     
Σαν μικρές κραυγές τ’ όνομα της Ισμήνης βγήκε από τα χείλη της Ηλέκτρας καθώς έπεφτε πλάι μου, αποκαμωμένη. Ταράχτηκα. Η απορία και οι ενοχές έστησαν χορό γύρω μου. Ντρεπόμουν για τη γύμνια μου και άρχισα να ντύνομαι νευρικά. Στο ρόλο αυτό ίσως είχα αποδειχθεί κακός ηθοποιός.
Λίγες μέρες πριν, μόλις νύχτωνε, η σκέψη μου όλη γινόταν καυτός άνεμος κι έψαχνε τρόπους και δρόμους για να τρυπώσει κρυφά στο σπίτι μιας και μόνης γυναίκας, της Ισμήνης, που τώρα την υποδυόταν μια άλλη.
Λίγες μέρες πριν, όλο μου το είναι έψαχνε εκείνη, την Ισμήνη. Την έψαχναν τα χέρια μου, τ’ αφτιά μου, οι αισθήσεις μου όλες. Πίστευα πως αν δεν την άγγιζα, η ζωή έχανε την αυτοτέλειά της και συνάμα τα πάντα χλόμιαζαν και έχαναν τις διαστάσεις τους.
Και σ’ ένα βράδυ όλα άλλαξαν σχήμα.
Μια άλλη γυναίκα, μια ξένη, μια γυναίκα που δεν είχα δει και δεν είχα μιλήσει μαζί της συνολικά περισσότερο από τρεις ώρες, να γίνεται Ισμήνη, να παίρνει το σχήμα της, να παίρνει τη φωνή της, το δέρμα της, τα χείλη της, τον κόλπο της, τον οργασμό της... Κι όλα να δείχνουν συμφωνημένα, τακτοποιημένα από καιρό...
Στέκομαι μετέωρος, νιώθω άθλιος... Πόσο απόλυτη, ή όχι, μπορεί να είναι η σχέση του έρωτα, λοιπόν;

Δεν υπάρχουν σχόλια: