Google+ Followers

Αναζητάω τα ίχνη μιας άλλης ανάβασης.



         
Στη Μονεμβασιά, το βράχο τον ανυποχώρητο, όπου για χιλιετίες  ευδοκιμούσε μόνο η πέτρα και η φραγκοσυκιά, κάθισα κι έκλαψα, ξέροντας πως προχωράω πια στο χρονικό του πόνου. 
 
Πήρα το δρόμο της επιστροφής, έχοντας απέναντί μου τον ήλιο, που ανατέλλει ερήμην της αγωνίας του ανθρώπου, διαιωνίζοντας έτσι την τραγικότητα των αναπάντητων ερωτηματικών.




Αναζητάω τα ίχνη μιας άλλης ανάβασης.


Το τοπίο ίδιο,
οι πέτρες ακίνητες.
Τουρίστες
που πάνε κι έρχονται στα καλντερίμια.

Σε θολωτές,
μισογκρεμισμένες καμάρες,
μπαίνω,
αναζητώντας τα χνάρια σου.
Στον Ελκόμενο Χριστό
εντοπίζω το πρόσωπό σου
σε μαυρισμένη αγιογραφία.

Έξω απ’ το σπίτι του ποιητή,
μια φοβισμένη σαύρα
ομολογεί πως η «Εαρινή Συμφωνία»
πέρασε στ’ αζήτητα των ανθρώπων.
                         
                             Στα δικά σου αζήτητα εγώ.







Μακρινή Ιθάκη Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου

ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή



      Το εξώφυλλο: Της Θωμαής Κόντου 
Υπάρχουμε,
σ’ ένα κατακερματισμένο σήμερα,
ανάμεσα σε ορίζοντες απροσπέλαστους,
ανάμεσα σε χέρια τεντωμένα
              που ψηλαφούν τα σκοτάδια.

Υπάρχουμε,
χωρίς να ξέρουμε το γιατί,
βαδίζοντας δρόμους άγνωστους,
απέναντι σ’ άγνωστο τέλος,
θρυμματιζόμενοι από πλαστότητες
              και αυταπάτες.

Υπάρχουμε
μέσα στους μύθους μας,
αναζητώντας τη λύτρωση
              σε φαιδρά είδωλα.

              
     Τι θ’ απογίνουμε
    σ’ ένα αύριο δίχως μύθους;

Μόνοι απέναντι στην άγνοια
πώς θα παλέψουμε την αγωνία;
Με τους αμφιβληστροειδείς άδειους από ήλιο
              τι χρώμα θα έχουν οι εικόνες;


Πώς θ’ αντιπαλέψουμε τη μοίρα μας
                               κ υ ρ ί α,
τώρα, που όλα όσα μας τυλίγουν
έγιναν πλαστικά;

Φυσάει απόψε... (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Κάποτε ( Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Σε περίμενα ( Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Αλάλητες ώρες (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Αντίο (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Ακριβά όνειρα (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Παιχνιδάκι στα χέρια της...




Ζωές στο κόκκινο - απόσπασμα - Εκδόσεις Γράφημα

Ο Θάνος… εάλω!


Όλα αυτά το ίδιο βράδυ που στις Μηλιές του Πηλίου, το άλλο ζεύγος, ο Θάνος και η Γεωργία, επιστρέφοντας στον δικό τους ξενώνα, έμελλε να ζήσουν στιγμές ιδιαίτερης ερωτικής έντασης, καθώς το μυαλό της εκρηκτικής Γεωργίας μεθυσμένο από τις πολλαπλές εικόνες του Στέφανου, που πια είχε κατακυριεύσει κάθε επιθυμία της, ζήτησε από τον εραστή της πράγματα ανήκουστα και τρομερά για έναν άνθρωπο με κοινή φαντασία και ζωή αναλωμένη στο οικονομικό δούναι και λαβείν. Ασυγκράτητη η Γεωργία, παριστάνοντας τη δήθεν ζαλισμένη από τα ηδύποτα κοκτέιλ με τα εξωτικά ονόματα, με το που μπήκε στην ευρύχωρη σάλα του διαμερίσματος με την πηλιορείτικη διακόσμηση, αποφάσισε να παίξει τον ρόλο της καλοπληρωμένης πόρνης με τρόπο μοναδικό.
Στο μυαλό της ο Στέφανος και μπροστά της ο Θάνος. Εκείνον ήθελε, αυτόν είχε. Αλλού τα θέλω της, αλλού τα έχει της. Χωρίς να μπορεί να στήσει ούτε ένα όνειρο, έτσι για να έχει ένα παράθυρο ανοιχτό σε μέρες αυριανές. Ίσως και να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί τον εαυτό της, φτάνοντας σε σημεία προσωπικού εξευτελισμού, που όμως τρέλαναν τον ηλικιωμένο εραστή της ο οποίος ζούσε το απροσδόκητο.
Δεν του πέρασε από το μυαλό, του Θάνου, ότι η ύπουλη φαντασία της ερωμένης του θα προχωρούσε εκείνο το βράδυ σε παράτολμες ερωτικές διεκδικήσεις, με στόχο την αφύπνιση εκείνων των διαστροφών, που μπορούν να κρατήσουν δέσμιο έναν άντρα στις επιθυμίες μιας γυναίκας, όταν εκείνη αποτελεί τη δεύτερη και λαθραία, βεβαίως, ζωή του, που πλέον –για τον συγκεκριμένο άντρα– ήταν η πιο ουσιαστική.
«Φταίει η πανσέληνος, αγάπη μου...», του ψιθύριζε με φωνή δήθεν τρέμουσα από ηδονή όταν του άνοιγε όλες τις εισόδους τού σώματός της, καλώντας τον να την κατακυριεύσει. Εκείνος μέσα στην παραζάλη του, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο φεγγάρι, άρχισε ν’ αναρωτιέται αν τελικά είναι αλήθεια όσα λέγονται για την επίδραση της Σελήνης στην ανθρώπινη ψυχική   ισορροπία. Ο άνθρωπος που το επώνυμό του ήταν συνώνυμο της επιχειρηματικής επιτυχίας, ο άνθρωπος που κινούσε δεκάδες εργοστάσια κι επιχειρήσεις με χιλιάδες εργαζόμενους, ο άνθρωπος που μπορούσε κι επηρέαζε ποικιλόμορφες εξουσίες, παραφρόνησε ακούγοντας τη μικρή αμαρτωλή να τον ικετεύει με σφιγμένα δόντια: «Σχίσε με άντρα μου...» 
Ναι, «είμαι άντρας, ο άντρας σου…», ψελλίζει εκείνος λαχανιάζοντας και, ξέπνοος μετά από τόσα παιγνίδια, αδυνατεί να σχίσει τη μικρή αμαρτωλή. Απλά τελειώνει και γέρνει πλάι της αποκαμωμένος.
Εκείνη, όμως, επιχειρεί να κρατήσει όρθιο τον μύθο του. Του λέει πως τη διέλυσε, πως δεν μπορεί να συμμαζέψει τα κομμάτια της, πως ήταν ένας ταύρος και πως μετά απ’ αυτόν δεν υπάρχει παρά ο… θάνατος.
Στο μπάνιο, αρκετή ώρα αργότερα, καθώς του ζητά να τη σαπουνίσει, του τονίζει πως πάντα έτσι θέλει να της κάνει έρωτα και ότι νιώθει έρμαιο, παιχνιδάκι στα χέρια του. Κι εκείνος αισθάνεται μια ολοκλήρωση μοναδική, μια επιβεβαίωση που δεν την είχε νιώσει ακόμα κι όταν είχε κάνει το πιο πετυχημένο επιχειρηματικό του βήμα. Συλλογίζεται, εκείνη την ώρα, τους δεκάδες φίλους του, στην ίδια ηλικία πάνω κάτω, που κοιμούνται έναν ύπνο όμοιο με των άλλων ημερών, πλάι στην ίδια γυναίκα, τη γυναίκα τους, που μπορεί και να έχουν κάποιους μήνες ή και χρόνια ν’ αγγίξουν και μακαρίζει τον εαυτό του, γιατί αυτός μπορεί να ζει την ένταση και την έκσταση ενός τέτοιου πάθους με μια γυναίκα όντως εκπληκτική. Τι αξία έχει η ζωή αν δεν μπορείς να της ρουφήξεις και το μεδούλι ακόμα;, αναρωτιέται.
Η Γεωργία, που τον ακούει να μονολογεί, διαισθάνεται ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του. Κι έχοντας παίξει τον ρόλο της επιτυχημένα μέχρι εκείνη τη στιγμή, αποφασίζει πως πρέπει να διατηρήσει και να εκμεταλλευτεί την κτήση της με κάθε τέχνασμα. Δήθεν του εξομολογείται κάποιους φόβους της, ενώ την ίδια στιγμή τα δάχτυλά της παίζουν με τα πλέον ερωτογενή του σημεία.
Τι θα γίνει αν κάποια μέρα τη βαρεθεί; Τι νόημα θα έχει η ζωή της χωρίς αυτόν; Υποδυόμενη την προβληματισμένη προχωρά σε συγκρίσεις. Εκείνος είναι ο απόλυτα επιτυχημένος, ο παντοδύναμος, αυτός που έχει εξασφαλισμένα τα πάντα. Η ίδια είναι ένα έρμαιο στην ανασφάλεια. Τι κι αν είναι νέα και όμορφη; Τα νιάτα φεύγουν, η ομορφιά μαραίνεται.
Τα λόγια της αναστατώνουν τον Θάνο, που εκείνη τη στιγμή βρίσκεται ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι με τη Γεωργία καβάλα στο στήθος του.
Ναι, δεν είναι αβάσιμα όσα του λέει. Απροστάτευτο πουλάκι είναι η αγάπη του. Χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον.
Στον ίδιο χώρο, λοιπόν, δυο κόσμοι διαφορετικοί   –ο ένας στην αποχαυνωτική γαλήνη του και ο άλλος στη συνωμοτική εγρήγορση– συνθέτουν το σύμπλεγμα των γυμνών κορμιών.
Το ένα σώμα έχει εμφανέστατα τα ίχνη του χρόνου πάνω του, ενώ το άλλο απειλεί την ισορροπία της φύσης με τη συγκλονιστικότητα της ομορφιάς του. Μόνο που το κουρασμένο σώμα ζει μέσα στην απόλυτη σιγουριά μιας ρωμαλέας οικονομικής πραγματικότητας, σε αντίθεση με το άλλο σώμα, που βιώνει την αβεβαιότητα.
«Θα καταλήξω να εκλιπαρώ να με παντρευτεί κανένας υπαλληλάκος, όταν εσύ θα με βαρεθείς…», του λέει με σπασμένη φωνή κάποια στιγμή.
Η φράση είναι καταλυτική για τον μεσήλικα εραστή, που απλώνει το χέρι του και της χαϊδεύει τα μαλλιά, έχοντας κιόλας αποφασίσει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του. Την ίδια στιγμή, παρά το ακατάλληλο της ώρας, καλεί στο κινητό του τον κτηματομεσίτη φίλο του και του δίνει εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό μιας… ανιψιάς του. Λίγες μέρες μετά, τα συμβόλαια για την αγορά ενός διαμερίσματος διακοσίων τετραγωνικών μέτρων κι ενός καταστήματος ίδιου εμβαδού, στη συμβολή δυο κεντρικότατων δρόμων τής πόλης, γίνονται απ’ ευθείας στο όνομα της Γεωργίας, η οποία προσπαθεί να μείνει ψύχραιμη απέναντι στα γεγονότα που τρέχουν ταχύτατα. Πριν καν κλείσει μήνας από εκείνη τη βραδιά, η Γεωργία, κρατώντας στο χέρι της τα κλειδιά των δυο οικημάτων, θα προσφέρει στον γενναιόδωρο εραστή της ακόμα μια πανδαισία αξέχαστων εμπειριών.
Αυτό έγινε την ημέρα που η σύζυγος Ευτυχία ταξίδεψε στο Γεράκι, τη βυζαντινή καστροπολιτεία του Πάρνωνα, απ’ όπου το επόμενο βράδυ, ο Πέτρος θα φωτογράφιζε την πανσέληνο του Ιουλίου μέσα από τα ερείπια των εκκλησιών. Πρωί έφυγε η Ευτυχία, νωρίς το απόγευμα ο άντρας της έφτανε στις Μηλιές του Πηλίου, πανέτοιμος για μια ακόμα νύχτα ευτυχίας. Στην τσέπη του είχε τα κλειδιά των ακινήτων που αποτελούσαν πλέον προσωπική περιουσία της Γεωργίας, κλειδιά που τ’ απίθωσε πάνω στο εφηβαίο της, όταν –όπως της ζήτησε εκείνος– αυτή ξάπλωσε γυμνή στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά.
Ήταν μια συμβολική κίνηση;
Ακόμα και ο συμβολισμός να μην υπήρχε στις προ­θέσεις τού εραστή, αυτή η κίνηση ομολογούσε ολόκληρη την αλήθεια: Ότι, δηλαδή, διαμέρισμα και μαγαζί ήταν περιουσία αποκτηθείσα από το αιδοίο της και μόνο.
Η Γεωργία, θέλοντας να επιβεβαιώσει τη δύναμη αυτού του όπλου, επιχείρησε μια ακόμα δυναμική άλωση του Θάνου της, ο οποίος έζησε ό,τι πιο τολμηρό θα μπορούσε να δείξει η κινηματογραφική βιομηχανία της τσόντας. Ο μεγαλοεπιχειρηματίας εραστής δεν είχε υποψιαστεί πως ο έρωτας και πιο συγκεκριμένα η πάλη των σωμάτων, δεν είχε όρια. Η Γεωργία του το έμαθε με τον πιο πειστικό τρόπο, μετερχόμενη οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εξουθενώσει, αλλά και να κρατήσει εσαεί δέσμια τη σκέψη του στα ερωτικά της σπήλαια. 
Ο κύριος Θάνος οδηγήθηκε στην άλωσή του μέσα από τα πλέον σκοτεινά μονοπάτια του έρωτα, πιστεύοντας πως βιώνει το υπέρτατο σε όλη του την έκφραση και έχοντας πεισθεί ότι η ηδονή είναι μορφή αθανα­σίας.
Ο κύριος Θάνος, το βράδυ της 20ης προς την 21η Ιουλίου, συνάντησε έναν άλλον Θάνο, ίσως τον Θανασάκη της εφηβικής ηλικίας, ένα παιδί που όλα τα έβλεπε νέα και τρόμαζε στη θέα τους, και προσπαθούσε να τα εξιχνιάσει μόνο στα όνειρά του. Εκείνο το βράδυ, ο μικρός Θανασάκης ξαναβγήκε στις εμπειρίες του κόσμου για να μάθει απ’ την αρχή το σώμα της γυναίκας και να καταθέσει την ευγνωμοσύνη του απέναντι στη ζωή, που τόσο γενναιόδωρη του είχε σταθεί.   

Ήταν μια φορά ένας μόνος…




 Ζωές στο κόκκινο - απόσπασμα - Εκδόσεις Γράφημα

Τη μέρα που άλλαζε ο χρόνος, το μεγάλο σπίτι της οικογένειας είχε κάθε λόγο να είναι καταστόλιστο και ολόλαμπρο. Ήταν μια ευκαιρία να γιορτάσουν την Πρωτοχρονιά και την επιτυχή έκβαση της εγχείρησης του κυρίου Θάνου μαζί με αγαπημένους φίλους. Η οικοδέσποινα Ευτυχία απογοητεύτηκε, όμως, όταν ένας από τους καλεσμένους της αρνήθηκε την πρόσκληση. Κι αυτός ήταν ο Πέτρος, τον οποίο από την ώρα που έπαθε το έμφραγμα ο άντρας της, η Ευτυχία δεν είχε δει ούτε μια φορά. Δυο τρεις φορές του είχε τηλεφωνήσει και του έχει μιλήσει περί ανέμων και υδάτων, δίνοντάς του να καταλάβει, έστω με μισόλογα, ότι τίποτε δεν ήταν όπως παλιά…
Του είχε ζητήσει πίστωση χρόνου. Του είχε δηλώσει πως ένιωθε κουρασμένη απ’ όλα όσα είχαν συμβεί. Αλλά, παρ’ όλα αυτά του τηλεφώνησε για να τον προσκαλέσει στο ρεβεγιόν. Κι εκείνος, αφού επιστράτευσε όση ψυχραιμία διέθετε, τη ρώτησε:
    Ως τι θα έρθω; Ως τέως εραστής σου ή ως φίλος της οικογένειας;
    Νομίζω πως μιλάς σαν να σου έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό.
    Εσύ είσαι αυτή που ζήτησε πίστωση χρόνου. Εγώ είμαι αυτός που σου δήλωσα πως στις προθέσεις μου δεν ήταν ποτέ ν’ αποτελώ μια ενόχληση και μόνο.
    Δε μ’ ενοχλείς…
    Λυπάμαι… Έχεις αρκετούς γύρω σου που θα θέλουν να είσαι χαρούμενη. Είμαι απόλυτα σίγουρος πως θα είμαι μια ενόχληση και μόνο. Δε θα έρθω…
Το πρωί της τελευταίας μέρας τού χρόνου, του τηλεφωνεί και ο ίδιος ο Θάνος. Επιμένει πως τον θέλει ανάμεσα στους καλεσμένους του.
Αρνείται και πάλι. «Μα ποιος ο λόγος; Έχεις να πας κάπου καλύτερα;», τον ρωτά ιδιαίτερα φορτικά ο κύριος Θάνος.
Όχι.... Δεν έχει να πάει κάπου καλύτερα, αλλά θα μείνει στο σπίτι του. Άλλωστε, πριν χαράξει, θα φύγει για ταξίδι, δικαιολογείται. Καλύτερα να κοιμηθεί νωρίς, να μην το ξενυχτήσει.
Ο συνομιλητής του έχει μάθει να μην καταθέτει εύκολα τα όπλα. Συνεχίζει τις ερωτήσεις.
«Ταξιδεύουν χρονιάρες μέρες; Και με τη μοτοσικλέτα; Τελικά, θα μας πεις πού πηγαίνεις;» 
Στο διάβολο και ακόμα παραπέρα θέλει ν’ απαντήσει, αλλά λέει: «Στο Ναύπλιο... Υπάρχει μια φίλη εκεί που με περιμένει να φάμε μαζί το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς...»
Λέει ψέματα, όμως. Ούτε ο ίδιος ξέρει πού θα πάει. Αρκεί να φύγει. Να μην είναι στην ίδια πόλη μ’ εκείνη, που πλέον πνιγμένη από τις ενοχές, τον περιθωριοποιεί, λες κι έφταιγε η δική τους σχέση για το ότι κλώτσησε η καρδιά τού Θάνου. Και δεν ήταν μόνο η περιθωριοποίηση, αυτό που κόστιζε στον Πέτρο, αλλά το ότι μέσα στις χούφτες του στριφογύριζε δραματικότερη από κάθε άλλη φορά η μοναξιά, με την απώλεια της Ευτυχίας να στριφογυρίζει σαν μαχαίρι στα σωθικά του. Πλέον τίποτα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως καταφυγή του. Από κείνο το πρωινό τού Νοέμβρη, ακόμα και οι φωτογραφικές μηχανές έμεναν απείραχτες στις τσάντες τους. Τα βράδια κυλούσαν βασανιστικά, έστω κι αν συχνά ο φίλος του, ο Αστέρης Λιθακιάς, επιχειρούσε να σπάσει τη φυλακή του και να εκμαιεύσει την αιτία τής απομόνωσής του. Η γυναίκα, που τόσο αιφνίδια είχε μπει στην ούτως ή άλλως μοναχική ζωή του, τον είχε πείσει πως εφεξής οι μέρες του θα ήταν γεμάτες όχι μόνο με την προσδοκία ενός χαμόγελου, αλλά και με αγγίγματα δακτύλων, με ψιθύρους, με την ήρεμη ανάσα και τη μυρωδιά ενός αγαπημένου σώματος. Η ανατροπή που ήρθε και η απομάκρυνση της Ευτυχίας, η οποία απέφευγε να ξεκαθαρίσει τη θέση της, ισχυριζόμενη πως για τη στάση της έφταιγαν αποκλειστικά και μόνο οι ενοχές της, είχε γίνει αιτία να κατρακυλήσει σε μια κατάσταση απόγνωσης και άρνησης. Η πρόσκληση για τη βραδιά της Πρωτοχρονιάς είχε ηχήσει στ’ αφτιά του ως εμπαιγμός. Το «όχι», που επέμενε να λέει, ήταν ίσως η πρώτη απόπειρα να γυρίσει σελίδα.     
Ο συνομιλητής του δεν επέμενε άλλο. Είναι γεγονός πως αυτός δεν καταλάβαινε τις ιδιορρυθμίες των καλλιτεχνών, αλλά δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να τον πείσει αφού ο Πέτρος ήταν κάθετος στην απόφασή του.
Η Ευτυχία δεν έχει καιρό για να σκεφτεί τον Πέτρο και η απογοήτευσή της για τη δεύτερη άρνησή του κρατά μόνο κάποια λεπτά τής ώρας. Οι προετοιμασίες της γιορτής την απορροφούν εντελώς, θέλει να είναι όλα τέλεια. Όλα...
Και είναι. Ο άντρας της, φανερά αδυνατισμένος, αλλά δυνατός και κεφάτος, η Καίτη πανέμορφη, ο Στέφανος γοητευτικός. Αυτοί είναι η οικογένειά της, αυτοί την ενδιαφέρουν εκείνη τη συγκεκριμένη βραδιά, όλες τις βραδιές από εδώ και πέρα. Μ’ αυτούς έχει τάξει να ζήσει τη ζωή της. Πάνω απ’ όλα οι δικοί μου άνθρωποι, η οικογένειά μου, μονολογεί σε κάποια στιγμή.
Κι εκείνος; Εκείνος ήταν ένα μικρό διάλειμμα, μια νότα χαράς, αλλά και ένα μεγάλο λάθος, μια άτυχη στιγμή και κάτι που τη γέμισε ενοχές. Αν δεν είχε συμβεί ό,τι συνέβη με την υγεία τού άντρα της ίσως να ήταν διαφορετικά. Όμως, μετά απ’ αυτήν την περιπέτεια, μόνο ο Θάνος της είναι ο κόσμος της.
Τον Πέτρο θα τον θυμηθεί ξανά λίγο πριν τις δέκα το βράδυ. Ίσως γιατί ξαφνικά νιώθει πως κάτι της λείπει. Ίσως και κάποιο ίχνος ενοχής για υποσχέσεις που είχαν δοθεί παλιότερα. Ίσως γιατί κάπου σ’ έναν από τους καθρέφτες του σπιτιού της να είδε τα μάτια του. Όχι, δεν ήταν τα μάτια του στον καθρέφτη. Ήταν τα λευκώματά του που είδε σε κάποιο τραπεζάκι τού σαλονιού. Γιατί δεν τα μάζεψε; Γιατί δεν τα έβαλε σ’ ένα απ’ τα ψηλότερα ράφια της βιβλιοθήκης της; Τα λευκώματα ήταν που έφεραν μέσα στο σαλόνι του σπιτιού της τα μάτια του. Ό,τι υπήρχε σ’ αυτά ήταν επειδή το είχαν δει τα δικά του μάτια, τα γεμάτα θλίψη, ακόμα κι όταν έγερνε πάνω της για να την οδηγήσει στην ερωτική παραφορά.
Ανεβαίνει βιαστικά στο δωμάτιό της και του τηλεφωνεί. Παίρνει ώρα ν’ απαντήσει και το κινητό του δεν έχει καλή λήψη. «Πού βρίσκεσαι;», τον ρωτά.
    Στην Εθνική. Πλησιάζω στη Θήβα...
    Πού πας; Πότε έφυγες;
    Πάω στη Μάνη... Έφυγα στις επτά το απόγευμα...
    Είσαι τρελός; Είχες πει ότι θα έφευγες αύριο πρωί…    Είμαι ένας μόνος... Γι’ αυτό και φεύγω όποτε μου καπνίσει.
    Κατάλαβα… Στο Ναύπλιο πας. Στη Μαρίνα…
    Η Μαρίνα έχει τελειώσει πριν εφτά χρόνια… Και ό,τι τελειώνει για μένα, δεν ξαναρχίζει. Στη Μάνη πάω…
    Κάνε ό,τι θέλεις...
Κλείνει το τηλέφωνο εκνευρισμένη και κατεβαίνει στους καλεσμένους της. Αρκετά ασχολήθηκε μαζί του. Δε θα της χαλάσει αυτός τη βραδιά. Άλλωστε, τώρα, έχει χρήματα να πάει όπου θέλει και να περάσει κι   εκείνος καλά. Τι φταίει εκείνη αν αυτός είναι ιδιόρρυθμος και του κάπνισε να φύγει για τη Μάνη με τη μοτοσικλέτα μέσα στο καταχείμωνο; Δε θα σε λυπηθούμε κιόλας…
Οι καλεσμένοι της εκφράζονται με θαυμασμό για την ομορφιά της. Της μιλούν μ’ ενθουσιασμό για τη βραδιά που ετοίμασε. Εκείνη τους καλεί να περάσουν στα τραπέζια, γιατί με την αλλαγή τού χρόνου τους επιφυλάσσει εκπλήξεις. «Απόψε θα το κάψουμε. Θα το ξημερώσουμε...», τους λέει. Και το ξημέρωσαν…