Google+ Followers

Μοίρα μου η αγρύπνια - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε18

Μοίρα μου η αγρύπνια
στις ώρες που εφησυχάζουν οι άδικοι,
στις ώρες που ροχαλίζουν τα βέβηλα στόματα
και το αίμα παγώνει στα οροπέδια του θάνατου.

Μοίρα μου η αγρύπνια,
η ανίχνευση της σιωπής,
η αφή του απέραντου χρόνου.

Με τις ουλές στο πρόσωπο του όνειρου
ολοένα να μεγαλώνουν,
ολοένα να βαθαίνουν,
να καρτερούν ...

Και για απάντηση καμιά προφητεία,
καμιά ονειροπόληση
παρά μόνο εκκλήσεις στον αόριστο χρόνο
στη διαδοχή των εικόνων,
στα ηλιοβασιλέματα που σε ψάχνουν...

Τί θα μας μείνει αγαπημένη
μετά το γκρέμισμα των μύθων;

Τί θα μας μείνει
μετά τις τόσες διασπάσεις;

Μοίρα μας η γνώση
Μοίρα μας η μοναξιά
το ταξίδι...

Υπήρξα ένα μικρό καράβι γεμάτο έρωτα - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε17

.




Υπήρξα
ένα μικρό καράβι γεμάτο έρωτα και μνήμες
φύλλο κιτρινισμένο στη στροφή του κόσμου,
έτοιμο να προσπεραστεί περιμένοντας το χειμώνα
κραυγάζοντας
-πως πέθανε ο Θεός
ρωτώντας
-αν τέλειωσε ο άνθρωπος
-αν διυλίστηκε η αγάπη.

Μοίρα μου να είμαι μικρό καράβι
γεμάτο έρωτα,
με σπασμένα άλμπουρα,
με πανιά παιγνίδι στον άνεμο.

Μοίρα μου να είμαι
μικρό καράβι, ακυβέρνητο,
που ψάχνει μες την καταχνιά
τις οριζοντογραμμές της χαράς
και της αγάπης το χαμένο στίγμα.

...ένα μικρό καράβι
σημαδεμένο από το θάνατο
με κρεμασμένες στα κατάρτια του
τις θύμισες της νιότης
και τις σημαίες της αγρύπνιας.

Η φωνή μου δε θα είναι ο έσχατος ήχος - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε16





`Έτσι κι αλλιώς δε θα είμαι εγώ
ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας
και η φωνή μου δε θα είναι ο έσχατος ήχος.

`Έτσι κι αλλιώς
υπήρξα και θα υπάρξω
σημείο στις ατέλειωτες ευθείες
σημείο στους ομόκεντρους κύκλους
σημείο και λέξη του ανολοκλήρωτου Λόγου
ανάσα της αγωνίας των αιώνων

κι ένα μικρό καράβι
γεμάτο έρωτα.

`Έτσι κι αλλιώς υπήρξα για
να υπάρξω σ’ ένα αύριο
σαν δάκρυ σε μάτια άχρονα
σαν αίμα σε άγραφες σελίδες
σαν τραγούδι που έμεινε μισό.

Υπήρξα σ’ ένα μύθο χωρίς τέλος,
μ’ αρχή απροσδιόριστη
και σώμα ρευστό - διάπυρο.

Υπήρξα κρίκος της αλυσίδας
σ’ ένα γίγνεσθαι αμετάβλητο,
σ’ ένα γίγνεσθαι άχρωμο,
άηχο
ανώνυμο...

`Έτσι κι αλλιώς υπήρξα
αγωνία στα βλέφαρα του ορίζοντα,
σκόνη στον αμφιβληστροειδή του κόσμου
ερωτηματικό στη νηνεμία της θάλασσας.

Αγαπώ κάτι θάλασσες - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε15




Αγαπώ κάτι θάλασσες
ξεχασμένες απ’ τη γεωγραφία,
κάτι λέξεις μονοσύλλαβες...
το «ΠΩΣ;»
το «ΠΟΥ;»
το «ΠΥΡ!»
(αυτό γιατί το άκουγα
κάθε που μ’ έστηναν απέναντι στις κάνες τους).

Αγαπώ κάτι πέτρες που φυτρώνουν στον οισοφάγο.
Μ’ αυτές είχα χτίσει τη σιωπή
ως ανάμνηση των λιθοβολισμών τους.
(Είχα πει κάποτε
τη νύχτα – νύχτα και το πρωί - πρωί,
τους υπουργούς - νεκροθάφτες
τους δεσπότες - θνητούς
κι όλους μαζί - πεινασμένα κοράκια
και με λιθοβόλησαν).

Αγαπώ κάτι μαχαίρια δίκοπα
που χέρια λουλουδιών τα κράτησαν
και στο στήθος μ’ αυτά με σημάδεψαν,
γράφοντας:
Βασιλική
Ελένη και Παρασκευή, Βάια και Σταυρούλα
Ηλέκτρα, Μαντώ, Κατερίνα
και άλλα τόσα ονόματα
(με ημερομηνίες στο πλάι)
ξεχνώντας να γράψουν το: «ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ»...

Αγαπώ κάτι χρώματα που αρνούνται το χρόνο,
κάτι δάχτυλα που κρατούν τα πορτρέτα ολοζώντανα
προσκυνώντας τα Πάθη μου,
τη Σιωπή μου
και τον Έρωτα,
τις σχισμένες σημαίες,
τους Δον Κιχώτες μου

Πέρασαν οι καιροί - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε14

Πέρασαν οι καιροί...
Πέρασαν
αφήνοντας πίσω τους απλήρωτες αποζημιώσεις,
μπαλκόνια που πολλά υποσχέθηκαν
και τη λέξη «ΛΑΟΣ»
κορμί πόρνης κατάφτυστο
από μαστροπούς μ’ εγγλέζικα κουστούμια.

Ζύγωσαν άλλοι καιροί
Με την πείνα στις τσέπες
και το κρύο για φυλαχτό
ζεσταίνουμε ό,τι απόμεινε
από καρδιά,
νου
και χέρια
μήπως κι ανθίσει μια άλλη `Άνοιξη.

Στις αγρύπνιες μας τραγουδάμε
πως ζύγωσαν άλλοι καιροί
και πως καιρός για να σπάσουν οι πόρτες
και οι ταμπέλες τους...

Στις αγρύπνιες μας
τραγουδάμε κι ελπίζουμε,
ανάβοντας κερί στα εικονίσματα
που γράφουν:
ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Σ΄ΑΓΑΠΩ...

Αυτά που δεν έχουν γραφεί - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε13

Αυτά που δεν έχουν γραφεί
με το αίμα μου τώρα θα γράψω.

Με χείλη που χωρούσαν σε δυό μικρούλια βότσαλα
θα κυνηγάω το χρόνο ουρλιάζοντας...

Αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ,
κραυγές θα γίνουν τώρα,
να μη χωράν σ’ άσπρα χαρτιά,
να μη χωράν στο χρόνο...

Στη διαθήκη της σιωπής
κόντρα το αίμα μου, τώρα.

Τώρα άλλοι καιροί...
Οι καιροί που χτυπούσα την πόρτα πριν μπω πέρασαν, αφήνοντας στην παλάμη μου τη σκόνη του χλευασμού. Πέρασαν οι μέρες που έλεγα «καλημέρα» με ανθισμένα χείλη. Πέρασαν αφήνοντας πίσω τους ρημαγμένες `Ανοιξες, ταμπέλες που έγραφαν «ΚΛΕΙΣΤΟΝ», «ΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΣΑΣ», «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ» με ξεχασμένες τις λέξεις «Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ», «ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ», «Σ’ ΑΓΑΠΩ»...

Το «ΚΛΕΙΣΤΟΝ»
που δεν είταν για όλους.

Το «ΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΣΑΣ»
που είταν μόνο για μένα.

Το «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ»
που είταν για τις νύχτες μου, τις άδειες,
που πρόσμεναν και πρόσμεναν...

Ανάμεσα σε μένα και στον τοίχο - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε12




Κ α ι
το πορτρέτο μου πορτρέτο κλόουν
να γελάει κλαίγοντας να κλαίει γελώντας.

Ανάμεσα σε μένα
και στον τοίχο
το θέατρο του κόσμου,
τα τριαντάφυλλα που σφάχτηκαν
και οι αλυσίδες,
τ’ απομεινάρια του κρασιού,
που μοιάζει μ’ αίμα
και οι λέξεις,
που ζωντανεύουν όνειρα
και που πεθαίνουν προδομένες.

Ανάμεσα σ’ Εσένα,
στους άλλους,
και σε μένα
η λάμπα,
η κορνίζα,
η πολυθρόνα
και
το χαμόγελο του κλόουν...

Ανάμεσα στους άλλους και σ’ εμένα
οι σελίδες οι άγραφες,
οι ανείπωτες λέξεις
και μια σιωπή αράγιστη.

Χειροκροτήστε τον κλόουν - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε11




Μικρό πουλί
δεν έκλεισε ακόμα η αυλαία...
Ο κλόουν είναι ακόμα στη σκηνή...


Χειροκροτήστε τον κλόουν...
Σε λίγο, χωρίς μάσκα ,θα κλαίει μόνος...

Χειροκροτήστε τον κλόουν
και τη βραδιά που σας χάρισε...
Χειροκροτήστε τον,
που τραγουδάει:
« Η λάμπα λάμπα
και η μουσική ήχοι.
Στην πολυθρόνα η απουσία
κι εσύ σε κορνίζα ».

Ανάμεσα σε μένα και στον τοίχο
δώδεκα μέτρα σιωπής,
το βάζο με την αλυσίδα
και δυό τσαλακωμένα όνειρα.

Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ένα χθες
ένα σήμερα
ένας θάνατος
να μας διαπερνά σαν αέρας.

Ανάμεσα σ’ Εσένα και σ’ εμένα
το απόλυτο Είναι
-παρουσία απουσίας θανάσιμη.

Αγαπάω - αγαπώ - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε10




Αγαπάω-αγαπώ
αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω-αγαπώ,
αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω- αγαπώ...
την τιμωρία μου γράφω
και
τα μάτια δε θέλω να μου δέσουν
όταν θα ουρλιάζουνε
-ΠΥΡ...

Αγαπάω-αγαπώ
και κατάρα αφήνω κι ευχή
το κρανίο εσύ να φυλάξεις
από κρύα και χιόνια
από δάκρυα και λύπες.
Και
τις εικόνες σου απ’ το χθες,
την εικόνα σου απ’ το σήμερα
στο αύριο αφήνω
Διαθήκη
να σκύβουν ταπεινά να τη φιλούν
τα γλαροπούλια που συνάντησα
όταν αρμένιζα στα μάτια σου.

Αγαπάω - αγαπώ
θα φωνάζω ανάμεσα από παράθυρα,
ανάμεσα από κάγκελα
που τη ζωή μου έφραξαν.

Αγαπάω - αγαπώ
και λυτρώνομαι
τα φτερά μου στα χέρια σου αφήνοντας
και το αίμα στα μάτια σου...

Αγαπάω - αγαπώ
αγαπάω - αγ
...Μικρό πουλί
γιατί δακρύζεις;

Θ’ αρχίσω να γράφω με σήματα - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε9

Θ’ αρχίσω να γράφω με σήματα
Θ’ αρχίσω να τραγουδώ με αριθμούς.
Τώρα πια πέρασα απέναντι.

Το καράβι της Κολχίδας μου αρμενίζει
κι εγώ αρχίζω να γράφω με σήματα,
να μιλώ με την αφή...

Αγαπάω-αγαπώ,
Αγαπάω-αγαπώ,
Αγαπάω-αγαπώ...
την τιμωρία μου γράφω
αμετανόητα άτακτος
ε γ ώ
ο λοξίας της τάξης
και της ευπρέπειας των πραγμάτων.

Περιφρονώντας κανόνες και συμπεριφορές,
φτύνοντας στο πρόσωπο της νηφαλιότητας,
καταθέτω στα νεκροταφεία των δημόσιων ερπετών
την προσωπίδα του κλόουν
που μου απένειμαν,
αποσύρω τις μέρες μου
απ’ τις βιτρίνες των δημόσιων αποχωρητηρίων,
κρατώντας στα δάχτυλά μου
μόνο ήλιο
δυό κραυγές του Οιδίποδα
κι ένα σβώλο πηλό
να φτιάξω στο ανύποπτο αύριο
τα τόξα των βλεφάρων σου...

Ναυαγώ, εγώ, ο εραστής των Συμπληγάδων - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε8

Ναυαγώ
με το δισάκι του Οδυσσέα στους ώμους,
εγώ, ο εραστής των Συμπληγάδων
σε θάλασσες γαλήνιες και οικείες, πια.

Με βλέμμα διάπυρο βλέπω
τους θολούς ορίζοντες ακινητοποιημένους,
τις γυναίκες των Λαπήθων ν’ αντιστέκονται,
τον Πειρίθου να ματώνει
μ’ έναν ήλιο θλιμμένο στο μέτωπο.

Ναυαγώ
και δεν ξέρω
η νύχτα αν θά ’ρθει...
`Όλο καημό την προσμένουν οι Κένταυροι.


Αν θα μπορούσαν
λίγο ακόμα να κρατήσουν οι Λάπηθες
μπορεί και να μη νύχτωνε,
μπορεί κι εγώ να πάλευα τα κύματα.

Εγώ, ο λοξίας - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε7

Ναυαγώ
Θαλασσοδέρνομαι στα μάτια σου.

Ναυαγώ
στης σιωπής σου το πέλαγος,
απλώνοντας στερνή φορά τα χέρια.

Ναυαγώ
με την επίγνωση της ερημιάς των τοπίων.

Εγώ,
ο λοξίας,
την καρδιά μου δεν πούλησα
και στα χέρια μου πάντα
κρατούσα λουλούδια...

Ναυαγώ ολομόναχος,
λυτρωμένος Διόνυσος,
μ’ ένα λουλούδι στα μαλλιά
κι ένα τραγούδι για τα μάτια σου.

Ναυαγώ στα πέτρινα μάτια σου
στο σκούρο μπλε της χειμωνιάτικης θάλασσας,
τη νύχτα προσμένοντας νά ’ρθει.

Ναυαγώ στ’ απροσπέλαστα χείλη σου
στη λαλιά των χεριών σου,
προσδοκώντας τη συντριβή των προσωπείων.