Breaking News

Κούβα και κόλαση, ένα και το αυτό...


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------

«Ο καθένας μας έχει ένα βιβλίο να γράψει.
Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος  να νικήσουμε
 τη σιωπή στην οποία έχουν υποβάλει την Κούβα
στην πρόσφατη ιστορία της…» (σελ.: 181)

Γουέντι Γκέρα:


Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ



Μια προσεγμένη έκδοση αποτελεί αξιομνημόνευτο γεγονός στον εκδοτικό χώρο. Το πρώτο που θα ήθελα να τονίσω είναι αυτό ακριβώς. Σκληρό εξώφυλλο και άψογη σελιδοποίηση. Κάτι που οι εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ επιμένουν να το διατηρούν. Ο λόγος, βεβαίως, δεν αφορά την εμφάνιση του βιβλίου. Αλλά, ένα καλό βιβλίο το χαίρεσαι όταν είναι σε όλα του άψογο.
Διαβάζοντας την Γουέντι Γκέρα φύτρωναν συνεχώς στα μάτια μου δυο εικόνες.
Η πρώτη ερχόταν από πριν τριάντα χρόνια, όταν ως διευθυντής του περιοδικού «Θεσσαλικές Επιλογές» δέχτηκα την επίσκεψη μιας εξωτερικής συνεργάτιδας, η οποία μου ζήτησε να δημοσιεύσω μια σειρά άρθρων της για την Κούβα. Η κυρία αυτή, στέλεχος αριστερού κόμματος, είχε φιλοξενηθεί για έξι μήνες στην Κούβα στα πλαίσια ενός προγράμματος προσφοράς εθελοντικής εργασίας. Σε όλα της τα άρθρα κατέθετε την λατρεία και τον θαυμασμό της για ένα καθεστώς που είχε δημιουργήσει έναν παράδεισο. Οι δικές μου πληροφορίες, απόλυτα διασταυρωμένες, μιλούσαν για μια κόλαση κρατισμού, για απόλυτη φτώχεια, για μια κραυγαλέα ανελευθερία. Την απέπεμψα, αρνούμενος να γίνω το όχημα μιας ανήθικης προπαγάνδας.
Η δεύτερη ήταν πιο πρόσφατη. Σ’ αυτήν πρωταγωνιστούσε ο τέως πρωθυπουργός όταν επισκέφθηκε την Κούβα για στις εκδηλώσεις στη μνήμη τού ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο. Άραγε, ποια δημοκρατική συνείδηση τιμούσε τότε ο πρωθυπουργός;
Η Κλέο (το πρόσωπο που επινοεί η συγγραφέας αντ’ αυτής), κερδίζει ένα μεγάλο λογοτεχνικό βραβείο στην Ευρώπη, αμέσως μετά τον θάνατο των γονιών της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, από το οποίο εκείνη είχε επιζήσει. Μια διάχυτη καχυποψία που επικρατεί στην κηδεία, από μέρους τών κρατικών παραγόντων, φυτεύει μέσα της πολλά ερωτηματικά. Από την αρχή της αφήγησης, μας προϊδεάζει:
«Υπήρχαν μέρες που αναρωτιόμουν γιατί σώθηκα. Γιατί τόσες ανακρίσεις μετά τον θάνατό τους; Ποιοι ήταν στην πραγματικότητα; Κάτι παραπάνω από ‘‘μαμά’’ και ‘‘μπαμπάς’’ υπήρχε πίσω από τα ονόματά τους».
Μετά τον θάνατό των γονιών της, αναθεωρεί πολλά. Πρώτα για την πόλη που ζει, την Αβάνα:
«Η Αβάνα για μένα δεν είναι πια πρωτεύουσα, γίνεται μικρή, αδιάφορη. Η ομορφιά της δεν θα αποτρέψει την εξαφάνισή της. Την πόλη την κάνει ο κόσμος της, κι εμείς την ισοπεδώνουμε, είτε από τη διασπορά είτε από τα ερείπια. Δεν γνωρίζω τους κατοίκους της, έχουν προφορά από τη βόρεια ακτή ή από τον νότο του Οριέντε ή μια συμπεριφορά φυλετική που σε τίποτα δεν μοιάζει με την πόλη που μου σύστησαν όταν ήμουν παιδί. Οι άνθρωποι που έρχονται να κατοικήσουν εδώ έχουν τη συμπεριφορά των Αϊτινών. Τρώνε όρθιοι με το πιάτο στο χέρι ή περπατούν μασουλώντας στους δρόμους του Σέντρο Αβάνα, του Λα Λίσα, του Ελ Σέρο. Οι βρισιές και οι επιθέσεις αποτελούν μέρος του τοπίου, τα όμβρια ανοίγουν τάφρους ανάμεσα στα πεζοδρόμια και η μουσική πάλλεται ανταγωνιζόμενη και νικώντας τη σιωπή ή τους καλούς τρόπους. Γυρνώντας στους δρόμους της για να βρεις τρόφιμα ή να διεκπεραιώσεις διάφορες ανειλημμένες υποχρεώσεις, καταλήγεις είτε να ουρλιάζεις είτε βουβός από οργή. Η Αβάνα αρχίζει να γίνεται εχθρός σου· οι κάτοικοί της, η χαμένη άνεση, η αδυναμία να είσαι καλά, όλα συνεργάζονται εναντίον σου. Αυτός ο τόπος που υπήρξε θεσπέσιος τώρα σου επιτίθεται».
Η αμφισβήτηση ήταν κάτι που είχε γεννηθεί πολύ νωρίς μέσα της. Όχι αναίτια:
«Όχι, δεν πάω σε γιατρό στην Κούβα, γιατί από παιδί πίστευα ότι στο εργαστήριο του πατέρα μου διοχέτευαν δηλητήριο σε όσους ήταν ύποπτοι ή ενοχλητικοί για το σύστημα. Μάλιστα εξακολουθώ να πιστεύω ότι σε όλους αυτούς πείραζαν τα φρένα για να χαθούν στον αέρα μια και καλή, παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά περί φαρμακευτικής δηλητηρίασης τα οποία απειλούσαν να δημοσιοποιήσουν αν συνέχιζαν να τους ασκούν πιέσεις. Όταν σκεφτόμουν την κόλαση που ζούσαν οι γονείς μου στο Πολο Σιεντίφικο δεν ήμουν καθόλου διατεθειμένη να γίνω μέρος αυτού του αόρατου σχεδίου…»
Η ψυχρολουσία, όμως, έρχεται όταν η Κλέο φεύγει για την Ευρώπη, για να παραλάβει το βραβείο της. Στο αεροδρόμιο, κάποιος άγνωστός της, της ανακοινώνει ότι το βιβλίο της δεν θα εκδοθεί στην Κούβα, ούτε το βραβείο της θα ανακοινωθεί. Τούτο γιατί, πίσω απ’ όλα αυτά κρυβόταν «ο ιμπεριαλισμός».
Η δεύτερη ψυχρολουσία έρχεται όταν συναντά παλιούς της φίλους και ομότεχνους:
«…όσο μιλούσαν συνειδητοποιούσα ότι με είχαν αναβαθμίσει στην κατηγορία των αντιφρονούντων. Γιατί; Δεν είχε να κάνει με την ποίησή μου, είχε να κάνει με την κοινωνική μου κατάσταση, αυτή που μου είχαν κατασκευάσει από μόνοι τους χωρίς να το καταλάβω. Έπρεπε να με τοποθετήσουν κάπου, δεν είχε σημασία αν αυτό το μέρος ήταν υπαρκτό, έπρεπε να μου κρεμάσουν μια ταμπέλα κι έτσι έκαναν. Κανείς δεν με ρώτησε αν η καρδιά μου βρισκόταν αριστερά η δεξιά, κανείς δεν μάντεψε ποια ήταν η θέση μου σε σχέση μ’ αυτήν την πολυετή κυβέρνηση. Αυτό το είχαν αποφασίσει ήδη για λογαριασμό μου. Ήμουν μια αντιφρονούσα και με ‘‘πρόσεχαν’’».
Ο κλοιός, γύρω της, στενεύει όταν στην Κούβα την επισκέπτεται ο Στινγκ για να της ζητήσει ποιήματά της για μελοποίηση. Παράλληλα αρχίζει και η απόρριψή της από τους εκτός Κούβας φίλους της κουβανούς, οι οποίοι τη θεωρούν κυβερνητική κατάσκοπο. Το καθεστώς ήξερε πολλούς τρόπους για να υφάνει την απομόνωσή της.


Αυτά ήταν μόνο η αρχή. Η μεγάλη περιπέτειά της αρχίζει όταν ένας ηθοποιός του Χόλυγουντ την επισκέπτεται και την πληροφορεί πως θέλει να κάνει κινηματογραφική ταινία την ζωή τού πατέρα της, που δεν είναι αυτός που μέχρι τότε γνώριζε εκείνη, αλλά άλλος, στενός σύντροφος του Τσε, ήρωας και θύμα μιας επανάστασης.
Πλέον κάθε της κίνηση παρακολουθείται και καταγράφεται. Κάμερες και μικρόφωνα υπάρχουν σε όλους τους χώρους τού σπιτιού της. Επισκέψεις κυβερνητικών υπαλλήλων γίνονται καθημερινό φαινόμενο. Η ζωή της σε κοινή θέα, ακόμα και οι ερωτικές στιγμές.
Ένα της ποίημα εκφράζει απόλυτα την απάνθρωπη περιπέτειά της:
«Προσπαθώ να μην νιώθω ότι με παρακολουθούν
Να μην νιώθω τη νευρωτική μελωδία
Όμως με καταδιώκουν   
    το ξέρω απ’ όλα όσα μου λείπουν
απ’ τα παραβιασμένα αντικείμενα
Βγάζουν την καρδιά σου από το σπίτι
Αποσπούν τα έγγραφα και την προσκόλληση
Σκοτώνουν την ψυχή των φωτογραφιών
Σπάνε τον κύκλο της εμπιστοσύνης σου
Καταγράφουν τα παλτά σου
   και αποκεφαλίζουν τα παιχνίδια
Γδύνεσαι ανάμεσα σε τοίχους από διάφανο γυαλί
Ζεις σημαδεμένη βιντεοσκοπημένη ηχογραφημένη
Κλέβουν την εικόνα σου απ’ τους καθρέφτες
Εξορίζουν την ψυχή σου
Ορίζουν την ύπαρξή σου
Διαταράσσουν την εσωτερική τάξη των πραγμάτων
Ανακαλύπτουν τις αδυναμίες σου και ασχολούνται
   με το τραύμα μέχρι να το μετατρέψουν σε ουλή
Πάντα πίστευες ότι δεν είσαι τίποτα
 αλλά τώρα είσαι
το δικό τους τίποτα».

Έκανα αναφορά πιο πάνω σε ερωτικές στιγμές. Ναι, και αυτών η περιγραφή είναι συγκλονιστική, ανάγλυφη.
Όπως ανάγλυφες είναι οι περιγραφές της για τις ταπεινώσεις που βιώνει, καθώς και για την λογοκρισία στην οποία υποβάλλονται τα γραπτά της:
«…Η λογοκρισία και ο λογοκριτής στην Κούβα αποτελούν μια εξέχουσα συνένωση. Κανείς δεν ξέρει ποιος σε ελέγχει και κανείς δεν θα μάθει ποτέ γιατί αυτός ο άγνωστος σε λογόκρινε. Μια γραμματέας σε υποδέχεται και σου επιστρέφει το ή τα πρωτότυπα, ενώ ταυτόχρονα ρωτά στο τηλέφωνο την κόρη της τι να μαγειρέψει το βράδυ.
»Εσένα τιμωρούν ή τα βιβλία σου; Οι ιδέες σου ή η δράση σου είναι αυτό που λογοκρίνεται;
[…]
»Εσύ η ίδια διώκεσαι ή μήπως οι ιδέες σου είναι αυτό που πραγματικά κυνηγούν;
»Ποιες ιδέες; Έχω πολλές ιδέες για κάθε θέμα. Η ποίηση αποτελεί όντως κίνδυνο γι’ αυτή τη χώρα; Μήπως εσύ ο ίδιος διώκεις τελικά τον εαυτό σου;
»Τους λογοκριμένους συγγραφείς, τους εκπατρισμένους και τους εξοστρακισμένους τους σκοτώνει η αυτοφαγία. Πολλοί παγιδεύονται ανάμεσα στον πολιτικό φθόνο και τον λογοτεχνικό φθόνο…
[…]
»Πώς ξέρει κανείς ότι έχει υποστεί λογοκρισία από το κράτος;
»Οι συγγραφείς που δεν βλέπουμε τα έργα μας να εκδίδονται εγκαίρως στις χώρες καταγωγής μας, οι συγγραφείς που απομακρυνόμαστε από την πολιτισμική διαδικασία της χώρας στην οποία γεννηθήκαμε, καταλήγουμε να μιλάμε με και για τον εαυτό μας, να κάνουμε πρωταγωνιστές τους δημίους μας· καταλήγουμε σφραγισμένοι σαν χρηματοκιβώτια, μαλώνουμε με αόρατους εχθρούς, γράφουμε για όλα αυτά στα μυθιστορήματά μας· καταλήγουμε μπλοκαρισμένοι στο ασανσέρ του φόβου, σπάζοντας κάθε επικοινωνία με μια άλλη πραγματικότητα, εκείνη των υπόλοιπων θνητών. Μονοθεματικοί και νευρωτικοί, οι Κουβανοί συγγραφείς τρελαινόμαστε και αρρωσταίνουμε από ανεπανόρθωτα πάθη. Χάνουμε τον άξονα. Χανόμαστε, υποτασσόμαστε, μας νικούν η μετριότητα, ο τρόμος και, κυρίως, η αρρώστια της Κούβας…»


Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που σε μας, οι οποίοι εδώ και εβδομήντα χρόνια, με εξαίρεση την επτάχρονη δικτατορία τών συνταγματαρχών, είναι άγνωστες. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει λογοκρισία και ανελευθερία, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Και όμως, στην μακρινή Κούβα, ακόμα και στον 21ο αιώνα, αυτές αποτελούν την δραματική πραγματικότητα:
«Στα ταξίδια μου έχω και πάλι πρόσβαση στο Ίντερνετ, ξαναλέω τις αλήθειες μου με κανονική φωνή, μπορώ ακόμα να φωνάξω τα πιστεύω μου… Ναι, αξίζει τον κόπο μια ώρα ξεψαχνίσματος προκειμένου τελικά να πετάξω ελεύθερη για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή· γιατί το ξέρω, το ξέρουμε όλοι, γεννήθηκα σε αιχμαλωσία και, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν θα μάθω άλλον τρόπο να γεράσω. Καλυμμένο στόμα κι η αγωνία να ρίχνει τα δάκρυά μου στο πιάτο με το φαγητό της φαντασίας μου…»
Ανάμεσα στα μύρια όσα εμπόδια συναντά, η αφηγήτρια / συγγραφέας, καθώς αναζητά την αλήθεια για το ποιος είναι ο πατέρας της, φτάνει σ’ αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αποκάλυψη. «Η ιστορία δεν είναι αυτό που επιθυμεί κανείς να αφηγηθεί, παρά αυτό που η ίδια σου υπαγορεύει καθώς σου αποκαλύπτεται», γράφει στην προμετωπίδα τού ΧΙ κεφαλαίου. Ένας παλιός πράκτορας, ετοιμοθάνατος από καρκίνο, ξέρει καλά ποιος ήταν ο Μαουρίσιο Ροντρίγκες: Επιστήθιος φίλος τού Τσε, δεύτερος στην ιεραρχία.
«…αυτό που έγινε με τον Μαουρίσιο Ροντρίγκες, όλοι το ξέρουν εδώ πέρα, αλλά λίγοι έχουν τ’ αρχίδια να το πούνε, εγώ ήμουν σ’ εκείνο το απόσπασμα… Ο Μαουρίσιο έβγαλε το Ρόλεξ και το παρέδωσε στον αξιωματικό που τον οδήγησε στο απόσπασμα.
[…]
»…Ο Μάτσο, έτσι τον λέγαμε εμείς στη Σιέρα, γιατί ήταν μεν παιδάκι όταν ανέβηκε, αλλά είχε ψυχή άντρα, τράγου. Ο Μάτσο έβγαλε το ρολόι που του είχε χαρίσει ο Κομαντάντε αυτοπροσώπως, το έδωσε στον Τούρκο, κι όπως είχε ζητήσει απ’ όταν βρισκόταν ακόμα στο κελί, αυτός τέθηκε και επικεφαλής της εκτέλεσής του. Το είδα με τούτα εδώ τα μάτια που θα τα φάει το μαύρο σκοτάδι. Κι έτσι, δυο-τρεις τυμπανισμοί, αδερφέ, επί σκοπόν, πυρ! Και πάει».
Η αλήθεια πληγώνει; Λυτρώνει;
Ο αναγνώστης θα φτάσει ο ίδιος στην απάντηση, καθώς με κομμένη την ανάσα βαδίζει στο τέλος τής ιστορίας, μιας μοναδικής ιστορίας, καθηλωτικής σε κάθε της πτυχή.

Αγιόκαμπος Λάρισας, 4 - 7 - 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια