Google+ Followers

Η πολυσημία μιας εικαστικής αναζήτησης...



Εγκαίνια ζωγραφικής τής Ολυμπίας Ματράκη
το βράδυ τής Πέμπτης, 14 Δεκεμβρίου,
στο εστιατόριο τέχνης «Να με θυμάσαι…»
 
 --------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
 --------------------------------


Με μια έκθεση ζωγραφικής που αποθεώνει τη γυναίκα, υποδέχεται το εστιατόριο «Να με θυμάσαι…» τα Χριστούγεννα.
Την Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, η έκθεση "Serendipity" με έργα της Ολυμπίας Ματράκη, φιλοξενείται στον χώρο του, δίνοντας υπόσταση στις πολλές οπτικές που μπορεί να έχει ένα έργο Τέχνης από την ώρα που φεύγει από τον δημιουργό του.

Πρόσωπα γυναικών με έντονη αφαιρετική διάθεση που αφηγούνται ταξίδια συναισθημάτων, με γλώσσα διαφορετική για τον καθένα μας.
Πρόσωπα ακινητοποιημένα από το τυχαίο, με ομιλούντα τα μάτια, αλλά και τα κλειστά χείλη, μέσα σε μια περιρρέουσα θλίψη, αλλά και ηδυπάθεια, θα συνυπάρχουν αρμονικά σε μια ατμόσφαιρα ούτως ή άλλως ελκυστική.
Τα έργα της Ματράκη συνομιλούν μαζί μας, ανιχνεύοντας έναν εσωτερικό διάδρομο, έτσι ώστε να μας αγγίζουν κυρίως με τα όργανα τα οποία εκφράζουν τη γυναικεία, τη θηλυκή διάσταση του κόσμου: Τα μάτια και τα χείλη. Η ζωγράφος μέσα από τα μάτια και τα χείλη επιχειρεί να ερμηνεύσει τη φύση τής γυναίκας και να ξεκλειδώσει συναισθήματα συχνά ανερμήνευτα.
Στο ερώτημα «τι είναι γυναίκα;», η Ολυμπία Ματράκη – ερμηνεύω καθώς παρατηρώ τα έργα της – απαντά κάπως έτσι: Είναι δυο μάτια που βγάζουν προς τα έξω την εσωτερικότητά της, την απορία της για τον κόσμο που την περιβάλλει, την έκπληξή της, ακόμα, γιατί το όνειρο που προσδοκούσε να της χαρίσει ο άντρας δεν είχε το ειδικό βάρος τής επιθυμίας της.
Επίσης, πως, είναι δυο χείλη που μπορούν να χαρίσουν τον παράδεισο επί της γης, αφού είναι αυτά που οδηγούν νικηφόρα μια κλινομάχη – όπως θα έλεγε ο Κ. Παπαγιώργης – προετοιμάζοντας τον πανέμορφο, αλλά και ανελέητο αγώνα θηλυκού – αρσενικού στον στίβο τού έρωτα, που δεν είναι μόνο αποθέωση της σάρκας, αλλά και μια γιορτή πνεύματος και συναισθημάτων. Τα ίδια χείλη, όμως, είναι αυτά που εκφράζουν τη σωφροσύνη τής σκέψης, ή – ας ειπωθεί – την ελαφρότητά της.

Η ωραιότητα των γυναικείων προσώπων τής Ματράκη δεν πλάθεται μόνο από την ιδέα, αλλά και το σώμα, που υπόκειται στους κανόνες τής φθοράς. Είναι μια ωραιότητα κοινωνική, που μας ομολογεί ότι η ζωγράφος βυθίζεται στη ζωή των φθαρτών και των αισθητών οικοδομώντας το έργο της με άπειρες δόσεις στωικισμού, καθώς οι γυναίκες της περισσότερο σιωπούν, παρά ομιλούν.
Ο τίτλος της έκθεσης, που υποδηλώνει τυχαιότητα, "Serendipity", με οδηγεί στην αναζήτηση της αιτίας. Άραγε, γιατί τόσος προβληματισμός για το αν η γυναίκα, σήμερα, έχει φτάσει στο επίπεδο της επιθυμητής απ’ αυτήν ολοκλήρωσης; Απέναντι στα πρόσωπα που δημιουργεί η Ολυμπία Ματράκη, αφαιρώντας απ’ αυτά το στοιχείο της φθαρτότητας και τονίζοντας μόνο αυτά που μπορεί να συμβολίζουν κάτι, λέω πως όχι∙ η γυναίκα, ακόμα και σήμερα, βρίσκεται σε μια πορεία αναζήτησης. Η αναζήτηση αυτή είναι περισσότερο πνευματική, αφού πρέπει να αντιπαλέψει και το ευκαιριακό που χαρακτηρίζει την εποχή μας.
«Ο άντρας μου ούτε άγγιξε την ψυχή μου, ούτε μάγεψε το κορμί μου. Γιατί του το επέτρεψα; Γιατί;», αναρωτιέται με οδύνη η Μαριάννε, κεντρικό πρόσωπο στο πρόσφατο, για την ελληνική, μυθιστόρημα της Νίνα Γκεόργκε «Το τραγούδι της σελήνης». Ένα αμείλικτο «γιατί;» ανακαλύπτω σε πολλά μάτια γυναικών της Ολυμπίας Ματράκη, ενώ την ίδια στιγμή, αν και κλειστά τα χείλη, καλούν την ηδυπάθεια σ’ έναν χορό ηδονής, συμβατό ακόμα και με τις πιο μύχιες επιθυμίες.

Η Ολυμπία Ματράκη είναι δικηγόρος.
Έχει, στο ενεργητικό της, δεκατρείς ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε δυο ομαδικές. Τα έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες της Ευρώπης, όπως Σκωτία, Δανία, Ιρλανδία, Γερμανία, Ελβετία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γαλλία και Ισπανία.


Εικόνες της ντροπής…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 -----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------


Υπάρχουν κάποιες εικόνες που δεν σβήνονται εύκολα από τα μάτια, όσο κι αν ο ορθολογισμός πασχίζει να τις εξαφανίσει. Κάποιες απ’ αυτές ανήκουν στον πρωθυπουργό, κάποιες άλλες σε άλλα πρόσωπα της πολιτικής σκηνής.
Είναι εικόνες που δηλώνουν εγωισμό, θρασύτητα, χυδαιότητα, καθώς αποκαλύπτουν μιαν άλλη διάσταση των όσων ερμηνεύουν την καθημερινότητα.
Είναι εντελώς απάνθρωπο να χαμογελά τρισευτυχισμένος ο κ. πρωθυπουργός, καθώς τον βραβεύουν γιατί κατόρθωσε να ταπεινώσει τους έντιμους πολίτες της χώρας του, καταρρακώνοντας την αξιοπρέπειά τους. Είναι ιδιαιτέρως θρασύ να ρητορεύει στη Βουλή επιτιθέμενος σε όσους επιχειρούν να τον ελέγξουν επικαλούμενος μια πλαστή πραγματικότητα. Ο αρχηγός ενός κράτος με πολίτες πονεμένους δεν έχει δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Ας ήταν τουλάχιστον σεμνός.
Υπάρχουν, λοιπόν, οι εικόνες. Η εποχή μας με την τεχνολογία της μπορεί να κρατά ζωντανό το παρελθόν. Τότε που ο κ. πρωθυπουργός κραύγαζε στις προεκλογικές εξέδρες πως αυτός και μόνον αυτός θα έδειχνε τι σημαίνει υπερήφανη πολιτική, αντίθετη από εξαρτήσεις, μνημόνια και συμβιβασμούς. 

Βλέπαμε και ακούγαμε, τότε, έναν επαναστάτη, που σήκωνε το χέρι του και κατηγορούσε, ως εθνικούς προδότες όλους τον πριν απ’ αυτόν πρωθυπουργούς, ότι έδωσαν γη και ύδωρ, ότι προσκύνησαν, ότι υπέκυψαν στους δανειστές και στους κακούς εταίρους και πως είναι γερμανοτσολιάδες, που έβλαψαν όσο δεν πάει ο νους του ανθρώπου την πατρίδα.
Βλέπαμε και ακούγαμε, τότε, τον κ. πρωθυπουργό να ξεσηκώνει τους φτωχούς, τους συνταξιούχους, τους αγρότες, τους εργάτες, τους άνεργους, να ποτίζει με οργή τα όνειρά τους για ένα κράτος πιο δίκαιο, πιο αλληλέγγυο, πιο κοινωνικό. Μιλούσε για ‘‘σεισάχθεια’’, μιλούσε για ρυθμίσεις χρεών και διακήρυττε ‘‘κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη’’, γιατί οι τράπεζες ήταν κακές και γιατί όσα χρήματα κι αν έδινε γι’ αυτές η Ευρωπαϊκή Ένωση έμπαιναν στις τσέπες των τραπεζιτών. Κατηγορούσε τους καναλάρχες, τον στρατευμένο Τύπο, μέχρι και τον… παπά της ενορίας για την κατάντια της χώρας.
Και πια τον βλέπουμε να χαμογελά, νέος, ωραίος και θρασύς, στον φακό γιατί υπήρξε ο πρωθυπουργός τής ακόμα μεγαλύτερης ταπείνωσης. Ούτε ένα μνημόνιο σχισμένο, ούτε ένας δανειστής διωγμένος, ούτε ένας εταίρος με την πλάτη στον τοίχο. Ούτε ένας φόρος μειωμένος, ούτε μία συνθήκη πεταμένη στο καλάθι των αχρήστων. Αντίθετα, οι εταίροι βρήκαν στο πρόσωπό του τον πιο διαλεκτικό συνομιλητή. Ούτε ένα ‘‘όχι’’ ο πρωθυπουργός τού ‘‘όχι’’. Πόση ντροπή…
Σε όλα ‘‘ναι’’ με τη λέξη ‘‘κωλοτούμπα’’ να γίνεται διεθνής όρος και να χαρακτηρίζει το χειρότερο εθνικό ρεζίλεμα όλων των εποχών. Ούτε καν από την ιστορική συμπεριφορά τού δικτάτορα Μεταξά δεν διδάχθηκε, που αν και γερμανόφιλος και φιλοφασίστας, όρθωσε το αποφασιστικό ‘‘όχι’’ της ιστορίας και απέδειξε πως πρώτα και πάνω απ’ όλα ήταν Έλληνας. Ούτε και αυτό…
Και παρέλαβε το βραβείο τής ντροπής την ίδια στιγμή που απλοί πολίτες έτρεχαν να βοηθήσουν τους πληγέντες τής Μάνδρας, με το κράτος απόν, την ίδια στιγμή που το υπουργείο Παιδείας ζωνόταν με λαμαρίνες για να προστατεύεται από τους διαδηλωτές, την ίδια στιγμή που οι πλειστηριασμοί χόρευαν όχι μόνο για τους εκατομμυριούχους κακοπληρωτές, αλλά κυρίως για εκείνους που η φτώχεια έπληξε ανελέητα.
Οι εικόνες μένουν και μαστιγώνουν εκείνους που θέλησαν να μετασχηματοποιήσουν σε έμβλημα το πουκάμισο χωρίς γραβάτα. Και οι εικόνες ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα και τον εταίρο, τον θρυλικό εθνολάτρη και υπερασπιστή των ‘‘αδιαπραγμάτευτων εθνικών αξιών’’, τον τότε απροσκύνητο αρματωλό που λάβρος μόνο ένοπλη αντίσταση δεν υποσχόταν, τον κ. Καμμένο. 
 Υπάρχουν τα βίντεο για τους πλειστηριασμούς, για το Φ.Π.Α των νησιών, για την αντίσταση στα μνημόνια και τα γερμανικά συμφέροντα, για εκείνο το… θρυλικό «στα τέσσερα». Τώρα;
Υπόλογος απέναντι στην πολιτική ιστορία, απέναντι σε όσα διατράνωνε, βραχνιάζοντας από την ένταση της ρητορικής των κραυγών, τώρα. Υπόλογος απέναντι σε νησιώτες, σε φτωχούς που τον πίστεψαν, σε όσους πίστευαν πως η πατρίδα κινδυνεύει από νέα κατοχή.
«Περασμένα – ξεχασμένα», όπως υποστηρίζει ο σύμμαχός του διανοούμενος κ. Ζουράρις, που δεν θίχτηκε από το αισχρό τείχος της ντροπής που στήθηκε με λαμαρίνες γύρω από το υπουργείο Παιδείας και παραμένει υφυπουργός να απολαμβάνει τον παχυλό μισθό του.
Και αυτού οι δηλώσεις για το «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει» μένουν σε βίντεο να θυμίζουν πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ένας άνθρωπος, αποδεικνύοντας πως όλα τα χρόνια δεν ήταν παρά ένας δήθεν, δήθεν διανοούμενος, δήθεν ελεύθερος, δήθεν αριστερός.
Γυρίζουν οι εικόνες καθώς ο κ. πρωθυπουργός ετοιμάζεται για το χριστουγεννιάτικο διάγγελμά του, επιστρατεύοντας συμβούλους και λογογράφους. Θα μιλήσει για χρήματα που μοιράστηκαν, σαν ελεημοσύνη, λες και είναι χρήματα της τσέπης του. Δεν θα μιλήσει από πού και πώς μαζεύτηκαν τα χρήματα αυτά. Γι’ αυτό θα μιλήσουν εκείνοι που πλήρωσαν, κάποιοι που είδαν τη ζωή τους να καταστρέφεται…

Λασπωμένος Δεκέμβρης και διαψεύσεις…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύεται στην έντυπη Larissa net, σήμερα Παρασκευή 1-12-2017).
-----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------
Στις 4 Ιουλίου 1776 συνάπτεται η συνθήκη τής Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και κατ’ ουσίαν ξεκινούν οι διεργασίες για το σύνταγμα της χώρας μεταξύ των Άγγλων αποίκων, των ήδη ευρισκόμενων στην Αμερική αποίκων, απογόνων ευρωπαίων και όχι μόνο προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ήταν πρώην κατάδικοι, τυχοδιώκτες και κάθε καρυδιάς καρύδι. Αυτοί, όμως, που υπέγραψαν τη συνθήκη ήταν αποφασισμένοι να δημιουργήσουν κράτος.
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, το 1828, η Ελλάδα αποκτά την ανεξαρτησία της με πρώτο κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 στο Λονδίνο υπογράφεται το Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας τού Ελληνικού κράτους (γνωστό και ως Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830), από τις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία. Οι Έλληνες, όμως, δεν είναι αποφασισμένοι να δημιουργήσουν κράτος. Έτσι στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι δολοφονούν τον Καποδίστρια.
Από το 1861 έως το 1865 ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος διαλύει σχεδόν τη χώρα, που ξεκινάει απ’ την αρχή την ανασυγκρότησή της. Σε λίγες δεκαετίες θα γίνει παγκόσμια υπερδύναμη.
Η Ελλάδα τις δεκαετίες αυτές θα σέρνεται. Αντί να δίνει δάνεια, όπως οι άλλες χώρες, εκλιπαρεί για να παίρνει.
Τον Οκτώβριο του 1944 η Ελλάδα βγαίνει από τη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει την ευκαιρία με τη βοήθεια των συμμάχων να ορθοποδήσει και να έχει μια λαμπρή ανάπτυξη. Άλλωστε οι σύμμαχοι της προσφέρουν τα Δωδεκάνησα, που ήδη γνωρίζουν μια κάποια καλύτερη ανάπτυξη.
Πώς και γιατί τούτη η χώρα έμεινε πίσω; Μ’ έναν ήλιο απείρως λαμπρότερο, μ’ ένα κλίμα απείρως πιο ήπιο και ισορροπημένο, μ’ ένα φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερα μοναδικής ομορφιάς και, το σημαντικότερο, με μια ιστορία και έναν πολιτισμό ασύγκριτα ανώτερο από κάθε άλλη χώρα;
Οι σκέψεις αυτές μού γεννήθηκαν, καθώς παρακολουθούσα στα δελτία ειδήσεων τις βραβεύσεις τού πρωθυπουργού στη Γαλλία και αμέσως μετά την καταστροφή στη Μάνδρα Αττικής. Οι Γάλλοι, που τον βράβευσαν, άραγε να ήξεραν κατά πού πέφτει η Μάνδρα Αττικής;
Από τη μια ένας βαθιά ικανοποιημένος και ιδιαίτερα χαρούμενος νέος άνθρωπος, που έδειχνε ευτυχής για τα εύσημα που ελάμβανε, και από την άλλη κάποιες εκατοντάδες απελπισμένοι που προσδοκούσαν την έμπρακτη βοήθεια ενός κυριολεκτικά απόντος κράτους. Και το κράτος αυτό, και οι απελπισμένοι αυτοί, είχαν για πρωθυπουργό το χαμογελαστό παιδί τής Γαλλίας. Λάθος;
Πλέον, δεκαπέντε μέρες μετά την ολοκληρωτική καταστροφή, το κράτος συνεχίζει να είναι απόν. Ο πρωθυπουργός συνεχίζει να είναι χαμογελαστός, δροσερός, άνετος. Τα λόγια τής «άμεσης αποκατάστασης» και της «άμεσης βοήθειας» έμειναν λόγια.
Άλλωστε τα λόγια δεν κοστίζουν. Ούτε οι υποσχέσεις. Ούτε και τα πρωθυπουργικά χαμόγελα. Ιδιαίτερα όταν απευθύνονται σε ανθρώπους που εκστασιάζονται με την Πάολα (δεν φταίει η καλλιτέχνιδα γι’ αυτό) και συναγωνίζονται ποιος θα κάνει το εντυπωσιακότερο τατουάζ σε χειροπόδαρα και όχι μόνο, ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι… άποψη.


Εν τω μεταξύ στη Μάνδρα τα σχολεία παραμένουν κλειστά, οι πληγέντες δύσμοιροι και οι υπεύθυνοι ‘‘αναζητούμενοι’’. Εκεί, που η ζωή έχει νεκρωθεί εντελώς, η ανικανότητα της αριστερής κυβέρνησης ξεπερνά κάθε προσδοκία, όπως ξεπερνά κάθε φαντασία η θρασύτητα των αριστερόφιλων ΜΜΕ που βλέπουν ν’ ανθίζουν χαμόγελα και κυκλάμινα μέσα στις λάσπες, για να υποδεχτούν τα κρύα τού Δεκέμβρη.
 Στα νοσοκομεία συνεχίζεται η αποσάθρωση, όπως συνεχίζεται και η απαξίωση του συστήματος υγείας. Και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει κυβερνητική απάντηση∙ ο οχετός ύβρεων ενός υφυπουργού που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Όμως μια τυχαία επίσκεψη πείθει και με το παραπάνω γι’ αυτήν την εξαθλίωση, η οποία βέβαια πηγαίνει χέρι με χέρι με την εξαθλίωση πολλών δημόσιων υπηρεσιών, στις οποίες καθημερινά στενάζει ο πολίτης. Οι μόνοι που δεν στενάζουν είναι οι κυβερνητικοί που αποδεικνύουν ότι το πρωθυπουργικό χαμόγελο είναι μεταδοτικό.
Από το ένα στο άλλο. Σαν βροχή οι προβληματισμοί. Η ανεντιμότητα και η κακεντρέχεια στο έπακρο. Μέσα από εγκληματικές πολιτικές. Από εκείνους που ούρλιαζαν για κοινωνική δικαιοσύνη, από τον νεαρό που κραύγαζε: «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Εκείνος κραύγαζε. Όχι ο Σαμαράς, ούτε ο Θεοδωράκης, ούτε άλλος τις της σημερινής αντιπολίτευσης. Εκείνος και οι αξιότιμοι σύντροφοί του. Που τώρα λουφάζουν, βρίσκοντας πως όλα βαίνουν λαμπρά και πως η κυβέρνηση έχει πετύχει τους στόχους της

Και βέβαια, για τους ίδιους βαίνουν λαμπρώς, αφού οι τσέπες τους χορταίνουν χιλιάρικα.
Και βέβαια η κυβέρνηση έχει πετύχει τους στόχους της, αφού με πρόσχημα το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, εξαθλιώνει ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκαλιές και διθυράμβους. Ας πρόσεχε…

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



-------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------
 

Στέφανος Δάνδολος:
«Ιστορία χωρίς όνομα»
(Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα)
Εκδόσεις Ψυχογιός


Γράφοντας παλιότερα για τον Στέφανο Δάνδολο είχα υποστηρίξει ότι με το μυθιστόρημά του «Η χορεύτρια του διαβόλου» (εκδόσεις Ψυχογιός) είχε δώσει ιδιαίτερα επιτυχημένες εξετάσεις στην τέχνη τής πλοκής, ενώ με το μυθιστόρημά του «Όταν θα δεις τη θάλασσα» (εκδόσεις Ψυχογιός), είχα απολαύσει τόσο την αφηγηματική του δεινότητα, όσο και την ιδιαίτερη την ικανότητά του να κινείται άνετα σε δυο παράλληλους κόσμους, αλλά και να εικονογραφεί εποχές μακρινές, προσφέροντας στον αναγνώστη γνώσεις ιστορίας, κοινωνικής εξέλιξης και ερωτικής ψυχογραφίας.
Πλέον απέναντι στο μυθιστόρημα «Ιστορία χωρίς όνομα» αναγνώρισα έναν συγγραφέα δεξιοτέχνη τής λογοτεχνίας, που λεπτουργεί, σμιλεύει με μαεστρία και δεξιοτεχνία τον λόγο του, δίνει μαθήματα χρήσης τής στίξης και εισβάλει με μοναδικό τρόπο στ’ άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Η «Ιστορία χωρίς όνομα», άλλωστε, είναι ένας φόρος τιμής στη συγγραφέα η οποία μας μύησε στη λογοτεχνία (όταν ακόμα αγοράζαμε βιβλία, γιατί τα ‘‘τάμπλετ’’ και το διαδίκτυο ακόμα δεν είχαν εφευρεθεί), την Πηνελόπη Δέλτα.
Είναι ένας φόρος τιμής, με τον δέοντα σεβασμό, σε μια μεγάλη Ελληνίδα, εμβληματική, που σύνδεσε το όνομά της με μια περίοδο που η πατρίδα χρειαζόταν ήρωες για να υπάρξει, και τους έβρισκε εύκολα, αφού υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι έτοιμοι να θυσιασθούν για την ύπαρξή της. Ήταν η εποχή που το αίμα πότιζε τις μεγάλες ιδέες, γιατί ο ελληνισμός έπρεπε να φυτρώσει για τα καλά, να καρποφορήσει και να σταθεί απέναντι στους αέρηδες της ιστορίας.
Σήμερα η εποχή αυτή έχει ξεμακρύνει. Οι πρωταγωνιστές της ολοένα και σκεπάζονται από πέπλα λήθης, προχωρούν σ’ ένα παρελθόν όπου κυριαρχούν τα αζήτητα. Ποιος θυμάται πια τον συνταγματάρχη Σμολένσκυ;
Σ’ αυτό το παρελθόν σκύβει ο Στέφανος Δάνδολος, τραβά ένα – ένα τα πέπλα που το σκεπάζουν και φτάνει στο μακρινό 1900, αρχή ενός αιώνα μέσα στον οποίο θα πάρει το σχήμα της η Ελλάδα, θα τοποθετήσει τον εαυτό της στον κόσμο τής Ευρώπης και της Ασίας.
Μόνο και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να πάρει κανείς το βιβλίο στα χέρια του, ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο από έρωτα, από αφοσίωση στις αξίες της οικογένειας, από λατρεία στην ιδέα της πατρίδας.
***

