Google+ Followers

Άντε χάσου κι εσύ…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
-----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
----------------------------------- 
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net, στις 29-12-2017)
 
Συνετός, όπως πάντα, ο κ. Σχοινάς, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλαδή, έστειλε το μήνυμά του μέσα από ένα τηλεοπτικό κανάλι: «Τον Αύγουστο του 2018 ολοκληρώνεται το Μνημόνιο έτσι όπως το ξέρουμε και είναι η πρώτη φορά από το 2009 που ένα πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί. Αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι γυρίζουμε σελίδα και ότι το κεφάλαιο εμπιστοσύνης στις σχέσεις Ελλάδας - ΕΕ το έχτισε κυρίως ο ελληνικός λαός με τις ιστορικές θυσίες του τα τελευταία 7-8 χρόνια», δήλωσε.
Άλλο ένα τραγικό ψέμα, αυτήν τη φορά από κύριο με γραβάτα, που απολαμβάνει παχυλότατο μισθό και έχει σίγουρα τα γεράματά του. Μίλησε για θυσίες του ελληνικού λαού. Όχι για θυσίες των ασθενέστερων και των τίμιων. Του ελληνικού λαού, γενικά. Δηλαδή και των λαμογιών, και αυτών που φοροδιαφεύγουν, και αυτών που ζουν σε βάρος των άλλων, και αυτών που συνεχίζουν να είναι διαπλεκόμενοι, και αυτών που βολεμένοι για τα καλά στην ασφάλεια των εισοδημάτων τους, κουνούν με ικανοποίηση το κεφάλι τους και απολαμβάνουν τα κεκτημένα που φρόντισαν να τα διαφυλάξουν στο απυρόβλητο, δηλαδή μακριά από το προβληματικό χέρι του κράτους.
 Μίλησε ακόμα και για το μεταναστευτικό. Λόγια μαύρης παρηγοριάς από μια Ευρωπαϊκή Ένωση κουρασμένη, σχεδόν τυφλή, χωρίς ιδεολογίες και χωρίς αποφασιστικότητα. Ούτε καν ανέφερε ότι επείγει ο Φουκιγιάμα να ξαναγράψει ένα βιβλίο, με το οποίο να αναιρεί το Τέλος της Ιστορίας, δίνοντάς του τον υπέρτιτλο ενός παλιού βιβλίου του Φρέντυ Γερμανού: «Με συγχωρείτε, λάθος!»
Ναι, όλα λάθος. Λάθος ότι ο ελληνικός λαός πλήρωσε, λάθος ότι η Ευρώπη προσπάθησε ν’ αντιμετωπίσει το μεταναστευτικό.
Το μεγαλύτερο έγκλημα είναι οι γενικεύσεις. Αυτές εμποδίζουν την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Δεν γίνεται ν’ αναγκάσεις εκατό ανθρώπους να φορέσουν παπούτσι νούμερο 42. Κάποιοι θα έχουν μικρότερο πόδι, κάποιοι μεγαλύτερο. Που σημαίνει πως και οι εκατό δεν θα περπατήσουν το ίδιο καλά.
Ένα μέρος του ελληνικού λαού πλήρωσε τα σπασμένα. Ένα άλλο μέρος πληρώθηκε γιατί δεν δούλεψε ποτέ, γιατί δεν κολλούσε ένσημα, γιατί την έβγαζε καθαρή με επιδόματα και διάφορες κομπίνες. Και ο πρωθυπουργός κομπάζει πως όλοι πια έχουν να εισπράττουν κάτι. Ακόμα και κάτι δεκάδες χιλιάδες αλλοδαποί που βρέθηκαν για τους δικούς τους λόγους στην Ελλάδα. Ούτε αυτοί κόλλησαν ένα ένσημο. Δεν έχει σημασία. Κόλλησαν κάποιοι ευσυνείδητοι Έλληνες διπλά και τριπλά ένσημα, για να τα ροκανίζουν τώρα άλλοι. Αυτό κι αν είναι… δικαιοσύνη.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη ΔΕΗ. Πληρώνουν οι νομοταγείς. Γιατί ξέρουν πως ό,τι αγοράζουν θα πρέπει να πληρώνεται. Όμως η μεγάλη τρύπα στη ΔΕΗ υπάρχει, γιατί τις δυο βαθιές πληγές της, κανείς από τους κρατούντες δεν κατόρθωσε να επουλώσει. Η μία είναι η κακοδιαχείριση με τους παχυλούς μισθούς των ημέτερων. Η άλλη, οι πολλοί που δεν πληρώνουν. Και τη ΔΕΗ καλούνται να σώσουν όπως πάντα οι συνεπείς.
Για τούτους τους λόγους και κάποιους άλλους που πονούν οδυνηρά, λέω πως δεν μίλησες σωστά κ. Σχοινά. Όπως δεν θα μιλήσει σωστά και ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του για τον καινούργιο χρόνο. Γιατί δεν σας αρέσουν οι αλήθειες, που πρώτα δείχνουν εσάς τους μεγαλόσχημους, ως ανίκανους να θεραπεύσετε το κοινωνικό σώμα. Γενικολογείτε για ν’ αποφύγετε τις λακκούβες. Όμως οι λακκούβες θα υπάρχουν όσο κι αν προσπαθείτε να τις προσπεράσετε. Αοριστολογείτε για να ρίξετε στάχτη στα μάτια των αφελών. Τα μάτια όμως των σκεπτόμενων μένουν ανοιχτά και σας δικάζουν. Εθελοτυφλείτε για να παρέχετε άλλοθι στην ανεπάρκειά σας.
Κατονομάστε, αν τολμάτε κ. Σχοινά, ποιοι βούλιαξαν την οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες. Έναν – έναν και με ποιον τρόπο. Όχι γενικόλογα. Με αποδείξεις. Γιατί εσείς ξέρετε τα πάντα.
Καταγγείλτε κ. Τσίπρα ποιοι σας φρενάρουν και ποιοι σας συμβουλεύουν να υπογράψετε αδίστακτα έναν προϋπολογισμό που προβλέπει νέες μειώσεις σε συντάξεις και νέες φορολογίες.


Δεν θα το κάνετε ποτέ. Γιατί όλη σας η ζωή εξαντλείται πλέον από τη φιλοδοξία για το αξίωμα. Άλλωστε έχετε και έτοιμα σενάρια σε περίπτωση που βρεθείτε στη θέση τής αντιπολίτευσης. Το Σύνταγμα είναι εκεί, ακόμα. Εκεί θα σας δούμε∙ επικεφαλής των νέων αγανακτισμένων. Μπορεί να έχετε στο πλευρό σας ακόμα και τη Χαρούλα Αλεξίου, με κόκκινα γάντια καθαρίστριας και με σκούπα, για να συμπαρασταθεί στις νέες απολυμένες καθαρίστριες, ενώ για τις παλιές κανείς δεν μας είπε ακόμα πού δουλεύουν…

Λοιπόν… Οι μέρες είναι πρόσφορες για διαγγέλματα και δηλώσεις. Εμπρός ξεκινήστε. Μόνο μην ξεχάσετε, όταν θα κάνετε πρόβα στον καθρέφτη, να ρίξετε μια μούντζα στα μούτρα σας και να πείτε εκείνο το θρυλικό «Άντε χάσου κι εσύ…», εκείνου που σήμερα οδύρεται σαν παρθένα, που έχασε τον υμένα της πριν τριάντα χρόνια, ότι δεν έβαλε πλάτη για τον ΣΥΡΙΖΑ…
Καλή χρονιά.

Νοσταλγία του χειμώνα...



(ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή - απόσπασμα)
--------------------------------------------------------                             


 Είχες πει
πως σε προκαλούν οι ακρογιαλιές του Αιγαίου,
οι ορμίσκοι των έρημων νησιών,
οι αμμουδιές με τους εραστές του ήλιου...

                               Είχες πει
πως θα ’θελες τα μάτια σου
να γεμίζουν ιστία πολύχρωμα,
                  βάρκες ταπεινές
                                  και παιδιά που θα ’στηναν κάστρα στην άμμο,
                                  απόμαχους ναυτικούς
με γυριστά στον αστράγαλο παντελόνια...

                               Είχες πει
πως θα ’θελες          
                γυμνόποδη,       
τα βράδια να περπατάς στην αμμουδιά,
               γυμνόστηθη,        
               με ξέπλεκα μαλλιά,
με μουσικές στ’ αφτιά σου
και μελανές κυπαρισσοκορφές
να λογχίζουν τα μάτια σου...

 
Τόση νοσταλγία κλεισμένη σε μια μόνο στιγμή, τόση λαχτάρα φυλακισμένη σ’ ένα μπουκάλι κρασί, τόση παραίτηση, κλεισμένη στον επίλογο κάποιων παραμυθιών που θέλουν μονάχα τους άλλους να ζουν καλύτερα...
Ξεστρατισμένες μουσικές μας αναπλάθουν. Απολιθωμένες λέξεις μάς οριοθετούν. Ένας αργός θάνατος αποκαλύπτει τη μυστική γλώσσα των χρωμάτων.
Πώς ν’ αντιπαλέψω το εφήμερο με τόση νύχτα γύρω μας;

Τα Χριστούγεννα του πικρού χαμόγελου…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 -----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
----------------------------------- 

Κάποιες φορές η μνήμη παίζει άσχημα παιγνίδια. Βρίσκεσαι μπροστά στη βιτρίνα τού μικρού, αλλά κεντρικότατου βιβλιοπωλείου «Άνεμος» και χαζεύεις τα παιγνίδια, αναποφάσιστος αν πρέπει ν’ αγοράσεις κάτι, για δώρο στα εγγόνια σου, μέρες που έρχονται, γιατί έχεις να πληρώσεις ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, ΔΕΗ, ΔΕΥΑΛ και φυσικό αέριο… Από μια σύνταξη 960 ευρώ.
Προχωράς στο πεζοδρόμιο, πασχίζοντας να θυμηθείς με πόση λαχτάρα περίμενες εσύ τον παππού, τη μαμά, τις θείες, τις μέρες αυτές, τότε, λίγο πριν μπει το 1960…
Αντί όμως ν’ ανακληθούν από τη μνήμη εκείνες οι εικόνες, έρχονται απρόσκλητες κάποιες εικόνες του Μαΐου και του Ιουνίου του 2011, όταν έβλεπες να βουλιάζει η πλατεία Συντάγματος από τους «Αγανακτισμένους» και κάποιους να βγάζουν πύρινους λόγους στα πλήθη που αλάλαζαν, φωνάζοντας «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».

Στις φάτσες τους σήμερα αναγνωρίζεις κάποιους υπουργούς, τον κ. Κατρούγκαλο, τον κ. Τσακαλώτο…
Η Βουλή βέβαια δεν έχει καεί. Θυμάσαι πως την περασμένη εβδομάδα διάβαζες τον εγγονό σου και προσπαθούσες να του δώσεις να καταλάβει πως η σημερινή Βουλή (που δεν κάηκε) των τριακοσίων, είναι μακρινός απόγονος της Βουλής των πεντακοσίων τού Κλεισθένη και της παλιότερης, των τετρακοσίων τού Σόλωνα με τη σεισάχθεια. Τι όμορφη λέξη η «σεισάχθεια»!!! Πόσες φορές την είχε επικαλεσθεί ο σημερινός πρωθυπουργός πριν το 2015;
Η λήθη είναι φάρμακο για να συνεχιστεί η ζωή. Ευτυχώς που δεν κοστίζει σε χρήμα.
Γι’ αυτό και χθες βράδυ ήταν τόσο λαλίστατος στη Βουλή ο κ. πρωθυπουργός, ισχυριζόμενος πως όσα θα υποστούμε και το 2018, θα είναι η τελευταία δοκιμασία. Μετά, το 2019, θ’ ανατείλει λαμπρός ο ήλιος της αντιμνημονιακής εποχής.
Προσπαθώ να καταλάβω ποιο θα είναι το αύριο, αν ζω, της σύνταξής μου, ποιο θα είναι το αύριο χιλιάδων και χιλιάδων συνταξιούχων, χιλιάδων και χιλιάδων μικροεπαγγελματιών που ένιωσαν για καλά τη θηλιά στον λαιμό τους; Και αδυνατώ να βρω απαντήσεις. Γιατί, τρία χρόνια τώρα βιώνω τη χειρότερη αναλγησία τής εξουσίας. Αυτήν που δεν μου επιτρέπει να χαρώ το κλίμα των ημερών…

Λοιπόν, κ. Τσακαλώτο και κ. Τσίπρα… Άραγε πόσο νόμιμο είναι, και κυρίως πόσο ηθικό, να επιχειρείς να δικαιολογείς τα σημερινά εγκλήματα επικαλούμενος τα μελλοντικά οφέλη; Αν κάτι κοινό είχαν οι κομμουνιστές διανοούμενοι και οι φασίστες ομόλογοί τους, μετά το 1917, ήταν η διάθεση για τη μέχρι θανάτου πάλη προς όφελος των κοινωνικών δικαιωμάτων, έτσι όπως εκείνοι τα ένιωθαν σωστά και τα ερμήνευαν με βάση την εξυπηρέτηση των στόχων τους.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η ιστορία έχει ιδιαίτερα ματωμένα αποδεικτικά στοιχεία. Ο Χάιντεγκερ που στήριξε τον φασισμό τού Χίτλερ, επέζησε όλων των καταστροφών και πέθανε το 1976 πλήρης ημερών (87 χρονών) μετά από μια άνετη ζωή. Δεν συγκαταλέγεται στα εκατομμύρια των νεκρών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ίδιο βέβαια και ο Ζαν – Πωλ Σάρτρ, ο οποίος ευλογούσε τον Στάλιν, δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα εκατομμύρια των νεκρών αντιφρονούντων. Μια χαρά – όπως λέει ο λαός – την έβγαλαν αυτοί, όπως και πολλοί ομοϊδεάτες τους. Όπως άλλωστε κι εσείς κ. Τσακαλώτο και κ. Τσίπρα. Μια χαρά τη βγάζετε. Εγώ, εμείς, κάποιοι άλλοι, δεκάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, πέρα από τους λίγους, είμαστε που βιώνουμε τον καθημερινό θάνατο, αντικρίζοντας την καταιγίδα των υποχρεώσεών μας και - γιατί όχι - των χρεών μας. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να νιώθουμε τη γιορτή των Χριστουγέννων, ως γιορτή της μέγιστης αυταπάτης. Αυτή είναι η αλήθεια κ. Τσίπρα. Και βέβαια αναφέρομαι στο κοσμικό νόημα της γιορτής, όχι το θρησκευτικό.
Και αφού μιλάμε για Χριστούγεννα, κ. Τσίπρα, θα ήθελα να σας ταξιδέψω για λίγο στον τόπο που επιτελέστηκε το Γεγονός, δηλαδή η Γέννηση. Θα σας πληροφορήσω πως το 2006 κατά την εισβολή τού Ισραήλ στον Λίβανο με τις τεράστιες απώλειες των αμάχων, η τότε υπουργός εξωτερικών των Η.Π.Α. Κοντολίζα Ράις ισχυρίστηκε ότι αυτές οι απώλειες και αυτά τα δεινά των αμάχων ήταν «οι ωδίνες του τοκετού μιας νέας Μέσης Ανατολής». Πόσο σωστό όμως είναι να δημιουργείς μια «νέα Ελλάδα» - που κανείς δεν εγγυάται ότι θα είναι καλύτερη από την «παλιά» - ‘‘θανατώνοντας’’ και φορτώνοντας δεινά σ’ εκατοντάδες χιλιάδες αναίτιους πολίτες; Εσείς τουλάχιστον μόνο διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις καλής κωλοτούμπας έχετε δώσει, όχι σοβαρότητας, όχι υπευθυνότητας. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η σύγκριση όσων λέγατε ως αντιπολίτευση και όσων έχετε κάνει μέχρι τώρα. Θ’ αλλάξετε τώρα; Είθε…
Όσο για το «νέο» που διαφημίζετε, προπαγανδίζοντας, θα έλεγα πως, τα όσα βιώνουμε μόνο το «παλιό» αντιγράφουν κακότεχνα. Πάλι οι αδύναμοι βρίσκονται κάτω από πόδια ελεφάντων. Διαφωνείτε σ’ αυτό;

Τρία χρόνια μετά…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
-------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------

Πρωταρχικό στοιχείο και απαρασάλευτη βάση τής Δημοκρατίας είναι η Ελευθερία. Χωρίς αυτήν οι κρατούσες πολιτικές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν δημοκρατικές. Στερούνται και του σώματος και του πνεύματος της δημοκρατικής οντότητας. Για τούτο, το εγκαταστημένο πριν από τρία περίπου χρόνια κυβερνητικό σχήμα, δεν δικαιούται να μιλά για δημοκρατικές αξίες και δημοκρατία. Η ζώσα πραγματικότητα στη χώρα μας μόνο την ελευθερία δεν υπηρετεί. Ο Έλληνας του 2017 είναι υπόδουλος ενός συστήματος που εγκαταστάθηκε με τη θέλησή του και παραμένει αδιασάλευτο με την ανοχή του, υιοθετώντας μιαν άτυπη δικτατορία για την οποία πολιτικοί αναλυτές τού μέλλοντος θα αδυνατούν να βρουν το ελάχιστο ελαφρυντικό.
Η έλλειψη της ελευθερίας είναι εμφανέστατη από την καταπάτηση των δικαιωμάτων τού ατόμου, που εδώ και τρία περίπου χρόνια έχει πάρει μορφή λαίλαπας. Βεβαίως, αυτή η καταπάτηση, είχε την αρχή της κάποια χρόνια πριν, όταν εντελώς ανόητοι πολιτικοί άντρες-μαριονέτες, αναγκάστηκαν να ενημερώσουν τον ελληνικό λαό πως τα οικονομικά τής χώρας πήγαν «κατά διαόλου».
Αυτές οι μαριονέτες που ελέω άκριτου σώματος ψηφοφόρων είχαν τη διακυβέρνηση της χώρας, προχώρησαν τότε σε περιστολή ή και καταστολή δικαιωμάτων των πολιτών∙ των ασθενέστερων πολιτών, βεβαίως. Ήταν ανίκανοι εκείνοι οι πολιτικοί να δώσουν ώθηση στην παραγωγική ικανότητα της χώρας έτσι ώστε με εισροές οικονομικών πόρων ν’ αντισταθμιστούν οι απώλειες.
Οι πολιτικές αυτές συνεχίστηκαν με τους λιγότερο υπεύθυνους να «πληρώνουν τη νύφη». Τότε εμφανίστηκε στο προσκήνιο η ρητορική τής ανερμάτιστης οχλολαγνείας. Με προεξάρχοντα τον νυν πρωθυπουργό, η λασπολογία και οι κούφιες υποσχέσεις εμφανίστηκαν ως πολιτικός λόγος, οι ύβρεις ως πολιτική κριτική, η ιδιοτελής «αγανάκτηση» ως διαμαρτυρία. 

Τα Χριστούγεννα του 2014 ακόμα και οι πιο δύσπιστοι των πολιτών ήλπιζαν πως κάτι θα άλλαζε, προς το καλύτερο, βεβαίως. Ο ορθολογισμός έλεγε ότι έστω ελάχιστα να πραγματοποιούσε ο νεαρός με τους πύρινους λόγους, μια κάποια καλύτερη μέρα θα ξημέρωνε. Ακόμα κι αν δεν θα τον ψήφιζαν θα ήταν για καθαρά ιδεολογικούς λόγους.
Με το ξημέρωμα του νέου έτους ήρθε το «ολοκαύτωμα». Ένας ανισόρροπος άνθρωπος που ανέλαβε το μεγάλο φορτίο των οικονομικών στην πλάτη του, έκανε τα πάντα ώστε και η ελάχιστη αξιοπρέπεια της χώρας να καταρρακωθεί, αλλά και το οικονομικό ναυάγιο να αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Όταν ο νεαρός πρωθυπουργός αντιλήφθηκε το μέγεθος της καταστροφής, προσπάθησε να σταματήσει το ολίσθημα, αλλά το κακό είχε γίνει. Τη νύφη, για μια ακόμα φορά, θα την πλήρωναν οι αδύναμοι και οι λιγότερο υπεύθυνοι για την καταστροφή αυτή. Θα την πλήρωναν επίσης οι πλέον τίμιοι. Αυτοί που χαρακτηρίζονται ως «λαμόγια» θα έβρισκαν τρόπους να γλιστρήσουν και να συνεχίσουν να ευημερούν. Άλλωστε μια ανίερη συμμαχία τού είχε δώσει το απαραίτητο στήριγμα. Η συμμαχία με τον μωροφιλόδοξο πολιτικό αντίπαλό του.

Ο κ. Καμμένος, τέκνο τού αντιπάλου κόμματος, αλλά ορκισμένος εχθρός παλαιών συναδέλφων και συναγωνιστών του, άδραξε την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει στα πολιτικά δρώμενα. Η ανίερη συμμαχία με τον τέως θανάσιμο εχθρό του, του εξασφάλιζε πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλωστε η ρητορική του, που είχε άξονες την υπεράσπιση των φτωχών, την υπεράσπιση των εθνικών ιδεωδών και την υπεράσπιση των χριστιανικών αξιών, θεράπευε προσδοκίες αρκετών ψηφοφόρων για να τον στείλουν στη Βουλή. 

Τρία χρόνια μετά, Χριστούγεννα 2017, τίποτα απ’ όσα ακούγονταν τα Χριστούγεννα του 2014, έχει πραγματοποιηθεί. Λόγια, λόγια, λόγια…
Η πολιτική τής αφαίμαξης εντάθηκε. Η πολιτική τής αποδόμησης κάθε ηθικής αξίας που είχε απομείνει, ολοκληρώθηκε. Το ψεύδος, η αναίδεια, η αισχρότητα, έγιναν εργαλεία τής οδυνηρότερης προπαγάνδας που ζει η χώρα μετά το τέλος των πολέμων.
Πουθενά ελπίς.
Όνειρα νεκρά. Μοναδική παρηγοριά τα συσσίτια των φιλανθρωπικών οργανώσεων και κινημάτων. Μοναδική αντίσταση η εγκαρτέρηση των τίμιων πολιτών, που συνεχίζουν να είναι συνεπείς πως τους νόμους, όσο άδικοι και αν είναι αυτοί…


Η πολυσημία μιας εικαστικής αναζήτησης...



Εγκαίνια ζωγραφικής τής Ολυμπίας Ματράκη
το βράδυ τής Πέμπτης, 14 Δεκεμβρίου,
στο εστιατόριο τέχνης «Να με θυμάσαι…»
 
 --------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
 --------------------------------


Με μια έκθεση ζωγραφικής που αποθεώνει τη γυναίκα, υποδέχεται το εστιατόριο «Να με θυμάσαι…» τα Χριστούγεννα.
Την Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, η έκθεση "Serendipity" με έργα της Ολυμπίας Ματράκη, φιλοξενείται στον χώρο του, δίνοντας υπόσταση στις πολλές οπτικές που μπορεί να έχει ένα έργο Τέχνης από την ώρα που φεύγει από τον δημιουργό του.

Πρόσωπα γυναικών με έντονη αφαιρετική διάθεση που αφηγούνται ταξίδια συναισθημάτων, με γλώσσα διαφορετική για τον καθένα μας.
Πρόσωπα ακινητοποιημένα από το τυχαίο, με ομιλούντα τα μάτια, αλλά και τα κλειστά χείλη, μέσα σε μια περιρρέουσα θλίψη, αλλά και ηδυπάθεια, θα συνυπάρχουν αρμονικά σε μια ατμόσφαιρα ούτως ή άλλως ελκυστική.
Τα έργα της Ματράκη συνομιλούν μαζί μας, ανιχνεύοντας έναν εσωτερικό διάδρομο, έτσι ώστε να μας αγγίζουν κυρίως με τα όργανα τα οποία εκφράζουν τη γυναικεία, τη θηλυκή διάσταση του κόσμου: Τα μάτια και τα χείλη. Η ζωγράφος μέσα από τα μάτια και τα χείλη επιχειρεί να ερμηνεύσει τη φύση τής γυναίκας και να ξεκλειδώσει συναισθήματα συχνά ανερμήνευτα.
Στο ερώτημα «τι είναι γυναίκα;», η Ολυμπία Ματράκη – ερμηνεύω καθώς παρατηρώ τα έργα της – απαντά κάπως έτσι: Είναι δυο μάτια που βγάζουν προς τα έξω την εσωτερικότητά της, την απορία της για τον κόσμο που την περιβάλλει, την έκπληξή της, ακόμα, γιατί το όνειρο που προσδοκούσε να της χαρίσει ο άντρας δεν είχε το ειδικό βάρος τής επιθυμίας της.
Επίσης, πως, είναι δυο χείλη που μπορούν να χαρίσουν τον παράδεισο επί της γης, αφού είναι αυτά που οδηγούν νικηφόρα μια κλινομάχη – όπως θα έλεγε ο Κ. Παπαγιώργης – προετοιμάζοντας τον πανέμορφο, αλλά και ανελέητο αγώνα θηλυκού – αρσενικού στον στίβο τού έρωτα, που δεν είναι μόνο αποθέωση της σάρκας, αλλά και μια γιορτή πνεύματος και συναισθημάτων. Τα ίδια χείλη, όμως, είναι αυτά που εκφράζουν τη σωφροσύνη τής σκέψης, ή – ας ειπωθεί – την ελαφρότητά της.

Η ωραιότητα των γυναικείων προσώπων τής Ματράκη δεν πλάθεται μόνο από την ιδέα, αλλά και το σώμα, που υπόκειται στους κανόνες τής φθοράς. Είναι μια ωραιότητα κοινωνική, που μας ομολογεί ότι η ζωγράφος βυθίζεται στη ζωή των φθαρτών και των αισθητών οικοδομώντας το έργο της με άπειρες δόσεις στωικισμού, καθώς οι γυναίκες της περισσότερο σιωπούν, παρά ομιλούν.
Ο τίτλος της έκθεσης, που υποδηλώνει τυχαιότητα, "Serendipity", με οδηγεί στην αναζήτηση της αιτίας. Άραγε, γιατί τόσος προβληματισμός για το αν η γυναίκα, σήμερα, έχει φτάσει στο επίπεδο της επιθυμητής απ’ αυτήν ολοκλήρωσης; Απέναντι στα πρόσωπα που δημιουργεί η Ολυμπία Ματράκη, αφαιρώντας απ’ αυτά το στοιχείο της φθαρτότητας και τονίζοντας μόνο αυτά που μπορεί να συμβολίζουν κάτι, λέω πως όχι∙ η γυναίκα, ακόμα και σήμερα, βρίσκεται σε μια πορεία αναζήτησης. Η αναζήτηση αυτή είναι περισσότερο πνευματική, αφού πρέπει να αντιπαλέψει και το ευκαιριακό που χαρακτηρίζει την εποχή μας.
«Ο άντρας μου ούτε άγγιξε την ψυχή μου, ούτε μάγεψε το κορμί μου. Γιατί του το επέτρεψα; Γιατί;», αναρωτιέται με οδύνη η Μαριάννε, κεντρικό πρόσωπο στο πρόσφατο, για την ελληνική, μυθιστόρημα της Νίνα Γκεόργκε «Το τραγούδι της σελήνης». Ένα αμείλικτο «γιατί;» ανακαλύπτω σε πολλά μάτια γυναικών της Ολυμπίας Ματράκη, ενώ την ίδια στιγμή, αν και κλειστά τα χείλη, καλούν την ηδυπάθεια σ’ έναν χορό ηδονής, συμβατό ακόμα και με τις πιο μύχιες επιθυμίες.

Η Ολυμπία Ματράκη είναι δικηγόρος.
Έχει, στο ενεργητικό της, δεκατρείς ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε δυο ομαδικές. Τα έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες της Ευρώπης, όπως Σκωτία, Δανία, Ιρλανδία, Γερμανία, Ελβετία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γαλλία και Ισπανία.


Εικόνες της ντροπής…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 -----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------


Υπάρχουν κάποιες εικόνες που δεν σβήνονται εύκολα από τα μάτια, όσο κι αν ο ορθολογισμός πασχίζει να τις εξαφανίσει. Κάποιες απ’ αυτές ανήκουν στον πρωθυπουργό, κάποιες άλλες σε άλλα πρόσωπα της πολιτικής σκηνής.
Είναι εικόνες που δηλώνουν εγωισμό, θρασύτητα, χυδαιότητα, καθώς αποκαλύπτουν μιαν άλλη διάσταση των όσων ερμηνεύουν την καθημερινότητα.
Είναι εντελώς απάνθρωπο να χαμογελά τρισευτυχισμένος ο κ. πρωθυπουργός, καθώς τον βραβεύουν γιατί κατόρθωσε να ταπεινώσει τους έντιμους πολίτες της χώρας του, καταρρακώνοντας την αξιοπρέπειά τους. Είναι ιδιαιτέρως θρασύ να ρητορεύει στη Βουλή επιτιθέμενος σε όσους επιχειρούν να τον ελέγξουν επικαλούμενος μια πλαστή πραγματικότητα. Ο αρχηγός ενός κράτος με πολίτες πονεμένους δεν έχει δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Ας ήταν τουλάχιστον σεμνός.
Υπάρχουν, λοιπόν, οι εικόνες. Η εποχή μας με την τεχνολογία της μπορεί να κρατά ζωντανό το παρελθόν. Τότε που ο κ. πρωθυπουργός κραύγαζε στις προεκλογικές εξέδρες πως αυτός και μόνον αυτός θα έδειχνε τι σημαίνει υπερήφανη πολιτική, αντίθετη από εξαρτήσεις, μνημόνια και συμβιβασμούς. 

Βλέπαμε και ακούγαμε, τότε, έναν επαναστάτη, που σήκωνε το χέρι του και κατηγορούσε, ως εθνικούς προδότες όλους τον πριν απ’ αυτόν πρωθυπουργούς, ότι έδωσαν γη και ύδωρ, ότι προσκύνησαν, ότι υπέκυψαν στους δανειστές και στους κακούς εταίρους και πως είναι γερμανοτσολιάδες, που έβλαψαν όσο δεν πάει ο νους του ανθρώπου την πατρίδα.
Βλέπαμε και ακούγαμε, τότε, τον κ. πρωθυπουργό να ξεσηκώνει τους φτωχούς, τους συνταξιούχους, τους αγρότες, τους εργάτες, τους άνεργους, να ποτίζει με οργή τα όνειρά τους για ένα κράτος πιο δίκαιο, πιο αλληλέγγυο, πιο κοινωνικό. Μιλούσε για ‘‘σεισάχθεια’’, μιλούσε για ρυθμίσεις χρεών και διακήρυττε ‘‘κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη’’, γιατί οι τράπεζες ήταν κακές και γιατί όσα χρήματα κι αν έδινε γι’ αυτές η Ευρωπαϊκή Ένωση έμπαιναν στις τσέπες των τραπεζιτών. Κατηγορούσε τους καναλάρχες, τον στρατευμένο Τύπο, μέχρι και τον… παπά της ενορίας για την κατάντια της χώρας.
Και πια τον βλέπουμε να χαμογελά, νέος, ωραίος και θρασύς, στον φακό γιατί υπήρξε ο πρωθυπουργός τής ακόμα μεγαλύτερης ταπείνωσης. Ούτε ένα μνημόνιο σχισμένο, ούτε ένας δανειστής διωγμένος, ούτε ένας εταίρος με την πλάτη στον τοίχο. Ούτε ένας φόρος μειωμένος, ούτε μία συνθήκη πεταμένη στο καλάθι των αχρήστων. Αντίθετα, οι εταίροι βρήκαν στο πρόσωπό του τον πιο διαλεκτικό συνομιλητή. Ούτε ένα ‘‘όχι’’ ο πρωθυπουργός τού ‘‘όχι’’. Πόση ντροπή…
Σε όλα ‘‘ναι’’ με τη λέξη ‘‘κωλοτούμπα’’ να γίνεται διεθνής όρος και να χαρακτηρίζει το χειρότερο εθνικό ρεζίλεμα όλων των εποχών. Ούτε καν από την ιστορική συμπεριφορά τού δικτάτορα Μεταξά δεν διδάχθηκε, που αν και γερμανόφιλος και φιλοφασίστας, όρθωσε το αποφασιστικό ‘‘όχι’’ της ιστορίας και απέδειξε πως πρώτα και πάνω απ’ όλα ήταν Έλληνας. Ούτε και αυτό…
Και παρέλαβε το βραβείο τής ντροπής την ίδια στιγμή που απλοί πολίτες έτρεχαν να βοηθήσουν τους πληγέντες τής Μάνδρας, με το κράτος απόν, την ίδια στιγμή που το υπουργείο Παιδείας ζωνόταν με λαμαρίνες για να προστατεύεται από τους διαδηλωτές, την ίδια στιγμή που οι πλειστηριασμοί χόρευαν όχι μόνο για τους εκατομμυριούχους κακοπληρωτές, αλλά κυρίως για εκείνους που η φτώχεια έπληξε ανελέητα.
Οι εικόνες μένουν και μαστιγώνουν εκείνους που θέλησαν να μετασχηματοποιήσουν σε έμβλημα το πουκάμισο χωρίς γραβάτα. Και οι εικόνες ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα και τον εταίρο, τον θρυλικό εθνολάτρη και υπερασπιστή των ‘‘αδιαπραγμάτευτων εθνικών αξιών’’, τον τότε απροσκύνητο αρματωλό που λάβρος μόνο ένοπλη αντίσταση δεν υποσχόταν, τον κ. Καμμένο. 
 Υπάρχουν τα βίντεο για τους πλειστηριασμούς, για το Φ.Π.Α των νησιών, για την αντίσταση στα μνημόνια και τα γερμανικά συμφέροντα, για εκείνο το… θρυλικό «στα τέσσερα». Τώρα;
Υπόλογος απέναντι στην πολιτική ιστορία, απέναντι σε όσα διατράνωνε, βραχνιάζοντας από την ένταση της ρητορικής των κραυγών, τώρα. Υπόλογος απέναντι σε νησιώτες, σε φτωχούς που τον πίστεψαν, σε όσους πίστευαν πως η πατρίδα κινδυνεύει από νέα κατοχή.
«Περασμένα – ξεχασμένα», όπως υποστηρίζει ο σύμμαχός του διανοούμενος κ. Ζουράρις, που δεν θίχτηκε από το αισχρό τείχος της ντροπής που στήθηκε με λαμαρίνες γύρω από το υπουργείο Παιδείας και παραμένει υφυπουργός να απολαμβάνει τον παχυλό μισθό του.
Και αυτού οι δηλώσεις για το «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει» μένουν σε βίντεο να θυμίζουν πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ένας άνθρωπος, αποδεικνύοντας πως όλα τα χρόνια δεν ήταν παρά ένας δήθεν, δήθεν διανοούμενος, δήθεν ελεύθερος, δήθεν αριστερός.
Γυρίζουν οι εικόνες καθώς ο κ. πρωθυπουργός ετοιμάζεται για το χριστουγεννιάτικο διάγγελμά του, επιστρατεύοντας συμβούλους και λογογράφους. Θα μιλήσει για χρήματα που μοιράστηκαν, σαν ελεημοσύνη, λες και είναι χρήματα της τσέπης του. Δεν θα μιλήσει από πού και πώς μαζεύτηκαν τα χρήματα αυτά. Γι’ αυτό θα μιλήσουν εκείνοι που πλήρωσαν, κάποιοι που είδαν τη ζωή τους να καταστρέφεται…

Λασπωμένος Δεκέμβρης και διαψεύσεις…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύεται στην έντυπη Larissa net, σήμερα Παρασκευή 1-12-2017).
-----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------
Στις 4 Ιουλίου 1776 συνάπτεται η συνθήκη τής Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και κατ’ ουσίαν ξεκινούν οι διεργασίες για το σύνταγμα της χώρας μεταξύ των Άγγλων αποίκων, των ήδη ευρισκόμενων στην Αμερική αποίκων, απογόνων ευρωπαίων και όχι μόνο προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ήταν πρώην κατάδικοι, τυχοδιώκτες και κάθε καρυδιάς καρύδι. Αυτοί, όμως, που υπέγραψαν τη συνθήκη ήταν αποφασισμένοι να δημιουργήσουν κράτος.
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, το 1828, η Ελλάδα αποκτά την ανεξαρτησία της με πρώτο κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 στο Λονδίνο υπογράφεται το Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας τού Ελληνικού κράτους (γνωστό και ως Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830), από τις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία. Οι Έλληνες, όμως, δεν είναι αποφασισμένοι να δημιουργήσουν κράτος. Έτσι στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι δολοφονούν τον Καποδίστρια.
Από το 1861 έως το 1865 ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος διαλύει σχεδόν τη χώρα, που ξεκινάει απ’ την αρχή την ανασυγκρότησή της. Σε λίγες δεκαετίες θα γίνει παγκόσμια υπερδύναμη.
Η Ελλάδα τις δεκαετίες αυτές θα σέρνεται. Αντί να δίνει δάνεια, όπως οι άλλες χώρες, εκλιπαρεί για να παίρνει.
Τον Οκτώβριο του 1944 η Ελλάδα βγαίνει από τη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει την ευκαιρία με τη βοήθεια των συμμάχων να ορθοποδήσει και να έχει μια λαμπρή ανάπτυξη. Άλλωστε οι σύμμαχοι της προσφέρουν τα Δωδεκάνησα, που ήδη γνωρίζουν μια κάποια καλύτερη ανάπτυξη.
Πώς και γιατί τούτη η χώρα έμεινε πίσω; Μ’ έναν ήλιο απείρως λαμπρότερο, μ’ ένα κλίμα απείρως πιο ήπιο και ισορροπημένο, μ’ ένα φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερα μοναδικής ομορφιάς και, το σημαντικότερο, με μια ιστορία και έναν πολιτισμό ασύγκριτα ανώτερο από κάθε άλλη χώρα;
Οι σκέψεις αυτές μού γεννήθηκαν, καθώς παρακολουθούσα στα δελτία ειδήσεων τις βραβεύσεις τού πρωθυπουργού στη Γαλλία και αμέσως μετά την καταστροφή στη Μάνδρα Αττικής. Οι Γάλλοι, που τον βράβευσαν, άραγε να ήξεραν κατά πού πέφτει η Μάνδρα Αττικής;
Από τη μια ένας βαθιά ικανοποιημένος και ιδιαίτερα χαρούμενος νέος άνθρωπος, που έδειχνε ευτυχής για τα εύσημα που ελάμβανε, και από την άλλη κάποιες εκατοντάδες απελπισμένοι που προσδοκούσαν την έμπρακτη βοήθεια ενός κυριολεκτικά απόντος κράτους. Και το κράτος αυτό, και οι απελπισμένοι αυτοί, είχαν για πρωθυπουργό το χαμογελαστό παιδί τής Γαλλίας. Λάθος;
Πλέον, δεκαπέντε μέρες μετά την ολοκληρωτική καταστροφή, το κράτος συνεχίζει να είναι απόν. Ο πρωθυπουργός συνεχίζει να είναι χαμογελαστός, δροσερός, άνετος. Τα λόγια τής «άμεσης αποκατάστασης» και της «άμεσης βοήθειας» έμειναν λόγια.
Άλλωστε τα λόγια δεν κοστίζουν. Ούτε οι υποσχέσεις. Ούτε και τα πρωθυπουργικά χαμόγελα. Ιδιαίτερα όταν απευθύνονται σε ανθρώπους που εκστασιάζονται με την Πάολα (δεν φταίει η καλλιτέχνιδα γι’ αυτό) και συναγωνίζονται ποιος θα κάνει το εντυπωσιακότερο τατουάζ σε χειροπόδαρα και όχι μόνο, ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι… άποψη.


Εν τω μεταξύ στη Μάνδρα τα σχολεία παραμένουν κλειστά, οι πληγέντες δύσμοιροι και οι υπεύθυνοι ‘‘αναζητούμενοι’’. Εκεί, που η ζωή έχει νεκρωθεί εντελώς, η ανικανότητα της αριστερής κυβέρνησης ξεπερνά κάθε προσδοκία, όπως ξεπερνά κάθε φαντασία η θρασύτητα των αριστερόφιλων ΜΜΕ που βλέπουν ν’ ανθίζουν χαμόγελα και κυκλάμινα μέσα στις λάσπες, για να υποδεχτούν τα κρύα τού Δεκέμβρη.
 Στα νοσοκομεία συνεχίζεται η αποσάθρωση, όπως συνεχίζεται και η απαξίωση του συστήματος υγείας. Και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει κυβερνητική απάντηση∙ ο οχετός ύβρεων ενός υφυπουργού που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Όμως μια τυχαία επίσκεψη πείθει και με το παραπάνω γι’ αυτήν την εξαθλίωση, η οποία βέβαια πηγαίνει χέρι με χέρι με την εξαθλίωση πολλών δημόσιων υπηρεσιών, στις οποίες καθημερινά στενάζει ο πολίτης. Οι μόνοι που δεν στενάζουν είναι οι κυβερνητικοί που αποδεικνύουν ότι το πρωθυπουργικό χαμόγελο είναι μεταδοτικό.
Από το ένα στο άλλο. Σαν βροχή οι προβληματισμοί. Η ανεντιμότητα και η κακεντρέχεια στο έπακρο. Μέσα από εγκληματικές πολιτικές. Από εκείνους που ούρλιαζαν για κοινωνική δικαιοσύνη, από τον νεαρό που κραύγαζε: «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Εκείνος κραύγαζε. Όχι ο Σαμαράς, ούτε ο Θεοδωράκης, ούτε άλλος τις της σημερινής αντιπολίτευσης. Εκείνος και οι αξιότιμοι σύντροφοί του. Που τώρα λουφάζουν, βρίσκοντας πως όλα βαίνουν λαμπρά και πως η κυβέρνηση έχει πετύχει τους στόχους της

Και βέβαια, για τους ίδιους βαίνουν λαμπρώς, αφού οι τσέπες τους χορταίνουν χιλιάρικα.
Και βέβαια η κυβέρνηση έχει πετύχει τους στόχους της, αφού με πρόσχημα το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, εξαθλιώνει ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκαλιές και διθυράμβους. Ας πρόσεχε…

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



-------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------
 

Στέφανος Δάνδολος:
«Ιστορία χωρίς όνομα»
(Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα)
Εκδόσεις Ψυχογιός


Γράφοντας παλιότερα για τον Στέφανο Δάνδολο είχα υποστηρίξει ότι με το μυθιστόρημά του «Η χορεύτρια του διαβόλου» (εκδόσεις Ψυχογιός) είχε δώσει ιδιαίτερα επιτυχημένες εξετάσεις στην τέχνη τής πλοκής, ενώ με το μυθιστόρημά του «Όταν θα δεις τη θάλασσα» (εκδόσεις Ψυχογιός), είχα απολαύσει τόσο την αφηγηματική του δεινότητα, όσο και την ιδιαίτερη την ικανότητά του να κινείται άνετα σε δυο παράλληλους κόσμους, αλλά και να εικονογραφεί εποχές μακρινές, προσφέροντας στον αναγνώστη γνώσεις ιστορίας, κοινωνικής εξέλιξης και ερωτικής ψυχογραφίας.
Πλέον απέναντι στο μυθιστόρημα «Ιστορία χωρίς όνομα» αναγνώρισα έναν συγγραφέα δεξιοτέχνη τής λογοτεχνίας, που λεπτουργεί, σμιλεύει με μαεστρία και δεξιοτεχνία τον λόγο του, δίνει μαθήματα χρήσης τής στίξης και εισβάλει με μοναδικό τρόπο στ’ άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Η «Ιστορία χωρίς όνομα», άλλωστε, είναι ένας φόρος τιμής στη συγγραφέα η οποία μας μύησε στη λογοτεχνία (όταν ακόμα αγοράζαμε βιβλία, γιατί τα ‘‘τάμπλετ’’ και το διαδίκτυο ακόμα δεν είχαν εφευρεθεί), την Πηνελόπη Δέλτα.
Είναι ένας φόρος τιμής, με τον δέοντα σεβασμό, σε μια μεγάλη Ελληνίδα, εμβληματική, που σύνδεσε το όνομά της με μια περίοδο που η πατρίδα χρειαζόταν ήρωες για να υπάρξει, και τους έβρισκε εύκολα, αφού υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι έτοιμοι να θυσιασθούν για την ύπαρξή της. Ήταν η εποχή που το αίμα πότιζε τις μεγάλες ιδέες, γιατί ο ελληνισμός έπρεπε να φυτρώσει για τα καλά, να καρποφορήσει και να σταθεί απέναντι στους αέρηδες της ιστορίας.
Σήμερα η εποχή αυτή έχει ξεμακρύνει. Οι πρωταγωνιστές της ολοένα και σκεπάζονται από πέπλα λήθης, προχωρούν σ’ ένα παρελθόν όπου κυριαρχούν τα αζήτητα. Ποιος θυμάται πια τον συνταγματάρχη Σμολένσκυ;
Σ’ αυτό το παρελθόν σκύβει ο Στέφανος Δάνδολος, τραβά ένα – ένα τα πέπλα που το σκεπάζουν και φτάνει στο μακρινό 1900, αρχή ενός αιώνα μέσα στον οποίο θα πάρει το σχήμα της η Ελλάδα, θα τοποθετήσει τον εαυτό της στον κόσμο τής Ευρώπης και της Ασίας.
Μόνο και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να πάρει κανείς το βιβλίο στα χέρια του, ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο από έρωτα, από αφοσίωση στις αξίες της οικογένειας, από λατρεία στην ιδέα της πατρίδας.
***

Είναι η Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη, μεγιστάνα τής διασποράς, με βασίλειό του την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου κυριάρχησε στο εμπόριο του βαμβακιού.
Είναι η Πηνελόπη Δέλτα, που κόντρα στα ήθη τής εποχής, το μακρινό 1905, ερωτεύεται ίσως τον ωραιότερο (στο πνεύμα)  Έλληνα της εποχής, αν και σύζυγος, και μητέρα τριών κοριτσιών, τον Ίωνα Δραγούμη, τον πατέρα τής Μεγάλης Ιδέας του έθνους.
Γι’ αυτόν τον απελπισμένο έρωτα γράφει ο Στέφανος Δάνδολος, έναν αιώνα και κάτι μετά…
Το μυθιστόρημα, που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό, κινείται σε δυο παράλληλα επίπεδα. Ένα, αυτό του 1908. Το άλλο, του 1941. Τα ενδιάμεσα τριάντα τρία χρόνια καλύπτονται με αναφορές και υπαινιγμούς που γίνονται στο δεύτερο επίπεδο, του 1941.
Το 1908 είναι η χρονιά που η Πηνελόπη Δέλτα αποφασίζει τη διακοπή τής σχέσης της με τον Ίωνα Δραγούμη. Μπροστά στην προοπτική τού διαζυγίου και της απώλειας των κοριτσιών της, θυσιάζει έναν έρωτα. Η εποχή δεν είναι πρόσφορη για παράνομους έρωτες, αλλά ούτε μια γυναίκα τής υψηλής κοινωνικής θέσης που είχε η Πηνελόπη Δέλτα ήταν εύκολο να σημαδευτεί ως διαζευγμένη και μάλιστα εξ αιτίας ενός καθυστερημένου έρωτα.
Το 1908 η Πηνελόπη Δέλτα νοσηλεύεται σ’ ένα σανατόριο στην περιοχή της Βιέννης, στο Γκάινφραν, υπό την επίβλεψη του ψυχιάτρου δόκτορος Φρίντμαν. Εκεί φτάνει ο Ίωνας Δραγούμης,  (γόνος κι αυτός περιώνυμης οικογένειας, με τον πατέρα του να έχει χρηματίσει και πρωθυπουργός της χώρας), αποφασισμένος να τη βοηθήσει να βάλει τέλος στον γάμο της και να τον ακολουθήσει. Σε τρεις μέρες η Πηνελόπη Δέλτα πρέπει να πάρει μια απόφαση. Το δράμα τής αμφιταλάντευσης είναι τεράστιο.
***

Ο Στέφανος Δάνδολος χρησιμοποιώντας έναν λόγο κοφτό, με σύντομες παύσεις, με αναφορές σε αρχειακό υλικό, δίνει την ατμόσφαιρα των τριών αυτών ημερών, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στον αναγνώστη. Η γραφή του, ενίοτε συγκλονιστική, περιγράφει ανάγλυφα τον εσωτερικό πόλεμο της Πηνελόπης Δέλτα, που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στα παιδιά της και στον αγαπημένο της.
Διαβάζοντας τις αναφορές σ’ αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο της ερωτευμένης γυναίκας, διαπίστωνα, όλο και συχνότερα, πως ο Στέφανος Δάνδολος ποιούσε ποίηση. Έσπαζε τη φόρμα τού πεζού λόγου και εκφραζόταν ποιητικά. Και αυτό είναι σπουδαίο.
Η γραφή του Δάνδολου επιχειρεί, και το κατορθώνει, να δημιουργήσει ένα ψυχογράφημα, μέσα από το οποίο αποτυπώνονται τα μεγάλα διλήμματα της γυναίκας που δεν θέλει ν’ αμαυρώσει την προσωπικότητα του συζύγου, της μητέρας που δεν θέλει μόνο να στερηθεί τα παιδιά της, αλλά και να μην τα στιγματίσει ως παιδιά ανήθικης μητέρας, της κόρης που δεν θέλει να διασυρθεί το βαρύ οικογενειακό όνομα.
Παράλληλα κατορθώνει να δώσει σε απόλυτο βαθμό την ερωτική στέρηση και τον πόνο τού ανεκπλήρωτου έρωτα που μάταια αναζητά τον παράδεισό του. «Είναι μαρτυρικό κατόρθωμα το ότι δεν έχουν κάνει έρωτα όλα αυτά τα χρόνια…», γράφει, δίνοντας έμφαση στο ‘‘κατόρθωμα’’, που σημαίνει πως και οι δυο πάλεψαν με τον πόθο και τα ένστικτά τους, ίσως και με τον ορθολογισμό των επιθυμιών τους.
Το δεύτερο επίπεδο της αφήγησης αλλάζει, και ως σκηνικό, και ως ύφος. Πλέον ο συγγραφέας εστιάζει στις τελευταίες ώρες τής Πηνελόπης Δέλτα, πριν αυτοκτονήσει. Είναι οι ώρες που η Αθήνα κατακλύζεται από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και στο καφενείο ‘‘Παρθενών’’, στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας, απέναντι από την τότε έπαυλη Θων, θα υπογραφεί το πρωτόκολλο παράδοσης της Αθήνας. Αυτές τις τελευταίες μέρες/ώρες πριν την είσοδο των Γερμανών, η Πηνελόπη Δέλτα θα φέρει πίσω όλη της τη ζωή, με τον Ίωνα Δραγούμη σε πρώτο πλάνο.

Με ιδιαίτερη ευγένεια και λεπτότητα ο Στέφανος Δάνδολος αναπλάθει τις τελευταίες στιγμές τής Πηνελόπης Δέλτα, καθώς τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα τον καλούν να σταματήσει πάνω τους: Η σχέση τού Ίωνα Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, η συμμετοχή του στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και ο Μεγαλοϊδεατισμός, η εκτέλεσή του και ο ρόλος τού πατέρα της Εμμανουήλ Μπενάκη σ’ αυτήν, η αυτοκτονία Κορυζή και η άρνηση του αρχιεπίσκοπου Χρύσανθου να παραστεί και να συν-υπογράψει την παράδοση των Αθηνών.
Ο Δάνδολος δεν γράφει ιστορία. Σέβεται όμως την ιστορία και βαδίζει σταθερά στην αλήθεια, επικεντρώνοντας βέβαια τη συγγραφική του ευαισθησία στην εσωτερικότητα που ξεδιπλώνεται προκειμένου να εκφραστούν τα συναισθήματα, που θα μπορούσαν να κατακλύζουν τις ύστερες στιγμές τής εμβληματικής αυτής γυναίκας.
Η Πηνελόπη Δέλτα δεν ήταν απλά μια προσωπικότητα των Γραμμάτων και της Αθήνας του Μεσοπολέμου. Υπήρξε μοναδική μορφή, καθώς είχε ζήσει εκ των έσω όλα τα γεγονότα που χάραξαν την πορεία τής χώρας από την εποχή των Μακεδονικών Αγώνων έως και τη γερμανική εισβολή. Συναναστράφηκε όλες τις πολιτικές προσωπικότητες που διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Παράλληλα αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους αναγνώστες της, με τα βιβλία της να γίνονται εθνικά αναγνώσματα. Ο συγγραφέας ακολουθεί, λοιπόν, το χρέος του: Ν’ αναδείξει αυτήν τη μοναδικότητα. Και το επιτυγχάνει σε απόλυτο βαθμό.
Μέσα από την εικόνα τής κουρασμένης μεγάλης κυρίας, που έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της για να μην δει την ταπείνωση της πατρίδας από τους Γερμανούς κατακτητές, περνούν αχνοπατώντας θρίαμβοι, απογοητεύσεις, θάνατοι.
«Τι γίνονται οι ψυχές όταν εγκαταλείπουν τη σάρκα; Πού κατοικούν;», αναρωτιέται για λογαριασμό της ο συγγραφέας. Και άμεσα, επίσης για λογαριασμό της, θ’ απαντήσει: «Δεν ξέρει. Το μόνο που ξέρει είναι ότι φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο, ότι οι πατρίδες πεθαίνουν όπως ακριβώς οι άνθρωποι, και ότι οι νεκροί περιμένουν με λαχτάρα τους ζωντανούς που αγάπησαν…».
Οι συνομιλίες τής Πηνελόπης Δέλτα με την απώλεια του θανάτου, τονίζονται ιδιαίτερα από τον Στέφανο Δάνδολο. Άλλωστε έχει ζήσει πολλούς θανάτους και πολλές νύχτες απελπισμένης πίκρας: «Ναι, άσχημες νύχτες, εφιαλτικές νύχτες, υπήρξαν πολλές. Η νύχτα μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου. Η νύχτα μετά τον θάνατο του Βενιζέλου. Η νύχτα μετά τον θάνατο του αγαπημένου της – εκείνη η νύχτα της πιο ειρωνικής τραγωδίας που θα μπορούσε να βιώσει μια γυναίκα στη θέση της. Και άλλες νύχτες. Νύχτες που έφεραν εθνικούς διχασμούς, γενοκτονίες, πολέμους, αρρώστειες…»
Λίγες αράδες πιο κάτω, ο αναγνώστης βρίσκεται, ξανά, μπροστά στην ποιητική δύναμη της γραφής τού Στέφανου Δάνδολου:
«Χαϊδεύει το μαντίλι της ρουφώντας σκοτάδι…», αλλά και: «Το ότι με κοιτούσε με πόθο και οδύνη». ΄Η: «Βούλιαξε στον καιρό των ανέμων ψυχρή σαν άγαλμα, με μια μάσκα στο πρόσωπο».
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο, που κάνει ξεχωριστό το μυθιστόρημα του Δάνδολου, είναι η παράθεση αποσπασμάτων από τα βιβλία τής Πηνελόπης Δέλτα, αυτά που μας μύησαν, σε μακρινές εποχές, στη λογοτεχνία. Αυτά τ’ αποσπάσματα μας γυρίζουν πίσω, σε πολύ σημαντικά αναγνώσματα, που μας άνοιξαν δρόμους για να γνωρίσουμε τη λογοτεχνία του τόπου μας, τότε που τρέχαμε στις δανειστικές βιβλιοθήκες της περιοχής μας, μια και τα χρήματα ήταν λιγοστά έως και ανύπαρκτα.
***

Το εύρημα της παράλληλης γραφής που διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος τη μυθοπλασία, δικαιώνει την απόπειρα του συγγραφέα για την τελική σύνθεση και δρα ευεργετικά στην ανάπτυξη του μύθου.
Μέσα από αποσπασματικούς υπαινιγμούς φτάνει στην πλέον σκληρή στιγμή που επιφύλαξε η ζωή για την Πηνελόπη Δέλτα. Κι εδώ η τέχνη τού Δάνδολου ξαναδίνει τις επιτυχημένες εξετάσεις της. Είναι το γεγονός της εκτέλεσης του Ίωνα Δραγούμη, το καλοκαίρι του 1920, για την οποία ο ρόλος τού πατέρα της υπήρξε καθοριστικός. Γράφει:
«Άραγε θα γλίτωνε ο Ίων εκείνη τη μέρα, εάν είχε επέμβει ο πατέρας της;
»Είκοσι ένα χρόνια, με αυτό το ερώτημα ζει. Η δολοφονία του Δραγούμη στιγμάτισε τον Μπενάκη στη συνείδηση πολλών Ελλήνων ως ένοχο για ηθική αυτουργία στην εν ψυχρώ εκτέλεση ενός ανθρώπου.
»Του ανθρώπου που εκείνη αγάπησε παράφορα.
»Πόσες ουλές μπορεί να αντέξει μια ψυχή; Κι όμως πάλεψε και με αυτήν, την πιο βαθιά απ’ όλες».
Ο Στέφανος Δάνδολος προσεγγίζει με ιδιαίτερη λεπτότητα το θέμα, αφήνοντας τα ερωτηματικά να αιωρούνται, αφού και η ίδια η ιστορία ακόμα δεν έχει απαντήσει σ’ αυτά. Ακόμα και για τη σχέση του Ίωνα Δραγούμη με την Κοτοπούλη, βάζει στον νου τής Πηνελόπης Δέλτα τον υπαινιγμό τής υπέρβασης:
«Ήταν ένας τρόπος για να αντέξεις τη μοναξιά σου.
»Το κατανοώ…»
Το πνεύμα της κατανόησης το συναντάμε διάχυτο στην «Ιστορία δίχως τέλος». Ο συγγραφέας δεν έγραψε ένα μυθιστόρημα για να καταδικάσει, αλλά για να δώσει τα διλήμματα, το πνεύμα τής εποχής, το εύρος των ανθρώπινων αντοχών, την ανάδειξη μιας σιωπής. Για τούτο τον λόγο θαρρώ ότι η «Ιστορία δίχως τέλος» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα και θα πρέπει να το υποδεχθεί με ενθουσιασμό το αναγνωστικό κοινό.