Google+ Followers

Γυμνή στο χιόνι...



-Φίλησέ με.
Η φωνή της ήρεμη κι επιτακτική. Με παραλύει...
Τη φιλώ.
-Ξανά...
Υπακούω και πάλι. Αυτή τη φορά με πάθος. Σκάβω το στόμα της, βυθίζω τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της, τραβώ το κεφάλι στα πλάγια και δαγκώνω τα χείλη της.
-Είσαι το μωρό μας..., την ακούω.
Τινάζομαι όρθιος...
Δεν είμαι τίποτα. `Η μάλλον είμαι εγώ. Εγώ και τα όνειρά μου και ο πόνος μου. Εγώ και τίποτα άλλο. Αυτά θέλω να πω, αλλά δεν τα λέω.
Παίρνω τα τσιγάρα μου και βγαίνω στο δρόμο. Τα παπούτσια μου βυθίζονται στο χιόνι. Παντού ερημιά. Μια τρομακτική ερημιά. Νιώθω τις νιφάδες να κάθονται στα φρύδια και στα τσίνορά μου. Καλύτερα στην παγωνιά του χιονιού, στην ερημιά της νύχτας, στην  επίγνωση μιας μοναξιάς, στη θλίψη μιας αναζήτησης... Καλύτερα...
Ούτως ή άλλως στα όνειρά μου ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν χωρέσει περισσότερα από ένα γυναικείο πρόσωπο...
Το χιόνι μπαίνει στα παπούτσια μου κι αυτό μ’ ευχαριστεί. Στέκομαι ν’ ανάψω ακόμα ένα τσιγάρο. Νιώθω ένα χέρι ν’ ακουμπά βίαια στον ώμο μου. Τρομάζω. Γυρίζω αργά το κεφάλι... Η Ηλέκτρα ολόγυμνη... Εικόνα συγκλονιστική στο χιόνι... Με καρφώνει με τα μάτια της. Ολόλευκη φιγούρα σ΄ ένα τρομακτικά λευκό τοπίο. Σαν γυμνό ατσάλινο λεπίδι, καρφωμένο σε κάδρο κενό. Οι νιφάδες κάθονται απαλά στο πρόσωπό της, στα μαλλιά, στα στήθη της. Θεέ μου... πόσο όμορφη είναι... 
Πλησιάζει.
Με κοιτάζει κατάματα. Ούτε ελάχιστος μορφασμός κρύου, παρ’ ότι ξυπόλητη και ολόγυμνη στο χιόνι.
Να ’ναι τρελή; Παίρνω τα μάτια μου και τα καρφώνω κάτω, μέσα στο χιόνι, εκεί που έχουν βυθιστεί τα πόδια της. Νιώθω, όμως, την παλάμη της στο πρόσωπό μου. Ένα της δάχτυλο κατά μήκος των χειλιών μου. Προσπαθεί να το βάλει ανάμεσα στα δόντια μου. Τη σπρώχνω. Τη βλέπω να παραπατάει, να πέφτει στο χιόνι.
Τώρα το πρόσωπό της βάφεται με πίκρα. Και μ’ έκπληξη... Κι ένα χαμόγελο κομματιασμένο...
Ανασηκώνεται αργά.
-Θα έρθεις; ρωτάει.
Η φωνή της βγαίνει με κόπο,  σπασμένη. Το χαμόγελο μένει εκεί, σαν υποψία ικεσίας στα χείλη της, ακίνητο... Και ξαφνικά, όλα αλλάζουν μέσα μου. Στα μάτια μου, πια, το πρόσωπό της ζωγραφίζεται με μια δραματικότητα συγκλονιστική. Θέλω πια να ρουφήξω αυτήν τη διαφορετική ομορφιά, να λατρέψω αυτό το σώμα που ακινητεί στο χιόνι.
-Χριστούγεννα και είμαστε μόνοι... Η Ισμήνη μακριά... Τη μοιραστήκαμε κάποτε. Θα έρθεις;
Ρωτάει και ξαναρωτάει αν θα γυρίσω πίσω. Κουνάω καταφατικά το κεφάλι. Βγάζω το ημίπαλτο και το περνάω στους ώμους της. Τρέμει...
Η Ισμήνη πού να είναι; Σίγουρα όχι στο χιόνι. `Όπου και να είναι, όμως, ίσως να είναι το ίδιο παγωμένη. Αλλά εκείνη τα θέλησε έτσι. Εκείνη. Δική της είναι η επιλογή του υποκατάστατου που ακούει στο όνομα Ηλέκτρα. Επιλογή αντίθετη με τους κανόνες του έρωτα που ζητάει την αποκλειστικότητα. Εκτός αν το παράδοξο έχει για κέντρο μόνο εμένα, ένα «εγώ» που βολοδέρνει στην αβουλία.
Εγώ, ποιος εγώ;
Ποιες οι δικές μου αποφάσεις;
Και γιατί εγώ μόνιμα εντολοδόχος;
Σκύβω και τη σηκώνω αγκαλιά. Τα μάγουλά της γυαλίζουν. Ψάχνω να βρω τα μάτια της μέσα σε λίμνη δακρύων και τα ρουφάω, γεύση υπέροχη.
Αυτή είναι η γυναίκα που αγαπάω; Ψιθυρίζω «σ’ αγαπώ», χωρίς να συνειδητοποιώ τη λέξη...
Ένας λυγμός κι ακόμα ένας...Το κορμί της ταράζεται.
Τη σηκώνω στα χέρια και προχωράω κρατώντας την ψηλά. Ένα μωρό ανυπεράσπιστο πάνω σε χέρια απλωμένα μπροστά. Ένα γυμνό κορμί τυλιγμένο σ’ ένα ημίπαλτο. Σάρκα παγωμένη που αναριγεί και τρέμει. Την απιθώνω στο κρεβάτι της.
Τρέμει.
-Αγκάλιασέ με..., ψιθυρίζει.
Τα στήθη της με καρφώνουν. Ρώγες στο κόκκινο της αποθυμιάς, ήβη υγρή, ολάνοιχτη.
Τη θέλω αυτήν τη γυναίκα...
Βυθίζομαι μέσα της. Βίαια με μια και μόνη κίνηση. Θέλει να μιλήσει.
-Μας δένει η Ισμήνη. Δικός σου και δικός μου έρωτας. Σχέση ανομολόγητη, απόλυτα δική μας όμως. Ζούμε την απουσία της μέσα σε παραφροσύνη αλλά και στην απόγνωση της μοναξιάς μας...
Της σφραγίζω το στόμα με τα χείλη μου, να της επιβάλω το δικό μου ρυθμό. Τινάζεται... Απελευθερώνει τα χείλη της. Ανασαίνει βαριά. Οι λέξεις βγαίνουν πιο γρήγορα τώρα...
-Δεν είμαι η Ισμήνη... Είμαι η Ηλέκτρα... και σε θέλω... Είμαι η Ηλέκτρα... εγώ είμαι... όχι εκείνη... Σε θέλω εγώ, για λογαριασμό μου... μ’ ακούς... 
Πνίγεται, τινάζεται ξανά και ξανά. Σφίγγει χέρια και πόδια γύρω μου, σαν να θέλει να με πνίξει, σαν να θέλει να γίνουμε αδιάσπαστο ένα. Κι εγώ μπαίνω βαθύτερα, σαν να θέλω να φτάσω κάπου που να μην υπάρχει άλλο πιο βαθιά.
Ξαφνικά, τα χέρια της χαλαρώνουν... Ένα χαμόγελο ντύνει με χρώμα το πρόσωπό της. Μιλάει... μιλάει συνέχεια...
-Είμαι εγώ... θα είμαι πάντα εγώ... Και είμαι μόνη... `Ήμουν μόνη... πάντα... και χθες και προχθές... Κάποτε κι εσύ ίσως καταλάβεις... `Ίσως κι εσύ μείνεις μόνος... `Ίσως σε κάποιο αύριο... μεθαύριο... Τότε ίσως με θυμηθείς... Εγώ έχω ξεχάσει πόσα Χριστούγεννα είμαι μόνη...     
Και τη θυμήθηκα, ακριβώς δυο χρόνια αργότερα, όπως το είχε πιθανολογήσει τότε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: