Google+ Followers

Η Ελλάδα που πέθανε (Ταξιδεύοντας 1)



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 17-2-2017)

Με το φίλο Λευτέρη κάναμε τελικά το ταξίδι. Μια φυγή στην οποία «όλα ήταν δρόμος». Ατελείωτα χιλιόμετρα∙ τα περισσότερα με βροχή. Και αποφασίζοντας την τελευταία στιγμή ποιος θα ήταν ο επόμενος σταθμός. Γιατί δεν θέλαμε προγραμματισμούς, στόχους, περιορισμούς. Αναζητώντας την ηδονή τού ταξιδιού για το ταξίδι.
Όμως, κάπου εκεί στον Παρνασό, ήρθε η πρώτη λύπη. Μέσα στο γκρίζο μουσκεμένο πρωινό η Γραβιά. Από ψηλά το Χάνι φαίνεται σαν περιποιημένος πλινθόκτιστος μαντρότοιχος, άσημος, προορισμένος να φιλοξενεί κτηνοτρόφους με τα ζωντανά τους. Από ψηλά, όμως… μια και η παράκαμψη της Γραβιάς αφήνει στην ηρεμία της την κωμόπολη. Πια οι διερχόμενοι δεν βλέπουν το μνημείο. Και το Χάνι το θυμούνται όλο και λιγότεροι. Άλλωστε ποιος συζητά σήμερα για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο; Και ποιους νοιάζει πώς αυτός ο τόπος ξαναγεννήθηκε και στέκεται όρθιος ακόμα; Άλλωστε ούτε ο Ανδρούτσος ξέρει πως όλα, για τα οποία πολέμησε, βρίσκονται ξανά υποδουλωμένα εξ αιτίας αφρόνων και απάτριδων πολιτικών.

Το Χάνι της Γραβιάς, σύμβολο ενός απελπισμένου αγώνα μένει στη σιωπή του. Αύριο θα είναι μια άγνωστη σελίδα της ιστορίας, αφού ούτε κι αυτή θα διδάσκεται στα σχολειά, ως περιττή αποσκευή στις σχολικές γνώσεις.
Πιο κάτω το Γαλαξίδι. Στη βροχή κι αυτό, χωρίς την καλοκαιρινή του αίγλη. Ούτε σκάφη, ούτε ηλιοκαμένες νεαρές, ούτε νεαροί με τατουάζ. Μια νάρκη που διακόπτεται από τους ελάχιστους μύστες του χειμωνιάτικου τοπίου. Άλλωστε, το Γαλαξίδι, ποτέ δεν «πούλησε» τουριστικά για την ιστορία του ή για εικαστική αντιμετώπισή του από το κυρ-Σπύρο Βασιλείου. Η γραφικότητα του λιμανιού του πάντα άνθιζε μόνο το καλοκαίρι.

Η θλίψη του Γαλαξιδιού θα συναντήσει τη θλίψη της Ναυπάκτου. Κι αυτή καλοκαίρι ανθίζει, ιδιαίτερα τώρα που η περιφερειακή δίνει τη δυνατότητα στους διερχόμενους να την προσπεράσουν χωρίς να την δουν. Αμετανόητος, όμως, θαυμαστής του λιμανιού της, ακολουθώ τον δρόμο που ήξερα. Έτσι για να γεμίσουν τα μάτια ομορφιά και η ιστορική μνήμη σημαντικές ιστορικές στιγμές. Άλλωστε το άγαλμα του Θερβάντες στους προμαχώνες πάντα σε προκαλεί σε διάλογο με την ιστορία.

Ώρες μετά το ταξίδι γνωρίζει την κατάθλιψη. Με αρχή τη λυπημένη Ολυμπία. Άδεια κι έρημη.  Ποιος Έλληνας θα «ρίξει» εκατοντάδες χιλιόμετρα για χάρη της. Δεν έχει πάει στις αρχαιότητες του τόπου του, στην Ολυμπία θα πάει;
Άδειο το αρχαιολογικό μουσείο, άδειος ο ιερός χώρος, η Άλτις, το στάδιο. Μόνες ανθρώπινες παρουσίες οι αρχαιοφύλακες, οι υπάλληλοι του μουσείου κι ένα – δυο ζευγάρια αλλοδαπών τουριστών. Αν ο Μιλτιάδης ήταν Γάλλος και η Ολυμπία στη Γαλλία, κάθε εποχή του χρόνου, γύρω από την περικεφαλαία του θα συνωστίζονταν εκατοντάδες Γάλλοι. Και άλλοι τόσοι γύρω από την κούπα του Φειδία. Χιλιάδες γύρω απ’ τον Ερμή, μπροστά στα αετώματα, γύρω από τη Νίκη τού Παιωνίου. Μοναδικοί θησαυροί της παγκόσμιας γλυπτικής, άγνωστοι σε πολλούς από μας. Στους εκατό που θα ρωτήσουμε τι ξέρουν για τη Νίκη τού Παιωνίου, δεν ξέρω αν θ’ απαντήσουν ικανοποιητικά οι δέκα.
Η θλίψη και η κατήφεια μεγαλώνουν. Διατρέχουμε τα παράλια της Ηλείας και της Μεσσηνίας. Χωριά φαντάσματα τη νύχτα. Ούτε ένα φως, ένα καφενείο ανοιχτό. Πού πήγε η ζωή; Δεν είναι δυνατόν να είναι αυτή η Ελλάδα. Τρέχουμε σ’ έναν δρόμο άδειο από αυτοκίνητα, άδειο από ελπίδα.
Στα χωριά οι λίγες ανθρώπινες παρουσίες είναι αλλοδαποί. Ίσως γιατί έχουν μάθει να ζουν με το λίγο. Και ζουν ανάμεσα σε ηλικιωμένους Έλληνες. Η υπογεννητικότητα εδώ δεν μετριέται από επιστήμονες, αλλά από την ίδια την καθημερινότητα. Χωριά χωρίς δημοτικό σχολείο. Κάποτε όλοι ενδιαφέρονταν για το πώς πήγε ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, όχι για το πώς θ’ αγκαλιάσουν ένα κορμί, για το πώς θ’ αγαπήσουν και θ’ αγαπηθούν…
Στη Μεθώνη ο αέρας είχε δυναμώσει και ίδιο και η βροχή. Η θάλασσα είχε βγει έξω και έδερνε τα τείχη που κάποτε είχε σηκώσει οι Ενετοί για να προστατεύσουν τα συμφέροντα της θαλασσοκράτειρας Βενετίας. Απόγευμα Παρασκευής και η Μεθώνη ζούσε τον μαρασμό της. 


Ο φίλος μου Λευτέρης ήθελε έναν καφέ. «Σε μια Ελλάδα που πεθαίνει, δεν είναι εύκολο να βρεις έναν καφέ ,Φλεβάρη μήνα» του απάντησα.
Βρήκαμε όμως στην Κορώνη. Εκεί τα καφέ της παραλίας είχαν φώτα, είχαν και τους ιδιοκτήτες σε μια γωνιά μαζεμένους. Δεν είχαν πελάτες. Δραματικά άδεια τα τραπεζοκαθίσματα, γεμάτα με παράπονο και με αναπάντητα ερωτηματικά για το «πού πάμε;»
Θα έλεγα να υπόλοιπα να τα πούμε την άλλη Παρασκευή, αφού ο χώρος άλλες λέξεις, άλλες σκέψεις δεν χωρά…
Καλές Απόκριες…
Άγγελος Πετρουλάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: