Google+ Followers

…και η Ιστορία να ξεκαρδίζεται στα γέλια!



 Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

----------------------------------

ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε σήμερα, 21-4-2017 στην έντυπη Larissa net)
-----------------------------
Στη γειτονική μας χώρα, ο ηγέτης της κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος στους υπηκόους του ότι θα αναβιώσει την Οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν υποσχέθηκε μεγαλύτερες συντάξεις, ούτε αύξηση του κατώτατου μισθού, ούτε ασφαλιστικές παροχές. Με μια ρητορική που θύμιζε Αδόλφο Χίτλερ, ίσως και με μεθόδους νοθείας κι εκβιασμών, υπήρξε νικητής.
Το ερώτημα της ντροπής έχει να κάνει με τους ευρωπαίους ηγέτες που εδώ και χρόνια συνομιλούν μαζί του και μάλιστα, κάποιοι, κάποιες εποχές, «έπαιζαν σφαλιάρες» μαζί του.

Δηλαδή η κ. Μέρκελ δεν είχε προβληματιστεί βλέποντας τη γυναίκα του Τούρκου ηγέτη με μαντίλα; Δεν είχε διαισθανθεί ποιος ήταν ο συνομιλητής της; Είπε μέσα της πως είναι απλά και μόνο δικαίωμά του; Δεν αναρωτήθηκε τι εκφράζει αυτό το δικαίωμα;
Σήμερα ο αμερικανός πρόεδρος, που ενδέχεται ν’ απαγορεύσει τη μαντίλα στη χώρα του και γδύνει ηδονικά, με το ντύσιμο της γυναίκας του, τις πουριτανές αμερικάνικες αντιλήψεις, πώς νιώθει όταν βλέπει τη γυναίκα τού Τούρκου ηγέτη; Πιστεύει πως μιλά με προοδευτικό ηγέτη;
Είπαν πως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, πήγε και προσκύνησε τον τάφο τού Μωάμεθ Β΄, του Πορθητή. Αν το προσκύνημα είναι για ένδειξη σεβασμού, έχει καλώς. Γιατί, όμως, εμένα μου έχει καθίσει η σκέψη πως είχε αλληγορική σημασία. Όπως ο Μωάμεθ Β΄, ο Πορθητής, κατέλυσε την Βυζαντινή αυτοκρατορία, έτσι κι αυτός πιθανόν να έχει όνειρο την επανίδρυση μιας νέας Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Άλλωστε το τόνισε στις προεκλογικές ομιλίες του, προειδοποιώντας τους ευρωπαίους ηγέτες πως θα τον βρουν στον δρόμο τους.
Ο ηγέτης Ερντογάν, έχοντας ή όχι τη συγκατάθεση των συμπατριωτών του, 110 χρόνια μετά, διαλύει ό,τι προσπάθησε να εγκαθιδρύσει η επανάσταση των Νεοτούρκων και προκαλεί την ιστορία να βάλει τα γέλια μπροστά στο όραμα του Ίωνα Δραγούμη για μια Ανατολική Ομοσπονδία.
Ένας και μόνο άνθρωπος αρκεί για ν’ αλλάξει τον ρουν της Ιστορίας. Ο Χίτλερ είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση. Και ο Στάλιν ίσως. Οι δικοί μας δημοκράτες ανατριχιάζουν παρακολουθώντας συνάξεις τής Χρυσής Αυγής, παραβλέπουν όμως πως στη Ρωσία συναντά κανείς στους δρόμους χιλιάδες νεαρούς να φορούν «μακό με σφυροδρέπανα και το πορτρέτο τού Λένιν».
Η νομπελίστρια (2015) Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, αναρωτιέται, παρακολουθώντας αυτούς τους νεαρούς: «Άραγε ξέρουν τι σημαίνει Κομμουνισμός; (‘‘Το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου’’)». 
Το ίδιο θ’ αναρωτιόταν και για το Κ.Κ.Ε., αλλά και για τις εκδηλώσεις τιμής του πρωθυπουργού προς πρωταγωνιστές τού εμφυλίου, αν ζούσε στην Ελλάδα και παρακολουθούσε από κοντά όσα συμβαίνουν στον αστερισμό τής ελληνικής πολιτικής. Όμως, ποιον ενδιαφέρουν οι απόψεις τής Σβετλάνα Αλεξίεβιτς;
Να γιατί υποστηρίζω πως η Ιστορία συχνά ξεκαρδίζεται στα γέλια όταν βρίσκεται μπροστά σ’ ευφάνταστους πολιτικούς. Ακόμα ξεκαρδίζεται στα γέλια και όταν βρίσκεται μπροστά στην εφαρμογή των ιδεών αυτών των πολιτικών, έστω κι αν αυτή η εφαρμογή στοιχίζει αίμα, πολύ αίμα. Οι ιστορικοί, συγκρίνοντας τα θύματα του Στάλιν με αυτά του Χίτλερ, μιλούν για αριθμητική ισοπαλία. Και; Χέστηκε κανείς απ’ αυτήν την πραγματικότητα; Μην ενοχλείτε τα είδωλα. Ασχοληθείτε με τα μανικετόκουμπα του πρωθυπουργού και το σακάκι τού Τσακαλώτου.
Οι καπάτσοι και τα λαμόγια, είτε η Ν.Δ. να ήταν, είτε ο Λεβέντης με το έκτρωμά του, την άκρη θα την έβρισκαν όπως τη βρίσκουν και τώρα. Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε κουράγιο να κάνει περικοπές στις μεσαίες και χαμηλές συντάξεις. Ο Σαμαράς προχώρησε λίγο παραπάνω. Ο Τσίπρας ξεδιάντροπα πήρε μπουλντόζα και τα γκρέμισε όλα. Τους καπάτσους και τα λαμόγια τούς πείραξε κανείς;
Θυμάμαι επιχειρηματία να κυκλοφορεί με ΒΜW 745. Ν’ αποκαλύπτεται ότι έβαλε φέσι στις τράπεζες 30 εκατομμύρια, αφού είχε τακτοποιημένα τα περιουσιακά στοιχεία έτσι ώστε να μην μπορούν να του πάρουν (οι τράπεζες) ούτε ένα ευρώ. Ν’ απολαμβάνει τώρα τους καρπούς της λαμογιάς και να είναι σεβαστό πρόσωπο. Και;
Αλλά από αλλού ξεκίνησα. Από τον ηγέτη της γειτονικής χώρας ξεκίνησα που διατυμπανίζει ότι είναι δικά του όσα απέκτησε η χώρα του κατά τον 15ο αιώνα. Και κανείς ευρωπαίος ηγέτης να μην του απαντά ότι πριν τον 15ο αιώνα ήταν άλλων,  τους οποίους οι πρόγονοί του κατέσφαξαν και πως οι απόγονοι εκείνων που ζούσαν μέχρι τον 15ο αιώνα κάτω από άλλες ιστορικές συνθήκες, έχουν επίσης δικαίωμα να υπάρχουν. Έστω να συνυπάρχουν.
Αντίθετα. Οι ηγέτες τής Δύση,ς τα τελευταία 20 χρόνια, ήταν αγκαλίτσες και φιλάκια μ’ αυτόν τον ηγέτη∙ επένδυαν στη χώρα του, του έδιναν (και του δίνουν) όπλα.
Ποιος ξέρει τι θα βγει από τα γυρίσματα της ιστορίας; Ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς όταν προσκυνούσε το φακιόλι του Μωάμεθ Β΄, του Πορθητή, πίστευε πως θα έσωζε την οικογένειά του από τον βιασμό και το μαχαίρι τού Σουλτάνου. Βέβαια, προηγουμένως είχε διώξει μεγάλο μέρος τής περιουσίας του στη Βενετία που δεν είχε φακιόλι, αλλά τιάρα. Δηλαδή, τον παρά τον εμπιστεύθηκε στη Δύση, που τόσο μισούσε εξ αιτίας των θεολογικών απόψεων του Πάπα. Η Δύση εξασφάλισε και τη ζωή τής κόρης του, που πρόλαβε να φύγει. Η Ανατολή, με το φακιόλι, πήρε όλων των άλλων την τιμή και τη ζωή. Με την Ιστορία να ξεκαρδίζεται στα γέλια…

….και καλό Πάσχα



 Μεγάλη Παρασκευή μεσούσης της Ανοίξεως και βέβαια εντός της αποθέωσης μιας φύσης που θέλει να φτερουγίσει μέσα στα χρώματα και τα αρώματα των λουλουδιών, αλλά και να μετατραπεί σε απέραντη γλυκιά αγκαλιά για τον άνθρωπο. Καιρός ν’ απολαύσουμε τις γλυκές στιγμές των ανοιξιάτικων δειλινών, καιρός να μυρίσουμε το πρωινό ξύπνημα μέσα από τα τιτιβίσματα των αποδημητικών που ξαναγύρισαν στις μεσόγειες πατρίδες τους, καιρός να περπατήσουμε στα παραποτάμια μονοπάτια ανιχνεύοντας τη σιωπή της υπαίθρου, κλείνοντας τους ακουστικούς πόρους των αφτιών μας στα τόσα και τόσα ευτράπελα αλλά κι εξευτελιστικά, και αηδιαστικά για την αξιοπρέπεια της χώρα μας. 

Γι’ αυτό, και καιρός να περπατήσουμε και στα δρομάκια των κοιμητηρίων, έτσι για να θυμηθούμε πόσο φθαρτό είναι το ‘‘εγώ’’ μας στην όλη διαδικασία της ζωής και να διδαχτούμε πόσο αναπόφευκτο είναι αυτό το μέγα μυστήριο του θανάτου, που μόνο ο ευαγγελικός Λόγος το μετέτρεψε σε χαστούκι στο πρόσωπο της έπαρσης, αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πόρτες της ελπίδας για όσους εν επιγνώσει θελήσουν να πορευτούν ως έσχατοι.

Άγνωστο για πόσους η Μεγάλη Εβδομάδα, με την Άκρα Ταπείνωση, τον Ενταφιασμό και την Ανάσταση, θ’ αποτελέσει τη φυσική ευκαιρία για να εξιχνιάσουν και να φωτίσουν το σκοτεινό αίνιγμα του θανάτου. Επίσης άγνωστο το ποιοι θα νιώσουν το πόσο ψεύτισε η ζωή μας, η οποία από τη μια απειλείται από τη φυσική ανέχεια και από την άλλη από τα σκύβαλα θεσμών και ηθών που άκριτα υιοθετούμε ως Ευρωπαίοι. Η ευτέλεια είναι τόση που πια μόνο αηδία παράγει και δε μένει για τους σκεπτόμενους παρά η καταφυγή σε μιαν ερημιά ή έστω σ’ ένα adagio, μια και τα ιδιόμελα ή τα τριώδια, τον Ρωμανό Μελωδό, αλλά και τον Ελύτη θέλει θάρρος για να τους προσεγγίσουμε. Κι εμείς χάσαμε το θάρρος μας από καιρό και πλέον βερμπαλίζουμε…

Ο μεταφυσικός άξονας της γιορτής μένει στα αζήτητα και στη θέση του τοποθετούμε ένα φανταχτερό διάκοσμο εντυπωσιακής ψευτιάς, με δήθεν θλίψη, με δήθεν αγαλλίαση και με την ανάδειξη σε πρώτο πλάνο μόνο κάποιων εκφυλιστικών απολήξεων των λαϊκών παραδόσεων, που εκμεταλλεύεται άγρια και ξεδιάντροπα ο νέος θεός του ανθρώπου, η κερδοσκοπία  (το κάθε JUMBO, το κάθε Lidl, το κάθε πολυεθνικό που προσπαθεί να δελεάσει με γίδια που μπαίνουν στο μαντρί, ή με λαμπάδες του νουνού), λεηλατώντας το συναίσθημα, αλλά και τη χωρίς έρμα ανθρώπινη συνείδηση.

Ο ευαγγελικός Λόγος έλυσε τους λογαριασμούς του με την κερδοσκοπία στο Ναό του Σολομώντα, με τον Ιησού να διώχνει τους εμπόρους. Οτιδήποτε είναι έξω από εκείνη την αντίδραση δεν ανήκει στο μήνυμα και στην ουσία των λόγων Του, είναι εκ του πονηρού και στοχεύει στη διατήρηση μιας κοσμικής εξουσίας διάτρητης μπροστά στο θάνατο και την αιωνιότητα, ανίκανης να ελεήσει τον άνθρωπο και να επουλώσει τις πληγές του.

Αλλά το μεταφυσικό νόημα των ημερών δεν ομιλεί για τίποτα άλλο παρά για την επούλωση των πληγών του ανθρώπου και για το πέρασμά του μέσα από τους ανεξιχνίαστους δρόμους του θανάτου, έτσι ώστε ν’ αποκτήσει γνώση ζωής. Με κορυφαίες στιγμές το πλύσιμο των ποδιών, το φιλί της προδοσίας, την άκρα ταπείνωση, τη συγγνώμη, τον επιτάφιο θρήνο της μάνας και φυσικά το χαρμόσυνο άγγελμα της ελπίδας που κομίζει η Ανάσταση. Άλλωστε περί τούτου ομιλούν και τα ταπεινά αγριολούλουδα της ελληνίδας φύσης, που κάθε ‘‘τρελό Απρίλη’’ άδουν το πέρα από την ευτέλεια των εγωιστικών ημερών μας.
Άγγελος Πετρουλάκης
                                                       

Η Ευρώπη ανυπεράσπιστη αλάνα...



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε, σήμερα στην έντυπη Larissa net)
---------------------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Η Ευρώπη ανυπεράσπιστη αλάνα. Φυσικό κι επόμενο. Πάντα ανοιχτή στις ιδέες, τα κινήματα, τον διάλογο∙ τουλάχιστον από τον Διαφωτισμό και μετά, βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη απειλή ύστερα από τον Χίτλερ.
Πιθανότατα, η αναζήτηση φτηνών εργατικών χεριών να ήταν η πρώτη αιτία, λίγο μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο. Ήθελε παραγωγή, ήθελε προϊόντα, ήθελε ευμάρεια με χαμηλό κόστος. Τα πέτυχε ανοίγοντας τις πόρτες της σε μετανάστες.
Μετά θέλησε αγορές. Το μεταξύ τών χωρών της εμπόριο, δεν ήταν αρκετό για ν’ αυξήσει τον πλούτο. Και αγορές υπήρχαν εκτός Ευρώπης. Ιδιαίτερα για όπλα.
Τα όπλα είναι απαραίτητα στους πολέμους. Και χώρες όπου ο πόλεμος καλλιεργείται εύκολα, είναι εκείνες που δεν έχουν λύσει τα προβλήματα εξουσίας. Ποιος κυβερνά ποιον, ποιος είναι ισχυρότερος από ποιον…
Στην Ευρώπη το πρόβλημα αυτό είχε λυθεί με την εφαρμογή των δημοκρατικών διαδικασιών. Με αρχή την Αγγλία του 16ου αιώνα πέρασε και στις άλλες χώρες, με πρώτη τη Γαλλία. Και στην Αμερική βεβαίως…
Στον άλλο κόσμο, τον χαρακτηριζόμενο ως Τρίτο ή και στις χώρες όπου οι θρησκείες κατείχαν (κατέχουν) μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η Δημοκρατία ήταν (είναι) ανεπιθύμητη, γιατί προϋποθέτει τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι εμπόλεμοι Θεοί δεν αγαπούν τον διάλογο. Δεν βλέπουν με συμπάθεια την προσέγγιση του ανθρώπου με τη φύση. 

Ακόμα και ο έρωτας τελεί υπό απαγόρευση∙ ξέρουν ότι ο έρωτας προϋποθέτει ελευθερία. Για τούτο και το σώμα τής γυναίκας το εκμηδενίζουν∙ δεν του παραχωρούν το δικαίωμα να εμφανίζεται δημόσια, το σκεπάζουν με μαντίλες και ποδήρη ράσα. Ή, καταδιώκουν την ομοφυλοφιλία, ενώ οι άντρες, ιστορικά, είναι λάτρεις του σοδομισμού.
Την Ευρώπη δεν τη συνέτισε η Ιστορία, ούτε η μελέτη της εξέλιξης των σεξουαλικών ηθών∙ πολύ περισσότερο το ξεκαθάρισμα των σχέσεών της με τις θεοκρατικές αντιλήψεις. Ήταν γόνιμο το έδαφος για την ανάπτυξη κάθε κινήματος.
Ικανοποιημένος ο Ευρωπαίος από το σύστημα υγείας που εφάρμοσε, από την ασφαλιστική εξασφάλιση των γηρατειών του, από την αξιοποίηση της ιστορικής, καλλιτεχνικής, πνευματικής του κληρονομιάς, δήλωνε πως δεν έχει πρόβλημα αν στις γειτονιές του στοιβάζονταν μετανάστες που ίσως να τον φθονούσαν για την ευημερία του, αλλά και τα ήθη του.

Και;
Το Παρίσι ήταν πάντα ανοιχτό στις νέες ιδέες. Είχε τη βαρύτατη κληρονομιά του Ντεκάρτ, του Ρουσσό, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό, του Βολταίρου (και άλλων) στα θησαυροφυλάκιά του. Σ’ αυτούς πάνω είχαν πατήσει και προχωρήσει άλλοι πολλοί, Μπερξόν, Ντιρκέμ, Σαρτρ, Λεβί-Στρος, Μισέλ Φουκό…
Το Βερολίνο είχε να καυχηθεί για έναν Γκαίτε, έναν Καντ, έναν Φίχτε, έναν Χέγκελ, έναν Σέλινγκ, έναν Χάιντεγκερ, έναν Γιάσπερς (και άλλους) και βέβαια για τον πολύ Χάμπερμας.
Το Λονδίνο τις θεωρήσεις του Τόμας Χομπς, του Ντέιβιντ Χιουμ, του Τζον Λοκ, του Τζέρεμι Μπένθαμ, του Ράσελ, του Μπράντλι, του Μουρ (και άλλων).
Οι πρωτεύουσες των Σκανδιναβικών χωρών είχαν περιορίσει την κρατική αυθαιρεσία στο ελάχιστο.
Εκείνο που δεν είχαν υπολογίσει οι βόρειο-κεντρικο – Ευρωπαίοι ήταν ο εμπόλεμος Θεός του Ισλάμ. Παρότι, στο παρελθόν, είχε απειλήσει, ουσιαστικά, την επιθυμία τής Ευρώπης να υπάρχει ανεξάρτητα των Θεών.

 Πρώτα με τους Μαυριτανούς Άραβες στην Ιβηρική χερσόνησο. Τότε (732) ο Κάρολος Μαρτέλος στη μάχη μεταξύ της Τουρς και του Πουατιέ, σταμάτησε την επέλαση του Ισλάμ στην Ευρώπη. Χρειάστηκαν όμως 781 χρόνια για να τους διώξουν από την Ευρώπη (711 – 1492).
Ύστερα με τους Οθωμανούς στην Κωνσταντινούπολη, τον ελλαδικό χώρο, τα Βαλκάνια.
Τους σταμάτησαν στη Βιέννη (14 Ιουλίου - 12 Σεπτεμβρίου 1683), ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να τους σταματήσουν διακόσια ή και τριακόσια χρόνια πριν. Τότε, όμως, οι δυο κυριότεροι εκπρόσωποι του Χριστιανισμού (Πάπας – Πατριάρχης), δεν μπορούσαν να σκεφτούν «ευρωπαϊκά», ούτε καν «χριαστιανικά». Δικαιολογημένα; Ανάλογα από ποιο και με ποιο πρίσμα βλέπει κανείς την Ιστορία. Και η Ιστορία γράφεται κάθε φορά με νωπό μελάνι. Που σημαίνει πως είναι φρόνιμο να τη βλέπουμε με τα μάτια τα τότε.
Τώρα η Ευρώπη αρχίζει να ζει τον Τρόμο, χωρίς δυστυχώς να τον κατανοεί. Για να τον κατανοήσει θα πρέπει να συμβούν πολλά δυσάρεστα. Και τότε θα είναι αργά να τον περιορίσουν∙ αν και ήδη μπορεί να είναι αργά. Ίσως και να έχει χτίσει της άμυνές της με χάρτινα οχυρωματικά έργα.
Όταν η Ευρώπη θ’ αντιληφθεί ότι τα σύνορά της είναι το Αιγαίο, η Μεσόγειος, θα είναι αργά. Δεν έχει διδαχτεί από την αγγλική πολιτική, εκείνη που αποφάσισε τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στο υπογάστριο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Βέβαια και η αγγλική πολιτική δεν ξέφυγε από το λάθος να εμπιστευθεί το οικονομικό σκέλος στους τραπεζίτες. Ένα λάθος που επαναλαμβάνει η σημερινή Ευρώπη που διοικείται από περισσότερους λογιστές κι ελάχιστους οραματιστές.
Από την άλλη πλευρά, οι δικοί μας ηγέτες, πλην ελαχίστων, δεν έπεισαν την Ευρώπη πως επιθυμούν ένα κράτος χωρίς «μπαξίσια» και λαμογιές. Με αποκορύφωμα τη σημερινή ασυνάρτητη φασιστική εξουσία, που απλώνεται πάνω σε μια έρημη χώρα με τον πρωθυπουργό της – τελείως ανιστόρητο – να καυχιέται για τα συσσίτια ελεημοσύνης και όχι για την ανάπτυξη.
Καλό Πάσχα…

Στον τάφο δεν θα λιώσουν τα δάχτυλα



Στον τάφο δεν θα λιώσουν τα δάχτυλα
που σ’ άγγιξαν.
Τα μάτια θα κλείσουν σφαλιχτά
για να κρατήσουν τις εικόνες σου.
Κανείς δεν θα διαπεράσει τις λέξεις που ειπώθηκαν.
Μια σοκολάτα πορτοκάλι
στα χείλη μας
και μια βροχή στα γυμνά μας σώματα.
Κρυώνω,
μου ’χες πει,
και σ’ έντυσα με το δέρμα μου.
Ανακαλύψαμε εκείνες τις λαλιές
που κάνουν την πραγματικότητα όνειρο.
Μας χαρίστηκε η ζωή.
Γιατί να μην σου χαρίσω το θάνατό μου;


Η Άννα και η Άννα…



 Μονολογώντας… αλλιώς
  Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
 
Η Άννα Σ. του Γεωργίου και της Μαρίας, γεννήθηκε το 1959 σ’ ένα χωριό του Κισσάβου. Ο πατέρας της πέθανε πέντε χρόνια μετά. Μια κρίση σκωληκοειδίτιδας και αυτό ήταν. Μέχρι να τον φέρουν στη Λάρισα είχε πεθάνει. Δεν ήταν απλή υπόθεση ένα ταξίδι από τα ορεινά της Αγιάς στη Λάρισα, τότε. Όπως δεν ήταν απλή η εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας, που σίγουρα δεν έφτανε στο ορεινό χωριό του Κισσάβου.

Το 1964, που έμεινε ορφανή η Άννα, ήταν η χρονιά που θριάμβευσε ο Γεώργιος Παπανδρέου, με την Ένωση Κέντρου να κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές (16 Φεβρουαρίου), λαμβάνοντας το 52,72% των ψήφων και 171 έδρες.
Ήταν η χρονιά που πέθανε ο τότε βασιλιάς Παύλος (6 Μαρτίου) και στον θρόνο ανέβηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος Β', που λίγους μήνες μετά νυμφεύεται τη Δανή πριγκίπισσα Άννα-Μαρία (18 Σεπτεμβρίου).
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς όλοι συζητούν για την εκλογή τής Κορίνας Τσοπέη ως Μις Υφήλιος, στο Μαϊάμι (3 Αυγούστου), ενώ το φθινόπωρο η χώρα βυθίζεται στο πένθος, γιατί κατά τον εορτασμό της 22ης επετείου της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου (29 Νοεμβρίου) μια έκρηξη παλιάς νάρκης προκαλεί 13 νεκρούς και 51 τραυματίες.
Ήταν η χρονιά που ο αγωνιστής κατά του απαρτχάιντ Νέλσον Μαντέλα καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη για σαμποτάζ στη Νότια Αφρική (12 Ιουνίου).
Την ίδια χρονιά, αν η μητέρα της Άννας ήξερε να διαβάζει εφημερίδες, θα μάθαινε ότι ουσιαστικά τότε ξεκινούσε ο πόλεμος του Βιετνάμ, με το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών να παραχωρεί στον πρόεδρο των Η.Π.Α., Λίντον Τζόνσον, ευρείες εξουσίες πολέμου για να αντιμετωπιστούν οι επιθέσεις του Βορείου Βιετνάμ εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων.
Θα μάθαινε επίσης πως το Νόμπελ Ειρήνης απονεμήθηκε στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ για τους αγώνες του κατά της φυλετικής ανισότητας χωρίς τη χρήση βίας, ενώ το Νόμπελ Λογοτεχνίας δίνεται στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που το αρνήθηκε. Είναι η χρονιά που Νικίτα Χρουστσόφ καθαιρείται από ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης (14 Οκτωβρίου). Διάδοχοί του: Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ και ο Αλεξέι Κοσίγκιν.

Όμως, η μητέρα τής Άννας, εκείνη τη χρονιά ξεκινούσε τον δικό της αγώνα: Έπρεπε να κρατήσει στη ζωή δυο κορίτσια και δυο αγόρια. Δουλειά στα χωράφια και στα ζωντανά, από το ξημέρωμα μέχρι που έφευγε ο ήλιος, δουλειά στο σπίτι μετά. Κάθε παιδί βοηθούσε όπως και όσο μπορούσε.
Η Άννα, από το δημοτικό ακόμα, απέκτησε καλή σχέση με τα πρόβατα. Άφηνε την πάνινη τσάντα με τα βιβλία της στα σκαλιά του σπιτοκάλυβου κι έτρεχε στο μαντρί, να βοηθήσει τη μητέρα της. Διάβασμα; Ό,τι προλάβαινε το βράδυ, πριν φάει ένα πιάτο τραχανά, ή φακές.
Η Άννα, μετά το δημοτικό ήρθε στη Λάρισα, σε μια μακρινή θεία, σαν υπηρέτρια. Στο Γυμνάσιο ήθελε να πάει∙ της άρεσαν τα γράμματα, αλλά υπηρέτρια της έγραφε η τύχη.
Μέχρι που έγινε δέκα οχτώ. Τότε ξεκίνησε να ζει μόνη της, νοικιάζοντας μια καμαρούλα και ξεκινώντας με σκάλες και άλλες καθαριότητες σε μια κλινική της πόλης. Τότε κόλλησε το πρώτο της ένσημο, που συνοδεύτηκε και από κάποια χαϊδολογήματα από έναν - δυο ηλικιωμένους γιατρούς. Άγουρα βυζάκια, σφιχτό κωλαράκι, αλλά και πολλά ‘‘όχι’’ από πλευράς της. 

Το 1959, στην Κοζάνη γεννήθηκε μια άλλη Άννα. Το επώνυμό της ήταν Διαμαντοπούλου. Άννα Διαμαντοπούλου. Από φτωχούς γονείς, όπως με πληροφορεί ένα άρθρο του Βήματος, που ψάρεψε η μηχανή αναζήτησης στο Google. Δεν βρίσκω πληροφορίες στο πώς βρέθηκε να τελειώνει το Λύκειο στη Θεσσαλονίκη, παρά μόνο ότι η ίδια συχνά δηλώνει ότι γεννήθηκε σε ορυχείο.
Δεν χρειάστηκε να πάει υπηρέτρια από τα 12 της. Δεν την εμπόδισε κανείς να πάει στο Γυμνάσιο. Άριστη μαθήτρια, φοιτήτρια στη συνέχεια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αποφοιτώντας από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Καμιά σχέση με ό,τι έζησε ως καθαρίστρια και ως εργάτρια, η άλλη Άννα.

Στα είκοσί της η Άννα Σ. έγινε εργάτρια σε κλωστοϋφαντουργία. Και καλύτερο μεροκάματο και τέρμα οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Μπορεί να ήταν αγράμματοι οι επιστάτες, αλλά ήξεραν από σεβασμό.
Οκτάωρη ορθοστασία και άλλες τέσσερις ως έξι ώρες υπερωρία. Η μάνα της αρρώστησε και την πήρε μαζί της στην καμαρούλα. Τ’ αδέλφια της έφυγαν μετανάστες.
Τον Ανδρέα Παπανδρέου τον γνώριζε από τις εφημερίδες και τις αφίσες κάπου το 1979. Είχε βραχνιάσει το 1981 να φωνάζει «Αλλαγή», να τον επευφημεί σε μια προεκλογική συγκέντρωση. Και το χέρι της την πονούσε μια βδομάδα από την πράσινη σημαιούλα που κουνούσε πέρα δώθε πέντε ώρες.
Στις εκλογές που έφεραν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία η Άννα ήταν 22 χρονών και η πιο ευσυνείδητη εργάτρια. Ούτε που πήρε είδηση πως κάποιοι θυρωροί έγιναν σε μια νύχτα γενικοί γραμματείς υπουργείων.
Ένας γείτονάς της, αποτυχημένος ποδοσφαιριστής της Γ΄ Κατηγορίας εξ’ αιτίας της έφεσής του στις καταχρήσεις, εμφανίστηκε στη γειτονιά με μαύρο κοστούμι, γραβάτα και μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο. Η Άννα έμαθε πως τον πήρε οδηγό ο τάδε βουλευτής, που γρήγορα έγινε υφυπουργός και ακόμα πιο γρήγορα υπουργός.
Η δική μας Άννα, μάθαινε όλο και καλύτερα τη δουλειά στο εργοστάσιο κι άκουγε περισσότερα μπράβο απ’ το αφεντικό της.
Ένας άλλος γείτονάς της, νυκτοφύλακας στο ΧΕΝΙΑ, έγινε διευθυντής του, φωνάζοντας: «Ποτέ πια Δεξιά».


Και η άλλη Άννα φώναζε : «Ποτέ πια Δεξιά». Στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου όμως. Κι εντυπωσίαζε τους ακροατές συμφοιτητές και συμφοιτήτριες με τη μαχητικότητα και την αφοπλιστική υποστήριξη των θέσεών της για τα δικαιώματα των φοιτητών, της γυναίκας, των εργατών. Εντυπωσίαζε και τα κομματικά στελέχη, που έβλεπαν στο πρόσωπό της μια φυσιογνωμία διαφορετική με ιδιαίτερο πολιτικό εκτόπισμα.
Ο λόγος αυτής της Άννας, για το νέο που έφερνε η Αλλαγή και τα σοσιαλιστικά ιδεώδη ήταν χειμαρρώδης. Και έπιανε. Ήταν άλλωστε η εποχή που οι γυναικείες μορφές άνθιζαν η μια πίσω από την άλλη στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η Μελίνα κρατούσε τα σκήπτρα και μάγευε τους πάντες, εντός κι εκτός της χώρας.
Το 1981 τη βρίσκει να επαγγελματοποιείται, σύμφωνα με το βιογραφικό της, ως πολιτικός μηχανικός στο χώρο των μελετών και της κατασκευής, στην Κοζάνη.
Τίποτα το κακό. Απλά, άλλη η τύχη της μιας Άννας, άλλη της άλλης. Άλλο να σου δίνει η ζωή τη δυνατότητα ν’ ανοίξεις την πόρτα του πανεπιστημίου, άλλο να σου κλείνει όλες τις πόρτες κατάμουτρα, εκτός από εκείνες της υπηρέτριας και της βιομηχανικής εργάτριας.


Βιομηχανική εργάτρια, η άλλη Άννα. Σκυμμένη σε μια επαγγελματική ραπτομηχανή γάζωνε, από το πρωί στις έξι ως το βράδυ στις οκτώ, πουκάμισα. Το μόνο που ήθελε ήταν να παίρνει στο ακέραιο τις υπερωρίες της και να τις βάζει στην τράπεζα, χωρίς να της επιδαψιλεύει τον πισινό της, το αφεντικό της.
Την Άννα τη γοήτευε η λέξη ‘‘Αριστερά’’. Τη ‘‘Δεξιά’’ την είχε ταυτισμένη με τον τετράπαχο πρόεδρο της κοινότητας του χωριού της, που μύριζε σκόρδο και κοίταζε λιγούρικα της μάνα της, αλλά και με τους δυο ηλικιωμένους γιατρούς στην κλινική που της έπιαναν τον κώλο και τη γυρόφερναν για ένα στα όρθια κι ας είχαν τρεις φορές τα χρόνια της. Τους έβλεπε παρέα με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, τους άκουγε να βρίζουν τον Ανδρέα. Τι άλλο ήθελε για να ταυτίσει τη ‘‘Δεξιά’’ με το βρόμικο κεφάλαιο και το κατεστημένο;
Ο Ανδρέας, όμως…
Με ζιβάγκο και ανοιχτά τα χέρια καλούσε το λαό της Ελλάδας να διώξει το Ν.Α.Τ.Ο., να γκρεμίσει τους κεφαλαιοκράτες…
Ο Ανδρέας…
Τον έβλεπε στην τηλεόραση να φωνάζει πως η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες, πως η ‘‘Δεξιά’’ μπαίνει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Τι όμορφα συνθήματα. Πόσο ξεσηκωτικά!

1985: Η Άννα γνωρίζει στο εργοστάσιο τον Σταμάτη. Εργάτης κι αυτός. Κι εκείνου η ζωή, οκτάωρο και τέσσερις ώρες υπερωρία. Μαζί έτρεχαν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, φωνάζοντας: ‘‘Ο λαός δε ξεχνά τι σημαίνει δεξιά’’. Τρία χρόνια μεγαλύτερός της. Αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν. Νοίκιασαν ένα σπιτάκι στα Ταμπάκικα. ‘‘Καμαρούλα μια σταλιά’’ που λέει και το τραγούδι. Πήραν και την άρρωστη μάνα τής Άννας μαζί. Στα 26 της αυτά.

1985: Η άλλη Άννα, η Διαμαντοπούλου, που είχε γνωρίσει τον Ανδρέα Παπανδρέου από πιο κοντά, από πολύ κοντά, ως στέλεχος του κόμματος, διορίζεται νομάρχης Καστοριάς, Στα 26 της κι αυτή.

1988 και η Άννα με τον Σταμάτη αγόρασαν οικόπεδο εκτός σχεδίου στου Αβέρωφ. Με τις αιματηρές τους οικονομίες έκτισαν αυθαίρετο 90 τ.μ., όπως όλοι οι γείτονες στη συνοικία. Άλλωστε το κράτος δικαίου είχε φροντίσει ό,τι ήταν μετά τις σιδηροδρομικές γραμμές να είναι εκτός σχεδίου. Για τους δημοτικούς άρχοντες της Λάρισας η πόλη σταματούσε στις σιδηροδρομικές γραμμές. Το «Τράβελ Στοπ» που πήγαιναν κι έτρωγαν, κι έκαναν επίδειξη τις γούνες οι γυναίκες τους, θεωρούταν εξοχή.

Την ίδια εποχή, η άλλη Άννα, η Διαμαντοπούλου, αναλαμβάνει διάφορα σημαντικά πόστα. Γενική Γραμματέας Κατάρτισης και αργότερα Νεότητας, και Πρόεδρος του ΕΟΜΜΕΧ, πόστο που διατήρησε μέχρι το 1993 οπότε και ανέλαβε Γενική Γραμματέας Βιομηχανίας.
Ούτε γάμο με βιομηχανικό εργάτη, ούτε σπίτι εκτός σχεδίου. Ούτε φλεβίτιδες από τα τριάντα.
Τα χρόνια περνούν και η Άννα Διαμαντοπούλου εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην πολιτική σκηνή, στηρίζοντας τον εκσυγχρονιστή Κώστα Σημίτη.
Το 1996 εκλέχθηκε βουλευτής Κοζάνης. Ορίστηκε Υφυπουργός Ανάπτυξης με ευθύνη για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη βιομηχανική αναδιάρθρωση. Έμεινε στη θέση αυτή μέχρι την επιλογή της ως Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1999).
Το 2004 επανεκλέγεται βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ, που χάνει από τη Ν.Δ. Το 2007 ήταν υπεύθυνη του πολιτικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ και μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 ήταν η πολιτική υπεύθυνη του ΠΑΣΟΚ για την Παιδεία και βουλευτής Α΄ Αθήνας.


Η ‘‘δική’’ μας Άννα, δηλαδή η γαζώτρια, ένιωθε μια ιδιαίτερη έλξη για την άλλη Άννα. Τη γοήτευε το σοβαρό ύφος, ο ακριβής λόγος της, η αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τα γεγονότα.
Ήθελε, εκείνη να ήταν ο αρχηγός τού ΠΑ.ΣΟ.Κ. και όχι ο Γιώργος Παπανδρέου, που ‘‘παιντί’’ τον ανέβαζε, ‘‘παιντί’’ τον κατέβαζε. Σ’ εκείνη είχε εμπιστοσύνη.
Αν και τον Κώστα Καραμανλή δεν τον πήγαινε με τίποτα, μια σκέψη της πέρασε απ’ το μυαλό, που είχε σχέση με τα τόσα και τόσα επιδοτούμενα προγράμματα για την επιχειρηματικότητα και τα τόσα δάνεια που έδιναν απλόχερα οι τράπεζες.
Να σταματούσε τη δουλειά – μεροδούλι ήταν αυτό – να έκανε μια δική της. Στο ισόγειο του σπιτιού που είχαν χτίσει και ήταν απέναντι απ’ τη συνοικιακή πλατεία, να άνοιγε ένα μαγαζάκι. Καφέ, τυρόπιτες, σάντουιτς το πρωί, τσιπουράκι το μεσημέρι, σουβλάκια και γύρο το βράδυ. Λιγότερη κούραση θα είχε. Αρκετά τα είκοσι επτά χρόνια στη βιοτεχνία. Νισάφι…
Φθινόπωρο του 2006 το μαγαζάκι της Άννας ήταν έτοιμο. Από την πρώτη μέρα η δουλειά της χαμογέλασε. Η συνοικία ήταν γεμάτη οικοδομές. Τι μονοκατοικίες, τι συγκροτήματα με αυτόνομες κατοικίες…
Ένα πίσω απ’ το άλλο σταματούσαν τα ‘‘εργολαβικά’’ και τα φορτηγά. Χαμός τα τσίπουρα, το μεσημέρι. Αλλά το βράδυ ήταν η αποθέωση. Στην ουρά για γύρο και σουβλάκια τα παιδιά της γειτονιάς.

Διαφορετικές ήταν οι δόξες που απολάμβανε το ίδιο διάστημα η Άννα Διαμαντοπούλου. Στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 επανεκλέχθηκε βουλευτής Α΄ Αθήνας και στις 7 Οκτωβρίου ορκίστηκε Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, θέση που διατήρησε και στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου το 2011. Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 2012 και βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής.
Ο ήλιος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε δύσει για τα καλά. Μαζί μ’ αυτόν είχαν δύσει και πολλά από τ’ αστέρια του. Όχι βέβαια πως έμειναν άνεργα, να προσπαθούν να σταθούν όρθια στην καταστροφή.
Λίγο πολύ όλοι οι πρώην βολεύτηκαν. Μπορεί να μην ήταν σε βουλευτικά όργανα, όλο και κάπου ήταν πρόεδροι, σύμβουλοι και τα συναφή…


Με την άλλη Άννα, όμως, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τον πρώτο σεισμό τον ένιωσε το 2010. Ένα πρωί οι οικοδόμοι που δούλευαν στην απέναντι οικοδομή δεν πήγαν για δουλειά. Σταδιακά και οι άλλες οικοδομές, στη γειτονιά εγκαταλείφθηκαν. Οι πενήντα πρωινοί καφέδες έγιναν επτά.
2017 και η Άννα κατεβάζει ρολά. Τουλάχιστον να πάρει τη σύνταξή της. Πότε; Τι σχέση έχει αν τα ένσημά της φτάνουν και περισσεύουν; Αφού οι κρατούντες άλλα αποφασίζουν. Οι ειδήσεις που παρακολουθεί ολημερίς, σαν άνεργη πια, της προκαλούν πανικό. Ωστόσο τις παρακολουθεί, μήπως και ακούσει κάτι αισιόδοξο.
Όμως ακούει την Άννα Διαμαντοπούλου να μιλά για το ασφαλιστικό και τους συνταξιούχους. Αναρωτιέται: «Αυτή δεν ήταν τόσα χρόνια στα πράγματα; Εγώ είμαι εκείνη που καταστρέφω τη χώρα;»
Δακρύζει η Άννα και φτύνει δίπλα της, ας σκύβει αμέσως μετά και καθαρίζει το πλακάκι. «Α… Να χαθείς κι εσύ σοσιαλίστρια…», μουρμουρίζει.
Ύστερα, σαν να είχε απέναντί της όλους όσοι αποφάσισαν και αποφασίζουν για την τύχη της, λέει αηδιασμένη: «Να χαθείτε καργιόληδες. Αν είχατε δουλέψει πέντε χρόνια σε φάμπρικα, ούτε που θα σας περνούσε από το μυαλό να κόψετε ένα ευρώ σύνταξης… Κηφηναριά του κερατά, διαβολοσυνέταιροι…»

 (Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 7-4-2017)