Google+ Followers

Ο αξιότιμος Λαρισαίος κύριος Κώστας Τσιρόπουλος



Μια μνήμη



Δεκέμβριος 1971.
Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, ένας δόκιμος της σχολής υπαξιωματικών Χωροφυλακής, παρατηρεί τα βιβλία στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου. Ανοίγει διστακτικός την πόρτα και ζητά ν’ αγοράσει δυο βιβλία: «Αυτοψία της εποχής» και «Η μαρτυρία του ανθρώπου». Συγγραφέας: Κώστα Τσιρόπουλος.
Καθώς ετοιμάζεται να βγει, ένας ευγενής κύριος, τον ρωτά αν τον ενδιαφέρει ο κόσμος της φιλοσοφίας και αν γνωρίζει τον συγγραφέα. Ο δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, συνεσταλμένος, απαντά πως προσπαθεί να τον γνωρίσει (τον χώρο της φιλοσοφίας), ενώ τον συγγραφέα για πρώτη φορά θα τον διαβάσει.
Ο ευγενής κύριος θα τον ρωτήσει:
«Από πού είστε;»
«Από τη Λάρισα, κύριε…»
Πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του κυρίου.
«Είμαστε πατριώτες. Κι εγώ Λαρισαίος είμαι. Χαίρομαι που σ’ ενδιαφέρει το βιβλίο και ασχολείσαι μ’ αυτό, αν και η Χωροφυλακή που υπηρετείς δεν φημίζεται για τις καλές σχέσεις της με το βιβλίο».
«Μου αρέσει το διάβασμα. Και κάπου - κάπου προσπαθώ να γράψω. Έχω δημοσιεύσει δυο-τρία διηγήματα στην τοπική εφημερίδα, την Ελευθερία…»
«Τι μου λες; Ο πατέρας μου, κάποτε, ήταν αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος…»
Ο νεαρός δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ξανακοίταξε τα εξώφυλλα των βιβλίων.
«Σεις είστε ο Κώστας Τσιρόπουλος;»
Ένα χαμόγελο του συνομιλητή του, τον βεβαίωνε πως βρισκόταν απέναντι στον συγγραφέα.

Νοέμβριος 1976.
Ο υπαξιωματικός της Χωροφυλακής επιστρέφει στην Αθήνα μετά από τέσσερα και κάτι χρόνια στα Σέρβια της Κοζάνης, στο Σκαλοχώρι Βοΐου, στο Λιβάδι Ελασσόνας. Στα χρόνια αυτά, συχνά ταξιδεύει στα δυο βιβλία τού Τσιρόπουλου, πασχίζοντας να μπει στον γοητευτικό στοχασμό του Τσιρόπουλου.
Εκείνο που τον καθηλώνει στις σελίδες των βιβλίων αυτών είναι η τρυφερότητα της διαλεκτικής τού συγγραφέα, καθώς εκείνος αντιμετωπίζει την ανθρώπινη αγωνία μέσα σε μια ολότητα ζωής με εντελώς συγχωρητική διάθεση.
Με λόγο θαρραλέο ο Τσιρόπουλος αποκαλύπτει έναν άλλο Χριστιανισμό, μιαν άλλη θρησκεία, εντελώς διαφορετική από εκείνη που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι ο Χριστιανισμός των ταπεινών, είναι η θρησκεία της παρηγορίας, αυτή που αρνείται τόσο τα κοσμικά στοιχεία, όσο και τις προγονικές προκαταλήψεις.
Στην Αθήνα του 1976, ο αέρας της μεταπολίτευσης επιτρέπει τη γέννηση μιας άλλη πνευματικότητας. Νέοι συγγραφείς, νέα συνθήματα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλεί με τον Μάνο Χατζιδάκι περισσότερο απ’ ό,τι με τους υπουργούς του. Η Μ. Μερκούρη απευθύνεται με επαναστατική διάθεση στις μάζες. Όλα μοιάζουν καινούργια.
 Ο χώρος στη στοά της Πανεπιστημίου 10, γίνεται ένα κρησφύγετο και παράλληλα ένα ορμητήριο Ιδεών.
Με δέος παρακολουθώ τη σιωπή κάποιων ανθρώπων, που η πνευματικότητά τους δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και σταθμά. Κεντρικό θέμα στις συζητήσεις η αγωνία για τον Ελληνισμό, η διαλεκτική της δημοκρατίας, το νόημα της ελευθερίας.
Με τα τεράστια γυαλιά του ο Π. Κανελλόπουλος, συγχωρητικός και απολογητικός πρώτα με τον εαυτό του. Ήδη έχει κυκλοφορήσει το μεγαλύτερο από την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» και ξέρει πως έχει αγκαλιάσει την αιωνιότητα.
Με τη σιωπή του ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Ξέρει πως ο τόπος απαλλοτριώνεται. Οι Έλληνες δεν αγαπάνε την Ελλάδα. Μετά την ογκώδη «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», ο μεγάλος Δάσκαλος ιδρύει και λειτουργεί στη γενέτειρά του την Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας «Ο Πλήθων». Γνωρίζει, όμως, πως η υπόθεση του Ελληνισμού είναι χαμένη, όπως γνώριζε και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, όταν αναλάμβανε την αυτοκρατορία, πως η Κωνσταντινούπολη ήταν χαμένη. Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» εκδίδει τη μελέτη του «Το 21 και ο σύγχρονος Ελληνισμός». Αργότερα θα εκδώσει και το μεγάλο δοκίμιό του «Ευρώπη και Σοσιαλισμός».
Με τη γλυκύτητά του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Είχε ήδη εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στον Κώστα Τσιρόπουλο και στις «Εκδόσεις των φίλων» εμπιστεύεται την έκδοση των «Διαλόγων σε Μοναστήρι» και της «Πολιτικής». Αργότερα θα εκδώσει τα «Αισθητικά Μελετήματα», τη «Θεωρία της Τέχνης», τη «Λογοδοσία μιας ζωής» κ. ά. 
Είναι οι τρεις της Χαϊδελβέργης.
Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» δίνει άλλη διάσταση στην πνευματική τους κατάθεση…


Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί.
Ο Κώστας Τσιρόπουλος συγκεντρώνει στον χώρο της «Ευθύνης» δεκάδες προσωπικότητες. Εκεί και ο αυστηρός Άγγελος Τερζάκης. Δέος μπροστά στον συγγραφέα της «Πριγκηπέσσας Ιζαμπώ». Ήδη η δημόσια τηλεόραση μεταφέρει τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» του. Ήδη έχει εμπιστευθεί στον Κώστα Τσιρόπουλο το «Οι απόγονοι του Κάιν» και το «Ποντοπόροι».
Τον ακούω ένα βράδυ να διαβάζει ένα απόσπασμα από το είσαγωγική του σημείωμα: «Γεννηθήκαμε ποντοπόροι, δηλαδή όντα που αρματώνουν καράβια, ξεκινάνε για νέες, άγνωστες ηπείρους και δεν ξέρουν ότι εκείνο που τους ξεσηκώνει τα μυαλά, που φουσκώνει την καρδιά τους, είναι η μαγεία του ωκεανού, ο έρωτας της περιπέτειας, το άγνωστο, που περιέχει ένα κυρίως ελκυστικό περιεχόμενο: Να είναι θανατηφόρο».
Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν μέχρι το θάνατό του, ο ευγενής κύριος Κώστας Τσιρόπουλος, - εκ Λαρίσης, που τον αγνοεί επιδεκτικά - θα συγκεντρώσει δεκάδες σημαντικότατα άρθρα – δοκίμια του Άγγελου Τερζάκη και θα να παραδώσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά στις επόμενες γενιές, που θ’ αγνοήσουν προκλητικά τη σκέψη και το έργο τόσο του Τερζάκη, όσο και του Τσιρόπουλου. «Προσανατολισμός στον αιώνα», «Οδοιπόροι μιας εποχής», «Σε καμπή ιστορίας» κ.ά.
Εκεί, στο κρησφύγετο – ορμητήριο του Κώστα Τσιρόπουλου και άλλοι μεγάλοι. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο άνθρωπος που τόσο απλά μίλησε για τα προβλήματα της εποχής με το «Ο στοχασμός και ο λόγος», το «Ομιλίες της γυμνής ψυχής», το «Ο σύγχρονος άνθρωπος», το «Οι σκληροί καιροί», το «Ή σιωπή και ο  λόγος», το «Ερρήμην των Ελλήνων» και με άλλα πολλά.
Εκεί και ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης με την πρωτοπόρα σκέψη του που τη δονούσε η μεταφυσική του Χριστιανισμού. Νεότερος όλων, μάλλον. Είχε ήδη εκδώσει τα δοκίμια «Προοπτικές» από το βιβλιοπωλείο της «Δωδώνης». Είχε γράψει ήδη την εκπληκτική παρουσίαση του μεγάλου Θεσσαλονικιού ποιητή – και αδικημένου – Γιώργου Θέμελη. Είχε ήδη τιμηθεί με το Βραβείο της Εθνικής Τραπέζης για το δοκίμιό του «Η εσωτερική διάσταση» και με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το «Η τραγωδία της ιστορίας». Δυο χρόνια μετά θα τιμηθεί από τη Ακαδημία Αθηνών για το «Αγραυλούντες» και ανέσως μετά «Οι εκδόσεις των φίλων» θα εκδώσουν το σημαντικότατο «Ο έγκοπος λόγος».
Η δραστηριότητα της μικρής παρέας που ηγείται ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν σταματάει εδώ. Αυτό είναι ένα πολύ μικρό μέρος.
Οι «Εκδόσεις των φίλων» είναι ο κήπος μιας ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που αντικρίζει κατάματα τη μεταφυσική του Χριστιανισμού, που αρνείται τον κοσμικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, που θέτει σε νέα βάση την αγωνία του ανθρώπου. Κάθε έκδοσή της αποτελεί και έναν σταθμό κριτικής σκέψης.
Όμως ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν μένει μόνο στον δοκιμιακό του λόγο και στις εκδόσεις.

Επιχειρεί ένα θαρραλέο βήμα.
Είναι η εποχή που ο αριστερισμός γίνεται μόδα, σημαία, λατρεία. Άλλωστε στο βάθος του κάδρου ο πολιτικός με το ζιβάγκο ανοίγει τα χέρια του και επαγγέλλεται την πολιτική των φτωχών. Βγαίνει από τα αριστερά του Κ.Κ.Ε. ξεδοντιάζοντάς το. Ευαγγελίζεται για τους Έλληνες πολλά «έξω». Έξω από το ΝΑΤΟ, έξω από την ΕΟΚ,  έξω απ’ οτιδήποτε φαντάζει δυναστευτικό.
Οι Έλληνες διανοούμενοι εμφανίζονται μάλλον αποπροσανατολισμένοι. Ο Κώστας Τσιρόπουλος, όμως, επιμένει. Δεν μπορεί να δει τη σωτηρία του ανθρώπου έξω από τον αυθεντικό λόγο της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να δεχτεί μια διαλεκτική χωρίς την απόλυτη ελευθερία σκέψης. Έχει τ’ αυτιά του ανοιχτά σε κάποιες φωνές που έρχονται από την Ευρώπη και μιλούν για τη σύγχρονη τραγωδία του ανθρώπου. Πρόκειται για τις φωνές των αντιφρονούντων Ρώσων – και όχι μόνο - συγγραφέων και επιστημόνων.
Ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι άλλοι άνθρωποι της «Ευθύνης» προχωρούν στην ελληνική έκδοση του «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤ», που είναι το «Ελεύθερο βήμα Ρώσων και ανατολικοευρωπαίων συγγραφέων». Ελληνικός τίτλος: «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».
Σολζενίτσιν, Σαχάροβ, Ιονέσκο, Τζίλας, Μιδζέντι, Σιανιάφσκι, Μιχαήλοβ, Ντούμπτσεκ, Μαξίμοφ, Μπουλγκάκοφ, Χάβελ είναι κάποια από τα ονόματα που δημοσιεύουν την κριτική τους σκέψη – διαμαρτυρία απέναντι σε καθεστώτα που συνθλίβουν την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο Κώστας Τσιρόπουλος ξεγυμνώνει την αριστερή προπαγάνδα που ήθελε να παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως σωτήρα της ανθρωπότητας, όταν στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εξοντώνονταν αδίστακτα χιλιάδες ελεύθερες συνειδήσεις. Ένα μικρό απόσπασμα από την «Αμφισβήτηση του κατεστημένου» (Εκδόσεις των φίλων – 1975),που είναι σαν να γράφεται για τις μέρες μας:
«Μπορούμε πάντως να πούμε πως μια καταπληκτικά οργανωμένη προπαγάνδα, με οξύτατη γλωσσική αίσθηση που ξέρει να ζυγιάζει σωστά κάθε λέξη και με βαθύτατη γνώση της ψυχολογίας των μαζών αλλά και της ψυχολογίας που δημιουργείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα, κατόρθωσε ώστε τίποτα απ’ ό,τι ενδιαφέρει και αναφέρεται στον κομμουνισμό να μην ονοματίζεται με το αληθινό του όνομα. Το κομμουνιστικό κίνημα έτσι παρουσιάζεται πάντα από τους βιαστικούς κι επιπόλαιους συχνά δημοσιογράφους του Δυτικού κόσμου, με τον χαρακτηρισμό που εκείνο το ίδιο σοφά διάλεξε: ‘‘δημοκρατικές δυνάμεις’’, ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’, ‘‘φιλελεύθεροι πολίτες’’, και στις έσχατες περιπτώσεις ‘‘αριστερά’’ και κάποτε ‘‘άκρα αριστερά’’ – ενώ οι αντίπαλοι είναι πάντα ‘‘σκοταδιστές’’, ‘‘αντιδραστικοί’’, ‘‘οπορτουνιστές’’ κ.λ.».
Από τη μια η «ΕΥΘΥΝΗ» με τα αφιερώματά της, λοιπόν, από την άλλη η «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».
Η αγκαλιά των «Εκδόσεων των φίλων» διευρύνεται. Ο κύκλος μεγαλώνει. Απέναντι στο αστείο ως και γελοίο ερώτημα «πού είναι οι διανοούμενοι;» ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι συν-μαχητές του έχουν να παρουσιάσουν τεράστιο έργο.
Αλλά ένας λαός που λατρεύει την υποκουλτούρα δύσκολα ν’ αναζητήσει έργα που αναγκάζουν τον νου να δουλέψει. Μένει στην ημιμάθειά του και στην χυδαία καραμέλα πως ξέρει τα πάντα.
Ας είναι…

Και ο θάνατος παρών…
Στις 23 Φεβρουαρίου ο Κώστας Τσιρόπουλος πεθαίνει. Το πληροφορούμαι νωρίς το απόγευμα, από μια ανάρτηση του Γιώργου Γκέλμπεση, που έχει αναλάβει τη «Νέα Ευθύνη», τη διάδοχη κατάσταση στον εκδοτικό χώρο της πορείας χάραξαν «Οι εκδόσεις των φίλων».
Με περιέργεια παρακολουθώ τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όπως και τα πρωινά της επόμενης ημέρας. Ούτε μια λέξη. Αντίθετα, μαθαίνω για μια δημοπρασία που αφορά τουαλέτα της Λαίδης Ντι. Αν είχε βγει σε δημοπρασία και το σουτιέν της Μαντόνα, σίγουρα θα μάθαινα και λεπτομέρειες.
Ο Κώστας Τσιρόπουλος είναι ανύπαρκτος για τον δημοσιογραφικό κόσμο. Κανένας Αυτιάς ή Λυριτζής θ’ ασχοληθεί μαζί του. Αν είχε πεθαίνει κανένας μόδιστρος ή κομμωτής θα μαθαίναμε μέχρι και πόσες αποτριχώσεις είχε κάνει. Η Ελλάδα συνεχίζει να πεθαίνει μέσα στην αφασία της. Η Διδώ Σωτηρίου είχε γράψει: «Οι νεκροί μπορεί να περιμένουν». Γιατί όχι;
Μόνο που κάποιοι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς. Ένας απ’ αυτούς τους πολύ ζωντανούς νεκρούς θα είναι ο Κώστας Τσιρόπουλος. Άλλωστε ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα με τίτλο «Τα τροφεία» (26-5-1979) της συλλογής μελετημάτων του για φυσιογνωμίες του Νέου Ελληνισμού «Οι προλαλήσαντες» είχε γράψει για τους συνειδητούς, και ανήσυχους, αναγνώστες και τους συγγραφείς που νικούν τον χρόνο:
«Από το ανυποψίαστο όμως άγγισμα ενός βιβλίου ως τον έρωτα των βιβλίων, η απόσταση είναι μεγάλη. Την γεμίζει η παιδεία του ανθρώπου, το περιβάλλον μέσα κι έξω απ’ το σπίτι, αλλά σύντομα η ίδια η ύπαρξη φανερώνει τον εαυτό της και παίρνει την πρωτοβουλία στη συμπεριφορά της προς τα βιβλία.
»Εκείνη θα νιώσει αν το βιβλίο την αφορά κι αν την ορίζει. Κι αν αποφασίσει να προχωρήσει μέσα στο μυστήριο του λόγου, τότε η συμπλοκή της με τα βιβλία τής αποκαλύπτει μια περίεργη, συγκλονιστική πραγματικότητα: πως ανάμεσα στους νεκρούς που λάμνουν μισοσκεπασμένοι στάχτη στ’ ανοιχτά της ζωής, υπάρχουν κάποιοι νεκροί που είναι πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς: οι συγγραφείς.
»Αυτοί, κρατώντας στο στήθος τους την αθανασία του λόγου κατορθώνουν να διαπλεύσουν την πικρή τη λήθη και την άσπλαχνη σιγή τού κόσμου ξορκίζοντας τον θάνατο με τις λέξεις…»
Να διαισθανόταν, άραγε, ο Τσιρόπουλος πως μετά το θάνατό του θα έμεινε ζωντανός για κάποιους, έστω λίγους, εκλεκτούς όμως αναγνώστες; Πιστεύω πως, ναι. Είχε την, απαραίτητη προς τούτο, αυτογνωσία αλλά είχε και τη σεμνότητα που τον διαφύλασσε από ολισθήματα που χαρακτηρίζουν κενούς ανθρώπους. Ο Τσιρόπουλος ήταν γεμάτος από πνευματική ζωή και από μια δυσεύρετη αριστοκρατία. Άλλωστε με τον θάνατο είχε, ως γνήσιος στοχαστής, ιδιαίτερη σχέση. Διαβάζω μια συνέντευξη του 1968, που είχε δώσει στον Θανάση Νιάρχο με αιτία την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος, τα «Φαντάσματα» και που περιλαμβάνεται στη συλλογή συνομιλιών του Νιάρχου «Πραγματογνωμοσύνη της εποχής» (Εκδόσεις των φίλων – αχρονολόγητο):
«Γιατί πεθαίνουμε, γιατί όλοι μας πρέπει κάποτε να πεθάνουμε∙ ερώτημα που σοβαρότερο και συγκλονιστικότερο, δεν μπορεί να υπάρξει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν μια εποχή – και τέτοια είναι η δική μας – δεν μπορεί να δώσει απόκριση στο ερώτημα αυτό, ο πολιτισμός της περνά κρίση και οι άνθρωποι παραφρονούν μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου».
Απέναντι στην πραγματικότητα του θανάτου ο Κώστας Τσιρόπουλος θα θέσει τη μεταφυσική και την παρηγορία της Ορθοδοξίας.
Στα 1981 – είναι 51 χρονών τότε – κυκλοφορεί το δοκίμιό του «Πολιτισμός του σώματος», επιχειρώντας ν’ αγγίξει την εσωτερική φωνή της Τέχνης. Εκεί η συζήτηση με τον θάνατο γίνεται απόλυτα χειροπιαστή. Δηλώνοντας πως «η δημιουργία, είτε καλλιτεχνική είτε ερωτο-σαρκική, είναι πράξη τραγική», καταθέτει συνάμα πως «Η αγωνία της δημιουργίας πολιτισμού υπάρχει, επειδή ο άνθρωπος αγωνίζεται να προλάβει τον θάνατό του».
Στο ίδιο δοκίμιο φτάνει στο παρακάτω συμπέρασμα:
«Ο Άγιος υπερβαίνει τον θάνατό του και τον θάνατο του κόσμου με τη μεταφυσική του πίστη. Ο Ποιητής, ν’ αίσθημα προσωπικής αθανασίας, προσπαθεί να μεταπλάσει τον κόσμο και τον εαυτό του, να τον αθανατίσει, να τον καθαρίσει από τον μολυσμό του θανάτου και να τον προσφέρει στους ανθρώπους ως μορφή αθανασίας, μορφή που βρίσκεται πέρα και πάνω από τον θάνατο».
Πλέον ο Τσιρόπουλο, πιο ζωντανός από ποτέ, δεν μένει εδώ. Σεβόμενος τις απόψεις του για τη ζωή και το θάνατο, για την αγωνία του ανθρώπου και τον Θεό, λέω πως μάλλον αναπαύεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Αυτήν είχε και για πατέρα, αφού στα εννιά του, ορφάνεψε.
Για τον θάνατο άλλωστε της μητέρας του είχε γράψει και το απολογητικό του κείμενο «Μουσική», το 1989 (εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη), σκέψεις πάνω στη μουσική του Bruckner . Ξεχωρίζω ως επίλογο ένα αγωνιώδες ερώτημα:
«Αγάπης φωνές απελπισμένα φουντώνουν, δαγκώνοντας το σκληρό Ερώτημα: όποιος αγαπά, γιατί πεθαίνει;»

Λάρισα, Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017…
Η ώρα πλησιάζει εννιά το πρωί. Λέω να κλείσω εδώ το κείμενο που λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισα να γράφω για τον σημαντικό συμπατριώτη, που είχα κάπου επτά χρόνια να συναντήσω. Θυμάμαι κάποια μικρά παράπονα για συμπατριώτες κι εφημερίδες, που προκλητικά τον αγνόησαν.
Όμως με παρηγορεί η σκέψη πως ο φίλος Κώστας Λάνταβος, όταν διηύθυνε το περιοδικό «Γραφή», είχε αφιερώσει ένα τεύχος της στον Κώστα Τσιρόπουλο. Είναι ένα συλλεκτικό πλέον τεύχος και όλη η τιμή ανήκει στον φίλο Κώστα, που και ο ίδιος με τη σειρά του αποτελεί μια παρηγορία γόνιμης δημιουργίας για την πόλη.
Ίσως κάποια μέρα ευαισθητοποιηθεί και κάποια δημοτική αρχή και σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης, δώσει το όνομά του, αλλά προβεί και στην ανατύπωση της «Γραφής», μήπως και…



Μπροστά στον μεγάλο καρνάβαλο…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή 24-2-2017) 
-----------------------------------------------------------------------
Η ώρα του μεγάλου καρνάβαλου πλησιάζει. Πάτρα, Ξάνθη, Τύρναβος και δυο – τρεις δεκάδες πόλεις και κωμοπόλεις ετοιμάζονται πυρετωδώς για τη γιορτή του καρνάβαλου και όλων των ανά την Ελλάδα μασκαράδων.
Ο φετινός εορτασμός συμπίπτει με το μεγάλο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για την περίφημη πλέον «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ», την οποία κάποιοι τη θεωρούν ως θρίαμβο της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης με τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρήστο Σπίρτζη να  παραλληλίζει τις αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup με τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων και να δηλώνει πως: «Γιορτάζουμε σήμερα και την έξοδο από την κρίση».
Βέβαια ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Χρυσόγονος με μια πικρότατη δήλωση εξέφρασε την εκτίμησή του ότι είναι δύσκολο στα επόμενα δυο Eurogroup να υπάρξει πολιτική συμφωνία και ότι «θα μας φτάσουν με το πιστόλι στον κρόταφο μέχρι τη λήξη των ομολόγων τον Ιούλιο».

Την πραγματικότητα όμως θα την εκφράσει ο μεγάλος καρνάβαλος σε δυο μέρες, που με τη χοντρή κεφάλα του θα σαρκάζει για όσα γίνονται στην Ελλάδα του 2017.
Τι να συμβαίνει άραγε στη χώρα μας; Η μεγάλη ανάσταση κατά τον Σπίρτζη, ή η τέλεια αυτοκτονία; Φοβούμαι πως μάλλον το δεύτερο ισχύει.
Οι αυτοκτονικές τάσεις της χώρας είναι μια παλιά ιστορία. Την εκφράζει ανάγλυφα η παρουσία της ΑΕΠΙ, μιας εταιρίας που διαφέντευε η οικογένεια Πέτρου Ξανθόπουλου και είχε κατορθώσει να νομοθετεί – κυριολεκτικά – σε βάρος δεκάδων χιλιάδων καταστημάτων που λειτουργούσαν στον χώρο τους μουσική, ζωντανή, από ραδιόφωνο, από τηλεόραση, από οτιδήποτε και έχει βάλει στη δούλεψή της από την αστυνομία μέχρι τους δήμους και τη δικαιοσύνη. Είναι η εταιρία που προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα 15.000 περίπου καλλιτεχνών και που αν δεν την χρυσοπλήρωνε κάποιο κατάστημα είχε ν’ αντιμετωπίσει μέχρι και ποινικές συνέπειες για τη λειτουργία του.
Η εταιρία δεν ιδρύθηκε χθες, ούτε από χθες νομοθετούσαν για χάρη της οι κυβερνήσεις. Έχει ένα παρελθόν ογδόντα χρόνων. Ισχυροποιήθηκε μετά το 1990. Και βέβαια τότε κυβέρνηση δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Στα τριάντα τελευταία χρόνια όλοι οι αρμόδιοι υπουργοί δούλεψαν για πάρτι της. Συν-έφαγαν, συν-ήπιαν, συν-πέρασαν καλά. Εκείνοι που σέρνονταν στα δικαστήρια ή δεν μπορούσαν να πάρουν άδεια λειτουργίας ήταν οι καταστηματάρχες.
Νταβατζήδες με την σφραγίδα του κράτους, ενός τόσο αμαρτωλού κράτους που με τίποτα δεν λέει να καθαρίσει.
Θύμα; Όπως πάντα ο απλός πολίτης, που δεν ξέρει ποιος εν τέλει έχει δίκαιο: Ο Σπίρτζης ή ο Χρυσόγονος; Ο Φίλης ή ο Καμμένος; 
Από τις πιο πικρές γελοιογραφίες του μοναδικού ΚΥΡ...

Ο κύριος καρνάβαλος οφείλει να μας απαντήσει, αφού ο κύριος πρωθυπουργός μάλλον ζει στον απόλυτα δικό του κόσμο, αυτοθαυμαζόμενος για όλα τα μέχρι τώρα επιτεύγματά μου. Που και πολλά είναι και σημαντικά. Αρμόδιοι να τα παρουσιάσουν είναι οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι του ιδιωτικού τομέα.
Να λοιπόν που ο καρνάβαλος έχει πολλά να μας πει σε δυο μέρες. Βέβαια είμαι περίεργος ν’ ακούσω και να δω τι έχει να πει για τους διωγμένους τροϊκανούς από τα υπουργεία μας. Αυτούς δηλαδή που παρακαλούμε να έρθουν πίσω να ολοκληρώσουν θετικά την αξιολόγηση. Πώς γίνεται να εκπλιπαρούμε την επιστροφή αυτών που διώξαμε, είναι βέβαια άλλο θέμα. Όπως βέβαια είναι άλλο θέμα το ότι τους πετάξαμε έξω από την γκρίζα ατμόσφαιρα των υπουργείων, για να τους φιλοξενούμε σε χλιδάτες αίθουσες ξενοδοχείων. «Γαμώ το φελέκι μας…», που θα έλεγε και ο Καραγκιόζης.

Ένας καρνάβαλος και ένας καραγκιόζης κάνουν έναν Βαρουφάκη έλεγε προχθές ένας συνταξιούχος που περίλυπος κοιτούσε το χαρτάκι της τράπεζας. Αυτό γιατί, όπως «διέδιδε», κατάντησε ζητιάνος στα γεράματά του, ενώ θυμάται σαράντα χρόνια να πληρώνει και να πληρώνει. Κάποιος, που επίσης κρατούσε το χαρτάκι της σύνταξής του, προσπάθησε να τον παρηγορήσει, θυμίζοντάς του την προ ολίγων ημερών συνέντευξη του κυρίου Φλαμπουράρη, ο οποίος διαβεβαίωνε τους πάντες πως σε τρεις μήνες θα τρίβουμε τα μάτια μας μπροστά στο θαύμα που θα επιτελεστεί.
Ο κύριος Φλαμπουράρης – όπως λένε οι φήμες – είχε απ’ ευθείας επικοινωνία με τον καρνάβαλο που θα εμφανιστεί την Κυριακή στις αποκριάτικες παρελάσεις. Άρα οι δηλώσεις του ήταν βάσιμες.
Εν τέλει κάθε δήλωση είναι βάσιμη. Αβάσιμος είναι ο φόβος πως δήθεν πάμε από το κακό στο χειρότερο. Με τη στενή συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ όλα βαίνουν καρναβαλίστικα καλά. Το μέλλον εμφανίζεται ιδιαίτερα αποκριάτικο. Με τον κύριο Τσακαλώτο να διαμαρτύρεται για όσα ο ίδιος υπογράφει, μονομαχώντας με τα ύπουλα συμφέροντα από τη σουίτα του ιδιοκτήτη του ΠΑΟΚ. Μήπως εν τέλει ο Σόιμπλε να ξέρει κάτι παραπάνω;
Άγγελος Πετρουλάκης

Η Ελλάδα που πέθανε (Ταξιδεύοντας 1)



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 17-2-2017)

Με το φίλο Λευτέρη κάναμε τελικά το ταξίδι. Μια φυγή στην οποία «όλα ήταν δρόμος». Ατελείωτα χιλιόμετρα∙ τα περισσότερα με βροχή. Και αποφασίζοντας την τελευταία στιγμή ποιος θα ήταν ο επόμενος σταθμός. Γιατί δεν θέλαμε προγραμματισμούς, στόχους, περιορισμούς. Αναζητώντας την ηδονή τού ταξιδιού για το ταξίδι.
Όμως, κάπου εκεί στον Παρνασό, ήρθε η πρώτη λύπη. Μέσα στο γκρίζο μουσκεμένο πρωινό η Γραβιά. Από ψηλά το Χάνι φαίνεται σαν περιποιημένος πλινθόκτιστος μαντρότοιχος, άσημος, προορισμένος να φιλοξενεί κτηνοτρόφους με τα ζωντανά τους. Από ψηλά, όμως… μια και η παράκαμψη της Γραβιάς αφήνει στην ηρεμία της την κωμόπολη. Πια οι διερχόμενοι δεν βλέπουν το μνημείο. Και το Χάνι το θυμούνται όλο και λιγότεροι. Άλλωστε ποιος συζητά σήμερα για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο; Και ποιους νοιάζει πώς αυτός ο τόπος ξαναγεννήθηκε και στέκεται όρθιος ακόμα; Άλλωστε ούτε ο Ανδρούτσος ξέρει πως όλα, για τα οποία πολέμησε, βρίσκονται ξανά υποδουλωμένα εξ αιτίας αφρόνων και απάτριδων πολιτικών.

Το Χάνι της Γραβιάς, σύμβολο ενός απελπισμένου αγώνα μένει στη σιωπή του. Αύριο θα είναι μια άγνωστη σελίδα της ιστορίας, αφού ούτε κι αυτή θα διδάσκεται στα σχολειά, ως περιττή αποσκευή στις σχολικές γνώσεις.
Πιο κάτω το Γαλαξίδι. Στη βροχή κι αυτό, χωρίς την καλοκαιρινή του αίγλη. Ούτε σκάφη, ούτε ηλιοκαμένες νεαρές, ούτε νεαροί με τατουάζ. Μια νάρκη που διακόπτεται από τους ελάχιστους μύστες του χειμωνιάτικου τοπίου. Άλλωστε, το Γαλαξίδι, ποτέ δεν «πούλησε» τουριστικά για την ιστορία του ή για εικαστική αντιμετώπισή του από το κυρ-Σπύρο Βασιλείου. Η γραφικότητα του λιμανιού του πάντα άνθιζε μόνο το καλοκαίρι.

Η θλίψη του Γαλαξιδιού θα συναντήσει τη θλίψη της Ναυπάκτου. Κι αυτή καλοκαίρι ανθίζει, ιδιαίτερα τώρα που η περιφερειακή δίνει τη δυνατότητα στους διερχόμενους να την προσπεράσουν χωρίς να την δουν. Αμετανόητος, όμως, θαυμαστής του λιμανιού της, ακολουθώ τον δρόμο που ήξερα. Έτσι για να γεμίσουν τα μάτια ομορφιά και η ιστορική μνήμη σημαντικές ιστορικές στιγμές. Άλλωστε το άγαλμα του Θερβάντες στους προμαχώνες πάντα σε προκαλεί σε διάλογο με την ιστορία.

Ώρες μετά το ταξίδι γνωρίζει την κατάθλιψη. Με αρχή τη λυπημένη Ολυμπία. Άδεια κι έρημη.  Ποιος Έλληνας θα «ρίξει» εκατοντάδες χιλιόμετρα για χάρη της. Δεν έχει πάει στις αρχαιότητες του τόπου του, στην Ολυμπία θα πάει;
Άδειο το αρχαιολογικό μουσείο, άδειος ο ιερός χώρος, η Άλτις, το στάδιο. Μόνες ανθρώπινες παρουσίες οι αρχαιοφύλακες, οι υπάλληλοι του μουσείου κι ένα – δυο ζευγάρια αλλοδαπών τουριστών. Αν ο Μιλτιάδης ήταν Γάλλος και η Ολυμπία στη Γαλλία, κάθε εποχή του χρόνου, γύρω από την περικεφαλαία του θα συνωστίζονταν εκατοντάδες Γάλλοι. Και άλλοι τόσοι γύρω από την κούπα του Φειδία. Χιλιάδες γύρω απ’ τον Ερμή, μπροστά στα αετώματα, γύρω από τη Νίκη τού Παιωνίου. Μοναδικοί θησαυροί της παγκόσμιας γλυπτικής, άγνωστοι σε πολλούς από μας. Στους εκατό που θα ρωτήσουμε τι ξέρουν για τη Νίκη τού Παιωνίου, δεν ξέρω αν θ’ απαντήσουν ικανοποιητικά οι δέκα.
Η θλίψη και η κατήφεια μεγαλώνουν. Διατρέχουμε τα παράλια της Ηλείας και της Μεσσηνίας. Χωριά φαντάσματα τη νύχτα. Ούτε ένα φως, ένα καφενείο ανοιχτό. Πού πήγε η ζωή; Δεν είναι δυνατόν να είναι αυτή η Ελλάδα. Τρέχουμε σ’ έναν δρόμο άδειο από αυτοκίνητα, άδειο από ελπίδα.
Στα χωριά οι λίγες ανθρώπινες παρουσίες είναι αλλοδαποί. Ίσως γιατί έχουν μάθει να ζουν με το λίγο. Και ζουν ανάμεσα σε ηλικιωμένους Έλληνες. Η υπογεννητικότητα εδώ δεν μετριέται από επιστήμονες, αλλά από την ίδια την καθημερινότητα. Χωριά χωρίς δημοτικό σχολείο. Κάποτε όλοι ενδιαφέρονταν για το πώς πήγε ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, όχι για το πώς θ’ αγκαλιάσουν ένα κορμί, για το πώς θ’ αγαπήσουν και θ’ αγαπηθούν…
Στη Μεθώνη ο αέρας είχε δυναμώσει και ίδιο και η βροχή. Η θάλασσα είχε βγει έξω και έδερνε τα τείχη που κάποτε είχε σηκώσει οι Ενετοί για να προστατεύσουν τα συμφέροντα της θαλασσοκράτειρας Βενετίας. Απόγευμα Παρασκευής και η Μεθώνη ζούσε τον μαρασμό της. 


Ο φίλος μου Λευτέρης ήθελε έναν καφέ. «Σε μια Ελλάδα που πεθαίνει, δεν είναι εύκολο να βρεις έναν καφέ ,Φλεβάρη μήνα» του απάντησα.
Βρήκαμε όμως στην Κορώνη. Εκεί τα καφέ της παραλίας είχαν φώτα, είχαν και τους ιδιοκτήτες σε μια γωνιά μαζεμένους. Δεν είχαν πελάτες. Δραματικά άδεια τα τραπεζοκαθίσματα, γεμάτα με παράπονο και με αναπάντητα ερωτηματικά για το «πού πάμε;»
Θα έλεγα να υπόλοιπα να τα πούμε την άλλη Παρασκευή, αφού ο χώρος άλλες λέξεις, άλλες σκέψεις δεν χωρά…
Καλές Απόκριες…
Άγγελος Πετρουλάκης

Όταν κλείνεις το φως χωρίς επίλογο



5/2/2017
 
Η γραφή είναι μια μοναξιά.
Φορτωμένη σιωπή.
Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ενίοτε χωρίς παράθυρα. Σαν μπαίνεις δεν ξέρεις αν και πότε θα βγεις.

Κάποια από τ’ αντικείμενα που με τριγυρίζουν, μου θυμίζουν ότι έχω γεράσει. Κάποια απ’ αυτά, μου θυμίζουν πως κάποτε γιόρτασα τα γενέθλια των 30χρονών μου, ή τα γενέθλια των πενηντάχρονων. Ναι, κάποτε υπήρξα τριαντάχρονος. Ακόμα και νεότερος. Αλλά αυτό δύσκολα το ανακαλεί η μνήμη.

Ενίοτε η ανάμνηση λειτουργεί με τους νόμους του χάους, χωρίς σταθερές, μέσα σε ασαφή διαγράμματα. Κάποια λεπτά, μακριά, όμορφα πόδια που πάνω τους περπατά λικνιζόμενη χαριτωμένα μια δροσερή νέα γυναίκα, μου θυμίζουν πως μια νύχτα του Φλεβάρη γνώρισα μια κοπέλα με ίδια πόδια, που αν και δεν θυμάμαι πια τ’ όνομά της, θυμάμαι πως την αγάπησα πολύ. Ίσως κι εκείνη…
Τώρα κοιτάζω τα χέρια που αγκάλιασαν τόσες και τόσες γυναίκες. Οι ράχες της παλάμης τους είναι γεμάτες στίγματα∙ αδιάψευστους μάρτυρες μιας ηλικίας που δεν επιτρέπει και πολλές προσδοκίες. Να μια βεβαιότητα: Πια αυτά τα χέρια δεν μπορούν να δημιουργήσουν άλλες αναμνήσεις μ’ επίκεντρο μια νέα γυναίκα.


Ένα σαξόφωνο μεταφέρει τη μουσική τού «Caruso». Άλλη μια απόδειξη πως η νεότητα έφυγε οριστικά και αμετάκλητα. Αυτό το τραγούδι το ερμήνευσε ο Lucio Dalla, πριν τριάντα και κάτι χρόνια.
Έκτοτε με συλλεκτικό πάθος συγκέντρωνες όλες τις ερμηνείες του: Σαββόπουλος με Φαραντούρη, Φραγκούλης, Χούλιο Ιγκλέσιας, Μίνα, Παβαρότι, Φαμπιάν και άλλοι πολλοί. Σε καθήλωνε η εισαγωγή: «Te voglio bene assai». Τώρα κι αυτό το τραγούδι, πίσω από τη μουσική του, αφηγείται τη φθορά της ηλικίας σου. Κάτι σαν άνυσμα των χρόνων της φθοράς.

Έπινες καμπάρι με σόδα όταν το άκουσες πρώτη φορά.
Ο φίλος με το δισκάδικο, που σου το πούλησε, αυτοκτόνησε πριν από χρόνια, εξ αιτίας των οικονομικών αδιέξοδων που αντιμετώπιζε. Έκοψε τις φλέβες του μέσα στην μπανιέρα, σ’ ένα ταπεινό διαμερισματάκι που του είχαν κόψει το ηλεκτρικό.
Το καμπάρι, πλέον, ανήκει στ’ απαγορευμένα για λόγους υγείας. Αυτού του είδους οι απαγορεύσεις αποδεικνύουν την ηλικία σου, αυτό που λέμε περίοδο γήρατος. Βέβαια έχει μείνει η ανάμνηση της γεύσης του: Γλυκόπικρη∙ ωστόσο θελκτική. Κάποτε το προτιμούσες με το ποτήρι να έχει στα χείλη του ένα στεφάνι ζάχαρης. Πάντα ζητούσες δυο φέτες λεμονιού και σόδα.

Σταδιακά κατάργησες τη ζάχαρη, κράτησες μόνο τις φέτες λεμονιού κι ελάχιστη σόδα. Τώρα έχεις μόνο την ανάμνησή τους. Όπως και την ανάμνηση μιας νέας γυναίκας, που το διαφήμιζε με τη βοήθεια της γοητείας της. Το σαγηνευτικό της χαμόγελο και το προκλητικό της στήθος. Άλλωστε πάντα σε μαγνήτιζαν τα προκλητικά στήθη…


Έχουν και οι γεύσεις τις αναμνήσεις τους… Όπως και το δέρμα, που τώρα στις ράχες της παλάμης είναι γεμάτο στίγματα, που μοιάζουν με νησιά, όπως αυτά αποτυπώνονται σε ασπρόμαυρους χάρτες, οι οποίοι κάποτε πιθανόν να ήταν έγχρωμοι, αλλά σταδιακά τα χρώματα ξεθώριασαν κι έμειναν γκρίζα περιγράμματα σε μια επιφάνεια σέπιας.
Σέπια και στις φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας. Ούτε μια ανάμνηση δεν έμεινε απ’ αυτήν. Δυσκολεύεσαι ακόμα και ν’ αναγνωρίσεις πρόσωπα σε φωτογραφίες εποχής. Η αδελφή σου γελάει ρωτώντας: «Μα δεν αναγνωρίζεις τη θεία Αγγέλα;»

Αντίθετα πληθαίνουν τα αποκυήματα της φαντασίας μου. Κάποιο πρόσωπο που μου φαίνεται γνώριμο, έρχεται να μου θυμίσει στιγμές του παρελθόντος, που τις ανακαλώ προσθέτοντας κομμάτια της φαντασίας μου. Ωστόσο δεν είναι μια δημιουργική φαντασία. Θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω ως φαντασία ανάπηρων ωρών. Σ’ αυτές τις ανάπηρες ώρες τα κενά της μνήμης ολοένα και πληθαίνουν.

Η γραφή συναντά τις ανάπηρες ώρες, αιωρείται στα κενά της μνήμης σαν σε περιβάλλον απ’ το οποίο απουσιάζει η βαρύτητα. Θέλει ν’ αγνοήσει περιχαρακώσεις και συμβατικότητες, μάσκες κοινωνικότητας και κανόνες ευπρέπειας. Θέλει να εκφραστεί με λέξεις που απογυμνώνουν τις ψευδαισθήσεις και τους ναρκισσισμούς. Ενίοτε το κατορθώνει. Βοηθά, σ’ αυτό, το κλείσιμο των λογαριασμών με τη νεότητα. Η νεότητα είχε την ανάγκη των πολλών. Πια, οι πολλοί κουράζουν. Και οι λίγοι κάποιες φορές. Σ’ αρέσουν οι μεγάλες σιωπές, αυτές που σε άλλες ηλικίες χαρακτήριζες ως σιωπές θανάτου. Αναρωτιέσαι ποια είναι η θέση σου σ’ αυτές τις νεκρικές σιωπές; Όποια και να είναι, πλέον είναι ιδιαίτερα προσφιλής.
Αρκετή η φλυαρία γι’ απόψε. Ούτε καν επίλογο χρειάζεσαι για να κλείσεις το φως.


Άγγελος Πετρουλάκης

Τα ψέματα βλάπτουν σοβαρά τον πολίτη



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 3-2-2017)
------------------------------------------------------------------------------------- 
Με λύπη παρακολούθησα τη συνεδρίαση της Βουλής την Τετάρτη. Προσπαθούσα να καταλάβω αν στη χώρα ανθίζει η άνοιξη της ανάπτυξης ή αν εν τέλει ζούμε το τέλος του τέλους.
Είχαν προηγηθεί κάποιες άλλες διεργασίες, όπως οι δηλώσεις για την αξιολόγηση, όπως οι δηλώσεις για μια νέα συζήτηση για τη δραχμή, όπως οι δηλώσεις για νέες φορολογίες.
Είχαν προηγηθεί κάποιες χλιαρές αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από κλάδους εργαζομένων, όπως των νοσοκομειακών, είχαν προηγηθεί τα πρώτα μπλόκα των αγροτών.
Το ερώτημα που φύτρωνε ήταν: Λένε αλήθεια αυτοί που διαμαρτύρονται και καταγγέλουν ή λένε ψέματα και είναι υποκινούμενοι. Έχουν δίκαιο εκείνοι που ξαναβγήκαν στα μπλόκα ή μήπως είναι απλά και μόνο συμφεροντολόγοι, δηλαδή τα θέλουν όλα δικά τους;
Πάντα πίστευα ότι η αλήθεια είναι αυταπόδεικτη. Ό,τι είναι μια. Δεν υπάρχουν δυο αλήθειες για μια πραγματικότητα. Μια είναι, ό,τι και να ισχύει ως προπαγάνδα. Ή τα νοσοκομεία λειτουργούν ή δεν λειτουργούν; Ή οι νοσηλευτές και οι νοσοκομειακοί γιατροί περιγράφουν μια πραγματικότητα ή περιγράφουν κάτι ανύπαρκτο. Ή οι επιχειρήσεις στραγγαλίζονται από τη φορολόγηση, ή οι επιχειρηματίες είναι κλέφτες και θέλουν να συνεχίσουν να είναι κλέφτες.
Δεν μπορεί να ισχύει και το ένα και το άλλο. Ο καθείς και οι ευθύνες του. Μήπως εν τέλει δεν λέει ψέματα μόνο ο Σώρρας; Μήπως με άλλο πρόσωπο και άλλα λόγια υπάρχουν άλλοι, με άλλα ονόματα, το ίδιο επικίνδυνοι;

Όπως και να έχει, τα ψέματα βλάπτουν τον πολίτη. Βλάπτουν τη συνείδησή του περί τίμιου κράτους.
Ποιος δεν έχει δημιουργήσει το τίμιο κράτος;
Με πονάει αυτό το ερώτημα. Όπως και πολλά άλλα. Γιατί κάθε φορά που έφτανα στην κάλπη ονειρευόμουν ένα τίμιο κράτος. Και μαζί μ’ εμένα εκατομμύρια ακόμα συμπατριώτες μου. Αλήθεια, αυτοί που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν, γιατί δεν ονειρεύτηκαν και ούτε ονειρεύονται ένα τίμιο κράτος; Τόσο ακριβή είναι η τιμιότητα;
Η συζήτηση στη Βουλή, ως συνήθως, παρεκτράπη. Μπήκε στις κατηφορικές λεωφόρους της ανήθικης αντιπαράθεσης. Δίδαξε πώς ένας πολιτικός μπορεί να παρουσιάσει το λευκό ως μαύρο και το αντίθετο;
Ιδιαίτερα όταν άρχισε ν’ αγγίζει το καυτό θέμα των δανείων. Όπου τετρακόσιοι εργαζόμενοι προκάλεσαν το απίστευτο κλάμα. Επισκιάζοντας τις τόσες και τόσες χιλιάδες εργαζομένων, που έχουν μείνει χωρίς δουλειά, χωρίς ποτέ να ρίξει κανείς ένα κόμπο δάκρυ γι’ αυτούς. Οποία υποκρισία;
Αναρωτήθηκα εν τέλει αν εγώ ζω σε μιαν άλλη χώρα ή εκείνοι που από βήματος της Βουλής κατακεραύνωναν οι μεν τους δε. Γιατί η αλήθεια να μεταναστεύει τόσο εύκολα; Και γιατί η πραγματικότητα να γεννά περισσότερες της μιας αλήθειες.
Γιατί κανείς δεν έχυσε τόσο δάκρυ για τους εργαζόμενους σε μια κεραμοποιΐα; Να είναι επαρκής η απάντηση πως οι εργαζόμενοι της κεραμοποιΐας δεν χειραγωγούν την κοινή γνώμη όπως οι εργαζόμενοι στα Μ.Μ.Ε.;
Όχι δεν είναι επαρκής αυτή η απάντηση. Είναι το πρόσχημα. Την κοινή γνώμη δεν την χειραγωγούν οι εργαζόμενοι στα Μ.Μ.Ε., αλλά οι ιδιοκτήτες των Μ.Μ.Ε. Πώς όμως να ειπωθεί ότι χέστηκαν για τους εργαζόμενους;
Η ιστορία αφορά μόνο αυτούς που χαράσσουν τη γραμμή και αυτοί είναι τ’ αφεντικά. Τελεία και παύλα. Τα δάνεια δεν πάρθηκαν από τους εργαζόμενους, ούτε για τους εργαζόμενους. Τ’ αφεντικά συζήτησαν με τους τραπεζίτες. Τ’ αφεντικά υπέγραψαν τις συμβάσεις, τις δανειοδοτήσεις, τις επενδύσεις. Τ’ αφεντικά κάλεσαν σε δείπνα τους πολιτικούς και τ’ αφεντικά προσκλήθηκαν σε δείπνα από τους πολιτικούς. Τ’ αφεντικά, λοιπόν, είναι που καίνε. Τα πρώην και τα επόμενα.
Οι εργαζόμενοι είναι τ’ άκλαυτα θύματα. Όλα τα δάκρυα χύνονται γι’ αυτούς που θα είναι στο τιμόνι, για τους αδελφούς Κουρή, για την οικογένεια Ψυχάρη, για τον κάθε Ψυχάρη που δεν στερήθηκε τις διακοπές του στα πολυτελή ξενοδοχεία, που δεν στερήθηκε τις αγορές ακινήτων, που δεν έπαψε να έχει την απόλαυση των κινητών (όχι της τηλεφωνίας) περιουσιακών στοιχείων.
Παραγωγός μαρμελάδας πλέον ο ιδρυτής του αυριανισμού, να σαρκάζει όλους όσοι θέλουν να πληροφορηθούν τα πώς και τα γιατί των δανειοδοτήσεών του χωρίς εγγυήσεις. Ποιος ξέρει; Μπορεί μελλοντικά και ο Ψυχάρης να εμφανιστεί ως αλλαντοποιός, ισχυριζόμενος ότι σιχάθηκε όλη αυτή τη βρόμικη κοινωνία των πολιτικών, που ήθελαν να του πιούν το αίμα και από δεινό μαχητή της δημοκρατίας να τον μετατρέψουν σε άβουλο όργανό τους. 
Όχι, ο Θεός εγκατέλειψε την Ελλάδα…
Ψέματα, ψέματα, ψέματα. Βιομηχανίες ψεμάτων φορτωμένες με ευρεσιτεχνίες απάτης εξακολουθούν να είναι τα κόμματα της εξουσίας. Όλη η ιστορία είναι το πάνω χέρι. Παλιά το έλεγαν κουτάλα. Τώρα βρήκαν άλλους μανδύες. Με τους απλούς πολίτες να στενάζουν στα γκισέ των τραπεζών.
Άγγελος Πετρουλάκης