Google+ Followers

Προς τι εκείνες οι κιμαδομηχανές;



Προς τι εκείνες οι κιμαδομηχανές;

Πάντα οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν μια δικαιολογία - και ευκαιρία – για περισσότερο διάβασμα. Ο περισσότερος χρόνος μακριά από μικρο-ενασχολήσεις της καθημερινότητας. Έτσι μαζί με τη μικρή βαλίτσα των κοντών παντελονιών και των ελαφρών πουκάμισων, φορτώθηκαν κάμποσα, από Θανάση Βαλτινό μέχρι Γκράχαμ Γκρην, κάτι παλιά του Μιχαηλίδη και του Καραγάτση (πάντα επιστρέφω στο ΔΕΚΑ και στα ιδρωμένα από έρωτα, φτώχεια και όνειρα κορμιά του), κάτι από ισπανόφωνη πεζογραφία, κάτι από Καμιλέρι…
Έκανα όμως το λάθος και γέμισα ένα βαλιτσάκι με κάποια ιδιαίτερα «πικρά» βιβλία, τόσο για την εξέλιξή μας ως κράτος, όσο και για κάποιες κρίσιμες φάσεις του Ελληνισμού, ανάμεσά τους τον αείμνηστο φίλο Β. Ραφαηλίδη, τον Κολιόπουλο, τον Ζαούση, τον Καργάκο και άλλους.
Μέγα το Λάθος. Ιδιαίτερα σαν μπήκα στη δεκαετία 1940 – 50 και άρχισα ν’ ακολουθώ νοερά τις πορείες προς το μέτωπο, να προσπαθώ να φανταστώ πως είναι να έχεις τα πόδια σε λινάτσες μέσα στο χιόνι, να σου τα κόβουν από κρυοπαγήματα, να βλέπεις τους συστρατιώτες σου κομματιασμένους από οβίδες. Να είσαι στην ακτή ανάμεσα σε αλειμμένα - με αρωματικά λάδια και αντιηλιακά - σώματα που είχαν αντικαταστήσει τα βρακάκια με κορδονάκι και να διαβάζεις για το τάδε σύνταγμα ή το δείνα ύψωμα που έφαγε σε μια νύχτα 120 φαντάρους και 20 αξιωματικούς. Και παράλληλα από το ραδιόφωνο του διπλανού σου ν’ ακούς τι έκανε ο κ. Σαμαράς, τι σχεδιάζουν οι δανειστές και ποιες οι προθέσεις τής κ. Μέρκελ. Και να συλλογιέσαι προς τι εκείνες οι ανθρωποθυσίες; Εκείνα τα κορμιά τα πήρε ο θάνατος σαν φυλλαράκια που τα παίρνει η καταιγίδα για να είναι αυτός το τόπος υπό κατοχή μισό αιώνα μετά και χωρίς πόλεμο; Όχι, ρε αλήτες πολιτικοί και άλλοι εργολαβορουφιάνοι της διαφθοράς, όχι, δεν άφησαν τα κορμιά τους οι Έλληνες το ’40 για να υποδουλώσετε τη χώρα και να βγείτε με χαμόγελο να πείτε πως κάναμε Ολυμπιάδα, πως η διεθνής συγκυρία μας οδήγησε σε πτώχευση… Όχι, χίλιες φορές όχι. Εσείς την ορφανέψατε τη χώρα, εσείς υπογράψατε και η χώρα πήρε τα δάνεια που εσείς κατάπιατε…
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στις διακοπές και στα λάθος διαβάσματα. Κάποια στιγμή τελείωσαν οι αναφορές και οι αναλύσεις από τον πόλεμο του ’40-41. Πολλές οι ημέρες και πήρε σειρά εκείνη η ολόμαυρη περίοδος του ’44-49. Εκεί έκλεισαν οι βρύσες του αίματος και άνοιξαν οι χείμαρροι. Έβρεχε αίμα ο ουρανός. Αδελφικό αίμα, αδελφοκτόνος πόλεμος. Άντε να βρεις άκρη ανάμεσα σε τόσο κακό. Ποιος ο καλός, ποιος ο κακός;
Τι θέλεις και ασχολείσαι τώρα με το τι έγραψε ο Βαφειάδης και το τι έγραψε Τσακαλώτος, τι έγραψε ο Βλαντάς για την προδομένη επανάσταση ή ο Βασιλάς για τους μικρούς ηρωισμούς και τις μεγάλες αθλιότητες; μ’ επέκρινε ένα πρωί φίλος με έδρα Ιστορίας σε πανεπιστήμιο. Κιμαδομηχανές είχαν στηθεί και περνούσαν κορμάκια και κορμάκια από μέσα τους. Ποιος είχε ρωτήσει τις δόλιες μάνες αν ήθελαν να καταντήσουν καντηλανάφτισσες σε τάφους των παιδιών τους ή να πεθάνουν με το μαράζι πως δεν έθαψαν τους γιούς τους;
Εύλογα ερωτήματα στην παραλία αφού αυτές οι ιστορίες εμποδίζουν την…  αισθητική των διακοπών και το πνεύμα τους. Είναι άκομψο να έχεις στοιβάξει στο τραπεζάκι σου ένα σωρό βιβλία με πάνω - πάνω το «Σβαρνούτ» του Μέρτζου, ενώ στη διπλανή ξαπλώστρα η νεαρά καλλίπυγος να επιδεικνύει - όνυχες τσαπιά, δήθεν τακτοποιώντας τον στηθόδεσμο που πολύ θα ήθελε να βγάλει, αλλά την εμποδίζει το αγριωπό βλέμμα του συνοδού της τον οποίο ανέχεται χάρη μιας προσδοκώμενης εξαντλητικής κλινοπάλης. Και είναι φοβερά άκομψο να προσπαθείς να φανταστείς τι έγινε στην πηγάδα του Μελιγαλά, ή στο Μάλι-Μάδι και τη Ραμπατίνα και το διπλανό ραδιόφωνο να μιλά για λιτότητα που πλήττει μόνο τους πεινασμένους, για ανεργία που πλήττει μόνο του φτωχούς, για φορολογίες που πλήττουν μόνο τους ευσυνείδητους. Αν λοιπόν τότε αυτά τα χιλιάδες κορμάκια ρίχτηκαν στην κιμαδομηχανή του πολέμου για μια Ελλάδα καθαρά δημοκρατική, που στην συνέχεια δεν έζησε – ευτυχώς – το δράμα της προδοσίας των οραμάτων που έζησαν τα καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ, και πού είναι ο σεβασμός προς τη δημοκρατία και την ισονομία; Γιατί οι σύγχρονοι προδότες δεν έχουν λογοδοτήσει και ακόμα κυκλοφορούν γραβατωμένοι και ισχυροί;
Γιατί να εξουσιάζουν τη ζωή μας άνθρωποι που μηχανεύονται τις μοντέρνες κιμαδομηχανές τύπου ΕΝΦΙΑ και να μένουν άτρωτοι και αλώβητοι στους θρόνους τους;
Θύμωσα ξανά, γράφοντάς τα…
Και τι μ’ αυτό;
Οι κοπρίτες θα συνεχίσουν να γελούν αναίσχυντα…

(Δημοσιεύθηκε στη την Larissant 29-8-2014)

Εκεί, όπου ο θάνατος καραδοκεί.



Εκεί, όπου ο θάνατος καραδοκεί.


Γάζα, Συρία, Ουκρανία…
Ιράκ, Αφγανιστάν…
Ο θάνατος να καροδοκεί. Όχι μόνο σε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, όχι μόνο σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων, αλλά ζωντανός, κρύος, κραυγαλέος στη σιωπή του. Διαμελισμένα σώματα και αίμα. Σκούρο καφετί αίμα, συχνά μαύρο, αμίλητο. Το αίμα των σκοτωμένων έχει παντού ίδιο χρώμα, ίσως και των ζωντανών. Μα των σκοτωμένων είναι παντού ίδιο, ιδιαίτερα αν είναι αίμα παιδιών, αθώων. Τα παιδιά παντού αθώα είναι, αθώα απέναντι στη ζωή, αθώα απέναντι στο θάνατο. Γεννήθηκαν χωρίς ποτέ να ερωτηθούν… Και πεθαίνουν, επίσης χωρίς να ερωτηθούν. Κάποιες φορές μ’ ένα παιγνίδι στο χέρι, τις περισσότερες φορές με τον τρόμο στα μάτια. Πάντα με το απρόσμενο αγκαλιά.
Σαν να μην έφταναν τα παιδιά που πεθαίνουν κάθε ημέρα στα νοσοκομεία του κόσμου, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν το θάνατο ως καθημερινότητα. Πρέπει να υπάρχουν κι αυτά των εμπόλεμων περιοχών, τα παιδιά που ξέχασε ο Θεός, τα παιδιά που θυμήθηκε η ανθρώπινη βία, το μίσος και η αφροσύνη των μεγάλων που δεν μπορούν να μοιραστούν ηθικά τον κόσμο, που δεν χορταίνουν με εξουσία.
Ίσως θα περίμενε ο σκεπτόμενος άνθρωπος πως το πέρασμα των χιλιετηρίδων από τότε που ο άνθρωπος – λύκος έψαχνε εναγώνια ένα θύμα για την τροφή του, να έχουν αλλάξει όντως πολλά, τόσα όσα να προστατεύονται οι άμαχες ζωές, οι ζωές των παιδιών. Τόση διανόηση, τόσες φιλοσοφικές ενδοσκοπήσεις, τόσα κοινωνικά μηνύματα, τόσοι αγώνες για την ελευθερία του ανθρώπου, τόσες διακηρύξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τόσες γραβάτες και σοβαρά πρόσωπα μέσα σε αίθουσες συνδιασκέψεων και ο θάνατος να καραδοκεί ακόμα. Προς δόξα των ισχυρών της γης που σαν γαλοπούλες γλουγλουγλίζουν σαν μιλάν για την ειρήνη. Οι ξεφτίλες…
Όλοι μιλούν για το δικαίωμά τους να έχουν μια γη, για το δικαίωμά τους να ορίζουν τη γη τους. Κανείς δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα να έχουν τα παιδιά τη ζωή τους. Άλλωστε και όλοι οι παράφρονες που παρασκευάζουν πόλεμο δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των στρατιωτών να ζήσουν. Ερήμην των μελλοντικών νεκρών αποφασίζουν, καλά προφυλαγμένοι εκείνοι ανάμεσα σε προσωπικές φρουρές και απυρόβλητα γραφεία. Χωρίς να ρωτήσουν καμιά μάνα, κανενός στρατιώτη, αν θέλει να θάψει πρόωρα το παιδί της.
Ο άνθρωπος λύκος παρών και πάλι, παρών και ο άνθρωπος δολοφόνος. Μόνο τα δολοφονημένα παιδιά απόντα. Θύματα κτηνώδους μίσους, θύματα βρικολάκων. Στη Γάζα, στη Συρία, στην Ουκρανία και όπου αλλού… Μια ατελείωτη παρέλαση ανθρώπων, που αφού πρώτα δε ρωτήθηκαν για το αν θέλουν να γεννηθούν, τώρα δε ρωτήθηκαν αν θέλουν να πεθάνουν. Με τις θρησκείες να προσπαθούν να αιτιολογήσουν το φαινόμενο ή να το καταδικάσουν καταφεύγοντας σε γελοιότητες. Με τις κυβερνήσεις να ξεροβήχουν και να προσπαθούν να κερδίσουν άλλη μια μέρα εξουσίας. Οι ρυπαροί…
Η τραγωδία του ανθρώπου έγκειται στην επιθυμία του να σκοτώνει. Η τραγωδία του ανθρώπου έγκειται στην επιθυμία του να παρακολουθεί το σεργιάνι του θανάτου. Η τραγωδία του ανθρώπου έγκειται στο ότι πιστεύει ότι είναι προϊόν δημιουργίας Θεού.
Αλήθεια ποιος Θεός επινόησε έναν άνθρωπο μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά; Τι είχε στο νου του εκείνη την ώρα; Δεν είχε μαντέψει ότι θα του ξέφευγε η συνταγή και θα δημιουργούσε παράλληλα και μια Γάζα, μια Συρία, μια Ουκρανία; Παλιότερα είχε δημιουργήσει και μια Μπιάφρα και χιλιάδες παιδικά Νταχάου… Είχε επινοήσει και ηγέτες που δάκρυζαν, αφού πρώτα είχαν ευλογήσει το θάνατο. Ω, τι κόσμος, πόση αηδία, πόση αναλγησία…
Και πόσο ανόητοι εμείς, πόσο αιθεροβάμονες… Που γράφουμε κι ελπίζουμε. Που θέλουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο…

(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet την 1-8-2014)