Breaking News

Όταν η νεολαία δεν βλέπει μέλλον μπροστά της...


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
---------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
---------------------------------------



Τζέφρυ Ευγενίδης:


Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ



Για το «Middlesex, Ανάμεσα στα δύο φύλα» τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Έχει επίσης τιμηθεί και με τα βραβεία «Whiting Writer's Award», και «Harold D. Vursell Award», από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων. Το «Αυτόχειρες παρθένοι» έγινε ταινία το 1999, με τη σκηνοθεσία τής Σοφίας Κόπολα.

Αν η γραφή τού Τζέφρυ Ευγενίδη δεν διακρινόταν για το λεπτό της χιούμορ, τις έντονες ριπές σαρκασμού και την παιγνιώδη διάθεση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι βιβλίο που βαδίζει στα χνάρια αρχαίας τραγωδίας, με την απόγνωση να επισκιάζει κάθε εκδήλωση της ζωής τών νέων τής Αμερικής. Όμως, όχι. Ο Τζέφρυ Ευγενίδης αποδεικνύει, απ’ αυτό το πρώιμο βιβλίο του, πως έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσει την απόγνωση σε ελπίδα, να εστιάζει εκεί όπου το κοινωνικό σώμα αποφεύγει να σταθεί.
Μια περιγραφή τού κλίματος της εποχής:
«Μάθαμε πως σημειώνονταν ογδόντα αυτοκτονίες τη μέρα στην Αμερική, τριάντα χιλιάδες τον χρόνο, πως μια απόπειρα αυτοκτονίας συνέβαινε κάθε ένα λεπτό, μια πετυχημένη αυτοκτονία κάθε δεκαοχτώ λεπτά, ότι οι τρεις στους τέσσερις άντρες ολοκλήρωναν την απόπειρα, αλλά τρεις φορές περισσότερες γυναίκες την αποτολμούσαν, ότι περισσότεροι λευκοί παρά μη λευκοί αυτοκτονούσαν τελικά, ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών στους νέους (15-24) είχε τριπλασιαστεί τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, ότι η αυτοκτονία ήταν η δεύτερη κατά σειρά αιτία θανάτου μεταξύ των μαθητών γυμνασίου…»
Σ’ αυτό το κλίμα στήνει την μυθοπλασία του εστιάζοντας στη σταδιακή αυτοκτονία πέντε θυγατέρων τής οικογένειας Λίσμπον, ζωγραφίζοντας, παράλληλα, αριστοτεχνικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν οι νέοι τού αμερικανικού μικρόκοσμου.
Τερέζ, 17χρονη, Μέρυ, 16χρονη, Μπόννι, 15χρονη, Λουξ, 14χρονη και Σεσίλια, 13χρονη. Η Σεσίλια θ’ αυτοκτονήσει πρώτη. Είχε προηγηθεί μια ανεπιτυχής απόπειρα. Τότε, ο γιατρός που της έραψε τις κομμένες φλέβες, της είχε πει:
«Τι δουλειά έχεις εδώ γλύκα μου; Δεν έχεις καν την ηλικία για να ξέρεις πόσο χάλια είναι η ζωή». Η απάντηση της νεαρής ήταν: «Προφανώς, γιατρέ δεν υπήρξε ποτέ δεκατριάχρονο κορίτσι..»
Πόσο εύκολο είναι να μπει κανείς στον κόσμο ενός 13χρονου κοριτσιού; Ο Ευγενίδης το επιχειρεί μέσα από τις αφηγήσεις τών νεαρών συμμαθητών και γειτόνων της, προσέγγιση ιδιαίτερη που αποτυπώνει ένα κοινωνικό πλέγμα άγνωστο στους ενήλικες.
Όταν οι νεαροί φίλοι των πέντε κοριτσιών θα διαβάσουν το ημερολόγιο της νεκρής Σεσίλια, θα περιγράψουν τις νεοαποκτηθείσες γνώσεις τους:
«…Μάθαμε πώς έτσουζε ο χειμωνιάτικος άνεμος που σου σήκωνε ψηλά τη φούστα, και πόσο πονούσε να κρατάς τα γόνατά σου ενωμένα στην τάξη και πόσο βαρετό και εξοργιστικό ήταν να πηδάς σκοινάκι, ενώ τα αγόρια έπαιζαν μπέιζμπολ. Δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε γιατί τα κορίτσια νοιάζονταν τόσο πολύ να ωριμάσουν, ή γιατί ένιωθαν την υποχρέωση να κάνουν φιλοφρονήσεις η μια στην άλλη, αλλά μερικές φορές, ενώ ο ένας από μας διάβαζε ένα μεγάλο κομμάτι από το ημερολόγιο φωναχτά, αναγκαζόμασταν να καταπνίγουμε την παρόρμηση ή να πούμε ο ένας στον άλλον τι όμορφοι που ήμασταν. Νιώθαμε τη σκλαβιά ήταν να είσαι κορίτσι, πώς έκανε το μυαλό σου δραστήριο κι ονειροπόλο και πώς κατέληγες να γνωρίζεις ποια χρώματα ταίριαζαν μεταξύ τους. Ξέραμε πως τα κορίτσια ήταν τα δίδυμά μας, πως όλοι υπήρχαμε στο διάστημα ως ζώα με πανομοιότυπο δέρμα και πως εκείνες ήξεραν τα πάντα για μας, ενώ εμείς δεν μπορούσαμε διόλου να τις καταλάβουμε. Ώσπου στο τέλος καταλάβαμε πως τα κορίτσια ήταν στην πραγματικότητα γυναίκες μεταμφιεσμένες, πως καταλάβαιναν τον έρωτα, ακόμα και τον θάνατο, και πως η δική μας δουλειά ήταν απλώς να κάνουμε τον θόρυβο που έδειχνε να τις γοητεύει…»
Απάντηση, στο αν τα κορίτσια καταλάβαιναν τον θάνατο, αναλαμβάνει να δώσει η ελληνίδα γιαγιά τού συγγραφέα, η «γριά κυρία Καραφίλη», την οποία «αυτό που την εξέπληττε δεν ήταν ο θάνατος, αλλά η ισχυρογνωμοσύνη της ζωής. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς οι Λίσμπον σιωπούσαν έτσι, γιατί δεν ούρλιαζαν προς τα ουράνια, γιατί δεν τρελαίνονταν. Βλέποντας τον κύριο Λίσμπον να τοποθετεί τα λαμπιόνια των Χριστουγέννων, κουνούσε το κεφάλι της και μουρμούριζε…
[…]
»Ο Δήμος (γιος της γιαγιάς / πατέρας του συγγραφέα – υποθέτω), μας το εξήγησε ως εξής: ‘‘Εμείς οι Έλληνες είμαστε κυκλοθυμικοί τύποι. Η αυτοκτονία έχει νόημα για μας. Το να στήνεις χριστουγεννιάτικα φωτάκια, μετά την αυτοκτονία της κόρης σου – αυτό δεν έχει νόημα. Κείνο που η γιαγιά μου δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει με την Αμερική ήταν το γιατί όλοι παρίσταναν πως ήταν ευτυχισμένοι όλη την ώρα».
Άραγε, «γιατί όλοι παρίσταναν πως ήταν ευτυχισμένοι όλη την ώρα»; Αυτό το ερώτημα πραγματεύεται ο Ευγενίδης σε όλα του τα βιβλία, ξεφλουδίζοντας πολλές επιφάνειες της αμερικάνικης ζωής.
Σε κάποια στιγμή θα γράψει μια ακόμα αλήθεια: «…ακόμα και οι φοιτητές των κολεγίων, ελεύθεροι να μπεκρουλιάζουν και να συνουσιάζονται, οδηγούνται σε μεγάλο ποσοστό μόνοι τους στο τέλος τους. Φανταστείτε πώς ήταν για τις νεαρές Λίσμπον, να είναι κλεισμένες μέσα στο σπίτι τους, χωρίς το στερεοφωνικό στη διαπασών ή κάνα τσιγαρλίκι πρόχειρο».
16 Ιουνίου, ένα χρόνο ακριβώς μετά την αυτοκτονία τής μικρότερης αδελφής, επιχειρούν να αυτοκτονήσουν και οι άλλες τέσσερις, στήνοντας ένα αλλοπρόσαλλο σκηνικό, προκειμένου να αποσπάσουν την προσοχή συμμαθητών τους. Τα καταφέρνουν οι τρεις, πληρώνοντας την απαράδεκτη συμπεριφορά των σεμνότυφων γονιών τους με το σκληρότερο νόμισμα. Η τέταρτη, που διασώζεται, θα επιχειρήσει και πάλι, λίγο καιρό αργότερα, και η προσπάθειά της εκείνη τη φορά θα έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η οικογένεια Λίσμπον θα ακολουθήσει την μοίρα τής πόλης τού Ντιτρόιτ (όπου διαδραματίζεται η υπόθεση), μετά την κατάρρευση της αυτοκινητοβιομηχανίας (Ford, Chrysler και General Motors): θα νεκρωθεί πλήρως.
Στο «γιατί;», που αιωρείται στην ατμόσφαιρα, μια ψυχολόγος θα δώσει την λακωνική απάντηση: «Όταν η νεολαία δεν βλέπει μέλλον μπροστά της».

Ο Ευγενίδης υφαίνει ένα μυθιστόρημα με σχολαστική επιμονή στην ψυχολογία τών νέων και κατορθώνει να περιγράψει όλα όσα στήνουν τον καμβά τής ζωής τους, αρνητικά και θετικά. Το ιδιαίτερο ύφος του κρατά τον αναγνώστη στις σελίδες του, γεγονός σημαντικό για ένα βιβλίο που πραγματεύεται ένα τόσο σκληρό θέμα.

Αγιόκαμπος Λάρισας, 23 - 6 - 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια