Google+ Followers

43 χρόνια μετά…



      Ενθυμήσεις…
------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
------------------------------------
  Μέχρι τότε ήξερα πώς ζούσα 
σε μια χώρα ατρόμητη και ανίκητη,
και πως η "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" 

ήταν η πιο αγαθή χώρα του κόσμου...


Ξ
ημέρωνε η 20η Ιουλίου, Σάββατο, όταν ο νυχτερινός σκοπός χωροφύλακας του αστυνομικού τμήματος Σερβίων με σκούντησε για να με ξυπνήσει. Υπηρετούσα τότε στη Χωροφυλακή. Έκανα χρέη αστυνόμου, γιατί μια βδομάδα πριν ο διοικητής είχε μετατεθεί και δεν είχε αφιχθεί ακόμα ο αντικαταστάτης του.
«Ήρθε ένα σήμα από το Αρχηγείο που λέει να είμαστε σε ετοιμότητα, γιατί γίνονται εχθροπραξίες στην Κύπρο», θυμάμαι πως ήταν τα λόγια του χωροφύλακα.
Σ’ ελάχιστα λεπτά είχα ντυθεί και ήμουν στο γραφείο μου. Ήταν λίγο μετά τις έξι το πρωί. Ζήτησα να ξυπνήσουν όλοι οι άγαμοι άντρες, που κοιμόνταν στους θαλάμους του τμήματος, και να ειδοποιηθούν να έρθουν και οι έγγαμοι. Λίγο μετά ήρθε το πρώτο σήμα για άνοιγμα των φακέλων επιστράτευσης.
Ο πανικός ξύπνησε και καλοκάθησε  στο αστυνομικό τμήμα. Πρώτη του πηγή οι συγκεχυμένες πληροφορίες που έρχονταν περισσότερο από το ραδιόφωνο, παρά από τις προϊστάμενες υπηρεσίες. Δεύτερη πηγή του οι φάκελοι με τις ατομικές προσκλήσεις. Δεν χρειάστηκε πολλή διαδικασία για να καταλάβουμε πως οι περισσότερες ήταν ή λανθασμένες, ή έπρεπε να είχαν αλλαχθεί από καιρό.
Αναζητούσαμε πολίτες να τους επιδώσουμε Φ.Α.Π., όταν αυτοί είχαν από χρόνια απαλλαγεί από την υποχρέωση επιστράτευσης λόγω ηλικίας. Με τις επιτάξεις οχημάτων τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Τα περισσότερα οχήματα δεν υπήρχαν, είτε ήταν σε ακινησία λόγω παλαιότητας, ή είχαν πουληθεί σε άλλες περιοχές.
Εν τω μεταξύ οι ντόπιοι είχαν ξεχυθεί στα μπακάλικα και στους φούρνους. Τα ράφια άδειαζαν. Λάδι, ζάχαρη, ρύζι, όσπρια, ζυμαρικά, γάλα, καφές… Είχαμε και διαπληκτισμούς, Στείλαμε τρεις – τέσσερις χωροφύλακες να βάλουν μια κάποια τάξη.
Παρασυρμένος από το… ρεύμα, έσπευσα κι εγώ στο περίπτερο. Η δική μου έγνοια ήταν τα… τσιγάρα. Αγόρασα δεκάδες πακέτα, όχι μόνο από τη μάρκα που κάπνιζα. Πήρα, επίσης και πέντε – έξι πακέτα καπνό, που είχε, γιατί κάπνιζα και πίπα. Την τελευταία στιγμή άφησα δυο, γιατί εκτός από μένα, κάπνιζε πίπα κι ένας ταγματάρχης του στρατού.
Δεν ήξερα, δεν ξέραμε, πως εκείνες τις ώρες το νησί τής Κύπρου μάτωνε και ο θάνατος είχε βγει σεργιάνι…
Εκείνο που ‘‘ξέραμε’’ καλά ήταν πως μέχρι το μεσημέρι θα είχαμε πετάξει τους Τούρκους στη θάλασσα, γιατί είμαστε μια ένδοξη χώρα με ανίκητο στρατό.

Τ
ην Κυριακή, 21η Ιουλίου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι περισσότεροι που είχαν πάρει Φ.Α.Π. και είχαν φύγει για τα κέντρα επιστρατεύσεως, επέστρεφαν, γιατί εκεί δεν τους εύρισκαν στους καταλόγους τους. Έπρεπε να βρούμε πού ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιαστούν.
Στο τμήμα άρχισαν να παρουσιάζονται ηλικιωμένοι – συνταξιούχοι χωροφύλακες με ατομικές προσκλήσεις εφέδρων. Είκοσι τρεις τον αριθμό. Πού θα κοιμόνταν, πού και τι θα έτρωγαν; Και πού θα τους χρησιμοποιήσουμε; Καμιά σχετική διαταγή ή οδηγία.
Όλα στα χαμένα, όλοι στα χαμένα. Έτσι θ’ αντιμετωπίζαμε τον πόλεμο; Με στρατιώτες που εξοπλίζονταν με τυφέκια χωρίς κινητά ουραία; Με επίστρατους που έψαχναν να βρουν τις μονάδες τους;
Ήταν φανερό πως κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.
Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα. Λίγο έξω από τα Σέρβια είχε την έδρα της μια στρατιωτική μονάδα, που λειτουργούσε ως κέντρο επιστρατεύσεων υγειονομικών. Εκατοντάδες γιατροί άρχισαν να εμφανίζονται στην κωμόπολη, περιφερόμενοι άσκοπα. Ήταν αυτοί που είχαν παρουσιαστεί στη μονάδα επιστρατεύσεως, η οποία δεν ήξερε τι να τους κάνει. Ούτε θαλάμους να τους διαθέσει, ούτε δυνατότητα να τους σιτίσει.
Το θέαμα ήταν απερίγραπτο. Οι περισσότεροι επίστρατοι φορούσαν μόνο στρατιωτικό παντελόνι. Δεν υπήρχαν πουκάμισα ή χιτώνια κι έτσι φορούσαν τα πολιτικά τους. Κάποιοι είχαν βρει και άρβυλα. Οι περισσότεροι αθλητικά παπούτσια. Υπήρχαν και κάποιοι με σαγιονάρες. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο.
Το σημαντικό ήταν άλλο∙ μου αποκαλύφθηκε όταν στο γραφείο μου ήρθε, με ύφος εμφανώς αγανακτισμένο, ένας γιατρός – διευθυντής τής καρδιολογικής κλινικής του «Ευαγγελισμού» και μου κατήγγειλε πως σ’ ένα καφενείο, ο ιδιοκτήτης του, του χρέωσε το ψωμί εννιά φορές πάνω απ’ το κανονικό και τα μπιφτέκια τρεις φορές περισσότερο.
Στο ραδιόφωνο έπαιζαν θούρια και ακούγονταν δηλώσεις εθνικής υπερηφάνειας και σύμπνοιας, αλλά στην καθημερινότητα της κωμόπολης είχε εμφανιστεί η αισχροκέρδεια. Οι μαυραγορίτες τής κατοχής είχαν αναστηθεί…
Χωρίς δισταγμό πέρασα χειροπέδες στον καφετζή και τον οδήγησα πεζή στο αστυνομικό τμήμα, έτσι ώστε να τον δουν οι κάτοικοι και να συζητηθεί η περίπτωσή του, για να κόψω κάθε διάθεση από άλλους επαγγελματίες τής πόλης να τον μιμηθούν. Παρά ταύτα, την επομένη, παρουσιάστηκε ακόμα ένα κρούσμα, που βέβαια είχε την ίδια τύχη.

Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν ακόμα πιο εφιαλτικές, αφού από το BBC και τη Deutsche welle μαθαίναμε πως δεν τα πηγαίναμε καλά στην Κύπρο και πως οι Τούρκοι προχωρούσαν. Μια βουβαμάρα απλωνόταν και ένας φόβος έκανε την εμφάνισή του. Δεν είμαστε οι ανίκητοι Έλληνες; Πώς και οι απόγονοι του Λεωνίδα χάνουν τον πόλεμο; Τελικά η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» δεν ήταν παρά ένα παραμύθι, μια φούσκα που έσπασε;

Π
ρωί Δευτέρας, 22 Ιουλίου, αχάραγα. Μια σηματική διαταγή από την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Δυτικής Μακεδονίας διατάζει πέντε άγαμους υπαξιωματικούς διάφορων υπηρεσιών, να βρίσκονται στο αεροδρόμιο Κοζάνης στις 09.00 με τον ατομικό τους οπλισμό. Ανάμεσα στα ονόματα και το δικό μου. Όλοι μας συμμαθητές στη σχολή, 22 χρονών. Υπάρχει μια υποσημείωση που λέει να πάρουμε στα ατομικά μας σακίδια ξηρά τροφή μιας εβδομάδας.
Λίγη ώρα μετά, ένα συνάδελφος, καλός φίλος στη σχολή, από το αστυνομικό τμήμα της Σιάτιστας, που και το δικό του όνομα ήταν ανάμεσα στα πέντε, μου τηλεφωνεί. «Θα συγκροτήσουμε στρατονομικά αποσπάσματα και θα μας πάνε στον Έβρο…», μου λέει. «Πάρε τους δικούς σου και χαιρέτα τους. Μπορεί και να μην ξαναγυρίσουμε…», συμπληρώνει.
Κλείνω το τηλέφωνο παγωμένος. Η ώρα είναι 07.00. Βγαίνω στο απέναντι περίπτερο, που έχει τηλέφωνο με μετρητή, και τηλεφωνώ στον φούρνο του πατέρα μου. Ακούω τη μάνα μου, που λέει βιαστικά «παρακαλώ». Οι δικές μου λέξεις έχουν κολλήσει στον ουρανίσκο. «Μαμά… φεύγω. Ήρθε διαταγή να πάμε στο αεροδρόμιο, αλλά δεν μας λέει πού θα πάμε στη συνέχεια…»
Ακολουθεί σιωπή. Μετά την ακούω να φωνάζει τον πατέρα μου. Μιλούν και οι δυο στο τηλέφωνο. Το μόνο που ξεχωρίζω είναι «να προσέχεις…» και αναφιλητά…
Κλείνω το τηλέφωνο κι επιστρέφω στο τμήμα. Πέντε κονσέρβες από το διπλανό μπακάλικο και είκοσι πακέτα τσιγάρα. Ύστερα ένα ακόμα τηλεφώνημα. Κάπου κοντά υπάρχει ένας έρωτας. Μιλώ ψιθυριστά. Καινούργια αναφιλητά. Ο χωροφύλακας οδηγός μπαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα και μου κάνει νόημα πως πρέπει να ξεκινήσουμε.
08.45 στο αεροδρόμιο της Κοζάνης. Εκεί δεν ξέρουν τίποτα. 09.00 κανείς δεν μας πληροφορεί τι κάνουμε, πού πάμε, πώς πάμε. Ζητάμε να τηλεφωνήσουμε στην Ανωτέρα Διοίκηση. Μιλώ με τον υπασπιστή. «Είναι να έρθει μια ντακότα να σας πάρει…»
Ώρα 10.00. Ούτε ντακότα, ούτε πουλί. Ευτυχώς έχω κρατήσει το αυτοκίνητο της υπηρεσίας κοντά. Ζητάω ενημέρωση από τον ασύρματο. Τίποτα. Στις 12.00 μας καλεί το κέντρο. Να επιστρέψουμε στις υπηρεσίες μας.
Στο αστυνομικό τμήμα επικρατεί χάος. Σήματα με αντιφατικές διαταγές για ονομαστικές προσκλήσεις εφέδρων. Κάποιοι είναι πεθαμένοι. Πού τα βρήκαν αυτά τα ονόματα, αναρωτιέμαι.
Σε κάποια στιγμή ο ασυρματιστής χωροφύλακας μπαίνει φουριόζος στο γραφείο και κλείνει πίσω του την πόρτα, δίνοντάς μου ένα σήμα με την ένδειξη «Κατεπείγον – Άκρως εμπιστευτικόν». Αφορά σαμποτάζ στα έργα ΔΕΗ – Πολυφύτου, στο φράγμα. Σχηματίζω μια ομάδα με τέσσερις χωροφύλακες, οπλιζόμαστε και φεύγουμε. Οι πληροφορίες είναι συγκεκριμένες, οι διαταγές σαφείς. Στη διαδρομή για τον Βελβεντό, αναρωτιέμαι πώς η πληροφορία αυτή έφτασε στα ανώτερα κλιμάκια και όχι σ’ εμάς πρώτα. Και οι άνδρες του σταθμού χωροφυλακής Βελβενδού και εμείς του αστυνομικού τμήματος Σερβίων έχουμε καλές σχέσεις με τους κατοίκους τής περιοχής. Γιατί οι «πληροφοριοδότες» μάς παράκαμψαν. Την ίδια απορία έχει και ο αστυνόμος του Βαλβενδού.
Φτάνουμε στην επίμαχη περιοχή. Τα έργα έχουν σταματήσει. Τεράστια σκαπτικά μηχανήματα ακινητοποιημένα. Εκεί που κάποτε έτρεμε η γη από τα θηριώδη φορτηγά και το μούγκρισμα των σκαπτικών, νεκρική σιγή.
Βγαίνουμε στον αυχένα μιας δασωμένης πλαγιάς και σκορπιζόμαστε. Δυο ώρες μετά συναντάμε πέντε βοσκούς με πρόβατα και κατσίκια. Τρομάζουν σαν μας βλέπουν με τα όπλα. Ρωτάμε αν είδαν να κινούνται κάποιοι ξένοι στην περιοχή κι απορούν. Όλοι τους πάνω από πενήντα, από το χωριό Καταφύγι. Απομονωμένοι στο βουνό δεν έχουν πάρει είδηση τι συμβαίνει. Ούτε για απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο ξέρουν, ούτε για επιστράτευση.
Επιστρέφουμε άπραγοι. Σ’ ένα υπόστεγο, στην καρδιά των έργων, παρατηρούμε κίνηση ανθρώπων. «Εδώ είμαστε…», λέμε. Στο λεπτό σχεδιάζουμε πώς θα επέμβουμε και…
Τρεις μηχανικοί κοντά στα εξήντα επισκεύαζαν ένα γκρέιντερ. Είχαν βρει την ευκαιρία, μια και τα έργα σταμάτησαν να κάνουν συντήρηση στα μηχανήματα. Κάποιος φαντασιόπληκτος που τους είχε δει από μακριά, πιθανόν και θέλοντας να πουλήσει εκδούλευση, τους παρουσίασε για σαμποτέρ.
Επιστρέφουμε. Ένα νέο σήμα μας ενημερώνει πως από μια ορεινή διαδρομή κινούνται τρεις ίλες τεθωρακισμένων με κατεύθυνση το χωριό Ρύμνιο, όπου μια στρατιωτική γέφυρα. Να τις αναζητήσουμε και να τις οδηγήσουμε μέχρι το Σαραντάπορο, όχι από το εθνικό δίκτυο.
Στις 9 το βράδυ έξω από την Αιανή βλέπω τη φάλαγγα να κινείται αργά. Ο επικεφαλής ίλαρχος είναι ένας παλίκαρος με ατσάλινο βλέμμα. «Από χθες το βράδυ έχουν να φάνε οι στρατιώτες», μου λέει. Γι’ αυτούς νοιάζεται. Όχι για τον ίδιο.
Τα τεθωρακισμένα έφυγαν από την περιοχή της Φλώρινας για το λιμάνι του Βόλου. Από εκεί θα μεταφέρονταν σε κάποιο νησί. Πρόβλεψη για φαγητό δεν υπήρχε.
Έξω από το χωριό Πολύραχο υπήρχε ένα δασωμένο πλάτωμα. Οδήγησα τη φάλαγγα εκεί, να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια. Με το τζιπ της υπηρεσίας πήγα στο σπίτι του προέδρου της κοινότητας. Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Τον ξύπνησα, του είπα το πρόβλημα με το φαγητό για τους στρατιώτες. Στη συνέχεια έκανα το ίδιο και στο χωριό Μεταξά.
Μέσα σε μισή ώρα δυο τρία τρακτέρ έφτασαν στο μέρος όπου είχε σταματήσει η φάλαγγα. Τι ψωμιά, τι τυριά, τι καρπούζια… Δάκρυσε ο αξιωματικός. Δυο ηλικιωμένες γυναίκες ήρθαν μ’ ένα αγροτικό και κατέβασαν ταψιά με πατάτες τηγανητές και ομελέτες. Και ό,τι βρήκαν πρόχειρο στα σπίτια τους.
Χαράματα ξεκίνησε η φάλαγγα. «Τι να σου ευχηθώ;», ρώτησα τον αξιωματικό. «Να πεθάνω για την τιμή της πατρίδας…», μου απάντησε με μάτια που έλαμπαν.


Β
ράδυ Τρίτης, 23 Ιουλίου. Περιπολώ στους δρόμους τής κωμόπολης. Στα πεζοδρόμια ανήσυχες παρέες συζητούν. Τα τραπεζάκια των καφενείων γεμάτα, από ντόπιους, αλλά και επιστρατευμένους. Σε μια ταβέρνα, μια παρέα δέκα δώδεκα γιατρών συζητά έντονα. Ανάμεσά τους και ο καρδιολόγος που κατάγγειλε την αισχροκέρδεια. Τους καλησπερίζω και με καλούν να καθίσω μαζί τους, να με κεράσουν. Όλοι τους πάνω από σαράντα. Οι περισσότεροι οργισμένοι με όσα αντιμετώπισαν φτάνοντας στο κέντρο επιστράτευσης. «Τσαπατσουλιά» και «ανοργανωσιά» είναι οι λέξεις που κυριαρχούν στη συζήτηση. Ο ταβερνιάρης φέρνει σουβλάκια και παϊδάκια. Και μπύρες…
Η ώρα προχωράει με βήματα ανεπαίσθητα. Πλησιάζουν μεσάνυχτα. Ένας γιατρός από την παρέα ζητάει από τον ταβερνιάρη την άδεια να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο, για να κάνει ένα «υπεραστικό». «Θα σε πληρώσω με το παραπάνω…» του λέει. Το κινητό δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μας.
Ο ταβερνιάρης ξινίζει τα μούτρα του, αλλά βλέποντας τον γιατρό να βγάζει απ’ την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τον οδηγεί στο εσωτερικό τής ταβέρνας, στο τηλέφωνο.
Λίγα λεπτά μετά, ο γιατρός επιστρέφει σκεφτικός. Πίνει μια γουλιά μπίρα και απευθυνόμενος προς όλους λέει: «Έρχεται ο Καραμανλής…»
Ακολουθεί σιωπή. Άλλη γουλιά μπίρα. «Τηλεφώνησα στον αδελφό μου. Είναι ανώτατος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Έχει καλή ενημέρωση. Μου είπε πως εδώ και μια ώρα υπάρχει και επίσημη ανακοίνωση του Γκιζίκη…»

Τα νέα στα Σέρβια έφταναν με καθυστέρηση. Ωστόσο αυτή η είδηση έβαλε φωτιά στην παρέα. Ο γιατρός που ήταν δίπλα μου, τινάχθηκε σαν ελατήριο. «Φέρε κι άλλες μπίρες…», φώναξε στον ταβερνιάρη. «Απόψε έπεσε η χούντα!».
Δεν ήξερα τι να πω, πώς ν’ αντιδράσω.
Το μόνο που ήξερα ήταν πως στην Κύπρο κάποιοι έχαναν τα πάντα: Τη ζωή, την ελευθερία τους.
Αποχαιρέτησα την παρέα και κατηφόρισα για το γραφείο μου. Το ραδιόφωνο το είχα μόνιμα στο BBC. Το άνοιξα. Οι ειδήσεις επιβεβαίωναν την επικείμενη άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και πως στην Αθήνα ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους.
Βγήκα ξανά και πήγα να συναντήσω τις πεζές περιπολίες. Η κωμόπολη κοιμόταν. Μόνο κάποια σκυλιά στους έρημους δρόμους. Η νύχτα ζεστή και ανυπόφορη. Βουβή…


Η
 Τετάρτη, 24 Ιουλίου ήταν μια άλλη μέρα. Θα έμενε στην πολιτική ιστορία της χώρας ως αρχή της Μεταπολίτευσης. Ο ενταφιασμός τής δικτατορίας ήταν οριστικός. Είχαν χρειαστεί γι’ αυτόν οι νεκροί τής Κύπρου και η κατοχή τού νησιού από τους Τούρκους. Οι άφρονες ενέργειες ενός διεστραμμένου ταξίαρχου, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, και οι ανοησίες μιας δεκάδας άλλων στρατιωτικών, στην Ελλάδα και τη Κύπρο, είχαν προκαλέσει ανυπολόγιστη καταστροφή. 

Εκείνη την ημέρα, όμως, ξέραμε ελάχιστα. Κι αυτά λανθασμένα…
Από τις λογοκριμένες εφημερίδες της εποχής, που έφταναν νωρίς το απόγευμα στην κωμόπολη, είχαμε μάθει πως στην Κύπρο, στις 15 Ιουλίου, φανατικοί πατριώτες, μ’ επικεφαλής τον… γενναίο Σαμψών είχαν ανατρέψει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, γιατί δεν ήθελε την Ένωση με την Ελλάδα.
 BBC και Deutsche welle δεν είχα κατορθώσει ν’ ακούσω, γιατί δεν είχα βρει την ευκαιρία. Όλοι στο τμήμα είμαστε απασχολημένοι με μια ανθρωποκτονία που είχε γίνει τις ημέρες εκείνες. Την είχαμε εξιχνιάσει, αλλά αναζητούσαμε τον δράστη, που είχε διαφύγει. Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου, που τελικά τον συλλάβαμε, είχαν εντοπιστεί στην υπό κατασκευή γέφυρα του Αλιάκμονα, τρία πτώματα πνιγμένων εργατών, οι οποίοι αγνοούνταν όταν, ένα μήνα πριν, ανατράπηκε η βάρκα με την οποία δούλευαν στη λίμνη που σχηματιζόταν μετά το κλείσιμο του φράγματος του Πολυφύτου. Οι διαδικασίες ανάσυρσης των πνιγμένων, της μεταφοράς τους για νεκροψία και της αναγνώρισης από τους οικείους, δεν μου είχαν αφήσει χρόνο για ν’ ακούσω – παράνομα – ραδιόφωνο. 

Ούτε για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήξερα κάτι περισσότερο από το ότι υπήρξε πρωθυπουργός και πως κάποια στιγμή έφυγε για το Παρίσι. Όταν τον Δεκέμβριο του 1963 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής άφηνε πίσω του, αηδιασμένος, την Ελλάδα, ήμουν έντεκα χρονών, αφού γεννήθηκα στις 11-6-1952. Την 21η Απριλίου 1967, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα ήμουν δεκαπέντε. Πιθανότατα ήξερα περισσότερα από κάποιους συνομηλίκους μου, γιατί στο σπίτι αγοράζαμε εφημερίδα και κάπου - κάπου έριχνα καμιά ματιά στους τίτλους. Τίποτα περισσότερο, αφού μέχρι που έδωσα εξετάσεις για τη σχολή υπαξιωματικών της Χωροφυλακής η ζωή μου ήταν το σχολείο και οι πρώτες μου ανησυχίες για τη λογοτεχνία, οι οποίες βέβαια εξαντλούνταν στους συγγραφείς τού «Βιβλιοπωλείου τής Εστίας», που έβρισκα πιο εύκολα στη Λάρισα.
Πολύ λιγότερα ήξερα για το «Κυπριακό». Αρκετά αργότερα και με τη βοήθεια φίλων Κυπρίων, βήμα το βήμα, έμαθα για την Κύπρο, την αγγλική κατοχή, τους αγώνες της, τις θυσίες...

Τότε όλα ήταν σ’ ένα γκρίζο, θολά. Οι δε πληροφορίες ήταν λογοκριμένες, έτσι όπως τις ήθελε το καθεστώς∙ τουλάχιστον για τους νέους της επαρχίας, τους γεννημένους μετά το 1950.
Σήμερα στη Κύπρο, 43 χρόνια μετά, το Δράμα συνεχίζεται. Τα Κατεχόμενα είναι το κόστος που πληρώνει ο λαός της Κύπρου. Οι νεκροί και οι αγνοούμενοι είναι το ανεπανόρθωτο κακό. Η δικαίωση ακόμα κι αν έρθει κάποτε, δεν θα φέρει στη ζωή τους νεκρούς.
22-7-2017
Αγιόκαμπος Λάρισας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: