Google+ Followers

Η ζωή στο κόκκινο




(Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Ζωές στο κόκκινο»)
Χρήστος Μπλέτας – δημοσιογράφος (τ. διευθυντής «Ε» Ελευθεροτυπίας)



Όταν τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου μου γεννήθηκε η  εξής απορία: Ο Άγγελος είναι ένας συγγραφέας που υποδύεται τόσα χρόνια το δημοσιογράφο ή ένας δαιμόνιος δημοσιογράφος που βρήκε ένα τρόπο να πει  λόγια ανείπωτα  φορώντας τον μανδύα του συγγραφέα;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι  - πέραν της  επαγγελματικής μου διαστροφής-  που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Άγγελος  είναι τελικά το δεύτερο. Ένας αθεράπευτα  ρομαντικός  δημοσιογράφος με λογοτεχνική φλέβα.

Αναφέρω ορισμένους που πηγάζουν από την ανάγνωση του  βιβλίου του.

·         Αντλεί το θέμα του μυθιστορήματος  από την επικαιρότητα. Οι «Ζωές στο κόκκινο» έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου του,  «Κρυφοί έρωτες» , μια έκδοση, που γνώρισε  επιτυχία στο κοινό της πόλης και αναφερόταν στην περίφημη «γκαρσονιέρα της Λάρισας», όπως έγινε  γνωστή  από τα ΜΜΕ, στο πανελλήνιο

·         Η κοινή γνώμη έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ήρωές του, όπως  άλλωστε και για κάθε δημοσιογράφο.   Eίναι η άποψη και παράλληλα η συνείδηση μιας κοινωνίας που ασκεί   έλεγχο και κριτική.

·         Επιλέγει  εφημερίδα  να είναι εκείνη που  πατάει την σκανδάλη ώστε να ξεσπάσει το ροζ σκάνδαλο και
                 
·         Περιγράφει με λεπτομέρεια και ακρίβεια  τα γεγονότα τηρώντας  πιστά  τους κανόνες  της κλασσικής δημοσιογραφίας,  η οποία γράφει την ιστορία της στιγμής.  Μιλά δηλαδή, με σαφήνεια για  τις  πράξεις  και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου  και  δεν αφήνει σκιές και  αμφιβολίες για τους χαρακτήρες και τις απόψεις τους.

·         Επιλέγει  ως πρωταγωνιστές, πρόσωπα  οικεία,  που μας θυμίζουν κάποιους,  ίσως κι εμάς τους ίδιους.  Μέχρι τέλους, κρατά με τέχνη  το ενδιαφέρον του αναγνώστη   σχετικά με  την  κατάληξη  που  ο συγγραφέας  επιθυμεί να έχουν  οι ζωές   στο κόκκινο,  όχι  στο κόκκινο του  ερωτικού πόθου ή του συναισθηματικού πάθους, αλλά  στο κόκκινο ενός ανεξέλεγκτου ερωτικού ενστίκτου που  επιδιώκει την εξαργύρωσή του στα πάσης φύσεως τοπικά κοινωνικά  χρηματιστήρια.  


Το θέμα του  βιβλίου είναι η ερωτική συμπεριφορά -ακραία και  μη- εκπροσώπων της εύπορης τάξης της πόλης και  επίδοξων μελών της. Για τους πρωταγωνιστές,  η ηδονή είναι ένα τρόπαιο που καλείται κανείς να κυνηγά και να  κατακτά διαρκώς. Ένας  αυτοσκοπός,  θρησκεία . Έτσι η κατάκτηση μιας όμορφης νεαρής ή ενός νεαρού   χαρίζει  αίγλη,  πρόσκαιρη  ευτυχία στον ήρωα ή στην ηρωίδα, αλλά διαρκεί τόσο όσο μια μέθη. Παράλληλα, δημιουργεί νέα πεδία ανταγωνισμού μεταξύ των  θυτών και υποψηφίων θυμάτων.

Εκτός από τον τύπο του παραδοσιακού άνδρα, τον  φιλόδοξο, κυνηγό ή μοναχικό, στο βιβλίο του Άγγελου εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας νέος τύπος γυναικών. Οι  γυναίκες «Cougar»., όπως λέγονται στις μέρες μας αυτές που κυνηγούν νεαρούς. Στο βιβλίο του Άγγελου είναι γυναίκες που δεν  ολοκληρώθηκαν συναισθηματικά και  σεξουαλικά στο γάμο τους. Ασφυκτιούν εγκλωβισμένες στο  παραδοσιακό ρόλο της συζύγου και ζουν την πλήξη μιας επαρχιακής πόλης. Με ποικίλες ερωτικές συναναστροφές,  αναζητούν  την αυτοπραγμάτωση  υποδυόμενες  άλλοτε ηρωίδες από αμερικάνικες σαπουνόπερες που βλέπουν στην τηλεόραση  κι άλλοτε  τις  πρωταγωνίστριες των φιλμ πορνό  που  προβάλλονται  μεταμεσονύχτια. 

 Μέσα από  μια άλλη ανάγνωση, το βιβλίο  αποτυπώνει  την ασημαντότητα της ζωής κάποιων ανθρώπων, τις μικρολογίες, καθώς και  τρέχουσες  αξίες που  κυριαρχούν στην  καθημερινότητα. Θα ήμουν άδικος αν ισχυριζόμουν ότι  όλα αυτά  είναι  αποκλειστικά …προνόμια μιας πόλης.  Η  έλλειψη οράματος  είναι  κάτι που αφορά και την πρωτεύουσα αλλά και  ολόκληρη τη χώρα και πολλούς από τους κατοίκους της..
Η διαφορά είναι στα μεγέθη, όχι στην ουσία. Με λίγα λόγια η κοινωνική και οικονομική άνοδος μέσω ερωτικών γνωριμιών,  γάμων και συναναστροφών είναι φαινόμενο που συναντάται ευρέως, έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και  μάλλον θα συνεχίσει, όσο υπάρχει ανθρώπινη ιστορία.
 Μόνο που  σε κάποιες δύσκολες  εποχές, όπως  είναι οι δικές μας,  διάφορα ακραία φαινόμενα, όπως της εκπόρνευσης, αντιμετωπίζονται με ανοχή και γίνονται ευρύτερα αποδεκτά. Είναι  φαινόμενα που προέρχονται κυρίως από την αδυναμία των  κοινωνιών να  παράγουν πλούτο με αποτέλεσμα  τα μέλη τους να μην έχουν επαγγελματικές ευκαιρίες μέσα από τις οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν ραγδαία την κοινωνική και οικονομική τους θέση.
 Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας μας οδήγησε αυτή την εποχή  στο στάδιο  όχι μόνο της οικονομικής πτώχευσης  αλλά και της πτώχευσης  των αξιών. Νομίζω αυτό συμμερίζεται και ο συγγραφέας του βιβλίου αν ερμηνεύω σωστά έναν βασικό ήρωά του ο οποίος, ανάμεσα  στους πρωταγωνιστές των ροζ  σκανδάλων,  μοιάζει περιπλανώμενος και  ξένος. Κουβαλά  «παλιές ιδέες» για τις σχέσεις, όχι κατ’ ανάγκη καλογερικές.  Ζει  χωρίς ενοχή,  την ηδονή των κορμιών  και τον έρωτα των  ψυχών. Είναι ένας  φωτογράφος, αλλά συμπεριφέρεται σαν ποιητής. Η μοναξιά και η αγάπη, θα ‘λεγε κανείς, τον ψάχνουν να τον βασανίσουν η καθεμιά με τον τρόπο της.

 Ο Άγγελος Πετρουλάκης δεν διστάζει  να δημιουργήσει  αναγνωρίσιμους χαρακτήρες στο βιβλίο του, με στερεότυπα,   γεννήματα μιας  ιδεολογίας που έθρεψε η  μεταπολίτευση και μετά.  Έτσι ο  βιομήχανος είναι κυνικός, η  σύζυγος είναι με προίκα, η κόρη ολίγον κακομαθημένη και αφελής, ο γαμπρός είναι  προικοθήρας, ο γάμος είναι από συμφέρον, ο καλλιτέχνης είναι ευαίσθητος, η όμορφη νεαρά είναι μετρέσα, ο κοινωνικός περίγυρος των γυναικών  υποκριτικός, ζηλόφθων κλπ.   Ο Άγγελος διαλέγει να χτίσει το δημοσιογραφικό του μυθιστόρημα πάνω σε μια κοινώς αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και  να χρησιμοποιήσει τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας  προκειμένου  να εκφράσει την άποψη του, την δική του αλήθεια : Ότι αυτή η ομάδα  χαρακτήρων με την συγκεκριμένη ιδεολογία και με προσωπικά ελλείμματα θα πρέπει να αποκαλυφθεί και να αποδοκιμαστεί. Κι από κόκκινη η ζωή να γίνει  μαύρη.


Σαν δυο ναυαγοί της ηδονής



Γυρίζω απ' την ανάποδη
τις μέρες μου.
Τις ζυγίζω ξανά.
Ίδιο το βάρος.
Σε σέρνω μέσα μου
σαν φορτίο παλιό
όσο η ιστορία...
Σαν δυο ναυαγοί της ηδονής
σε οργασμό θανάτου.

--------------------------- 
Από το ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα τραγούδι
---------------------------
Η φωτογραφία είναι της Βάνιας Τλούπα
 

Χρόνος, ως Κρόνος



Χρόνος, ως Κρόνος
και μέρες που σφαδάζουν στα δόντια του.
Δε γίνεται να τον αντιστρέψουμε,
παρά μονάχα εξιλαστήριες λέξεις να ψελλίσουμε.

«Τίποτα δεν πάει χαμένο…»
Ούτε καν μια μέρα εξαθλίωσης.

Ούτως ή άλλως υπάρχεις σε τραγούδια
και πέτρες θαλάσσιες
για να παίρνει σώμα η σιωπή.
Υπάρχεις στα γιαλόξυλα που συλλέγεις
για τη μνήμη του χθες,
αντιστεκόμενη στον επικείμενο θάνατό μας.
--------------------- 
Από το ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα τραγούδι


Λέξεις



Λέξεις
που ψάχνουν στο σκοτάδι το πρόσωπό σου
και λέξεις
που κουράστηκαν να ταξιδεύουν.

Συλλέγω πέτρες λευκές
κι έναν φλοίσβο
απ’ την μεσημεριανή εγκατάλειψη
του Οίτυλου.

Θα σε ζωγραφίσω
σχηματίζοντας ένα ιστίο
στο βαθύ μπλε μιας θάλασσας…

Και θα υπογράψω
στο κάτω δεξί του κάδρου
με μια αποθυμιά κομμένη στα δυο,
κατακόκκινο σημάδι του χρόνου
που διάβηκε λάθρα απ’ τις αισθήσεις μας.
--------------------
Από το ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα τραγούδι
 

Η ανάπτυξη που κατάντησε κοροϊδία



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 26-8-2016)

Μια ακόμα Ολυμπιάδα ανήκει στο παρελθόν. Πίσω της άφησε τα παρατράγουδα, τις ενστάσεις, τις κριτικές για τις σκοπιμότητες, τις αποκαλύψεις για το μαύρο παρασκήνιο, ακόμα και πολιτικές φανφάρες, λαϊκίστικους αφορισμούς. Σαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες να πρέπει να είναι συνάντηση αγίων και ελεύθερων αθλητικών  ενασχολήσεων.
Δεν είναι και το ξέρουμε.
           Βεβαίως ευχής έργο θα ήταν να επρόκειτο για μια Ολυμπιάδα όπως την είχαν φανταστεί ο αρχαιολάτρης Πιερ ντε Κουμπερτέν (1863-1937), αλλά και ο δικός μας, ο λογοτέχνης Δημήτρης Βικέλας (1835-1908), ο οποίος και διατέλεσε πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
Ας είναι όμως. Το δηλητήριο του γιγαντισμού ξεκίνησε από το Τόκιο του 1964 και δεν είναι δική μας υπόθεση. Οι Ιάπωνες, είχαν επίσης, τότε ν’ αντιμετωπίσουν μια ταραγμένη διεθνή σκηνή. Ένα χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς της Ρώμης (1960), υψώνεται στο Βερολίνο από τους Ρώσους το περίφημο μνημείο του ψυχρού πολέμου, το Τείχος του Αίσχους (1961), ενώ στη συνέχεια δολοφονείται ο Πρόεδρος των Η. Π. Α. Τζον Κένεντι (1963) και αρχίζει ο πόλεμος στο Βιετνάμ (1964). Οι Ιάπωνες θέλησαν ν’ αποδείξουν πως μέσα σ’ ένα κλίμα διεθνούς αγωνίας και ψυχρού πολέμου, μπορούν να διοργανώσουν μια λαμπρή αγωνιστική γιορτή και ν’ εντυπωσιάσουν τους πάντες δημιουργώντας εκπληκτικά στάδια και πρωτόγνωρες αθλητικές εγκαταστάσεις. Και το πέτυχαν, ανεβάζοντας τον πήχη των δαπανών σε δυσθεόρατα ύψη και παρασέρνοντας κάθε επόμενη διοργανώτρια πόλη να δαπανά αστρονομικά ποσά για να ξεπεράσει σε αίγλη κάθε προηγούμενη διοργάνωση.
Μαζί όμως με τον γιγαντισμό των υποδομών γεννήθηκε και η δημιουργία των υπερ-αθλητών. Και βέβαια σε αρκετές περιπτώσεις αναπτύχθηκε η διαπλοκή και η διαφθορά, αφού εν τέλει όλα υποκύπτουν στον ανίκητο εχθρό: Το παντοδύναμο χρήμα.
Ποιο κομμάτι της δημόσιας ανθρώπινης δραστηριοποίησης δεν εμπεριέχει την διαπλοκή και την διαφθορά;
Όμως, σταματώ στις εκφράσεις που έβλεπα στα πρόσωπα των αθλητών. Μου αρκούν αυτές. Θέλω να πιστεύω ότι αγωνίστηκαν για το υπέρτατο. Άλλωστε κάθε αγώνας με συγκινεί. 


Η ακινησία με απωθεί, η κριτική των κακόβουλων με αηδιάζει. Χόρτασα κρίσεις, απόψεις, διδασκαλίες ειδικών, γνώμες ειδημόνων. Μου αρκεί το ότι αισθάνομαι, το ότι ζω μέσα σ’ ένα γίγνεσθαι εξελίξεων, το ότι μπορώ να βλέπω, δίπλα στα διαμελισμένα σώματα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις, τα παιδιά που ζωγραφίζουν ήλιους και αμμουδιές.
Αν μπορούσα θα σταματούσα την βία και τον θάνατο, μα δεν δύναμαι. Δεν μπορώ να σταματήσω την προέλαση του θανάτου, να αλλάξω την διαδρομή της ιστορίας. Μπορώ όμως ν’ αλλάξω το βλέμμα με το οποίο δημιουργώ την δική μου διαλεκτική για την ζωή, αφήνοντας έξω την λασπουριά που φρόντισαν να δημιουργήσουν αυτοί που καταστρέψανε την χώρα μου: οι πολιτικοί.

Η νεαρή αθλήτρια που ανέβασε την σημαία της πατρίδας μου τόσο ψηλά ώστε να την δουν εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές, ομολόγησε μια αλήθεια: Δεν γνωρίζει την ύπαρξη εφημερίδας με τον τίτλο «Αυγή». Γιατί άλλωστε να την γνωρίζει; Μέχρι που έγινε κυβερνητικό όργανο ενημέρωσης δεν είχε ξεπεράσει ποτέ τα δυο χιλιάδες φύλλα. Αν οι αριθμοί λένε την αλήθεια, τότε αυτήν είναι ολόπικρη.
 
Ολόπικρη, όμως, είναι και η αλήθεια της φτωχοποίησης των αδύναμων εδώ και δυο χρόνια στο όνομα της Αριστεράς. Κάποτε ο απροστάτευτος ονειρευόταν πως όσα του στερούσαν οι συντηρητικές ή σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, θα του το χάριζε η Αριστερά, αν κάποτε ανέβαινε στην εξουσία. Τώρα προς τα πού θα κοιτάξει; Οι σοσιαλιστές τον πρόδωσαν, οι συντηρητικοί δεν τον προστάτευσαν. Οι Αριστεροί τον διαμέλισαν. Προς τα πού να κοιτάξει;
Σε λίγες μέρες μπαίνουμε στον κρίσιμο μήνα, όπως όλοι τον χαρακτηρίζουν. Σεπτέμβρης μήνας και ένας χρόνος από τις δεύτερες εκλογές, αυτές που δίνουν το δικαίωμα στην κυβέρνηση να ισχυρίζεται πως ψηφίστηκε ξανά για να εφαρμόσει αυτά ακριβώς που κάνει τώρα. Η αρχή της πλειοψηφίας ορίζει την δημοκρατία. Και η πλειοψηφία – τον Σεπτέμβριο του 2015 - αποφάσισε την παρούσα φορολογική πολιτική, την μείωση μισθών και συντάξεων, την απαξίωση της αριστείας, όλα όσα βιώνουμε δηλαδή. Οφείλουμε σεβασμό. Θα μας το υπενθυμίσει και ο κ. πρωθυπουργός αυτό στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Ας τον ακούσουμε με προσοχή, ίσως επιτεθεί και πάλι στην ανάλγητη Ευρώπη και ικανοποιήσει έτσι το αίσθημα της θυματοποίησής μας. Άλλωστε τώρα πέρα από τον κ. Καμμένο με την θαρραλέα φωνή και την εύκαμπτη μέση, έχει στην τσέπη του έναν ακόμα εταίρο, τον κ. Λεβέντη. Πριν τον καταπιεί η ιστορία, όπως κατάπιε τόσους και τόσους, πολύ θα ήθελε να καταπιεί ο ίδιος ένα κομματάκι, μια μπουκίτσα εξουσίας. Αν δεν το κάνει στα 65 του, πότε θα το κάνει;
Εν τω μεταξύ τα λουκέτα αυξάνονται στην αγορά. Ένας μετά τον άλλον, έμποροι και κάθε λογής επιχειρηματίες, κατεβάζουν ρολά και φορούν κατάσαρκα την απόγνωση. Η ανάπτυξη ταυτίζεται πλέον με την κοροϊδία και ηχεί ως χλευασμός για όσους ήθελαν να ελπίζουν…
Άγγελος Πετρουλάκης



Το σώμα σου...

Σώμα...
Το σώμα σου...

Το σώμα σου ξωκλήσι του έρωτα,
εγώ ο προσκυνητής του.
Να σκύψω...
Ν’ αφήσω στο στήθος σου
το αποτύπωμα των χειλιών μου.
Στις ρώγες σου έναν αναστεναγμό
και στο κοχύλι της ήβης σου
τρεις νότες - ακροκέραμα του πόνου.

Με αστρική ταχύτητα να ταξιδεύσω
στον συμπαντικό σου κόσμο,
φορώντας κατάσαρκα επιθυμίες ανομολόγητες.
Δεν με αντέχει η νύχτα, πια,
και ούτε μπορώ να ζω
ξεφλουδίζοντας τις αναμνήσεις.
--------------------------------------

Η φωτογραφία είναι της Βάνιας Τλούπα

Ένα βιβλίο για την ζωή…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Του Άγγελου Πετρουλάκη
 


Πειράζει σήμερα να μιλήσουμε για βιβλία; Και συγκεκριμένα για ένα: «Το μικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο» της Νίνα Γκεόργε, από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος».
Γιατί;
Ίσως γιατί η συγγραφέας λέει πολλά περισσότερα από αυτά που απασχολούν τον μικρόκοσμό μας, ίσως γιατί μας χάρισε ένα τρυφερό παραμύθι για μεγάλα παιδιά, για όλους εμάς που κρατάμε τη ζωή στα χέρια μας χωρίς να γνωρίζουμε το σχήμα και την ουσία της.
Ίσως γιατί είναι απαραίτητο ένα παράθυρο στον ήλιο μέσα στην γενική μαυρίλα της εποχής, με τα όσα συμβαίνουν στον τόπο μας και έξω απ’ αυτόν. Ο λόγος που κάνει απαραίτητο αυτό το παράθυρο είναι πως πέρα από μονάδες φοροαιμοδοτών, πέρα από απογοητευμένες κοινωνικο-πολιτικές μονάδες, πέρα από οτιδήποτε άλλο, είμαστε ψυχούλες που θέλουν ν’ αγαπηθούν, θέλουν ν’ αγαπήσουν, συγκινούνται από την προοπτική μιας ημέρας χωρίς υποχρεώσεις και σαφώς δεν θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν τον εφιάλτη μιας ανίατης νόσου.
Τα συγκλονιστικότερα πράγματα γράφονται με λέξεις απλές και διατυπώνονται απλά. Όπως για παράδειγμα: «…οι γονείς απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον σαν ήπειροι». Πόσο πιο απλά μπορεί να εκφραστεί το σπάσιμο στα δυο μιας οικογένειας;
Όση ανάπτυξη κι αν χαρακτηρίζει την εποχή μας δεν έχει βρεθεί τρόπος για να γιατρεύονται οι ψυχούλες των παιδιών που αίφνης αντιλαμβάνονται πως η μαμά και ο μπαμπάς δεν είναι πια μαζί. Και κάποτε αυτές οι ψυχούλες μεγαλώνουν, ενηλικιώνονται, δημιουργούν δικές τους οικογένειες και παλεύουν με τα σύνδρομα που απόκτησαν κάποτε, βιώνοντας το ‘‘παρά φύσιν’’.
Όλα τα ερωτηματικά που φύονται στις σελίδες του βιβλίου έχουν να κάνουν με την ζωή. Περί ζωής, λοιπόν, αυτό το όμορφο παραμύθι για ενήλικες.
«Συχνά αναρωτιέμαι γιατί οι άνθρωποι δεν γράφουν περισσότερα βιβλία για τη ζωή. Ο καθένας μας μπορεί να πεθαίνει. Να ζήσει όμως;» Άραγε ζούμε την ζωή μας; Βιώνουμε τις αποχρώσεις που συνθέτουν την ζωή;
Βέβαια όλα τα ερωτηματικά περί ζωής δεν μπορεί παρά να είναι η σπουδή θανάτου, η αγωνία ή η ανησυχία απέναντι στο αναπότρεπτο τέλος. Και ο πόνος…
«Θα ήθελα να πεθάνεις πριν από μένα… Δεν θέλω ν’ αναγκαστείς να περπατήσεις μόνος σου από το πάρκινγκ μέχρι τον τάφο μου. Δεν θέλω να αναγκαστείς να με θρηνήσεις…»
Είναι η επωδός μιας απελπισίας ιδιαίτερα ερωτικής. Γιατί, κάπου στο διάβα τους, έρωτας και θάνατος συναντιούνται. Όχι για όλους, φυσικά. Αλλά εκείνοι που έχουν την τύχη μιας τέτοιας συνάντησης πρέπει να είναι γενναίοι. Αλλιώς θα βιώσουν την κατά κράτος ήττα της προσωπικότητάς τους.
Ανάμεσα στο βιώνω και στο θα ήθελα να βιώσω αιωρείται η βεβαιότητα του πόνου και η αβεβαιότητα της επόμενης στιγμής. Η Μανόν που παλεύει με τον καρκίνο της, θα γράψει: «Έχω ζήσει αρκετά πια… Έχω αγαπήσει, έχω αγαπηθεί, έχω γευτεί τα καλύτερα της ζωής. Γιατί να λυπάμαι για το τέλος; Γιατί να κρατιέμαι απ’ ό,τι έχει απομείνει; Το πλεονέκτημα του θανάτου είναι ότι πεθαίνοντας παύεις να τον φοβάσαι. Και ότι φέρνει τη γαλήνη».
Αυτά τα λέει μια γυναίκα που πολύ αγάπησε και ακόμα πιο πολύ αγαπήθηκε. Μια γυναίκα που αντιπροσωπεύει πολλές. Γυναίκες που θα ήθελαν να πουν:
«Αρκεί μια μόνο λέξη για να πληγώσεις μια γυναίκα, είναι θέμα δευτερολέπτων, ένα ανόητο, ανυπόμονο χτύπημα με το μαστίγιο. Αλλά για να ξανακερδίσεις την εμπιστοσύνη της, μπορεί να χρειαστούν χρόνια. Και μερικές φορές απλώς δεν υπάρχει χρόνος».
Τα μικρά τεράστια της ζωής. Αυτά που υπάρχουν είτε στην κυβέρνηση είναι η Ν>Δ, είτε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., είτε ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. με τις κωλοτούμπες και τις ψευτοπαλληκαριές του. Αυτά τα τεράστια μικρά που ορίζουν τις συντεταγμένες μας.
«Ο φόβος μεταμορφώνει το σώμα σου με τον ίδιο τρόπο που ένας κακός γλύπτης μετασχηματίζει μια τέλεια πέτρα… Μόνο που σε τρώει κομμάτι κομμάτι από μέσα και κανείς δεν βλέπει πόσα θραύσματα και στρώσεις σού αφαιρεί. Γίνεσαι όλο και πιο λεπτότερος, όλο και πιο εύθραυστος εσωτερικά, μέχρι που η παραμικρή συγκίνηση μπορεί να σε κάνει να καταρρεύσεις. Αρκεί μια αγκαλιά για να νομίσεις ότι θα γίνεις κομμάτια και θα χαθείς…
»Να μην ακούς ποτέ τον φόβο! Ο φόβος σε αποβλακώνει».
Να γιατί σήμερα θέλησα να «μονολογήσω» για ένα βιβλίο: Γιατί η ώρα του φόβου δεν ταιριάζει με το καλοκαίρι, με τα γλυκά αυγουστιάτικα βράδια, με μια μουσική του Χατζιδάκι που φτάνει από κάπου μακριά…
Και κείνο το τραγούδι του Χατζή που μιλά για το Αιγαίο…

(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 5 - 8 - 2016)