Google+ Followers

Έρως και Ελληνικό καλοκαίρι



ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ
-------------------------------------
Ένα κείμενο απέναντι στο γκρίζο των ημερών.





     Στην αρχή ήταν το Χάος και η Νύχτα και το Έρεβος
     και τα Τάρταρα τ’ άγρια κι άχτιστα ακόμα
     τα ουράνια και η Γη. Μεσ’ τους κόλπους του Ερέβους
     η μαυρόφτερη Νύχτα γεννά ένα Αυγό...
     Κι από το τσόφλι του βγαίνει μια μέρα ο Έρωτας,
     το χρυσό ξωτικό π’ αυγατίζει τον πόθο.
     Μεσ’ τα Τάρταρα ο Έρωτας σμίγει στο Χάος
     κι από το σμίξιμο βγαίνουν στο φως τα Πουλιά»,
Αυτό το απόσπασμα από τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε μετάφραση του Α. Ροσόλυμου, έτυχε να το έχω γραμμένο σ’ ένα παλιό σημειωματάριο. Τυχαία το βρήκα, ξεφυλλίζοντας, τις σχεδόν κιτρινισμένες, σελίδες του.
Είμαστε τα ‘‘Πουλιά’’, λοιπόν του Αριστοφάνη, αναρωτήθηκα. Και ο Έρωτας παιδί τής ‘‘Νύχτας’’;
‘‘Ναι’’, μου απάντησε μονολεκτικά μια γνώριμη φωνή.
Κοίταξα μπροστά, ήταν ο Ζακ Λακαριέρ που μου μιλούσε, μέσα από το βιβλίο του ‘‘Το ελληνικό καλοκαίρι’’, βιβλίο παλιό (1976), με εντυπώσεις από την Ελλάδα του ’50. Δίπλα του, σιωπούσαν το ‘‘Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας’’ (Εκδόσεις Χατζηνικολή – 2002), το ‘‘Με τα φτερά του Ίκαρου’’ και τ’ άλλα του…
Ζακ Λακαριέρ
 Ίσως έφταιξε που η νύχτα ήταν αδιάβατη, ψημένη στις καυτές θερμοκρασίες του Ιουλίου, ίσως κάτι αδιευκρίνιστο, κι αίφνης άρχισαν να χορεύουν συνειρμοί.
Πουλιά – Ίκαρος, Ελληνικό καλοκαίρι – Έρωτας, Χάος – Ερωτικό λεξικό. Οι φτερούγες του Ίκαρου, οι φτερούγες των πουλιών. Αν είμαστε ‘‘Πουλιά’’, πώς θα ήταν οι φτερούγες, οι δικές μας;
Αν είμαστε εμείς τα ‘‘Πουλιά’’
Θα πρέπει ν’ ανιχνεύσουμε κάτω απ’ τις φτερούγες μας τις πληγές που άφησε το πέρασμα των βάρβαρων από τη ζωή μας, να γευτούμε το ξερό αίμα και ίσως να ψιθυρίσουμε αυτό που στην ‘‘Αναφορά στον Γκρέκο’’ ανθίζει μ’ έντονη γεύση πίκρας στα χείλη του Καζαντζάκη: «Φτάσε όπου δεν μπορείς!».

Πάνε κάπου τρεις μήνες από την τελευταία φορά που βρέθηκα προσκυνητής ανάμεσα στα χαλάσματα της Ολυμπίας κι εκεί με τη ράχη ακουμπισμένη στις τεράστιες πέτρες τού ναού τού Ολυμπίου Διός, άκουγα τον Γιώργο Σεφέρη να ψιθυρίζει:
      «Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
       τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
       τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
       Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
       τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
       καταδικασμένος από τους δικούς μου Θεούς
       τις πέτρες.
Οι πέτρες είναι και δικοί μου Θεοί. Αυτές που λαξεύτηκαν για να δώσουν μορφή στον Άγιο Δία και στον Όσιο Απόλλωνα, την Αγία Αθηνά και την Οσία Αφροδίτη, στον Οσιομάρτυρα Έρωτα...
Αδιαφορώ αν αμαρτάνω στη συνείδηση των ανθρώπων, αναγνωρίζοντας και χαρακτηρίζοντας ‘‘Οσιομάρτυρα’’ τον Έρωτα. Είναι κάτι που μου το δίδαξε η ζωή και πιστεύω πως μόνο η ρέουσα ζωή έχει το αλάθητο.
Αρχαία Ολυμπία
 Από την ώρα που επιχείρησα να τον κατανοήσω, αποδίδοντας δικαιοσύνη σε ό,τι σεβάστηκε η αγωνία τού ανθρώπου, όχι όμως και προς τα συστήματα εξουσίασης της συνείδησής του, που την υποδούλωσαν με τόσα δόλια απαγορευμένα, μετατρέποντάς την σε ασκί φορτωμένο ενοχές και τρόμο, κατάφυγα στο ανεξάντλητο δάσος των ιδεών και της ποίησης και ιδιαίτερα στους μεγάλους μας Έλληνες, αλλά και σ’ εκείνους που έζησαν, όσο μπορούσαν, ελληνικά.
Ο Ντάρελ, ο Λακαριέρ, ο Μίλερ, ο Φέρμορ... Ονόματα ανάκατα, χωρίς καμιά ταξινόμηση.
Ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Λεντάκης, ο Λιαντίνης, ο Σικελιανός, ο Χατζιδάκις, ο Γιαννόπουλος.
Όλοι σκορπισμένοι σαν την άμμο μιας ακρογιαλιάς, κάτω από αλμυρίκια, εκεί που δένουν οι ψαρόβαρκες, ή δέρνουν τα χταπόδια, έχοντας στο βάθος τού κάδρου ένα στήθος μισό, μια ρώγα ανασηκωμένη, δυο μάτια γεμάτα ηδυπάθεια, ένα σώμα που μοσχοβολά νύχτιους οργασμούς
Δημήτρης Λιαντίνης

Αυτό είναι το Ελληνικό καλοκαίρι και ο Έρως των ποιητών; Ίσως. Μπορεί όμως να είναι και αμέτρητα άλλα, απρόσμενα, άηχα ή και άυλα.
Ζούμε σε μια χώρα διάσπαρτη από αρχαίες πέτρες, που αφηγούνται κάθε μια και μια διαφορετική ιστορία, κάθε μια κι έναν άλλο κόσμο. Κατά βάθος είναι ένας Κόσμος ενιαίος, που λάτρευε την Ανατολή τού Φωτός και που δεν ήταν άλλος από εκείνον τον Κόσμο, ο οποίος για ν’ αντιμετωπίσει το εναγώνιο ερώτημα «ποιος είμαι;», έπλασε καθ’ ομοίωση των πράξεων και των επιθυμιών του την πληρέστερη και ομορφότερη Μυθολογία τού παγκόσμιου Πολιτισμού, καταθέτοντας έτσι στην ανθρώπινη πορεία τον πλέον σοβαρό για την ύπαρξή του Λόγο, αυτόν που αφηγείται τη λατρεία τού Έρωτα ως απόλυτου στοιχείου ζωής.

Σ’ αυτόν τον κατ’ εξοχήν ελληνικό κόσμο, περιπλανιέμαι τα καλοκαίρια, μ’ έκδηλη ανησυχία για όσο δυνατόν βαθύτερη μύηση.
Άλλες φορές αναζητώντας τον Έρωτα στην Αρχαία Ελλάδα, άλλοτε αναζητώντας στα γυμνόποδα παιδιά των ασπρόμαυρων φωτογραφιών τού περασμένου αιώνα, μέσα σε λευκώματα φημισμένων φωτογράφων, οι οποίοι απαθανάτισαν αυτό που λέμε «εποχή τής αθωότητας», εκείνο το άλλο, που έκανε τον Ελύτη να γράψει στον «Μικρό Ναυτίλο»: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις»

Και ίσως, σήμερα, αυτός ο Ωραίος Έλληνας, ο Ελύτης, που μας μύησε στην άλλου είδους Σιωπή, να περιπατάει παρέα με τον Πραξιτέλη και τη Σαπφώ στις όχθες του δικού μας Πηνειού (που κάποτε στα ψηλά φαράγγια της Πίνδου, ως ποτάμιος θεός, ενώθηκε με τη νύμφη Κρέουσα για να γεννηθεί από τον έρωτά τους ο Υψεύς και ο Ανδρεύς, η  Στίλβη...) και να του διηγείται τα πάθη και τα δεινά που βρήκαν αυτόν τον τόπο, ψιθυρίζοντάς του, στα ενδιάμεσα, κι άλλα λόγια από τον «Μικρό Ναυτίλο»:
«Είναι φορές που βγαίνω στον αέρα λες και διαβάζω την Ιλιάδα. Παίρνω το μονοπάτι που τραβάει ψηλά πάνω απ’ τα σπίτια, και καθώς -όσο ανεβαίνω- αλλάζουν σχήμα οι αγκαλιές και οι κάβοι, μέσα μου αλλάζουνε θέση και μορφή τα αισθήματα: η ταυτότητα των ηρώων , η άγρια ικανοποίηση να λες όχι, το ευθύ, το λαμπερό, το ποτέ δυο φορές το ίδιο.
»Ένας μελαμψός έφηβος που του κατεβάσανε το βρακάκι και παραμένει ωραίος πλάι σ’ όλων των λογιώ τα μπλε και τα μαύρα. Δυσδιάκριτος μέσα στον Χριστιανισμό, ανεύρετος μέσα στον Μαρξισμό, μικρός Μέγας Αλέξανδρος πάνω από το Αιγαίο που ενσαρκώνει και που το κύμα του δεν τελειώνει ποτέ...»

Δυσδιάκριτος μέσα στον Χριστιανισμό, ο Έρωτας, -και βέβαια θανάσιμα τραυματισμένος- ανεύρετος μέσα στον Μαρξισμό και -γιατί όχι- κακοποιημένος και ημιθανής στον Καπιταλισμό, αλλά και σ’ όλους τους άλλους «...ισμούς», που ακολούθησαν εκείνη τη λαμπρή εποχή τού Σώματος, του Πνεύματος και της Ψυχής, που ο Έρως δεν χρειαζόταν βρακάκι για να περπατήσει στις ακρογιαλιές και τις κορυφογραμμές τούτου τού τόπου, γιατί απλούστατα ήταν η ίδια η Φύση, ο ίδιος ο Άνθρωπος...
Μόνο που ό,τι κι αν ήταν και όπως και αν ήταν, είχε ανάμεσα στα μάτια του το Κάλλος, την Αρμονία, το Άριστον, αυτά δηλαδή που δεν είναι δυο φορές το ίδιο και που τα συναντάει κανείς ζωογόνα και στη σκέψη τού Αντρέα Λεντάκη, καθώς κι αυτός ως ένας ακόμα Ωραίος Έλλην, συνεχίζει με «άγρια ικανοποίηση» να λέει ‘‘όχι’’ στο παραποιημένο, το πλαστό, το μη ελληνικό, αρνούμενος τον βαρβαρισμό που πλημμυρίζει τη ζωή μας και δηλώνοντας εξ αρχής πως: «Από κοινωνική άποψη η γενετησιακή ζωή ήταν πολύ πιο ελεύθερη από ό,τι είναι σήμερα και επιπλέον, κι αυτό είναι και το σπουδαιότερο, είχε μεγάλη ιδεολογική, κοινωνική και κυρίως θρησκευτική σημασία», («Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα» – εκδόσεις Καστανιώτη, 1997).
Ανδρέας Λεντάκης

Αρνείται, λοιπόν, τον βαρβαρισμό αυτός ο Ωραίος Έλλην και ξεκαθαρίζει τις απόψεις του τονίζοντας κατηγορηματικά, στο παραπάνω έργο (θησαυρός για την Ελληνική Γραμματεία), πως «...βασική επιστημονική αρχή είναι η προσπάθεια απόσβεσης των δικών μας αντιλήψεων και του δικού μας κώδικα αξιών όταν προσεγγίζουμε έναν άλλο λαό, ή μιαν άλλη εποχή. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε αυτήν την κοινωνία και αυτόν το λαό με βάση τις δικές τους αρχές, τη δική τους ηθική και το δικό τους κώδικα συμπεριφοράς, διαφορετικά οι αξιολογήσεις μας θα είναι βαρυμένες από προκαταλήψεις και αυτό αποτελεί μέγιστο λάθος, που αποβαίνει σε βάρος της επιστημονικής έρευνας και της αντικειμενικής θεώρησης...»

Ιδού, λοιπόν, το κάλεσμα, για μια θεώρηση απαλλαγμένη από προκαταλήψεις. Και ιδού και το ερώτημα: «Πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού εμάς μας έμαθαν ν’ ανάβουμε κερί στη μνήμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν - όπως μας θυμίζει ο Ελύτης και πάλι με τον «Μικρό Ναυτίλο» του, γιατί εύκολα ξεχνάμε - ο προβολέας της ιστορίας επιμένει να φωτίζει τη σκηνή που εκείνος «ο πρώτος Χριστιανός Βασιλεύς δίνει διαταγή να συλλάβουν και θανατώσουν τον ίδιο του το γιο, Κρίσπο»;
Πώς απαλλαγμένοι των προκαταλήψεων μπορούμε να δούμε την ιστορία, εμείς που μάθαμε να δεόμαστε και όχι να τραγουδάμε, που μάθαμε να εκλιπαρούμε για τη χάρη τού Θεού και όχι να συνθέτουμε τους Θεούς αναζητώντας τη Χάρη τού Ανθρώπου; Ούτως ή άλλως, με την επίκληση της Χάριτος, καμιά πληγή δεν έκλεισε στο σώμα της ανθρωπότητας και τα ποτάμια του αίματος κυλούν το ίδιο και περισσότερο αφρισμένα.
Και αναλογίζομαι πως ίσως είναι πια ο καιρός για τις αναθεωρήσεις. Με τον Γιώργο Σεφέρη, τον Αντρέα Λεντάκη -και τόσους άλλους πριν απ’ αυτούς- να δείχνουν τον δρόμο που υπάρχει ανάμεσα στα τόσα σκοτάδια, καταδείχνοντας συνάμα τα «γιατί» μιας μοίρας άδικης που πάλεψε με λύσσα για να κρύψει ότι στην αρχή κάθε φιλοσοφίας τού Κάλλους και κάθε Καλλιτεχνήματος, για τον Έλληνα Άνθρωπο, υπήρχε ο θανάσιμος έρως για το γυμνό και μεστωμένο σώμα τού πιο ζωντανού Θεού, του Έρωτα.
Καιρός για αναθεωρήσεις...
Πάνε χρόνια από τότε που το είπε ο Γιώργος Σεφέρης και καιρός πια «για να δούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν»… ν’ αφουγκραστούμε τους μεγάλους Έλληνες ποιητές και ίσως για να πιάσουμε «το πρέπει από το Π και να το γδάρουμε ως το ιώτα...», που ξαναλέει ο Ελύτης στη «Μαρία Νεφέλη» του.
Γιατί τούτος ο τόπος κουράστηκε από την τόση υποκρισία, τις υπεκφυγές, τις μεταμφιεσμένες λέξεις, τα μασημένα λόγια. Μας ανήκει μια πατρίδα που λάτρεψε το Φως, το γυμνό σώμα, τον απροκάλυπτο έρωτα, το τραγούδι και το κρασί και τον Θάνατο επίσης.
 
Μανόλης Μπαρδάνης - ΓΥΜΝΟ
Σφιχταγκαλιασμένοι στον θάνατο μπροστά στάθηκαν οι Θηβαίοι νεανίες του Ιερού Λόχου κι έτσι τους βρήκε ο Αλέξανδρος στο πεδίο της μάχης.
Έτσι αγκαλιασμένους, με τη χλομάδα τού νεκρού στο πρόσωπο, αλλά και τη λατρεία και τον πόθο της ωραιότητος και στο θάνατό τους ακόμα, τους βρίσκει στη συνέχεια τού χρόνου ο κατοπινός άνθρωπος -και ο σύγχρονος βεβαίως- ο οποίος, ενώ τιμά τη θυσία τους και υμνεί τη γενναιότητά τους, μιλά ψιθυριστά για να μην ταράξει τα… χρηστά μας, πλέον, ήθη, ή αποφεύγει να μιλήσει για τον, μεταξύ των νεκρών μαχητών τής Θήβας, έρωτα, τον ξεκάθαρα ομοφυλοφιλικό, που εκείνοι οι ανδρείοι και μέχρι τού έσχατου πεσόντες, αλλά και οι υπόλοιποι της πόλης τους, θεωρούσαν ως πηγή τής ανδρείας τους.
Βεβαίως τους αρχαίους Έλληνες, ποσώς ενδιέφερε αν εμείς σήμερα κρίνουμε, τιμούμε, ή καταδικάζουμε, κρυφογελάμε, ή κρυφοεπιθυμούμε, κατανοούμε ή όχι, τη φύση τής ερωτικής τους ζωής και σαφώς την οργάνωσαν χωρίς τη γνώμη μας, χωρίς τη γνώμη και τη συγκατάθεση κανενός από τους μετέπειτα λεηλατήσαντες βαρβάρους, που αμαύρωσαν τον Έρωτα, μίσησαν το Σώμα και την Ομορφιά του, γκρέμισαν τους Ναούς τού Φωτός και της Ευδαιμονίας. Την οργάνωσαν έτσι, γιατί έτσι μόνο εννοούσαν τη ζωή, γιατί μόνο έτσι μπορούσαν ν’ αγγίξουν την ισορροπία τους, να γεννήσουν και να παιδαγωγήσουν τα παιδιά τους, να κοσμήσουν τον χώρο τους, ν’ αντιμετωπίσουν τον τρόμο τού θανάτου και την απειλή της όποιας φθοράς.

Λογαριασμό δεν έδωσαν και δεν είχαν να δώσουν σε κανέναν. Εμείς, ίσως, θα πρέπει ν’ απολογηθούμε για τις πάμπολλες λανθασμένες διδασκαλίες που είχαν σχέση με τη ζωή τους, για πράγματα που σκόπιμα αποσιωπήσαμε, ή εξακολουθούμε να κρύβουμε και που έχουν απόλυτη σχέση μ’ εκείνους τους Ωραίους Ανθρώπους, που θαρρώ πως ήξεραν να ζουν και να πεθαίνουν. Εμείς ίσως είμαστε αυτοί που δεν μάθαμε ακόμα να ζούμε και ίσως δε θα μάθουμε ποτέ να πεθαίνουμε.
Από τη μια σκέψη στην άλλη. Σαν οι συλλογισμοί να είναι κύματα που έρχονται και σβήνουν στο ακρογιάλι. Πώς όμως να γίνει αλλιώς, όταν στη διάρκεια της γραφής, έρχονται ειδήσεις που επαναφέρουν την πραγματικότητα;
 
Μανόλης Μπαρδάνης - ΓΥΜΝΟ
Καθώς η μια λέξη διαδέχεται την άλλη, μαθαίνω τον θάνατο τού Κώστα Μουρσελά,  πριν λίγη ώρα (16-7-2017). Σηκώνω τα μάτια και στη βιβλιοθήκη απέναντι ψάχνω τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» (1989), ενώ στο αρχείο μουσικής εντοπίζω το ομότιτλο τραγούδι. Ευτυχής ο Γιώργος Νταλάρας που το ερμήνευσε. Δυο φορές ευτυχής ο Βασίλης Δημητρίου που το έγραψε κι έκανε και τη μουσική του (1993). Η φαντασία μου σχηματίζει την εικόνα ενός σαξόφωνου να σχίζει τα δυο την ησυχία τής νύχτας σ’ ελληνικό ακρογιάλι. Στην άκρη τού κάδρου, γυμνή, ξαπλωμένη στην αμμουδιά, γυναίκα που έτυχε ν’ αγαπηθεί πολύ. Κάπου πιο πίσω, σε βραχάκι, μια καύτρα τσιγάρου δηλώνει κι άλλη ανθρώπινη παρουσία. Ο άντρας που έμαθε ν’ αγαπά δυνατά, κλαίει. Δεν ντρέπεται να ομολογήσει: «…δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς!».
 
Κώστας Μουρσελάς
Ξεστράτησα.
Ίσως∙ μπορεί και όχι, αφού όταν είναι να μιλήσω για τον Έρωτα και το Καλοκαίρι το Ελληνικό, με βομβαρδίζουν κείμενα, εικόνες, μουσικές…
Κείμενα από παλιά, που προσφέρουν στην παγκοσμιότητα μια όσο το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση της ερωτικής ζωής τούτου τού τόπου στις εποχές που οι άνθρωποι είχαν το σθένος να χτενίζονται για να πεθάνουν Ωραίοι, όπως και είχαν το σθένος να δημιουργούν τους Θεούς τους, προμηθευόμενοι «οικοδομικά» υλικά από την Ελευθερία και την Ομορφιά, από τον Λόγο και τη Σκέψη, από την Αρμονία και τον Ρυθμό, από την Ευδαιμονία και την Καλή Ελπίδα. Δεν επέβαλαν θρησκευτικούς μύθους γκρεμίζοντας και θανατώνοντας. Δεν δανείστηκαν φιλοσοφικές σκέψεις άλλων για να στηρίξουν τους δικούς τους μύθους. Υπήρξαν ¨Έλληνες, όπως εννοεί τον όρο ο Νίκος Εγγονόπουλος όταν χαρακτηρίζει τον Μπολιβάρ «Ωραίο ως Έλληνα»...
 
Νίκος Εγγονόπουλος
Και από τον Εγγονόπουλο στον Δημήτρη Καπετανάκη, που στον πρόλογο του έργου του «Μυθολογία του Ωραίου»(1937), στοχάζεται θαρραλέα:
«Οι Θεοί δεν πέθαναν ούτε γύρω μας, ούτε μέσα μας. Κοιμούνται μόνο. Και όσοι από μας το γνωρίζουν δεν μπορούν παρά για να Τους ξυπνήσουν. Κάθε όμως φωνή μας, κάθε λέξη μας σπάζει μόλις πλησιάζει την περιοχή Τους και χωρίς να Τους αγγίξει ξαναγυρίζει σε μας θρυμματισμένη κι άχρηστη. Ας μην απομακρυνθούμε από την απρόσιτη σφαίρα Τους -την ουσία του εαυτού μας- και ακούραστοι ας προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί Τους. Ποιος ξέρει! Μπορεί στο τέλος να επιτύχωμε το Λόγο, που θα ξανανοίξει και για μας τα ζωογόνα μάτια τού Απόλλωνος».   
  Πόσοι θα θυμούνται σήμερα τον Καπετανάκη; Πόσοι τον «Κολοσσό του Μαρουσιού» του Χένρυ Μίλλερ; Τον Πάτρικ Λη Φέρμορ; Τόσους και τόσους που μίλησαν για το Ελληνικό Καλοκαίρι…


Επιστρέφω σ’ ένα βιβλίο φίλου μου, του Κώστα Αρκουδέα, το πρόσφατα επανεκδοθέν «Τα κατά Αιγαίον Πάθη». Η αποθέωση του έρωτα, με φόντο τη Σαντορίνη του καλοκαιριού. Κατακερματισμένοι άνθρωποι που ξαναβρίσκουν τον βηματισμό τους μέσα στην περιπέτεια της αγάπης. Γιατί είναι λυτρωτικός ο Έρωτας. Έστω ιδρωμένος τα ζεστά βράδια τού καλοκαιριού… Έστω ανεκπλήρωτος κάποια σιωπηλά ξημερώματα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: