Google+ Followers

Το καλοκαίρι κι εμείς…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Το καλοκαίρι κι εμείς…

Το καλοκαίρι και οι φυγές μας. Οι μαζικές φυγές προς τη θάλασσα, που την ανακαλύπτουμε ξανά μετά από μήνες. Οι μαζικές φυγές προς τις ακτές, που μας ανακαλύπτουν και πάλι. Σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ της ανάγκης να βρεθούμε κοντά στη φύση και της φύσης που απαιτεί την κατανόηση και το σεβασμό μας. Πώς να ισορροπήσουν σ’ ένα κοινωνικό δεδομένο που ορίζεται από τόσες αντιθέσεις και συχνά λειτουργεί με τις παραμέτρους της ψυχολογίας της μάζας;
Η θάλασσα, ο μεγάλος μαγνήτης. Ούτως ή άλλως, οι υψηλές θερμοκρασίες την κάνουν περισσότερο προσιτή απ’ όποια άλλη εποχή. Και βέβαια και η διάθεση του καθενός να την προσεγγίσει και ν’ ανακαλύψει σ’ αυτήν τους δρόμους των ταξιδευτών ή τις αναπολήσεις αυτών που έχουν και λόγο και αιτία να μένουν σιωπηλοί σ’ ένα ακροθαλάσσι.
«Ναι, την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν’ απλώνεται απ’ τ’ ακρωτήρι ως πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ’ ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ’ αγρίμια», γράφει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο διήγημά του ‘‘Η θάλασσα’’ (‘‘Λόγια της πλώρης’’).
Η θάλασσα και η σαγήνη της. Με τις απροσδιόριστες αποχρώσεις του μπλε, που ξεκινούν απ’ το απαλό λευκογάλαζο και φτάνουν ίσαμε το μαυρομέλανο, έχοντας στην παλέτα της κι όλους τους τόνους του γκρίζου, μαζί με όλη τη σιωπή του βυθού, αλλά και τα τραγούδια που γράφηκαν για χάρη της.
«Θάλασσα πλατειά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις,
θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις…»
της τραγουδά η Αλίκη, ενώ η Άλκηστις την προκαλεί ρωτώντας την:
 «Πες μου θάλασσα πόσα μυστικά σου από τον κόσμο κρύβεις
            και μες της σιωπής τα βαθιά, χρόνια τα κλείνεις;»
Η θάλασσα και ο έρωτας, το σμίξιμό της με τα βράχια, οι γλυπτικές διαμορφώσεις της πέτρας, τα βότσαλα τα κατάλευκα, τα κουβαδάκια των πιτσιρικιών στην άμμο, τα κοχύλια και τα όστρακα που γίνονται τα δικά της ανεκτίμητα κοσμήματα για να στολίζουν ηλιοκαμένα στέρνα…
Η θάλασσα και ο κόσμος της, οι λευκές γραμμές που αφήνουν τα καράβια της, τα πανιά που φουσκώνουν και οι καρίνες που σχίζουν με δύναμη τα νερά, οι επιστροφές στην παιδική ηλικία, κάποια αποκόμματα από εισιτήρια που θα φυλαχτούν ποιος ξέρει για πόσα χρόνια και κάποια αγγίγματα που ίσως να μην ξεχαστούν τους χειμώνες που θ’ ακολουθήσουν.
Η θάλασσα και τα όνειρα ενός ολόκληρου χειμώνα να περπατούν ξυπόλητα στην ακτογραμμή που σβήνει το κύμα και ν’ ακολουθούν το πέταγμα των γλάρων, οι σιωπές που ταξιδεύουν σε βραχοσπηλιές και κολυμπούν σε φεγγαρόστρατες και η μνήμη που θέλει ν’ αποταμιεύσει χρώματα και κυματισμούς, υποσχέσεις που ίσως δεν τηρηθούν, αλλά και τη δροσιά της αύρας, που μπορεί ν’ αναζωογονεί τις έγκοπες διαθέσεις όλων, όσοι μέσα στα τσιμεντένια κλουβιά μας κλείνουμε τα μάτια για να ταξιδέψουμε στο ατέλειωτο μπλε… 

Δεν υπάρχουν σχόλια: