Google+ Followers

Από τον Κουρή στον Καλογρίτσα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 23-9-2016)
  Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
Εντελώς τυχαία, κάνοντας αυτό που στα καθημερινά ελληνικά ονομάζουμε ‘‘ζάπινγκ’’, εμφανίστηκε στα μάτια μου το κανάλι της Βουλής, αυτού του φιλόπτωχου ιδρύματος με τους 300 αναξιοπαθούντες εθνοπατέρες και τους κάπου 2.000 εξυπηρετητές των εθνοπατέρων, στο οποίο συνεισφέρουμε όλοι οι ηλίθιοι Έλληνες (γιατί οι έξυπνοι αποφεύγουν κάτι τέτοιο ως μονίμως φοροδιαφεύγοντες), για να κάνει την ζωή μας ακόμα πιο δύσκολη.
Συνήθως, αν κατά λάθος εμφανιστεί στα μάτια μου το κανάλι της Βουλής, πιέζω άλλο πλήκτρο, επιχειρώντας να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου στα όρια της ‘‘εθνικής μοναξιάς’’ όπως τραγουδούσε κάποτε ο Μητροπάνος. Τούτην την φορά όμως, ως μαγεμένος, δεν πάτησα άλλο πλήκτρο γιατί στα μάτια μου εμφανίστηκε ο Κουρής, που με συνεταίρο τον Γιαννίκο είχαν τύχει για λογαριασμό του ALTER μιας δανειοδότησης ύψους 220 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία υπήρξαν δανεικά και αγύριστα!

Όχι, δεν αλλάζεις εύκολα κανάλι όταν στην οθόνη ο ένας και μοναδικός κ. Κουρής δίνει μαθήματα ηθικής κι εξηγεί σε μια δεκάδα βουλευτές της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, με ποιον τρόπο ο ίδιος κρατήθηκε… μακριά από την διαπλοκή. Ποιος; Ο γεννήτορας του αυριανισμού στην χώρα μας, η κατ’ εξοχήν ενσάρκωση του εκβιασμού και της κίτρινης προπαγάνδας…
Διακόσια είκοσι εκατομμύρια (και όχι μόνο) είναι αυτά κύριοι δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί συμπολίτες μου, που έχετε χάσει τον ύπνο σας (κι εγώ μαζί μ’ εσάς) για 30 ή 50, ή 100 χιλιάρικα στις Τράπεζες.
Διακόσια είκοσι ολοστρόγγυλα εκατομμύρια που δόθηκαν χωρίς καμιά εγγύηση στον κ. Κουρή και στην παρέα του, με μόνη υποθήκη τις ταινίες του καναλιού. Δηλαδή, βάζω εγγύηση την τηλεοπτική σειρά ‘‘Διακοπές στα ελληνικά μπορντέλα’’ παίρνω 20 εκατομμύρια δάνειο. Βάζω εγγύηση τη σειρά ‘‘Ένα μπορντέλο που δεν ήθελε να καταντήσει σαν την Ελλάδα’’, παίρνω άλλα 40 εκατομμύρια δάνειο. Ούτως ή άλλως όσα εκατομμύρια κι αν δανειστώ, ο Έλληνας φορολογούμενος θα τα πληρώσει. Εγώ, ο Κουρής, δηλαδή, θα είμαι σ’ ένα νησί και θα καλλιεργώ τριανταφυλλιές για να κάνω μαρμελάδες από τα πέταλά τους. Είπατε τίποτα;
Για να επανέλθουμε στο θέμα.
Ο Κουρής, λοιπόν, έκανε μάθημα ηθικής στους βουλευτές. Και μεταξύ άλλων μιλούσε για δανεισμούς, όχι μόνο 220 εκατομμυρίων, αλλά πολλαπλάσιων, από άλλα κανάλια και άλλες επιχειρήσεις, που με παρεμβάσεις και προστασίες πολιτικών χορηγούσαν οι τραπεζίτες, έτσι ώστε οι τράπεζες έσκασαν και ήρθαν τα μνημόνια. Φυσικά όλα αυτά χωρίς ονόματα, απλά και μόνο χαρακτηρισμούς του τύπου «πολιτικός που ήταν στα πράγματα» ή «ισχυρό πολιτικό πρόσωπο», ή «η παρέα του Σημίτη». Και οι βουλευτές της Εξεταστικής έδειχναν έκπληκτοι, σαν να έλεγαν: ‘‘Πω, πω… τι γινόταν στην Ελλάδα;;; Απίστευτο!!’’




Δεν έκλεισα αηδιασμένος την τηλεόραση. Ήπια όλο το πικρό ποτήρι. Άκουσα όλα τα ονόματα που ανέφερε ο Κουρής: Βαρδινογιάννης, Αλαφούζος, Βγενόπουλος, Μαρινάκης, Σάλλας, Κοντομηνάς, Γιαννίκος… Άκουσα κάθε είδους ξεδιαντροπιά, που αν την απασφαλίσεις πετάγονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία έχουν γίνει ιδιωτικές περιουσίες από λίγες δεκάδες ανθρώπους, ενώ καλούνται να τα ξεχρεώσουν κάποια εκατομμύρια Έλληνες.
Γιατί;
Γιατί πίσω από το κράτος βιτρίνα, αυτό που συναντάμε εγώ κι εσείς, υπάρχει ένα άλλο κράτος, τεράστιο, ανίκητο, βρομερό κι εγκληματικό. Το κράτος των πολιτικών – τραπεζικών – επιτήδειων επιχειρηματιών. Αυτό το κράτος που σήμερα λέει πως ο Μαρινόπουλος έχει τόσα εκατομμύρια δανεισμό, τόσα χρωστά σε εισφορές, τόσα εκεί, τόσα πιο πέρα. Όχι δεν τα χρωστά ο Μαρινόπουλος, ο Κουρής, ο Γιαννίκος. Αυτοί όμορφα και καλά ζουν στις μυθικές τους περιουσίες, ακόμα κι αν τύχει και μπουν φυλακή. Εμείς τα χρωστάμε. Αυτοί έτρωγαν και τρώγουν. Εμείς πληρώνουμε. Δεν τα φάγαμε μαζί κ. Πάγκαλε, όπως είπε το βρομόστομά σας. Εσείς και τα φιλαράκια σας τα φάγατε κι εμείς τα πληρώνουμε.
Πάμε όμως παρακάτω.
Δεν υπάρχει παρακάτω, γκρεμός είναι, που μέσα του έχουμε πέσει όλοι μας, ενώ έξω βρίσκονται οι παραπάνω που είπαμε: Πολιτικοί – τραπεζίτες - επιτήδειοι επιχειρηματίες. Αυτοί παρακολουθούν το θέαμα και γελούν…
Όπως ο κ. Καλογρίτσας. Ο κ. Τίποτα που έγινε μέγας και τρανός με άλλου κόλλυβα και πλέον σαρκάζει όλους όσοι προσπαθούν να ρίξουν φως στις κατάμαυρες δραστηριότητές του, άσχετα αν αυτός δηλώνει ‘‘κόκκινος’’. Άλλωστε πάντα πωλούσε το ‘‘κόκκινο’’ στη χώρα μας, από τον κόκκινο Δεκέμβρη μέχρι το κόκκινο ταγκό…
Δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Όλα τ’ άλλα είναι στάχτη στα μάτια ενός λαού που θέλει να κοιμάται και είναι προορισμένος – μέσα στην ημιμάθειά του – να υπομένει την ανηθικότητα ενός τεράστιου συστήματος που ζει με την διαπλοκή. Είναι ο ίδιος λαός που έμπαινε στα πούλμαν από τα Χανιά για να ‘‘κάνει ντόρο’’ και να κουνήσει πλαστικές σημαίες στον ‘‘αρχηγό’’ που μιλούσε στη Λάρισα, αραδιάζοντας το ένα ψέμα πίσω από το άλλο. Ο ίδιος λαός που επαινεί άδικα και καταδικάζει δυο φορές άδικα, έχοντας για δικαιολογία το ‘‘και οι άλλοι τα ίδια έκαναν…’’
Από τον Κουρή και τον Γιαννίκο στον Καλογρίτσα, λοιπόν.
Λαμπρός ο δρόμος της λάσπης…

Τίποτα δεν πάει χαμένο;



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 16-9-2016)
 Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Η ομιλία και η συνέντευξη του κ. πρωθυπουργού στην Δ.Ε.Θ. ανήκουν στο παρελθόν και το μέλλον θα δείξει αν σ’ αυτές ειπώθηκαν αλήθειες ή κραυγαλέα ψέματα.
Το μέλλον είναι περίεργη υπόθεση και χαρακτηρίζεται συχνά από απρόβλεπτες καταστάσεις.
Άραγε ποιος μπορούσε να προβλέψει τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πως κάποια μέρα ο κ. πρωθυπουργός θα ειρωνευόταν με ιδιαίτερο σαρκασμό τις ακροβατικές μπαρούφες του κ. Βαρουφάκη. Τότε, ο μοιραίος υπουργός, έχαιρε της εκτίμησης του κ. πρωθυπουργού και της προστασίας του. 


Πια, ο κ. Βαρουφάκης, δημόσια έχει κατηγορηθεί για λανθασμένη στρατηγική, για ανεπίτρεπτες συμπεριφορές, για καταστροφικές αποφάσεις. Βέβαια, επειδή η δύναμη της προπαγάνδας παραμένει ανίκητη, αν κάποτε ο κ. Βαρουφάκης εμφανιστεί πάλι στο προσκήνιο κουνώντας επαναστατική παντιέρα, δεν αποκλείεται να μαγέψει τα πλήθη, δηλαδή όλους όσοι πιστεύουν ότι οι ξένοι μάς πίνουν το αίμα. Το μέλλον, λοιπόν, είναι περίεργη υπόθεση.
Μας μένει το παρόν. Πιθανόν ως όρος να τίθεται υπό δοκιμασία, αφού κάτι το οποίο ορίζεται με αυτήν την έννοια, πέφτει ακαριαία ως μη μετρήσιμη μονάδα στο παρελθόν. Βεβαίως υπάρχει και το παρόν διαρκείας, αυτό που συνεχώς βρίσκεται μπροστά μας, όπως για παράδειγμα οι φόροι που πρέπει να πληρώσω, η σύνταξη που πρέπει να εισπράξω, η πρόνοια με την οποία με περιθάλπει το κράτος.
Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί το παρόν γίνεται τρισδιάστατο. Πλήρωσα χθες, πληρώνω σήμερα, θα πληρώνω και αύριο. Χθες η σύνταξη που εισέπραττα ήταν 1.300 ευρώ, σήμερα είναι 1.080, αύριο θα είναι 950 ευρώ. Χθες πήγαινα στο νοσοκομείο χωρίς να έχω μαζί μου γάζες, φάρμακα κ.λ.π., σήμερα πηγαίνω με όλα αυτά και ίσως και άλλα, αύριο δεν ξέρω καν αν μπαίνοντας στο νοσοκομείο θα βρω γιατρό να μου πάρει τον πόνο ή κάποιον πραιτοριανό του Πολάκη να μοιράζει μπουνιές και κλωτσιές επειδή τόλμησα ν’ ασθενήσω. Κατάντια;
Απέναντι σ’ αυτές τις αλήθειες στάθηκε με τιμιότητα ο κ. πρωθυπουργός στην Θεσσαλονίκη. Για λίγο. Τόσο ώστε να μην μπορούν ν’ αφομοιωθούν τα λόγια του από τον συνταξιούχο, τον μικρομεσαίο, τον άνεργο. Η τιμιότητα ήταν ότι κατάργησε το παρόν. Μίλησε με όρους του μέλλοντος. Το παρόν δεν του ταιριάζει πια. Το δοκίμασε και είδε πως τον στενεύει. Σαν παπούτσι σε μικρότερο νούμερο. Και πώς να χωρέσεις σ’ ένα παπούτσι τους ακροβατισμούς που αύξησαν δραματικά την ανεργία, δεν επανέφεραν χαμένα εισοδήματα, ψαλίδισαν κι άλλο τις προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο. Και μάγος να είσαι, αδυνατείς. Πόσο μάλλον αν είσαι πολιτικός στην Ελλάδα του 2016, που πρέπει να βολέψεις όλους όσοι σε στήριξαν για να σκαρφαλώσεις στην εξουσία.
Τα πράγματα είναι απλά. Με μια μακαρονάδα την οποία καρυκεύεις με ολίγον Στάλιν και ολίγον Χίτλερ, και την σερβίρεις σε κουβανέζικα πιάτα, με σερβιτόρους τύπου Γεροβασίλη και Παππά, μπορούν να χορτάσουν πολλοί. Δυστυχώς, ως διαβητικός, αποφεύγω τις μακαρονάδες, άρα πάντα θ’ ανήκω σε μια δραματική μειοψηφία, αλλά και σ’ ένα ‘‘χθες’’ που μπορούσα να ελπίζω ότι το αύριο θα είναι λίγο καλύτερο, ότι τα όνειρά μου ίσως μπορούσαν ν’ αγγίξουν την πραγματικότητα, ότι ‘‘τίποτα δεν πάει χαμένο’’, όπως έγραψε ο Μανώλης Ρασούλης.και μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος. Δυστυχώς, ο πρώτος πάνε πέντε χρόνια πεθαμένος, ο δεύτερος τριάντα τέσσερα. Έτσι δεν μπορούμε να τους ρωτήσουμε αν το ‘‘τίποτα δεν πάει χαμένο’’ ισχύει και σήμερα. Φοβούμαι πως θα είχαν άλλη άποψη…
Από το ένα στο άλλο… Έγραψα ότι: ‘‘Φοβούμαι πως θα είχαν άλλη άποψη…’’ κι αίφνης θυμήθηκα μια προ εξαμήνου συνέντευξη του Θανάση Βαλτινού. Είπε τότε, μεταξύ άλλων: «Με προσχήματα δήθεν ανανέωσης και αριστερής διακυβέρνησης καταντήσαμε την Ελλάδα ξανά στο επίπεδο της Ψωροκώσταινας καθώς και στο να ντρέπεσαι να λες ότι είσαι Έλληνας. Είναι εξοργιστικό να παρακολουθείς ηγέτες με το χέρι τεντωμένο να παρακαλούν και αυτή την ύψιστη ταπείνωση να την πουλούν στη χώρα ως υπερήφανη στάση». Ψέματα; 

Γαία πυρί μειχθήτω. Ψέματα;
Η μετριότητα, η τυραννία της λαμογιάς, η μετατροπή των λέξεων σε παλούκια, έτσι ώστε να μπορείς να σπάσεις το κεφάλι όποιου διαφωνεί, η διαπόμπευση γιατί ως δημοσιογράφος εργαζόσουν σε διαπλεκόμενο εργοδότη και δεν ήσουν ο κρατικοδίαιτος τεμπέλης της δημόσιας τηλεόρασης. Κάπου κάτι δεν κολλάει. Προσπάθεια ενοχοποίησης αυτών που θα επιχειρήσουν την ελάχιστη διαμαρτυρία; Ίσως.
Ίσως όμως και απόπειρα δημιουργίας εμφυλιοπολεμικού κλίματος. Πώς να κατανοήσω την αποστροφή του κ. πρωθυπουργού ότι όταν έκλεισε η δημόσια τηλεόραση, οι εργαζόμενοι στην ιδιωτική αδιαφόρησαν; «Δεν έκλαψε κανείς…», είπε. Και τα χανουμάκια έσπευσαν να κάνουν τις δηλώσεις υποστήριξης της αριστερής αντίληψης του αριστερού πρωθυπουργού, έστω κι αν δεν έχουν διαβάσει Σολτζενίτσιν και Ζαχάροφ…
Δηλαδή οι απεργίες και οι στάσεις εργασίας που γίνονταν τότε ήταν οφθαλμαπάτη;
Κάπου κάτι δεν κολλάει, λοιπόν.
Είδωμεν…

Να μην πεθάνουμε πριν από την ελπίδα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------------
(Δημοσιεύθηκε στην Larissa net στις 9-9-2016)

Ο μήνας που πέρασε…
Ο μήνας που ήρθε…
Ο ένας, που αποχαιρετώντας το καλοκαίρι, μάς χάρισε τη στυφή γεύση μιας παραπαίουσας Ελλάδας ανάμεσα σε πολιτικολογίες που δήθεν θέλουν να βάλουν σε τάξη το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, εισάγοντας στον χορό των ήδη διαπλεκόμενων και άλλους, ήδη διαπλεκόμενους σε άλλους χώρους. Ο ατελείωτος βερμπαλισμός μιας κούφιας γλώσσας που ήθελε να παρουσιάζει το μαύρο ως άσπρο και το άσπρο ως μαύρο, χωρίς να συμφωνεί ποτέ στο ότι αν όλα είναι γκρίζα κι άραχνα ευθύνη έχουν και οι πρώην, αλλά και οι νυν, που ήδη είναι αρκετά νυν για να μην έχουν καμιά δικαιολογία ότι είναι νέοι στο τιμόνι της χώρας. 


Η φοροκαταιγίδα δεν είναι προϊόν απειρίας, αλλά ανικανότητας εφαρμογής μιας αναπτυξιακής πολιτικής που θα σκόρπιζε λιγότερη απόγνωση.
Ο άλλος μήνας, που ήρθε μόλις πριν λίγες μέρες, μαζί με τη φθινοπωρινή μελαγχολία που υγράνει τα μαλλιά του, είναι φορτωμένος με τον σαρκασμό της πραγματικότητας, που μετρά νεκρούς και καταστροφές από νεροποντές, που πάντα έχουν τα ίδια θύματα: φτωχούς και ανήμπορους.
Η φύση παραμένει αδάμαστη, αλλά και η κρατική αδιαφορία επίσης. Πάλι ο λόγος για κλεισμένα ρέματα, πάλι ο λόγος για ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού. Πάλι εκφράσεις λύπης από μέρος των αρμοδίων. 


Και βέβαια όλα αυτά εν όψει της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης που από μέγα εμπορικό γεγονός κατάντησε στίβος πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η εθιμική επίσκεψη του πρωθυπουργού κατάντησε στίβος αντιπαράθεσης με διαμαρτυρόμενους, έτσι ώστε να φτάνουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των αστυνομικών να καταγγέλλουν υπέρογκα έξοδα της τάξεως του ενός εκατομμυρίου. Και τα μισά να είναι, αποτελούν αδιανόητο αριθμό όταν υπάρχουν αστυνομικά τμήματα χωρίς καθαρίστριες, ακινητοποιημένα οχήματα λόγω έλλειψης κονδυλίων επισκευή βλαβών και πολλά άλλα που αναφέρουν οι καταγγέλλοντες αστυνομικοί.
Και όλα αυτά για να πει, ο πρωθυπουργός, πόσο καλά διαχειρίζεται την εξουσία. Εδώ μπαίνουν τα γέλια. Αν τουλάχιστον παρακολουθούσαν τους γελοιογράφους μας, θα γελούσαν και οι ίδιοι. Με τα χάλια τους…
Που όμως τα πληρώνουν πικρά οι φτωχότεροι.
Που όμως τα πληρώνουν πικρά οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Εκείνοι που τρέχουν για διακανονισμούς, εκείνοι που προσπαθούν να επιζήσουν με τα ψέματα…

Και που ίσως ο επιχειρηματικός τους θάνατος είναι θέμα μηνών.
Μετά, το λουκέτο. Το θλιβερό τραγούδι της αναξιοπρέπειας, τα συσσίτια της Εκκλησίας.
Και οι υπουργοί που μιλάν για μιαν άλλη χώρα, όχι την δική μας πάντως, χώρα με λυμένα τα περισσότερα προβλήματα, με το προσφυγικό σχεδόν τακτοποιημένο, με τις εργασιακές σχέσεις σχεδόν τακτοποιημένες, με όλα τα τρέχοντα σχεδόν τακτοποιημένα. Όλα σχεδόν…
Τι κρίμα. Κάποτε ένας λαός κουρασμένος πίστεψε πως μπορεί να ξημερώσει ελπίδα. Ακόμα κι εκείνοι που δεν τους εμπιστεύθηκαν πίστευαν πως κάτι θ’ άλλαζε. Πως θα είχαν διδαχθεί από το παρελθόν. Και χάριζαν στους ανθρώπους αυτούς έστω μια κάποια συμπάθεια.
Σήμερα τα χαμόγελα της αθωότητας έγιναν χλευασμοί της προδοσίας. Είθε κάποτε – με μιαν άλλη κωλοτούμπα – ξαναγίνουν χαμόγελα αθωότητας. Και να χαμογελάσουμε όλοι. Άλλωστε δεν λέμε πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία; Αρκεί να μην πεθάνουν λίγο πριν και οι Έλληνες…
Και μια ο λόγος για τον θάνατο θα σταθώ για λίγο απέναντι στον θάνατο του Αλέξανδρο Βέλιο. Θάνατο, ούτε φυγή, ούτε ταξίδι. Δεν μου αρέσει ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας με αυταπάτες. Ένας θάνατος είναι θάνατος και μόνον. Ούτε ταξίδι είναι, ούτε ταξίδι είναι.
Έτσι τον συνάντησε ο Αλέξανδρος. Δεν πήγε να τον βρει εκείνος. Απλά δεν προσπάθησε να καθυστερήσει την συνάντηση. Γιατί ήξερε πως ο χρόνος πριν την συνάντηση θα ήταν μια περίοδος αναξιοπρέπειας. Κι εκείνος είχε ζήσει ζωή απόλυτα αξιοπρεπή. Και είναι απόλυτα αξιοπρεπές για κάποιον να μην θέλει τον πόνο.
Οι ακέραιοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στον θάνατό τους. Ξέρουν ότι την ζωή τους την χάρισαν οι γονείς τους και αυτούς τιμούν. Και ξέρουν πως το θέμα αυτό μπορούν να το συζητήσουν μόνο με τα παιδιά τους.


Δεν χρησιμοποίησα τον όρο ευθανασία, γιατί για δικούς μου λόγους δεν τον δέχομαι. Το «ευ» δεν το χαρίζω στον θάνατο. Είναι κακός, ούτως ή άλλως, ακόμα και γι’ αυτούς που λένε πως είναι πλήρεις ημερών.
Ούτε μ’ ενδιαφέρει μια συζήτηση περί εθελούσιου τέλους. Ο καθείς και οι αντιλήψεις του. Σέβομαι απόλυτα κάθε επιλογή. Και την επιλογή του φίλου, του συνάδελφου, του σχεδόν συνοδοιπόρου στις ιδέες, την σέβομαι απόλυτα…


Τα θέλαμε και τα πάθαμε…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 2-9-2016)

Αδυνατώ ν’ αντιληφθώ όλο και περισσότερα τελευταία. Τόσο που φοβούμαι ότι η ικανότητα κριτικής σκέψης μ’ εγκατέλειψε και νωρίς και οριστικά. Έτσι συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να παρακολουθεί τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ανέκφραστα, να ενημερώνομαι από το διαδίκτυο χωρίς να θυμώνω ή να νιώθω κάποια ικανοποίηση, να πληροφορούμαι γεγονότα χωρίς ν’ αντιδρώ καν…

Και πώς ν’ αντιδράσω στον ΕΝΦΙΑ που καλούμαι να πληρώσω; Μην πληρώνοντας, όπως έλεγε άλλοτε ο πρωθυπουργός; Αυτό μου θυμίζει το τραγούδι «Πάμε σαν άλλοτε…»
Άλλοτε άλλα, άλλα τώρα…
Τώρα ένας σοφός, αλλά και άνθρωπος της πιάτσας, ο κ. Αλεξιάδης ξέρει να μαζεύει φόρους με το βαμβάκι και έτσι να παρηγορούνται οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι αδικημένοι. Πώς ν’ αγανακτήσω μαζί του βολεμένος σ’ έναν καναπέ, αγκαλιά με την απραγία μου;
Κι αν εδώ τραγουδήσω το «Πάμε σαν άλλοτε…» τι θα θυμηθώ; Ότι ο ΕΝΦΙΑ κάθισε στο κεφάλι μας πρώτα σαν ΦΑΠ, μετά σαν χαράτσι μέσα από λογαριασμούς της ΔΕΗ και τελικά επί… αειμνήστου Σαμαρά ως ΕΝΦΙΑ; Με ποιον να θυμώσω, εν τέλει;
Βέβαια το να σου λέει ο οδοστρωτήρας των αντιλαϊκών συμπεριφορών «μην πληρώνεις ΕΝΦΙΑ» όταν είχε εκστρατεύσει κατά των αντιλαϊκών κυβερνήσεων, και τώρα να σου τον καθιερώνει ως την πλέον φυσιολογική φορολόγηση, είναι κάτι… αχώνευτο, κάτι εξόχως αντιλαϊκό, αλλά πια οι όροι «λαϊκό» και «αντιλαϊκό» έχουν γίνει τόσο… σούπα, που θυμώσεις, δεν θυμώσεις, ίδια γεύση.
Να θυμώσω πώς με όσα γίνονται στο τηλεοπτικό πεδίο; Δεκαετίες και δεκαετίες θύμωνα για όσα πληροφορούμουν ότι σύμβαιναν. Βγήκε κάτι; Διάβαζα για κάποιους μισθούς μαμούθ, διάβαζα για διαπλεκόμενα, μάθαινα για χρέη και για χαριστικά δάνεια, διάβαζα για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και για μεγιστάνες που πηδούσαν (όχι τον πήχη) κι έδερναν. Και θύμωνα. Χωρίς κάτι να βγει. Και για εκδότες μάθαινα. Σαπίλα, μπόχα κι εξουσία. Βγήκε κάτι; Κι αν το είχα συζητήσει με πολιτικούς. Αποτέλεσμα; Ουδέν.
Σύμφωνοι, να μπει μια τάξη. Πώς, πότε, από ποιους; Αφού οι διεκδικούντες είναι από χέρι γκρίζοι έως κατάμαυροι. Πιστεύει κανείς Έλληνας πως Καλογρίτσας, Ψυχάρης, Κοντομηνάς, Κυριακού, Αλαφούζος, Βρυώνης και άλλοι, είναι διαμάντια δημοκρατικής συνείδησης και υποδείγματα φορολογούμενου πολίτη; Όλοι διαισθάνονται ότι το παιγνίδι είναι στημένο και πως τίποτα δεν εμπεριέχει πρόθεση ακεραιότητας και δικαιοσύνης. Κανείς δεν θα πληρώσει παλιές αμαρτίες. Κανείς από τους νέους δεν θα υπηρετήσει την δημοκρατία. Ας λένε ένα βουνό θεωρίες και ρητορικές. Ψέματα λένε. Σε λίγα χρόνια η αλήθεια ξανά θα είναι οδυνηρή. Όπως με την περίπτωση Μαρινόπουλου. Η εταιρεία τινάχθηκε στον αέρα, αλλά οι ιδιοκτήτες ζουν και βασιλεύουν και τον κόσμο κυριεύουν. Προς τι η δική μου αγανάκτηση;
Είναι κι αυτήν η ομιλία του πρωθυπουργού, που περιμένουμε σήμερα, που θα έχει θέμα την ανάπτυξη… Ωτασπίδες και αυτόματη γαργαλιέρα. Γιατί η λέξη «ανάπτυξη» έχει γελοιοποιηθεί τόσο, που μόνο υστερικά γέλια μπορεί να προκαλέσει πια. Κάτι είναι κι αυτά, αφού κανέναν επιχειρηματία δεν μπορεί να προκαλέσει για να επιχειρήσει να επενδύσει, πια. Όσοι έχουν μάτια βλέπουν, όσοι έχουν αυτιά ακούν. Μια βόλτα σε ένα οποιονδήποτε δρόμο τα καταστήματα με τα λουκέτα δείχνουν την αλήθεια. Όπως την δείχνει και μια βόλτα στην βιομηχανική περιοχή. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος πτυχίο στα οικονομικά για να διαπιστώσει που κατοικοεδρεύει η ανάπτυξη. Άραγε, ούτε για την μη ανάπτυξη ωφελεί να θυμώσω. Ας μείνω απαθής και αγανακτισμένος, λοιπόν…

Λοιπόν… Μου μένει και η αποφράδα Παρασκευή, η μέρα σήμερα δηλαδή, που κάποιοι την χαρακτηρίζουν ως μαύρη Παρασκευή για τους συνταξιούχους. Κι εδώ βουβός… Νέες περικοπές, λένε, στις συντάξεις. Πάλι καλά που είναι μόνο περικοπές και όχι αναστολή ή διακοπή, ή κατάργηση. Ο άνθρωπος με το μαντηλάκι στο σακάκι, ο ευγενής κ. Κατρούγκαλος, θα μπορούσε να βρει κάποιον όρο γλυκύτατο και να είχε τελειώσει την υπόθεση με ένα γκρέμισμα. Τέρμα οι συντάξεις. Όταν έρθει άλλη κυβέρνηση, ο ίδιος ως αντιπολίτευση θα παίξει τον παλιό καλό του ρόλο. Ως δικηγόρος θα διεκδικεί απωλεσθέντα, ό,τι έκανε δηλαδή μια ζωή. Ιδού η παραφροσύνη που υπερψηφίστηκε πριν έναν χρόνο από τους Έλληνες. Προς τι εγώ να γκρινιάζω για 60 ή 80 ευρώ, που αύριο ίσως γίνουν και 200 ή 300, λιγότερη σύνταξη;

Ας γκρινιάξουν οι αστυνομικοί, καιρός είναι. Αυτοί τουλάχιστον έχουν ένα χειροπιαστό λόγο: Τρων ξύλο μέρα μεσημέρι και χαμογελούν ικανοποιημένοι μαζί με τον κ. Τόσκα. Ξέρει αυτός από πειθαρχία. Στρατιωτικός ήταν, άλλωστε. Εκτός αν δεν χαμογελούν και χαμογελά μόνο ο κ. Τόσκας. Βέβαια ο κ. Τόσκας δεν κατοικεί στα Εξάρχεια. Ό,τι φτάνει στ’ αυτιά του είναι πληροφόρηση, δεν είναι βίωμα…
Βίωμα για παράδειγμα είναι να φτάσεις με πόνους στα επείγοντα ενός νοσοκομείου. Αλλά γι’ αυτό υπάρχει η στρατηγική Πουλάκη. Προς τι να θυμώσω εγώ; Μήπως θα σταματήσει ν’ ανάβει κάθε πρωί το κερί στο εικόνισμα του Βελουχιώτη, που κατ’ ουσίαν τον οδήγησε στην αυτοκτονία το ίδιο το Κ.Κ.Ε. με τον Ζαχαριάδη του; Μήπως θα μετανιώσει για τον πρότερο βίο του; Μήπως θα σκεφτεί εθνικά και όχι κομματικά;
Προς τι η δική μου αγανάκτηση;
Προτιμώ να κουνάω βουβός το κεφάλι μου και να λέω: Τα θέλαμε και τα πάθαμε. Πάντα, όχι μόνο τώρα…
 Άγγελος Πετρουλάκη