Google+ Followers

«Η έβδομη Χιονάτη» του Βασίλη Γιαβρή



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη




Το μυθιστόρημα, περισσότερο από κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος, εκφράζει την περιπέτεια του ανθρώπου σε συγκεκριμένους χρόνους και χώρους. Σχεδόν στο σύνολό του είναι η καταγραφή τής αθέατης όψης τής ιστορίας, αυτής που ως καθημερινότητα δεν περνά στην καταγραφή τών γεγονότων που αλλάζουν την πορεία τού κόσμου. Αλλάζουν όμως την πορεία τής ζωής τών ανθρώπων. Για τούτο και θεωρώ το μυθιστόρημα από τις κορυφαίες αποτυπώσεις τής ανθρώπινης ανησυχίας και αγωνίας.
«Η έβδομη Χιονάτη» του Βασίλη Γιαβρή έρχεται ν’ αποτυπώσει αυτό ακριβώς: Καταγραφή τής ρεαλιστικής πλευράς τής ζωής, αυτών που υπάρχουν πίσω από γεγονότα. Ρίχνοντας φως στη ζωή ενός ανθρώπου, η πορεία του οποίου έκαψε ή συνέθλιψε άλλες ζωές.
Στον υπότιτλο του βιβλίου, ο Βασίλης Γιαβρής γράφει: «Μια ιστορία για το παραμύθι που πουλάει ο κάθε πρίγκιπας…», για να συμπληρώσει: «Λες και οι πριγκίπισσες πουλάνε κάτι άλλο…»
Η έκφραση «το παραμύθι που πουλάει» παραπέμπει σε ψέμα, στη δημιουργία ενός ψεύτικου μύθου. Εξ αρχής λοιπόν ο συγγραφέας εξηγείται: Ό,τι ακολουθήσει, ως γραφή, θα είναι  μια αποκάλυψη της αλήθειας, μια αποκάλυψη αυτών που υπήρξαν κάτω από όσα θεωρούνται κοινωνικά αντιληπτά.
Στην επόμενη σελίδα, εισάγει τον αναγνώστη στη σκληρότητα της ατμόσφαιρας που θ’ ακολουθήσει. Γράφει: «Το πάθος είναι μόνον τυφλός εγωισμός…»
Άρα έχοντας στα χέρια μας την «Έβδομη Χιονάτη» διαισθανόμαστε πως η ιστορία που θ’ ακολουθήσει θα είναι μια ιστορία πάθους. Ένας τυφλός εγωισμός θα παράγει συνέχεια ένα πάθος. Και θα σπέρνει την καταστροφή.

Τον αναγνώστη τον υποδέχεται μια γραφή παραληρηματική.
Μια όμοια παραληρηματική γραφή τον αποχαιρετά.
Και οι δυο χωρίς συνείδηση ειρμού.
Καθαρές με την έννοια της πηγαίας.
Ακατέργαστες τόσο, ώστε να εκφράζουν τα ανείπωτα. Αυτά που φοβούνται να βγουν στην ευταξία της ημέρας.
Αποτέλεσμα: Οι αφηγήσεις να γίνονται ένα σύνολο από μαχαιριές, που είναι σαν να θέλουν να σκοτώσουν ένα παρελθόν. Το παρελθόν είναι η ζωή μας, είναι σαν να λέει ο Βασίλης Γιαβρής.


Ο Βασίλης Γιαβρής, ως σκηνοθέτης, εισάγει στη σκηνή δυο γυναικεία πρόσωπα. Την Άννα και την Ανέτ. Η πρώτη νεαρά. Η δεύτερη εμφανώς ταλαιπωρημένη από τη ζωή.
Ποια είναι η μεταξύ τους σχέση;
Τι εξυπηρετεί η παράλληλη είσοδός τους στη σκηνή;
Η Ανέτ ψάχνει στα σκουπίδια τής ζωής τής Άννας.
Ενώ η Άννα προσπαθεί να απαλλαγεί από τα σκουπίδια τής ζωής της, που είναι πολλά.
Γιατί η Άννα επαγγελματοποιείται στις ροζ γραμμές της αντρικής μοναξιάς. Είναι η φωνή που χαρίζει την προσωρινή ανακούφιση. Είναι το αφτί που υποδέχεται τις αρσενικές ύβρεις.
Αυτό, όμως, δεν την εμποδίζει να ερωτευθεί. Τι ερωτεύεται; Μία φωνή. Και πλέον ακουμπά όλα τα όνειρά της στον άντρα μ’ αυτήν την φωνή. Στον άγνωστο που δεν βρίζει…
Τον παραληρηματικό μονόλογο της Άννας, ακολουθεί ένα γράμμα προς τη μητέρα της. Επινόηση του συγγραφέα για να πάει ένα βήμα πιο κάτω την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και την περιγραφή των χαρακτήρων.
Σφάζει το γράμμα αυτό. Σαν απολογία, αλλά και σαν εξομολόγηση. «Και τα δανεικά όνειρα φοβάμαι…», ομολογεί η Άννα. «Δανεικά όνειρα» μιας ζωής χωρίς όνειρα τελικά. Μιας ζωής ποδοπατημένης, γεμάτης γδαρσίματα, ματαιώσεις, απογοητεύσεις.
Και πιο κάτω, η Άννα, θα ξαναγυρίσει στα όνειρα: «Μεγάλωσα μαζί με τα όνειρά μου μαμά και δεν χωράνε πουθενά, κατάλαβες; Ούτε καν μέσα μου…»
Ο Βασίλης Γιαβρής μπαίνει βαθιά στη γυναικεία ζωή. Σκάβει. Και δίνει στον λογοτέχνη που υπάρχει μέσα του, τη δυνατότητα να ποιήσει Λόγου Τέχνη, καθαρή Λογοτεχνία, δηλαδή.
Αντιγράφω:
«Κρατάω το ποτό στο χέρι μου και τα παγάκια κουνιούνται στριμωγμένα σαν κάτι γεροντοκόρες μοναξιές, στο νυφοπάζαρο των απελπισμένων της Κυριακής, στην κεντρική πλατεία της ζωής».
Σ’ αυτό το γράμμα οι αποκαλύψεις αφορούν τα όσα θ’ ακολουθήσουν και που φωτίζουν ένα πρόσωπο: αυτό του απόντα πατέρα.
«Αναρωτιέμαι πως θα ήταν τ’ όνειρό μου αν υπήρχε στη ζωή μου πατέρας», γράφει τελειώνοντας το γράμμα της η Άννα. Αυτή η φράση αποτελεί και το κλειδί για όλη την αφήγηση που θ’ ακολουθήσει.
Ο Βασίλης Γιαβρής αναπτύσσει την υπόθεση αριστοτεχνικά. Ασυνείδητα ίσως, επιλέγει τον τύπο του συρταρωτού μυθιστορήματος για να συνθέσει τον μύθο. Έτσι, η μια ιστορία πλέκεται με την άλλη, ακολουθώντας μια ευφυέστατη πορεία, αλλά και επιτρέποντας στις διαφορετικές ιστορίες να λειτουργούν και αυτόνομα, έτσι ώστε το μυθιστόρημα να παίρνει έναν συρταρωτό χαρακτήρα. Καθώς ανοίγουν ένα-ένα τα συρτάρια αποκαλύπτεται και μια άλλη ιστορία, συμπληρωματική ή ανεξάρτητη της προηγούμενης, που θα μπορούσε να λειτουργήσει και αυτόνομα ως διήγημα ή και νουβέλα. Η τελική σύνθεση εκπλήσσει.
Εκπλήσσουν ακόμα και οι μονόλογοι. Είναι γραφές που φωτίζουν είτε κομμάτια της ψυχής, είτε φάσεις της ζωής.
Άλλωστε, οι ζωές των πρωταγωνιστών του βιβλίου, είναι πολυκύμαντες. Έχουν ακουμπήσει πολλές φορές στα βράχια. Η Ανέτ, συγκλονίζει αφηγούμενη:
Δεν ωφελεί να περιγράψω το βιβλίο, ούτε να δώσω τις λεπτομέρειες εκείνες που θα χαρίσουν τη χαρά της ανάγνωσης στον αναγνώστη. Επιγραμματικά σημειώνω ότι «Η έβδομη Χιονάτη» του Βασίλη Γιαβρή είναι, μεταξύ των άλλων, η ιστορία ενός μετανάστη από ένα χωριό τής Αρκαδίας στην Αμερική, που εξελίσσεται σε μαφιόζος, σημαδεύοντας ζωές άλλων εκτός από τη δική του. Το χωριό του γίνεται και ο τόπος εξέλιξης της μυθοπλασίας, όταν ο μετανάστης επιστρέφει, νεκρός, σ’ αυτό για να ταφεί. Η κηδεία του αποτελεί μοχλό ανατροπής όσων περιμένει ο αναγνώστης να συμβούν.
Ανατροπή όμως συντελείται και με την εισαγωγή ενός άλλου προσώπου, που εκφράζει τον Έλληνα της «ευκαιρίας». Αυτόν τον τύπο του πολίτη που αναπτύσσεται μέσα από ένα λανθασμένο υπερ-εγώ. Είναι ο Έλληνας που θέλει «να την κάνει». Γκόμενες, βόλεμα, εύκολα χρήματα. Σ’ αυτόν είχε ακουμπήσει τα όνειρά της η Άννα, όνειρα που διαψευσθήκαν με τον πλέον απροσδόκητο τρόπο.
Μια δεύτερη παραληρηματική γραφή κλείνει το βιβλίο. Ο μετανάστης – γκάνγκστερ, γνωστός στον υπόκοσμο ως elinas απολογείται σ’ αυτήν που τον αγάπησε και την αγάπησε με τον τρόπο του. Έστω νεκρός έχει δικαίωμα να ομολογήσει αλήθειες τόσο για τη σκέψη του, όσο και για τα συναισθήματά του. Είναι ένα εύρημα του συγγραφέα, προκειμένου να δέσει την αρχή με το τέλος τού βιβλίου. Ο λόγος της κόρης και ο αντίλογος του πατέρα. Άλλωστε και στη δικαιοσύνη της ζωής δίνεται πάντα η δυνατότητα στον κατηγορούμενο ν’ απολογηθεί. Πόσο μάλλον στη δικαιοσύνη τού θανάτου;
Ο συγγραφέας σκηνοθετεί με σχολαστικότητα τις κινήσεις των προσώπων που πρωταγωνιστούν, έστω στην αρχή τής μυθοπλασίας αυτά μένουν στο περιθώριο. Θα έλεγε κανείς πως δρα ταχυδακτυλουργικά, εμφανίζοντας τα πρόσωπα αυτά σε χρόνους ανύποπτους, δίνοντας τον πρώτο λόγο στη σύμπτωση.

1 σχόλιο:

Vasilis Giavris είπε...

Άγγελε Πετρουλάκη ευχαριστώ για τα πολύτιμα λόγια σου...