Google+ Followers

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α16.

Οι φυγές σου
είχαν πάντα το χρώμα το κόκκινο...
Τώρα,
τί τό ’θελες το ατέλειωτο μπλε...

Εγώ, καρτερώντας σε, στο παλιό μου μουράγιο,
τη μορφή σου σκάλιζα σε θαλασσοφαγωμένα ξύλα,
έχοντας στα μάτια τον Ελκόμενο
και της Μονεμβασιάς την `Αγια Σοφιά.
Εσύ, πού ναυαγούσες τότε
και βάφτηκαν έτσι τα μάτια σου;
Πού ναυαγούσες;
Ποια κύματα τα βλέφαρά σου έβρεχαν;

Και τώρα...
Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
και σαν τελειώσω τίνος χειρός να πω πως είσαι;
Στου Μυστρά τα χαλάσματα τις εικόνες σου ψάχνω
και στη σιωπή της Περίβλεφτου γυρεύω χρώματα νεκρά
εσένα ν’ αναστήσω και το χρόνο...

Πώς να σε ιστορίσω στο χαρτί
τώρα που σίμωσαν καιροί γεμάτοι αντάρα;

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α15.



Μικρό πουλί
που ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;

Κλέβεις τα μάτια μου.
Κλέβεις τα χείλη μου,
αφήνοντας στις άδειες χούφτες χιόνι κι ερημιά.

Κάθε ταξίδι κι ένας θάνατος.
Κάθε φυγή και μια κραυγή.
Μια καταιγίδα που σαρώνει τις σημαίες μου...

Πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;
Ποιανού ουρανού μετράς τ’ αστέρια;

Πουλί μικρό, λουλούδι ολάνθιστο,
που ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;

Μικρό πουλί θα πληγωθείς απ’ τα ταξίδια σου,
θα λιώσουν τα φτερά σε κάποιο πέταγμα
και τα τοπία θα γίνουν μαχαιριά στα μάτια σου
και στα παράθυρα του ύπνου.

Για να θυμάσαι πάντα τα ταξίδια σου,
για να θυμάμαι πάντα τις φυγές σου.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α14.


Απόψε έλα...

Έλα να δεις λαβωματιές σε χρόνια αξημέρωτα κρυμμένες.
Μια-μια να τις χαϊδέψεις,
μια-μια να τις φιλήσεις.

Να μείνεις πλάι μου ως την αυγή,
να μείνεις μέσα μου πέρα απ’ τη νύχτα,
να μείνεις πάνω στις φτερούγες μου, στις φλέβες...

Απόψε έλα...

Έλα να πιαστούμε χέρι-χέρι.
Τα μαλλιά σου αρκετά βράχηκαν,
τα μάτια μου περίσσια δάκρυσαν...

Πού ταξιδεύεις κάθε που νυχτώνει;
Και δεν ακούς...
Και δεν ακούς...

Μικρό πουλί, μικρό πουλί πού ταξιδεύεις;
Ποιες θάλασσες δροσίζουν τα μαλλιά σου;
Τα μάτια σου με ποια βουνά γεμίζουν;

Κάθε ταξίδι και άλλο φόρεμα,
κάθε φυγή και άλλο χρώμα.
Σαν τον αγέρα άπιαστη...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α13.



Δίψαγα μακριά απ’ τα χείλη σου
στις ώρες της μάχης...

Δίψαγα
όταν οι γραφές μου αποκρυπτογραφούσαν αγγίγματα
και βλέμματα αποτυπωμένα σε μαρμάρινα αετώματα,
σε σπασμένους κίονες ...

Δίψαγα
αναζητώντας ανώνυμων υπογραφές
και κρύωνα ανάμεσα σε τόσο πόνο.

`Ώσπου τα μάτια έμαθαν τις λέξεις της σιωπής
και πια μιλούν μες στο σκοτάδι
την ίδια γλώσσα αιώνες τώρα...

Ώσπου τα χείλια έμαθαν τη γλώσσα των ματιών
και πια ρουφούν όλον τον κόσμο.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α12.


Σταυρωμένος
σε πετάγματα τόσα όσα οι μέρες της οδύνης,
συντριμμένος
σε πετάγματα τόσα όσα οι μέρες της μοναξιάς
και όσα τα «γιατί» και τα «μη»
και τ’ αναρίθμητα «κατηγορώ».

Σταυρωμένος,
συντριμμένος κι ελεύθερος
στο ποτάμι της αιώνιας σκέψης,
εγκυμονώ το νέο λόγο,
τις λέξεις που θα οριοθετήσουν σε κάποιο αύριο
το «Εσύ» και το «εγώ»,
το λάξευμα του έρωτα απ’ τον ανένταχτο πόνο μου.

Με γραφές για σένα και για είδωλα
για βλέμματα αποτυπωμένα σε πανάρχαιες κουρτίνες.

Με γραφές για σένα,
που προχωρούσες στο αίνιγμα ολόφωτη,
που προχωρούσες στο χθες μ’ ολόκλειστα τα πέταλα,
ολόγυμνη στον άνεμο,
με τις χούφτες σου ολάνοιχτες στη σιωπή μου...

Με γραφές για σένα
και για είδωλα,
για προσωπεία θεών και συστημάτων
που έζησαν τυλιγμένα σε μύθους
καλλιεργώντας το δικό μας θάνατο.