Google+ Followers

Από τα χρόνια του μεγάλου πολέμου στα χρόνια της ελαφρότητας…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύεται στη Larissa net στις 27-10-2016)
 
Η δικαιοσύνη δεν είναι ιστορία και παράγωγο προπαγάνδας, αλλά προϊόν κριτικής σκέψης και βαθιάς μελέτης των συνθηκών που δημιούργησαν το γεγονός. Η δε μελέτη απαιτεί κόπο και διάθεση ανάλωσης οικονομικών και ψυχικών μέσων. Δεν μπορείς να ερευνήσεις κείμενα που απεικονίζουν τον χάρτη μιας εποχής, χωρίς να βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη για να τ’ ανακαλύψεις και να τ’ αποκτήσεις. Το επόμενο βήμα είναι ν’ ακουμπήσεις την ψυχή σου σ’ αυτά και να δαπανήσεις ώρες, σωματικές αντοχές και πνευματική διαύγεια.
Τα γράφω αυτά γιατί η επέτειος του μεγάλου πολέμου πλησιάζει και είμαι σίγουρος πως κάθε ηλίθιος υπερφίαλος θα λέει την εξυπνάδα του και θ’ αποφαίνεται για την ιστορική πραγματικότητα. Χωρίς βεβαίως να έχει πρωτογενή γνώση. Ούτε να έχει το σθένος να μας προειδοποιήσει ότι αυτά που θα διαβάσουμε θα είναι αρλούμπες. Αλλ’ αν είχε το σθένος αυτό δεν θα έμπαινε στην ηλίθια διαδικασία να παράγει αρλούμπες, αν και η λαϊκή κατανάλωση μόνο αρλούμπες επιθυμεί να καταπίνει και όχι κείμενα στοχασμού κι ευθύνης.

Χρησιμοποιώ κατά κόρον τη λέξη ‘‘αρλούμπες’’ μήπως και οι διάφοροι ανιστόρητοι ντραπούν και σιωπήσουν ή έστω ψάξουν τις σελίδες της πολιτικής ιστορίας για όσα χαρακτήριζαν το πολιτικό τοπίο την κρίσιμη εποχή. Βεβαίως αυτό δεν είναι παρά μια απατηλή προσδοκία, γιατί τα βιβλία κουράζουν, ιδιαίτερα όταν είναι παλιά, κιτρινισμένα και γραμμένα σε μια κάπως πιο λόγια γλώσσα απ’ αυτήν που χρησιμοποιείται στα μπαρ και τα άλλα στέκια ανάπτυξης της σύγχρονης πολιτικής. Η εποχή μας θέλει πιο εύπεπτες λέξεις, όπως ας πούμε μια πίτα με γύρο για φαγητό και ξεμπερδέψαμε. Ή ένα ελληνικότατο μπέργκερ…
Κάποιος φίλος, βεβαίως, καλός περιπατητής των ιστορικών μονοπατιών, ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, αμετανόητος ιχνηλάτης των λέξεων, αλλά και λάτρης των ανασκαφών σε ιστορικά κείμενα, διαφωνεί. Αναρωτιέται τι κόσμο θα παραδώσουν όλοι αυτοί στα παιδιά τους.
Του αντιλέγω πως αδιαφορώ. Εκείνοι που έδωσαν τα κορμιά τους στην εθνική ιδέα του ‘‘ΟΧΙ’’, νεκροί ή επιζήσαντες, παρέδωσαν έναν κάποιον κόσμο. Μια κάποια οντότητα έθνους. Αν αύριο κάποιοι παραδώσουν ένα τίποτα, μια πλαστή ιστορία ή έναν κόσμο γυμνό από την έννοια του Γένους, αυτό είναι πρόβλημά τους∙ αυτοί θα ζήσουν και τα δικά τους παιδιά θα κληθούν να βιώσουν τις νέες συνθήκες που θα διαμορφώσει η άγνοια και η κατασκευασμένη με απορρίμματα ιστορία.
Πριν χρόνια αυτό το τίποτα είχε υποστηριχθεί από τον δικηγόρο κ. Νάσσο Θεοδωρίδη, μέλους – τότε - του ΣΥΡΙΖΑ και μέλους της Αντιεθνικιστικής Κίνησης, του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα και του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης ενάντια στη στρατιωτική θητεία. Είχε δε φιλοξενηθεί από την «ΑΥΓΗ» της 27 – 10 – 2009. Διαβάζω: «69 χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν ‘‘ξένος’’ (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την ‘‘ενότητα’’ ούτε ‘‘το μεγαλείο του έθνους’’, αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο». Σημειωτέον ότι ο κύριος αυτός δεν είχε γεννηθεί, άρα ούτε βιώσει την εποχή. Την ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση την κάνει μακριά από τις αγωνίες του μεσοπολέμου και τις διεθνείς διεργασίες εκείνης της εποχής.
Αυτά.
Βεβαίως πριν τρία χρόνια (7-2-2013), εξ αιτίας μιας άλλης δήλωσης του ιδίου περί Ιμίων, ο νυν πρωθυπουργός απέπεμψε τον κ. Θεοδωρίδη, ο οποίος αργότερα προσχώρησε στη Λαϊκή Ενότητα.
Η λάσπη, όμως είχε ριχτεί.
Παρόμοιες λάσπες ρίχνονται πολλές, ιδιαίτερα σε θέματα ιστορίας και όλες δεν είναι μόνο προϊόντα ανεπάρκειας, αλλά και προϊόντα μαύρης προπαγάνδας σε πολλά εθνικά θέματα. Η άγνοια της ιστορίας από τους περισσότερους ευνοεί αυτές τις δράσεις και η ευθύνη πλέον βαρύνει τον καθένα ξεχωριστά.
Για δεκάδες χρόνια η διδασκαλία της ιστορίας από τα σχολικά βιβλία πάσχει. Άπειρες άχρηστες πληροφορίες βασανίζουν την μετάδοσή της στα παιδιά, ενώ αντιθέτως παραλείπονται πολλά και σημαντικά. Επίσης απουσιάζει η διάθεση – ίσως και η ικανότητα – από αρμόδιους του σχετικού υπουργείου να ‘‘δημιουργήσουν’’ μια διδασκαλία ελκυστικότερη, ‘‘γοητευτικότερη’’, πιο γόνιμη, έτσι ώστε η ώρα της ιστορίας να θεωρείται χαμένη ώρα, δευτερεύον μάθημα. Τι κρίμα… Μόνο και μόνο ο διαχωρισμός των μαθημάτων σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα ακυρώνει τη γνώση και τον προορισμό του σχολείου.
Όμως, το μεγάλο δυστύχημα για τον Έλληνα είναι πως έστω μ’ αυτήν την ελάχιστη ενημέρωση (όχι μελέτη και γνώση) της ιστορίας παίρνει οριστικό διαζύγιο από τη μέρα της αποφοίτησής του από το σχολείο. Ξέρω πολλά γλυκανάλατα αναγνώσματα απ’ αυτά που χαρακτηρίζονται ως «μυθιστορήματα» τα οποία έχουν πουλήσει 100.000 αντίτυπα, δεν γνωρίζω κανένα ιστορικό βιβλίο με ίδιες πωλήσεις. Αν τα πρώτα είναι χρήσιμα, τα δεύτερα τι να είναι άραγε;
Άγγελος Πετρουλάκης



Ο θάνατος του βιβλιοπώλη



Μονολογώντας

(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 21-10-2016)


Όχι δεν θέλω να γράψω για όσα ρυπαρά και τρισάθλια ταλανίζουν τις μέρες μου (ίσως και τις δικές σας).
Βόθροι παντού, ουρανοί κατάμαυροι που όμως ξερνούν χολή αντί για βροχή αναζωογονητική, δολοφονίες συνειδήσεων, εκβιασμοί, όλου του κόσμου τα κακά, απρόβλεπτα, αχαρακτήριστα, απαράδεκτα για μας τους απλούς ανθρώπους.
Ο δικός μου νους δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί πώς κάποιος τρίτος μπορεί να διαβάζει το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Είμαι ξένος με την τεχνολογία; Ναι, είμαι. Και ούτε θα ήθελα να είμαι γνώστης για να ενεργώ υποκλοπές. Χαρίζω (όπως και πολλοί άλλοι από σας) σε άλλους αυτήν την… τιμή.
Ναι, δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι αυτά που διαδραματίστηκαν σε επίπεδο εξουσίας. Αναγουλιάζω πια όταν ακούω για ανάπτυξη ή για καλύτερες μέρες. Αυτό το ξέρει η τσέπη του καθενός, δεν χρειάζεται κανένας Τσίπρας να μας το βεβαιώσει και κανένας Αλεξιάδης για να μας πείσει. Η καθημερινότητά μας το λέει με λόγια απλά και καθαρά. 
Είχα τόσα, έχω τόσα. 
Χρωστούσα τόσα, χρωστάω τόσα. 
Τέλος. 
Όλα τ’ άλλα είναι αηδίες.
Όπως δεν χρειάζεται κανένας Πάγκαλος να μου ξαναπεί πως όλοι μαζί τα φάγαμε. Ο καθένας μας ξέρει πόσα έφαγε και τι έφαγε.
Ο κάθε ληστής του δημόσιου βίου δεν χρειάζεται να μου (μας) κάνει τον τιμητή και τον δάσκαλο. Και αφού δεν σωπαίνουν αυτοί, κλείνω εγώ τ’ αυτιά μου.
Για άλλο θα ήθελα σήμερα να γκρινιάξω, γιατί τελικά νιώθω πως με τη στήλη έχω γίνει επαγγελματίας γκρινιάρης.
Ήθελα να μιλήσω για τον θάνατο του βιβλιοπώλη. Μην απορείτε∙ καλά διαβάσατε: Το θάνατο του βιβλιοπώλη.
Η ιστορία ξεκινά με τον «Κοτσάμπαση του Καστροπύργου». 


Ο φίλος με τον οποίο συζητούσε ήταν της οικονομικής επιστήμης. Έτσι λοιπόν όταν του ανέφερα τον Καραγάτση και τον Κοτσάμπασή του, θέλοντας να παραλληλίσω δυο εποχές, δήλωσε ευθαρσώς πως δεν το έχει διαβάσει και πως θα ήθελε να το διαβάσει. Του υποσχέθηκα πως θα του το έκανα δώρο.
Τυχαία βρέθηκα μπροστά στο τεράστιο κατάστημα και θυμήθηκα την υπόσχεσή μου. Σκέφτηκα πως ήταν ευκαιρία να το αγοράσω και δρασκέλισα το κατώφλι του. Μια νεαρά έσπευσε να με υποδεχτεί και να με ρωτήσει σε τι μπορούσε να μ’ εξυπηρετήσει.
Η κοπελίτσα είχε όλα τα προσόντα της σύγχρονης πωλήτριας. Πρόσωπο λαμπερό, με φρυδάκι γραμμένο, χειλάκια αγριοκέρασα κ.λ.π., κ.λ.π., στήθος θανατηφόρο που υποσχόταν νύχτες μαγικές κι ονειρεμένες, οπίσθια κόλαση, νυχάκια μάγισσας με στολίδια απίθανα που έλεγες πως μετακόμισαν από βιτρίνα κοσμηματοπωλείου στα χεράκια της…
Βέβαια, εντυπωσιακότερο όλων ήταν το ύφος της. Μια τραγανή υπόσχεση για χίλιες και μια στιγμές μαγικές και ονειρεμένες…
Το χαμόγελό της μου στέγνωσε το στόμα. Λίγο έλλειψε να ξεχάσω τι με είχε οδηγήσει εκεί, στον υπερφωτισμένο διάδρομο του υπερσύγχρονου βιβλιοπωλείου και όχι μόνο.
Με κόπο διατήρησα την ψυχραιμία μου και ρώτησα αυτό που μ’ ενδιέφερε. Αν είχαν τον «Κοτσάμπαση του Καστροπύργου». Το έχω υποσχεθεί σε φίλο, συμπλήρωσα ο αφελής. Η απάντηση ήρθε και ήταν ιδιαίτερα αφοπλιστική: «Ποιος είναι αυτός;»
Κοκάλωσα προς στιγμήν. Ανακτώντας την ψυχραιμία μου και αναλογιζόμενος πως ίσως να της έχει διαφύγει ο τίτλος μέσα στους χιλιάδες τίτλους της ελληνικής πεζογραφίας, επανήλθα με δεύτερη ερώτηση. «Τον Καραγάτση πού τον έχετε;»
Η απάντηση ήταν ιδιαίτερα αφοπλιστική. «Καραγάτση; Καραγάτση; Όχι δεν έχουμε κανέναν υπάλληλο μ’ αυτό το όνομα. Όμως ρωτήστε και τη συνάδελφο, εκεί…»
Μουδιασμένος πήρα μισή στροφή και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Θυμήθηκα πως κάποιες αλυσίδες, όπως ο «Παπασωτηρίου» και ο «Ελευθερουδάκης» είχαν κάνει την αρχή. Βιβλιοπωλεία τεράστια, πολυόροφα, όπως και κάποια άλλα σήμερα. Αποθήκες βιβλίων που είναι παρατεταγμένα σε άψυχα ράφια χωρίς καμιά οσμή, καμιά μυρωδιά γοητείας, χωρίς τον παλιό ιδιόρρυθμο βιβλιοπώλη, που απλά στο περίπου του έλεγες τι ψάχνεις και με μάτια κλειστά κατέβαζε το βιβλίο, βάζοντας από κάτω τις δικές του υποσημειώσεις, αν δηλαδή είναι έτσι ή αλλιώς…
Σκαλίζω τη μνήμη μου. Εκεί στη γωνία Παναγούλη και Κούμα στη στοά, καλή του ώρα, κάποιος Γιαννακόπουλος (αν θυμάμαι καλά) με (μας) μύησε στον Καραγάτση, στον Τερζάκη, στον Μυριβήλη, στον Καζαντζάκη, στον Λουντέμη, στον Ξενόπουλο… Αργότερα στον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη…

Κάπου στη Λάμπρου Κατσώνη, δίπλα στον κινηματογράφο Βικτώρια, ένας άλλος χαμογελαστός βιβλιοπώλης, που το πρωί ήταν ταχυδρομικός διανομέας, μας γνώρισε με τις εκδόσεις Γαλαξίας και τον Καπετανάκη, τον Λορετζάτο, τον Κερένυι…
Δυο - τρεις ακόμα, που η μνήμη μου αδυνατεί να τους ανακαλέσει, μας γνώρισαν με άλλους. Όλοι τους μας έκαναν άτυπα μαθήματα λογοτεχνίας, μια στο περίπου εισαγωγή σ’ αυτόν τον υπέροχο κόσμο του βιβλίου. Πια λίγα τα μικρά βιβλιοπωλεία, με τους ελάχιστους βιβλιοπώλες ν’ αγωνιούν για το μεροκάματο και μόνο. Οι αλυσίδες, οι προσφορές με τις εφημερίδες, αλλά και η ιδιότυπη εκδοτική βιομηχανία συνέργησαν ώστε να ζήσουμε και τον θάνατο του βιβλιοπώλη, εκείνου του μύστη που ήξερε τι θα πουλήσει, σε ποιον θα το πουλήσει και γιατί θα τον πουλήσει.
Ήμουν στα δεκαπέντε, θαρρώ. Την προηγούμενη εβδομάδα είχα αγοράσει τους «Προσανατολισμούς» του Ελύτη. Μαζί με τον Δημήτρη Κουνελάκη πήγαμε για τον «τακτικό ανεφοδιασμό»∙ έτσι λέγαμε την αγορά νέων βιβλίων. «Ν’ αγοράσετε Εμπειρίκο» σήμερα, μας προέτρεψε ο βιβλιοπώλης δίπλα στο Βικτώρια. Έτσι γνωρίσαμε τον Εμπειρίκο…
Άγγελος Πετρουλάκης

Πού είναι οι φυλακές, ρεεεεεεεε;


ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 
την Παρασκευή, 14-10-2016) 
-------------------------------------------------------


Και να που το Φθινόπωρο ήρθε φέρνοντας μαζί του όχι μόνο κίτρινα φύλλα, αλλά και κίτρινες σελίδες της δημόσιας ζωής. Μέρες μελαγχολικές με αιτία τα όσα συμβαίνουν στο χώρο της εξουσίας, γεγονότα που έρχονται, ακόμα μια φορά, να μας θυμίσουν πόσο ασύμβατες είναι μερικές φορές η ακεραιότητα και η αξιοπρέπεια με το πολιτικό ήθος. Δυστυχώς στον τόπο μας οι κατάρες της διαπλοκής και της διαφθοράς αποτελούν θεσμό που θυμίζει άλλοτε τη Λερναία Ύδρα, άλλοτε την κόπρο των στάβλων του Αυγεία, με τη διαφορά ότι κανείς απ’ όσους επαγγέλθηκαν καθαρό πολιτικό ήθος και κάθαρση, κατόρθωσε να θυμίσει τον Ηρακλή, έτσι ώστε να μπορούμε να ελπίζουμε σε κάποιον άθλο. 

Η μυθολογία μάς λέει ότι οι στάβλοι του βασιλιά της Ήλιδος είχαν να καθαριστούν τριάντα περίπου χρόνια, κάτι λιγότερο δηλαδή από τα χρόνια που μετρά η μεταπολίτευση και ότι σ’ αυτούς απέθεταν τις κοπριές τους περίπου τρεις χιλιάδες βόδια, δηλαδή πολύ λιγότερα από τα υπολογιζόμενα σκάνδαλα που ταλανίζουν την πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου. Ο Ηρακλής δεν χρειάστηκε να λερώσει τα χέρια του με τις κοπριές. Απλά έσκαψε την κοίτη του Πηνειού και του Αλφείου, την έστρεψε στους στάβλους και τα νερά των ποταμών καθάρισαν τη συσσωρεμένη κοπριά. Στην Ελλάδα τού σήμερα οι «Ηρακλείς» κάνουν κάτι πιο απλό. Πετούν ο ένας την κοπριά στον άλλον, φροντίζοντας ν’ αποθέσουν και νέες ποσότητες κοπριάς στις παλιές. Μια χαρά δηλαδή…

Η Λερναία Ύδρα, πάλι, ήταν ένα τέρας με εννέα κεφάλια, όπως ας πούμε η δυνατότητα των Τραπεζών να χορηγούν δάνεια με εγγυήσεις αέρα. Έκοβε ο Ηρακλής ένα κεφάλι, ξεπετάγονταν δυο. Δηλαδή εκεί που πάνε οι αρμόδιοι να ψάξουν ένα βρόμικο δάνειο, ανακαλύπτουν δυο. Κουλουβάχατα, που λένε.
Οι αρχαίοι μύθοι δεν κατόρθωσαν να περάσουν ως πρότυπα στη δημόσια ζωή που μαστίζεται από τη συναλλαγή και από το προσωπικό συμφέρον. Ούτε οι εξαγγελίες για υγιή δημόσιο βίο υλοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται ολοένα και περισσότερες μεταστάσεις του καρκινώματος της διαφθοράς, που πλέον περισφίγγει ασφυκτικά το πολιτικό σώμα της ελληνικής πραγματικότητας.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα, ίσως υπάρχει ακόμα μεγαλύτερο: Η Απάθειά Μας.
Ακούμε στην εξεταστική επιτροπή, ακούσαμε στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή, κάποιους αριθμούς εξωφρενικούς και τους ακούμε με την απόλυτη αναισθησία του καναπέ.
Τα ποσά είναι ιλλιγιώδη. Ένα εκατομμύριο ευρώ, δυο εκατομμύρια ευρώ, πενήντα εκατομμύρια ευρώ, εκατόν πενήντα.
Για σταθείτε ρε σεις…
Για εκατομμύρια μιλάτε. Όχι για σκέτα ευρώ. Και ποιοι σας ακούν; Αυτοί που πάνε από πάγκο σε πάγκο στη λαϊκή για να βρουν την φθηνότερη πατάτα, δηλαδή να γλιτώσουν δέκα λεπτά το κιλό.
Για σταθείτε ρε βουλευτάδες…
Εμείς πάμε από πρατήριο βενζίνης σε πρατήριο βενζίνης για να βρούμε 0,623 το αέριο αντί το 0,640 που χρεώνει το πρατήριο της γειτονιάς μας κι εσείς βρίσκεστε μπροστά σε πεθαμένα δάνεια των 30 εκατομμυρίων και δέχεστε την ετυμηγορία πως δόθηκαν νόμιμα;
Εμείς ψαχνόμαστε για να πληρώσουμε τα τετρακόσια ευρώ του καταργημένου ΕΝΦΙΑ κι εσείς μιλάτε για σου ξου μου του Αλέξη με τον Ψυχάρη, του Κυριάκου με τον Χριστοφοράκο, του Κωστάκη με τον Εφραίμ και πάει λέγοντας.
Να σώσουμε τον Μαρινόπουλο, λέει, να θρηνήσουμε για τον Ελευθερουδάκη, λέει, να κλάψουμε για τον Παπασωτηρίου, λέει… Για τις εκατοντάδες (χιλιάδες να υποθέτεις) επιχειρήσεις που ναυάγησαν, λέει… Και; Απλή η απάντηση: Να ξεχάσουμε τους προμηθευτές  τους, που ναυάγησαν εξ αιτίας τους.
Πάτε καλά, ρεεεεεεεε;
Εμείς να κάνουμε το σκατό μας παξιμάδι και να λέμε τι νόστιμο που είναι κι εκείνοι με τα κασμιρένια κουστούμια, τα μεταξωτά πουκάμισα, τα θηριώδη τζιπ, τις βιλάρες και τις επενδύσεις στο εξωτερικό, να λένε στις Τράπεζες «πάρτε μας τα παπάρια;»
Πού είναι οι φυλακές, ρεεεεεεεε;
Πού είναι οι φύλακες της Δικαιοσύνης;
Πού κυκλοφορούν τα τόσα και τόσα στελέχη των τραπεζών, οι επιθεωρητές, οι διευθυντές που έβαζαν υπογραφές; Πώς τις έβαζαν; Τι σημαίνει νόμιμα; Ο αέρας κοπανιστός ως εγγύηση, νόμιμος είναι; Πουλήστε τον τώρα και ξαναγεμίστε τα ταμεία.
Ποιους δουλεύετε, ρεεεεεεεε;
Δώστε τούς κλέφτες στο λαό!
Να ποιο πρέπει να είναι το σύνθημα κάθε Έλληνα, η κραυγή του, η αντίστασή του.
Να κάνει εικόνισμα τους δικαστές που θα τιμήσουν τον όρκο τους.
Να κάνει εικόνισμα τους πολιτικούς που θα ξεκινήσουν ένα κίνημα «Καθαρά χέρια».

Άγγελος Πετρουλάκης


Μια φορά κι έναν καιρό, οι συνταξιούχοι…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στις 7-10-2016 στην έντυπη Larissa net) 


Όχι δεν θέλω να μιλήσω για τα καπνογόνα στους συνταξιούχους. Τον νεαρό θρασύτατο κατακτητή της εξουσίας εξυπηρέτησαν κι αυτά. Γιατί του έδωσαν την ευκαιρία να βγει και να επιδείξει την ευαισθησία του: Κάτω τα χέρια από τους συνταξιούχους ούρλιαξε. Τους σεβόμαστε! Να λοιπόν σε ποιον έκαναν χώρο ν’ αναδειχθεί και να επιδειχθεί οι άφρονες αστυνομικοί, που επιχείρησαν να φράξουν την διαδήλωση των συνταξιούχων. 

Δεν εκπλήρωσαν οι αστυνομικοί το χρέος τους προς την πατρίδα, το καθήκον τους προς την πολιτεία, την προσφορά τους προς τον πολίτη. Νερό στο δέντρο της πρωθυπουργίας έριξαν. Την εξουσία υπηρέτησαν και μάλιστα υποδουλωτικά. Με αποτέλεσμα να βγει η εξουσία λάδι και να τους σφαλιαρώσει, αντί να τους παρασημοφορήσει. Πάντα, άλλωστε, οι δυνάμεις ασφαλείας την εξουσία εξυπηρετούν. Ακόμα και όταν παίρνουν μέτρα τάξης στις εκκλησίες. Τους «επίσημους» προστατεύουν. Σιγά μην προστάτευαν του ανήμπορους. Πίσω από βουλευτάδες τρέχουν, από υπουργούς, από τον κ. τάδε, από τον κ. δείνα. Μην τους μολύνει ο απλός κόσμος. Μην τους χαλάσει την αισθητική.
Το ίδιο έγινε και τις προάλλες. Την εξουσία προστάτευσαν. Η εξουσία τούς την έφερε.
Αλλά, όχι, εμένα δεν με ξένισαν τα καπνογόνα. Τα περίμενα. Μικρό το κακό. Κάποιες δεκάδες συνταξιούχοι έκλαψαν και δεν μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν. Και; 

Μήνες τώρα, εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι, κλαίνε γιατί δεν έχουν τυράκι, κρεατάκι, ψωμάκι, φαρμακάκια. Αναπνέουν δύσκολα γιατί σκαλίζουν σκουπίδια, γιατί περιμένουν με τις ώρες στα νοσοκομεία. Δεν έχουν κουράγιο να φτάσουν μέχρι του Μαξίμου. Σέρνουν τις λιωμένες παντούφλες τους στα σκαλιά των εκκλησιών περιμένοντας τις ερανικές δυνατότητες των εφημέριων. Ας μιλήσουμε πιο ψυχρά…
Τα δις που χάθηκαν από τον Βαρουφάκη με τις ευλογίες του γελαστού παιδιού έφταναν για να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια εκατομμυρίων συνταξιούχων. Που δεν λιποθυμούν έξω από του Μαξίμου, αλλά έξω από τις Τράπεζες, έξω από νοσοκομεία, έξω από γηροκομεία. Απλά, αυτές οι λιποθυμίες δεν περνούν στα Μ.Μ.Ε. Και δεν αγγίζουν την ευαισθησία του γελαστού παιδιού, που πανηγυρίζει γιατί – λέει – έπιασε τους στόχους. 

Μικρέ ανόητε… Οι στόχοι στα χαρτιά πιάστηκαν, στις τσέπες, όμως, των πολιτών; Ποιους στόχους έχουν πιάσει οι τσέπες των πολιτών; Πανηγυρίζεις γιατί έχουν φτωχύνει ακόμα περισσότερο οι αδύναμοι, γιατί έγιναν περισσότερα τα λουκέτα, γιατί καταπολεμάς την ανεργία με προσλήψεις των 300 ευρώ;
Όμως, εκείνο που «με έτρωγε» και ήθελα να μιλήσω, ήταν αυτό το «απαγορεύεται η διέλευση». Από πού; Μα από την Ηρώδου Αττικού, όπου το Μέγαρο Μαξίμου. Γιατί; Ποιος του έδωσε αυτό το δικαίωμα; Το Σύνταγμα; Όχι. Ποιος;
Μόνο σε ιδιωτικό δρόμο στα χωράφια σου δικαιούσαι να λες «απαγορεύεται». Ποιος είσαι επιτέλους; Ακόμα κι όταν το Μέγαρο είχε παραχωρηθεί στον  Γεώργιο Ζωιτάκη τον «αντιβασιλέα» της χούντας, η κυκλοφορία ήταν ελεύθερη. Τώρα;
Δεν ήθελα ποτέ να γράφω πικρά κείμενα. Πιστεύω πως η αρθρογραφία πρέπει πρώτα απ’ όλα να υπηρετεί την ελπίδα και να σχολιάζει ό,τι διαφεύγει από την καθημερινότητα της ενημέρωσης.
Όμως…
Πλέον τα γεγονότα προκαλούν. Το προηγούμενο της ιστορίας έχει για διδάξαντα τον Στάλιν. Έχει το καθεστώς που εδραιώθηκε με διώξεις και αίμα διαφωνούντων. Στις Δημοκρατίες περπατούν ελεύθερα στους δρόμους. Στις Δημοκρατίες η διαφωνία είναι σεβαστή. Στις Δημοκρατίες σέβονται τα κεκτημένα δικαιώματα και οι αναπροσαρμογές πολιτικών γίνονται με ιδιαίτερη μέριμνα για τους αδύναμους. Νεαρέ υπερφίαλε, πρέπει επειγόντως ν’ αλλάξεις δασκάλους. Κάποιοι πρέπει να σου διδάξουν την σεμνότητα. Δεν ωφελούν οι εκ των υστέρων δηλώσεις. Δεν έχεις πληροφορηθεί ότι στο πεζοδρόμιο της Ηρώδου Αττικού δεν κυκλοφορούν πλέον πολίτες; Ούτε εκείνοι που σαν επισκέπτες της πρωτεύουσας θέλουν να θαυμάσουν το μέγαρο που σχεδίασε ο Αναστάσιος Χέλμης για λογαριασμό του Χιώτη εφοπλιστή Αλέξανδρου Μιχαληνού και που αγοράστηκε από το ελληνικό δημόσιο από τον ιδιοκτήτη του Δημήτριο Μάξιμο, έναν πολιτικό που έζησε πολλά και που κλήθηκε να κάνει τον πρωθυπουργό στους δύσκολους καιρούς του εμφυλίου.
Θεωρώ πως είναι καιρός να αλλάξει στέγη το πρωθυπουργικό μέγαρο. Ας μεταβληθεί σε μουσείο το Μέγαρο Μαξίμου και ας χτίσουν ένα άλλο, με προδιαγραφές φρουρίου και με καταφύγια, σε κάποια απρόσιτη κορυφή βουνού, ή σ’ ένα απομακρυσμένο στρατόπεδο προστατευμένο από τα πλέον σύγχρονα οπλικά συστήματα, για να νιώθει ασφαλής κάθε… λαοφιλής πρωθυπουργός και να μην ενοχλείται από τους ελεεινούς λιμοκτονούντες συνταξιούχους.
Και κάποιος να του πει ότι στην Καισαριανή εκτελέστηκαν πατριώτες που δεν έπεσαν στα τέσσερα και ότι καλό είναι να την θυμάται (την Καισαριανή) όταν βγαίνει και συζητά στις ευρωπαϊκές συσκέψεις.
Βέβαια πολλά μπορούν να του πουν κάποιοι. Ακόμα και οι ψεκασμένοι συνταξιούχοι, που στην τηλεόραση τους παρακολουθήσαμε να μιλούν - όλως τυχαίως – πληρέστερα ελληνικά από αυτά του υπουργού της τσαλακωμένης οικονομίας…

Άγγελος Πετρουλάκης

Διαφθορά, αγάπη μου…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 30-9-2016 στην έντυπη Larissa net)
Όχι. Δεν μπορώ να ξεπεράσω ούτε τα γεγονότα, ούτε την ατμόσφαιρα, Ούτε το χθες, ούτε το σήμερα… Και γιατί να τα ξεπεράσω αφού ακόμα και αυτά που ανήκουν στο μακρινό παρελθόν εξακολουθούν να είναι παρόντα, είτε με τις ‘‘αναθυμιάσεις’’ τους, είτε με όσα ακολούθησαν, είτε με τα αποτελέσματά τους. Κι εδώ εντοπίζονται και οι ευθύνες των πρώην.
Οι πρώην λένε: «Πληρώσαμε τα λάθη μας χάνοντας στις εκλογές». Και; Μπορεί να λειτουργούν οι εκλογές ως καθαρτήριο; Επειδή έχασες παύεις να έχεις ευθύνες; Όχι, οι αμαρτίες δεν διαγράφονται.
Οι νυν είναι ακόμα πιο θρασείς. «Τόσα χρόνια εσείς τι κάνατε;» Έτσι μπράβο. Αυτό πρώτη φορά το ακούμε τόσο καθαρά. Τρώγατε εσείς; Θα φάμε κι εμείς. Πόσο; Τόσο όσο να σκάσουμε, να μην μας φτάνουν όλες οι σόδες του κόσμου. Κι όσο εμείς θα τρώμε, εσείς μόκο. Έτσι απλά. Μόκο.
Μόκο σε όλα. Περιμένουν στη σειρά πολλοί. Να διοριστούν, να φάνε, να μοστράρουν δυνατοί και ωραίοι. Στο μεταξύ τα πάντα στον γκρεμό. Με την λαμπερή φορεσιά του επιτυχημένου. Παράνοιας το ανάγνωσμα.
Μα είναι δυνατόν ένας σαραντάρης φανφαρόνος να παραδίδει μαθήματα ηθικής και δεοντολογίας και να αυθαδιάζει απέναντι στην πραγματικότητα; Γιατί, νεαρέ υποκριτή, τίποτα δεν ισχύει απ’ αυτά που ισχυρίστηκες στην Θεσσαλονίκη ότι πέτυχες. Ούτε ένας Έλληνας μπορεί να ισχυριστεί ότι ζει καλύτερα σήμερα απ’ ότι πριν δυο χρόνια. Εκτός βεβαίως από αυτούς που προώθησες σε αργομισθίες και χρυσοφόρες θεσούλες. Έτσι για να μην πάει χαμένο το αριστερό ηθικό πλεονέκτημα.

Με πόσο θράσος γύρισες πίσω το ρολόι της ιστορίας; Πόσο γρήγορα αντέγραψες τις στρατηγικές του Θεόδωρου Δηλιγιάννη; Πόσο τυφλός αποδεικνύεσαι απέναντι στα γεγονότα που τρέχουν; Πόσο ανίκανος αποδείχθηκες να βάλεις μπροστά μια κάποια ανάπτυξη και με την μείωση της ανεργίας, την μείωση της φορολογίας και την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας να σταματήσεις τον κατήφορο;

Ένα μετά το άλλο τα προβλήματα. Ο πολίτης νιώθει πως λεηλατούνται τα εισοδήματά του από ένα κράτος ανάλγητο. Η αξιοπιστία στο ναδίρ. Μόνιμη συζήτηση στις παρέες η κρίση. Ο Έλληνας πλέον δεν συζητά τίποτα άλλο παρά το άδειασμα της τσέπης του. Τα χαμόγελα κατάντησαν σπάνιο είδος. Η ανασφάλεια έγινε μόνιμη συντροφιά του. Συντάξεις στον αέρα, περίθαλψη στην κόλαση. Όμως, τα ουρλιαχτά που βγαίνουν από τα στόματα των πολιτών ούτε που φτάνουν στ’ αυτιά των υπεύθυνων υπουργών.
Οι υπουργοί ζουν σ’ ένα άλλο κόσμο. Αποδεικνύουν καθημερινά πόσο μακριά βρίσκονται από την καθημερινότητα. Με χλευασμούς αντιμετωπίζουν αιτήματα. Με φαντασιώσεις στήνουν ψεύτικους παράδεισους. Κλαίνε μαζί με τους απελπισμένους και μόλις τα φώτα σβήνουν δίνουν συγχαρητήρια στον εαυτό τους για την τέλεια παράσταση του έδωσαν. Την ίδια ώρα οι ευρωπαίοι εταίροι εκφράζουν όχι μόνον την δυσπιστία τους, αλλά και την διαφωνία τους σε όλα. Εκείνοι ξέρουν ότι κάθε παράσταση έχει και το τέλος της. Εμείς δεν το εμπεδώσαμε ακόμα.
Είναι κρίμα στο 2016 να ευδοκιμεί μόνο ο εμπαιγμός. Το πρόσφατο σκηνικό με την υπόθεση Καλογρίτσα ξεπερνά κάθε προηγούμενο σε θρασύτητα. Το δε επιστέγασμα δια χειλέων Κούλογλου, που ήρθε να εξαγιάσει τις τακτικές της κυβέρνησής του, ξεπερνά και τα όρια της ανηθικότητας. Ποιος το περίμενε, από τους σώφρονες πολίτες, πως ένας δημοσιογράφος που φημιζόταν για την αγωνιστικότητά του και το πάθος του για την αλήθεια, να έρχεται τιμητής της μπόχας. Το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς σε όλο το μεγαλείο του.

Όχι, δεν αντέχεται αυτός ο εμπαιγμός. Όσο πιο γρήγορα τον αντιληφθούν οι πολίτες, τόσο πιο γρήγορα μπορεί να σταματήσει η δολοφονία του μέλλοντος. Το μέλλον της χώρας ψυχορραγεί. Τα πάντα δείχνουν τον πάτο. Αύριο δεν θα μιλάμε για ασφαλιστικά ταμεία, αλλά για φιλανθρωπικά ιδρύματα που θα μοιράζουν ξερό ψωμί με κουπόνια. Θα θυμόμαστε έναν υπουργό ατσαλάκωτο να επαίρεται ότι τα έσωσε, αλλά θα ζούμε το απόλυτο θάνατο.
Και ίσως τότε εκλιπαρούμε τους μισητούς εταίρους να σπεύσουν να δώσουν καινούργια φιλιά ζωής στο πτώμα που θα λέγεται Ελλάδα.
Άγγελος Πετρουλάκης