Είναι η Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη, μεγιστάνα τής διασποράς, με βασίλειό του την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου κυριάρχησε στο εμπόριο του βαμβακιού.
Είναι η Πηνελόπη Δέλτα, που κόντρα στα ήθη τής εποχής, το μακρινό 1905, ερωτεύεται ίσως τον ωραιότερο (στο πνεύμα)  Έλληνα της εποχής, αν και σύζυγος, και μητέρα τριών κοριτσιών, τον Ίωνα Δραγούμη, τον πατέρα τής Μεγάλης Ιδέας του έθνους.
Γι’ αυτόν τον απελπισμένο έρωτα γράφει ο Στέφανος Δάνδολος, έναν αιώνα και κάτι μετά…
Το μυθιστόρημα, που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό, κινείται σε δυο παράλληλα επίπεδα. Ένα, αυτό του 1908. Το άλλο, του 1941. Τα ενδιάμεσα τριάντα τρία χρόνια καλύπτονται με αναφορές και υπαινιγμούς που γίνονται στο δεύτερο επίπεδο, του 1941.
Το 1908 είναι η χρονιά που η Πηνελόπη Δέλτα αποφασίζει τη διακοπή τής σχέσης της με τον Ίωνα Δραγούμη. Μπροστά στην προοπτική τού διαζυγίου και της απώλειας των κοριτσιών της, θυσιάζει έναν έρωτα. Η εποχή δεν είναι πρόσφορη για παράνομους έρωτες, αλλά ούτε μια γυναίκα τής υψηλής κοινωνικής θέσης που είχε η Πηνελόπη Δέλτα ήταν εύκολο να σημαδευτεί ως διαζευγμένη και μάλιστα εξ αιτίας ενός καθυστερημένου έρωτα.
Το 1908 η Πηνελόπη Δέλτα νοσηλεύεται σ’ ένα σανατόριο στην περιοχή της Βιέννης, στο Γκάινφραν, υπό την επίβλεψη του ψυχιάτρου δόκτορος Φρίντμαν. Εκεί φτάνει ο Ίωνας Δραγούμης,  (γόνος κι αυτός περιώνυμης οικογένειας, με τον πατέρα του να έχει χρηματίσει και πρωθυπουργός της χώρας), αποφασισμένος να τη βοηθήσει να βάλει τέλος στον γάμο της και να τον ακολουθήσει. Σε τρεις μέρες η Πηνελόπη Δέλτα πρέπει να πάρει μια απόφαση. Το δράμα τής αμφιταλάντευσης είναι τεράστιο.
***

Ο Στέφανος Δάνδολος χρησιμοποιώντας έναν λόγο κοφτό, με σύντομες παύσεις, με αναφορές σε αρχειακό υλικό, δίνει την ατμόσφαιρα των τριών αυτών ημερών, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στον αναγνώστη. Η γραφή του, ενίοτε συγκλονιστική, περιγράφει ανάγλυφα τον εσωτερικό πόλεμο της Πηνελόπης Δέλτα, που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στα παιδιά της και στον αγαπημένο της.
Διαβάζοντας τις αναφορές σ’ αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο της ερωτευμένης γυναίκας, διαπίστωνα, όλο και συχνότερα, πως ο Στέφανος Δάνδολος ποιούσε ποίηση. Έσπαζε τη φόρμα τού πεζού λόγου και εκφραζόταν ποιητικά. Και αυτό είναι σπουδαίο.
Η γραφή του Δάνδολου επιχειρεί, και το κατορθώνει, να δημιουργήσει ένα ψυχογράφημα, μέσα από το οποίο αποτυπώνονται τα μεγάλα διλήμματα της γυναίκας που δεν θέλει ν’ αμαυρώσει την προσωπικότητα του συζύγου, της μητέρας που δεν θέλει μόνο να στερηθεί τα παιδιά της, αλλά και να μην τα στιγματίσει ως παιδιά ανήθικης μητέρας, της κόρης που δεν θέλει να διασυρθεί το βαρύ οικογενειακό όνομα.
Παράλληλα κατορθώνει να δώσει σε απόλυτο βαθμό την ερωτική στέρηση και τον πόνο τού ανεκπλήρωτου έρωτα που μάταια αναζητά τον παράδεισό του. «Είναι μαρτυρικό κατόρθωμα το ότι δεν έχουν κάνει έρωτα όλα αυτά τα χρόνια…», γράφει, δίνοντας έμφαση στο ‘‘κατόρθωμα’’, που σημαίνει πως και οι δυο πάλεψαν με τον πόθο και τα ένστικτά τους, ίσως και με τον ορθολογισμό των επιθυμιών τους.
Το δεύτερο επίπεδο της αφήγησης αλλάζει, και ως σκηνικό, και ως ύφος. Πλέον ο συγγραφέας εστιάζει στις τελευταίες ώρες τής Πηνελόπης Δέλτα, πριν αυτοκτονήσει. Είναι οι ώρες που η Αθήνα κατακλύζεται από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και στο καφενείο ‘‘Παρθενών’’, στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας, απέναντι από την τότε έπαυλη Θων, θα υπογραφεί το πρωτόκολλο παράδοσης της Αθήνας. Αυτές τις τελευταίες μέρες/ώρες πριν την είσοδο των Γερμανών, η Πηνελόπη Δέλτα θα φέρει πίσω όλη της τη ζωή, με τον Ίωνα Δραγούμη σε πρώτο πλάνο.

Με ιδιαίτερη ευγένεια και λεπτότητα ο Στέφανος Δάνδολος αναπλάθει τις τελευταίες στιγμές τής Πηνελόπης Δέλτα, καθώς τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα τον καλούν να σταματήσει πάνω τους: Η σχέση τού Ίωνα Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, η συμμετοχή του στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και ο Μεγαλοϊδεατισμός, η εκτέλεσή του και ο ρόλος τού πατέρα της Εμμανουήλ Μπενάκη σ’ αυτήν, η αυτοκτονία Κορυζή και η άρνηση του αρχιεπίσκοπου Χρύσανθου να παραστεί και να συν-υπογράψει την παράδοση των Αθηνών.
Ο Δάνδολος δεν γράφει ιστορία. Σέβεται όμως την ιστορία και βαδίζει σταθερά στην αλήθεια, επικεντρώνοντας βέβαια τη συγγραφική του ευαισθησία στην εσωτερικότητα που ξεδιπλώνεται προκειμένου να εκφραστούν τα συναισθήματα, που θα μπορούσαν να κατακλύζουν τις ύστερες στιγμές τής εμβληματικής αυτής γυναίκας.
Η Πηνελόπη Δέλτα δεν ήταν απλά μια προσωπικότητα των Γραμμάτων και της Αθήνας του Μεσοπολέμου. Υπήρξε μοναδική μορφή, καθώς είχε ζήσει εκ των έσω όλα τα γεγονότα που χάραξαν την πορεία τής χώρας από την εποχή των Μακεδονικών Αγώνων έως και τη γερμανική εισβολή. Συναναστράφηκε όλες τις πολιτικές προσωπικότητες που διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Παράλληλα αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους αναγνώστες της, με τα βιβλία της να γίνονται εθνικά αναγνώσματα. Ο συγγραφέας ακολουθεί, λοιπόν, το χρέος του: Ν’ αναδείξει αυτήν τη μοναδικότητα. Και το επιτυγχάνει σε απόλυτο βαθμό.
Μέσα από την εικόνα τής κουρασμένης μεγάλης κυρίας, που έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της για να μην δει την ταπείνωση της πατρίδας από τους Γερμανούς κατακτητές, περνούν αχνοπατώντας θρίαμβοι, απογοητεύσεις, θάνατοι.
«Τι γίνονται οι ψυχές όταν εγκαταλείπουν τη σάρκα; Πού κατοικούν;», αναρωτιέται για λογαριασμό της ο συγγραφέας. Και άμεσα, επίσης για λογαριασμό της, θ’ απαντήσει: «Δεν ξέρει. Το μόνο που ξέρει είναι ότι φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο, ότι οι πατρίδες πεθαίνουν όπως ακριβώς οι άνθρωποι, και ότι οι νεκροί περιμένουν με λαχτάρα τους ζωντανούς που αγάπησαν…».
Οι συνομιλίες τής Πηνελόπης Δέλτα με την απώλεια του θανάτου, τονίζονται ιδιαίτερα από τον Στέφανο Δάνδολο. Άλλωστε έχει ζήσει πολλούς θανάτους και πολλές νύχτες απελπισμένης πίκρας: «Ναι, άσχημες νύχτες, εφιαλτικές νύχτες, υπήρξαν πολλές. Η νύχτα μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου. Η νύχτα μετά τον θάνατο του Βενιζέλου. Η νύχτα μετά τον θάνατο του αγαπημένου της – εκείνη η νύχτα της πιο ειρωνικής τραγωδίας που θα μπορούσε να βιώσει μια γυναίκα στη θέση της. Και άλλες νύχτες. Νύχτες που έφεραν εθνικούς διχασμούς, γενοκτονίες, πολέμους, αρρώστειες…»
Λίγες αράδες πιο κάτω, ο αναγνώστης βρίσκεται, ξανά, μπροστά στην ποιητική δύναμη της γραφής τού Στέφανου Δάνδολου:
«Χαϊδεύει το μαντίλι της ρουφώντας σκοτάδι…», αλλά και: «Το ότι με κοιτούσε με πόθο και οδύνη». ΄Η: «Βούλιαξε στον καιρό των ανέμων ψυχρή σαν άγαλμα, με μια μάσκα στο πρόσωπο».
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο, που κάνει ξεχωριστό το μυθιστόρημα του Δάνδολου, είναι η παράθεση αποσπασμάτων από τα βιβλία τής Πηνελόπης Δέλτα, αυτά που μας μύησαν, σε μακρινές εποχές, στη λογοτεχνία. Αυτά τ’ αποσπάσματα μας γυρίζουν πίσω, σε πολύ σημαντικά αναγνώσματα, που μας άνοιξαν δρόμους για να γνωρίσουμε τη λογοτεχνία του τόπου μας, τότε που τρέχαμε στις δανειστικές βιβλιοθήκες της περιοχής μας, μια και τα χρήματα ήταν λιγοστά έως και ανύπαρκτα.
***

Το εύρημα της παράλληλης γραφής που διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος τη μυθοπλασία, δικαιώνει την απόπειρα του συγγραφέα για την τελική σύνθεση και δρα ευεργετικά στην ανάπτυξη του μύθου.
Μέσα από αποσπασματικούς υπαινιγμούς φτάνει στην πλέον σκληρή στιγμή που επιφύλαξε η ζωή για την Πηνελόπη Δέλτα. Κι εδώ η τέχνη τού Δάνδολου ξαναδίνει τις επιτυχημένες εξετάσεις της. Είναι το γεγονός της εκτέλεσης του Ίωνα Δραγούμη, το καλοκαίρι του 1920, για την οποία ο ρόλος τού πατέρα της υπήρξε καθοριστικός. Γράφει:
«Άραγε θα γλίτωνε ο Ίων εκείνη τη μέρα, εάν είχε επέμβει ο πατέρας της;
»Είκοσι ένα χρόνια, με αυτό το ερώτημα ζει. Η δολοφονία του Δραγούμη στιγμάτισε τον Μπενάκη στη συνείδηση πολλών Ελλήνων ως ένοχο για ηθική αυτουργία στην εν ψυχρώ εκτέλεση ενός ανθρώπου.
»Του ανθρώπου που εκείνη αγάπησε παράφορα.
»Πόσες ουλές μπορεί να αντέξει μια ψυχή; Κι όμως πάλεψε και με αυτήν, την πιο βαθιά απ’ όλες».
Ο Στέφανος Δάνδολος προσεγγίζει με ιδιαίτερη λεπτότητα το θέμα, αφήνοντας τα ερωτηματικά να αιωρούνται, αφού και η ίδια η ιστορία ακόμα δεν έχει απαντήσει σ’ αυτά. Ακόμα και για τη σχέση του Ίωνα Δραγούμη με την Κοτοπούλη, βάζει στον νου τής Πηνελόπης Δέλτα τον υπαινιγμό τής υπέρβασης:
«Ήταν ένας τρόπος για να αντέξεις τη μοναξιά σου.
»Το κατανοώ…»
Το πνεύμα της κατανόησης το συναντάμε διάχυτο στην «Ιστορία δίχως τέλος». Ο συγγραφέας δεν έγραψε ένα μυθιστόρημα για να καταδικάσει, αλλά για να δώσει τα διλήμματα, το πνεύμα τής εποχής, το εύρος των ανθρώπινων αντοχών, την ανάδειξη μιας σιωπής. Για τούτο τον λόγο θαρρώ ότι η «Ιστορία δίχως τέλος» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα και θα πρέπει να το υποδεχθεί με ενθουσιασμό το αναγνωστικό κοινό.


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
------------------------------------

Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι ακόμα εδώ…
Κάρλος Ρουίθ Θαφόν:


‘‘Ο λαβύρινθος των πνευμάτων’’
Από τις εκδόσεις ‘‘Ψυχογιός’’



 Ο Κάρλος Ρουίθ Θαφόν είναι αν όχι ο κορυφαίος, σίγουρα από τους κορυφαίους Ισπανόφωνους συγγραφείς, από τους πιο αναγνωρισμένους σ’ όλο τον κόσμο, μεταφρασμένος σε δεκάδες γλώσσες και με πωλήσεις που ξεπερνούν τα τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα.
Τον γνωρίσαμε, στην Ελλάδα, χάρη στις εκδόσεις Ψυχογιός, με το βιβλίο του ‘‘Η σκιά του ανέμου’’ σε μετάφραση της Βασιλικής Κνήτου και από εκεί και πέρα ήρθαν δυο εξαιρετικά ακόμα βιβλία, το ‘‘Ο αιχμάλωτος του ουρανού’’ και το ‘‘Το παιχνίδι τού αγγέλου’’, σε μετάφραση της Κατερίνας Ρούφου και τα δυο. Όλα κάτω από τον υπέρτιτλο ‘‘Το κοιμητήριο των λησμονημένων βιβλίων’’.
Ήδη κυκλοφορεί το έργο του ‘‘Ο λαβύρινθος των πνευμάτων’’, ένα μυθιστόρημα ποταμός, που εκτείνεται σε δυο τόμους των πεντακοσίων περίπου σελίδων ο καθένας, σε μετάφραση της Βασιλικής Κνήτου. Κι αυτό στον κύκλο τού υπέρτιτλου ‘‘Το κοιμητήριο των λησμονημένων βιβλίων’’.
Άριστες οι μεταφράσεις όλων του των βιβλίων, που έχουν για θέμα τους τη Βαρκελώνη και που κινούνται σε μια ποιητική ατμόσφαιρα αστυνομικού μυστηρίου και όχι μόνο, αφού είναι παράλληλα και η ιστορία τής πανέμορφης αυτής πόλης, αλλά και καταγράφουν τη σκοτεινή ιστορία τής Ισπανίας στα χρόνια τού Φράνκο.
Για όσους έχουν διαβάσει τα προηγούμενα τρία βιβλία τού Θαφόν, το ‘‘Ο λαβύρινθος των πνευμάτων’’ είναι η κορύφωση όλων, μέσα στο οποίο συμπυκνώνονται ιστορίες ανθρώπων που καθηλώνουν, ανατρέπουν τη λογική, επιβεβαιώνουν τη δύναμη της σκέψης και αποκαλύπτουν την κρυφή γοητεία των βιβλίων.
Το ‘‘Ο λαβύρινθος των πνευμάτων’’ ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνία, αυτή που είναι προορισμένη να ταξιδεύει στους αιώνες, έχοντας φορτωμένα τα αμπάρια της με όλες εκείνες τις ιδέες που διαποτίζουν τα ελεύθερα πνεύματα και δίνουν ξεχωριστή σαγήνη στην περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής καθώς αναζητά το βαθύτερο νόημά της.
Βαθιά ερωτικό βιβλίο, βαθιά ανθρώπινο, βαθιά αντιδεοντολογικό. Ικανό να κάνει τον αναγνώστη να χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ο Θαφόν μπαίνει μπροστά στους ευρωπαίους συγγραφείς και χαράζει την πρωτοπορία, δείχνοντας πώς εθνικά θέματα μεταλλάσσονται σε παγκόσμια και πώς ο άνθρωπος είναι προορισμένος να αναζητά την αλήθεια, όποιες και να είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει.
Η δράση τού μυθιστορήματος εξελίσσεται στη Βαρκελώνη σε μια χρονική περίοδο που φτάνει τα πενήντα χρόνια, αρχόμενη από τον εφιαλτικό εμφύλιο πόλεμο. Οι θηριωδίες των καθεστωτικών μετατρέπουν την Ισπανία τής εποχής σε κολαστήριο. Η ανάγνωση της ανθρώπινης ψυχής περνάει μέσα από τον θάνατο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα τρόμου.
Όπως μας λέει στη ροή τής μυθοπλασίας, ο Θαφόν, το μυθιστόρημα έχει πολλές πύλες εισόδου, τόσες όσες δικαιολογούν τον ‘‘λαβύρινθο’’ του τίτλου. Όμως, ο αναγνώστης όποια και να διαλέξει, θα φτάσει στον παράδεισο των λησμονημένων βιβλίων και στη λύτρωση.
Μια από τις σκιές που διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο, η εκρηκτική Ισαβέλα Ζισπέρ, ομολογεί για λογαριασμό τού συγγραφέα: ‘‘Γράφω για να ανακαλέσω το παρελθόν και να κρατηθώ στη ζωή…’’
Πάντως όλα τα πρόσωπα που ανακαλεί στη ζωή μέσα από τις σελίδες του ο Θαφόν, αυτό προσπαθούν να κάνουν∙ να κρατηθούν στη ζωή. Οι δυνάστες γιατί ξέρουν πως για κάθε έγκλημα υπάρχει τιμωρία, οι καταπιεζόμενοι και καταδιωκόμενοι γιατί πιστεύουν ότι έχουν δικαίωμα στη ζωή. Ανάμεσα στους μεν και στους δε, υπάρχουν δυο κύρια πρόσωπα, αδαμάντινα θα τα χαρακτήριζα, δυο αστυνομικοί που ερευνούν κάποιες μαύρες σελίδες τής φασιστικής Βαρκελώνης, ανατρέποντας την τάξη των πραγμάτων. Το ένα – μια γυναίκα – θα έλεγα ότι είναι ο κεντρικότερος άξονας του βιβλίου, αυτός που πάνω του θα κουμπώσουν όλα τα άλλα γρανάζια, για ν’ αφηγηθεί το καθένα απ’ αυτά τη δική του ιστορία. Μια συγκλονιστική ηρωίδα, που σέρνει μια ματωμένη ιστορία, αλλά αντιμετωπίζει με πείσμα κάθε άνεμο θανάτου και δικαιολογημένα παρασέρνει τον αναγνώστη σε δυνατές συγκινήσεις. Είναι μια γυναίκα που θα ήθελε ν’ αγαπηθεί, αλλά ξέρει πως η ζωή της πρέπει πρώτα να βγει από το τούνελ του αίματος που έχει προκαλέσει η δικτατορία και η ανθρώπινη μισαλλοδοξία.
Οι ήρωες και οι ηρωίδες που πρωταγωνιστούν σε κύριους ή δευτερεύοντες ρόλους τού μυθιστορήματος έχουν το φωτοστέφανο της δικαίωσης να τους περιμένει στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Δεξιοτεχνικά, ο συγγραφέας, ξεκαθαρίζει το τοπίο τού παραδείσου, οδηγώντας στην κόλαση όλα εκείνα τα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εξευτέλισαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η αφήγηση είναι συγκλονιστική, παρά το ότι ο Θαφόν φροντίζει να μπολιάζει τους διαλόγους με ιδιαίτερα λεπτό χιούμορ, έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ανάλαφρη την εξέλιξη της ιστορίας σε τμήματα που ακροβατούν απέναντι στην ανατομία των ανθρώπινων χαρακτήρων. Αποδεικνύεται μαέστρος της μυθοπλασίας, τοποθετώντας τους απαραίτητους ‘‘άγιους’’ με συνετή οικονομία (έναν αστυνομικό εδώ, έναν ιατροδικαστή εκεί, έναν βιβλιοθηκάριο πιο πέρα, έναν νεαρό που θέλει να ερωτευθεί και ν’ αφοσιωθεί σε μια γυναίκα), έτσι ώστε η ελπίδα να παραμένει ζωντανή και φωτεινή.
«Μια ιστορία είναι ένας απέραντος λαβύρινθος από λέξεις, εικόνες και πνεύματα που όλα μαζί μας αποκαλύπτουν την αθέατη αλήθεια για μας τους ίδιους. Μια ιστορία είναι σίγουρα μια συζήτηση ανάμεσα σ’ αυτόν που την αφηγείται και σ’ αυτόν που την ακούει, κι ένας αφηγητής μπορεί να πει μόνο όσα του επιτρέπει η τέχνη του, ενώ ένας ακροατής μπορεί να διαβάσει μόνο όσα έχει γραμμένα στην ψυχή του…»
Αυτά γράφει η σοφία ενός συγγραφέα που ξέρει να ξεκλειδώνει ιστορίες, αλλά και ανθρώπινες συνειδήσεις.
‘‘Ο λαβύρινθος των πνευμάτων’’ μπορεί να είναι βιβλίο – ποταμός, αλλά δεν είναι λαβύρινθος, όσες φορές και να πηγαίνει εμπρός – πίσω τον αναγνώστη. Με τον τρόπο αυτό η αφήγηση αποφεύγει κάθε κίνδυνο μονοτονίας και της δίνεται η δυνατότητα να σταθεί σε γεγονότα ιδιαίτερα διαφωτιστικά για τον αναγνώστη. Άλλωστε έχουμε να κάνουμε με τη γραφή ενός συγγραφέα παγκόσμιου διαμετρήματος, που ξέρει όχι μόνο να δουλεύει τις λέξεις, αλλά να δημιουργεί κόσμους μέσα από το εντελώς απρόβλεπτο.

Ο Κάρλος Ρουίθ Θαφόν επιβεβαιώνει την αξία του ως μεγάλου μυθιστοριογράφου, καθώς κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον τού αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Μπαίνοντας στην υπόθεση συνεχώς από άλλη είσοδο, ξεκλειδώνοντας κάθε φορά και νέο σκοτεινό δωμάτιο, φωτίζοντας άλλες πτυχές τής ιστορίας που περιμένουν ως κομμάτια να μπουν στο παζλ τής αφήγησης, φωτίζοντας σε κάθε γύρισμα της σελίδας απρόβλεπτες καταστάσεις και ανασύροντας πρόσωπα από την αχλύ τού μυστηριακού μύθου, μας εκπλήσσει και μας κατακτά ολοκληρωτικά…



Οι μπούρδες και τα βιολιά του Καρανίκα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 -----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------
 Στηριγμένοι στα μπαστούνια των ματαιωμένων ονείρων μας προχωράμε… Ίσως περιμένοντας μια νέα νεροποντή, που θα πνίξει ακόμα λίγες από τις προσδοκίες που μας έχουν απομείνει. Εγκλωβισμένοι σε πλαστικές συσκευασίες με ψεύδη, αναίδειες, ύβρεις, υπεκφυγές, βιασμένες λέξεις.
Γιατί;
Αφού δεν μας ανήκει αυτός ο εξευτελισμός, αυτή η ταπείνωση. Τουλάχιστον, δεν ταιριάζει σε όλους μας…
Πασχίζω να βάλω σκέψεις και συναισθήματα στη σειρά. Μάλλον αδυνατώ…
Ξαφνικά, μια συνηθισμένη νεροποντή θανατώνει είκοσι έναν ανθρώπους και καταστρέφει κοντά στις δυο χιλιάδες περιουσίες. Στην Ελλάδα μας, το 2017, ρε γαμώτο…

Αλλά κι έτσι για καλαμπούρι, μια εικοσαμελής παρέα μπαίνει στο προαύλιο του Πενταγώνου, κάνει τον σαματά της και φεύγει. Αν, δηλαδή, ήταν ισλαμιστές τρομοκράτες, θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκατόμβη θυμάτων. Και υποτίθεται η φύλαξη είχε ανατεθεί σε καταδρομείς, σ’ αυτούς που εκπαιδεύονται να μην αφήνουν τίποτε όρθιο όταν μπαίνουν σε εχθρικό έδαφος. Ποιος φταίει; Σίγουρα όχι ο υπουργός, ούτε οι στρατηγοί. Αυτοί σε κάποιους είχαν αναθέσει τη φύλαξη. Κάποιοι δεν είχαν πει, ή δεν είχαν υποψιάσει τους στρατιώτες για το τι σημαίνει φύλαξη, τι σημαίνει φρουρός, τι ρόλο παίζουν σ’ εκείνη τη συγκεκριμένη υπηρεσία; Θα μάθουμε ποτέ τα γιατί; Όχι. Κάποιες μεταθέσεις, ίσως και κάποιες ποινές. Μέχρι που ο ‘‘Ρουβίκωνας’’ να κάνει το ίδιο στον Ναύσταθμο, ή σε κάποια άλλη δημόσια υπηρεσία, μπορεί και στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση της Αττικής.

Ανάμεσα σ’ αυτά και σε άλλα, ήρθε και το νυχτερινό γλέντι τού Πολυτεχνείου. Όλοι ήξεραν πως θα συμβεί. Δεν υπολόγιζαν, βέβαια, πως η φωτοβολίδα θα σφηνωνόταν στο γόνατο μιας κρατικής λειτουργού που είχε στην ευθύνη της την προστασία των ‘‘παιδιών’’ που έχουν για χόμπι τους τις μολότοφ. Η τύχη, όμως, κάποιες φορές χαρίζει στους ανθρώπους σαρδόνια χαμόγελα…
Κάποτε πρέπει να βρεθεί μια κυβέρνηση τόσο γενναία ώστε να μετατρέψει το Πολυτεχνείο σε κάτι σαν μουσείο, όπου η είσοδος θα ελέγχεται αυστηρά, όλες τις μέρες του χρόνου, και θα επιτρέπεται μόνο σε φοιτητές σχετικούς με το μαθησιακό αντικείμενο.
Επίσης, θα πρέπει να βρεθούν κάποιοι δικαστές και πολιτικοί προϊστάμενοι, που θα αποδείξουν στους αλλοδαπούς μπαχαλάκηδες πως η χώρα δεν είναι ξέφραγο αμπέλι, να φεύγουν από τη Ρώμη και να έρχονται να καίνε στα Εξάρχεια. Θα βρεθούν;
Όμως πολύ φοβούμαι ότι η χώρα όχι μόνο είναι ξέφραγο αμπέλι, αλλά και άλλα πολλά θλιβερά. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο γεγονός των ημερών, την καταστροφή της Μάνδρας.
Η Μάνδρα, όπως και πολλές άλλες περιοχές, είναι η αποθέωση της νομιμοποίησης της παρανομίας. Η βρόμικη επιβράβευση της αυθαιρεσίας. Το κράτος με τις πολιτικές του (κομματικές) και τις υπηρεσίες του, αφού δεν έκανε το αυτονόητο, δηλαδή να δημιουργήσει οικιστικά σχέδια πριν αρχίσει η οποιαδήποτε οικοδόμηση, ερχόταν και έρχεται, εκ των υστέρων, να ‘‘νομιμοποιήσει’’ ό,τι με την ανοχή του ήταν και είναι κραυγαλέα παράνομο. Μετά τα άτυπα λαδώματα, που ζέσταιναν τις τσέπες κρατικών λειτουργών, εφεύρε την κομπίνα της νομιμοποίησης. Το λάδωμα έγινε επίσημη πηγή εσόδων με τη μορφή προστίμου. Και το αυθαίρετο αποκτούσε τίτλους νομιμότητας.
Τα επεισόδια που ακολούθησαν το θλιβερό γεγονός, πριν ακόμα ολοκληρωθούν οι έρευνες για την ανεύρεση όλων των αγνοουμένων, που θ’ ανεβάσουν και άλλο τον αριθμό των νεκρών, απέδειξαν πόσο εύκολα μπορεί να ξεκινήσει το ματς. Ξύλο στο δημοτικό συμβούλιο της Μάνδρας, βρισιές στο περιφερειακό συμβούλιο της Αττικής. Ούτε μια συγγνώμη, μόνο αποποίηση ευθυνών. Σε πλήρη επιστράτευση η προπαγάνδα της λασπολογίας.
Με την ‘‘Αυγή’’, την ‘‘Εφημερίδα των Συντακτών’’ και κάποιες άλλες στρατευμένες εφημερίδες, που προσδοκούν να γλείψουν κοκαλάκια από το νέο φαγοπότι, να επιχειρούν να παρουσιάζουν το μαύρο ως καταγάλανο.
Γνώρισμα της φυλής; Ίσως; Έλλειψη παιδείας; Ίσως. Απουσία αυτογνωσίας; Ίσως. Ο κήπος έχει από όλα. Έναν υπουργό (Πολάκη) που βρίζει, έναν βουλευτή που βρίζει (Κωνσταντινέας), μια Βουλή χωρίς έρμα. Ο πρωθυπουργός χαμογελάει ευτυχής. Κάποιοι στην Ευρώπη τον λένε θαρραλέο. Κάποιοι (πολλοί) στη χώρα του τον χαρακτηρίζουν ανάλγητο. Και μέσα σ’ όλα αυτά, ένας (Καρανίκας) πρωθυπουργικός σύμβουλος (άραγε τι συμβουλεύει;) να σολάρει το δικό του βιολί. Μια χαρά, δηλαδή…
Όμως υπάρχει κι ένας προϋπολογισμός που μαρτυρά πως δεν είναι όλα καλά. Γιατί αν ήταν καλά, δεν θα περιείχε νέες περικοπές στις συντάξεις, ούτε νέα υπερφορολόγηση πάνω στην ήδη υπερφορολόγηση. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες. Είναι λόγια για να σκεπαστεί μια ανικανότητα, μια αντικοινωνικότητα και ένας κακός εννοούμενος ερασιτεχνισμός. Τελεία και παύλα…
----------------------------------------------------------
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 24-11-2017)

Το Πολυτεχνείο στον ολετήρα των ιδεών…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 -----------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-----------------------------------

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 1973…
Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017…
44 χρόνια μετά. Οι περίπου 20άρηδες τότε, σήμερα γύρω στα 65.
Η φωνή που ενθάρρυνε τους ξεσηκωμένους φοιτητές με το «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο, εδώ ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων», η φωνή της Μαρίας Δαμανάκη, ήδη έγινε 65 χρονών, αφού εξελέγη τρεις φορές βουλευτής με το Κ.Κ.Ε., πέντε φορές με τον Συνασπισμό τής Αριστεράς και τρεις φορές με το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Είναι η φωνή που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εκφράζει το κλίμα των ημερών.
Δίπλα στη φωνή τής Δαμανάκη, εκείνη του Δημήτρη Παπαχρήστου. Αυτός δεν υπουργοποιήθηκε.
Άλλη μια φωνή, εκείνη του Στέφανου Τζουμάκα, που ήταν ο ‘‘ντουντούκας’’ της Νομικής. Βουλευτής, υπουργός, ενίοτε πολιτικά αυτόνομος, λιγότερο προβεβλημένος, σαφώς, από τον Λαλιώτη, που ο ρόλος του στην πολιτική σκηνή τής μεταπολίτευσης, υπήρξε σημαντικότατος.
Κάποιοι στη συνέχεια, μέσα δηλαδή στο πέρασμα των χρόνων, μίλησαν για εξαργύρωση των αγωνιστικών περγαμηνών με θέσεις εξουσίας.
Κάποιοι άλλοι, πως σ’ αυτήν τη γενιά οφείλεται η μετέπειτα καταστροφή τής χώρας.
Αηδίες.


Άλλο το Πολυτεχνείο τού 1973 και η εξέγερση των φοιτητών και κάποιων – ελάχιστων – πολιτών και άλλο η μετέπειτα πορεία κάποιων από τους πρωτεργάτες. Και γιατί να είναι η γενιά του Πολυτεχνείου αυτή που κατάστρεψε τη χώρα και να μην είναι όλοι οι άλλοι, που καπηλεύθηκαν τα συνθήματα, που ζήτησαν και απέσπασαν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, που πήραν μέρος στο πάρτι τού «όλοι μαζί τα φάγαμε»; Ή μήπως υπήρξε κάποια περίοδος της ιστορίας τού κοινοβουλευτισμού, που δεν «τα έτρωγαν»; Μήπως υπάρχει κάποιος αφελής ανάμεσά μας που μπορεί να υποστηρίξει πως «σήμερα δεν τρώνε»;
Οι νέοι που δημιούργησαν το Πολυτεχνείο, τότε, ανάμεσα στους προβοκάτορες του καθεστώτος, ανάμεσα στους άνδρες της Ασφάλειας και όσους δούλευαν για λογαριασμό της Κ.Υ.Π., όπως και ανάμεσα σε όσους στήριζαν το καθεστώς, δεν στόχευαν στο να αναλάβουν κάποτε την εξουσία και να μπουν σ’ έναν άλλον κύκλο, αυτόν της πολιτικής διαπλοκής. Ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για όλα όσα δυνάστευαν τη ζωή και τις ιδέες τους. Μέχρι εκεί. Ήξεραν πως δεν μπορούσαν ν’ ανατρέψουν το καθεστώς. Για τούτο και ο αγώνας τους ήταν ανιδιοτελής. Και ως εκ τούτου οι μέρες τού Νοεμβρίου τού 1973, είναι μέρες που απαιτούν και θα απαιτούν τον σεβασμό μας. Εκεί, σ’ αυτές τις ημέρες, σταματάει η ιστορία. Τα υπόλοιπα είναι βιασμός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αφαιρούν την ένταση εκείνης της βραδιάς, που τα πάντα είχαν γίνει πιόνια στα χέρια τού Ιωαννίδη, ο οποίος έχτιζε πάνω σ’ εγκλήματα την προσωπική του μισαλλοδοξία.
Βιασμός τής εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Η αλήθεια που συνοδεύει εκείνη τη βραδιά πολλά – πολλά χρόνια τώρα. Εκείνοι οι εξεγερμένοι φοιτητές είχαν οργανώσει ομάδες περιφρούρησης των χώρων τού Πολυτεχνείου, ξέροντας πως το ανώτατο αυτό εκπαιδευτικό ίδρυμα δικαιούται τον σεβασμό όλων, γιατί η γνώση δεν μπορεί να δεσμεύεται σε στρατευμένες ιδέες. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, όμως, μόνο το αντίθετο συμβαίνει. Κατάληψη του Πολυτεχνείου – λέει – από ομάδες αναρχικών. Θλίψη και κατήφεια. Εκεί και οι διακινητές ναρκωτικών, οι κατασκευαστές των ‘‘μολότοφ’’ και ένα μάτσο ακόμα παράνομοι. Πάντως όχι μύστες τής γνώσης. Όχι ανήσυχοι ερευνητές των επιστημών. Όχι εκείνοι που θα μπορούσαν να διαδεχτούν τη ‘‘γενιά του Πολυτεχνείου’’.
Εκείνη η γενιά δεν αμαυρώνεται, ακόμα και αν κάποιες δεκάδες συμβιβάστηκαν, εξαγοράστηκαν, αλλοιώθηκαν. Την κατηγορούν οι ανάξιοι του σήμερα. Εκείνοι που έκαναν λαμπόγυαλο ό,τι θετικό βρήκαν.  Εκείνης της γενιάς, οι σημερινοί 65ντάρηδες έχουν ακόμα καθάριο βλέμμα και χέρια λευκά. Κουνούν περίλυποι το κεφάλι και σιωπούν. Λένε στα εγγόνια τους πως δεν είναι το Πολυτεχνείο αυτό που ακούν σήμερα. Άλλωστε δεν είναι, ούτε το πρώτο, ούτε το τελευταίο στοιχείο τής ιστορίας μας, που παραποιείται. Ίσως γιατί, στο κέντρο της ζωής μας, κάποιοι φρόντισαν να εγκαταστήσουν έναν τεράστιο ολετήρα ιδεών, από τον οποίο δεν ξέφυγε ούτε και το Πολυτεχνείο…






Προβοκάτσιας προλογικά…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 ------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
------------------------------------
 Δυο-τρεις μέρες μετά τη συζήτηση στη Βουλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια (που μόνο γι’ αυτήν δεν συζήτησε ο κ. Πρωθυπουργός, αλλά έστρεψε τη συζήτηση στην υπόθεση Siemens και την υπόθεση Αυγενάκη), την απάντηση στον κ. Τόσκα και τον κ. Πρωθυπουργό έδωσαν οι πυροβολισμοί κατά των αστυνομικών που ήταν σε υπηρεσία στα γραφεία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο κέντρο της Αθήνας.

Ειρωνεία τής τύχης; Που σημαίνει σύμπτωση; Χλευασμός των διαβεβαιώσεων του κ. υπουργού και του κ. Πρωθυπουργού; Χλευασμός τής Αστυνομίας και χτύπημα ανταπόδοσης για τη σύλληψη του δράστη των τρομοφακέλων; Ποιος το ξέρει; Ένα, όμως, είναι γεγονός: Η επαναφορά από τη μνήμη παρόμοιων πράξεων και η διαβεβαίωση της κοινωνίας ότι ‘‘τα παιδιά’’ είναι εδώ. Και ‘‘τα παιδιά’’ είναι εδώ γιατί ξέρουν πως ακόμα κι αν συλληφθούν, θα βρεθούν πολλοί από τον πολιτικό κόσμο που θα σπεύσουν να τα υπερασπιστούν, όπως παλιότερα η Μελίνα είχε υπερασπιστεί τον Μαζοκόπο, και όχι μόνο η Μελίνα, και όχι μόνο τον Μαζοκόπο.

Αλλά δεν χρειάζονταν οι πυροβολισμοί για να στοιχειοθετηθεί το αυτονόητο της ειρωνείας. Αρκούν οι έξοδοι από το Πολυτεχνείο των ομάδων που κάνουν πλάκα στην πολιτική ηγεσία της Αστυνομίας, αναστατώνοντας τα Εξάρχεια, η οποία και δεν τολμά ν’ αγγίξει ‘‘τα παιδιά’’, που με κάποιες διμοιρίες της θα είχαν εξαφανιστεί. Ποιος διστάζει να τα αγγίξει και γιατί; Είναι παράλογο που αναρωτιέμαι μήπως ‘‘τα παιδιά’’ είναι παιδιά κάποιων που δεν πρέπει ν’ αποκαλυφθούν;
Είναι γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια τεράστια σαλάτα με διαφορετικά υλικά. Από το κάποτε ένδοξο ΠΑ.ΣΟ.Κ. μέχρι τους αποσκιρτήσαντες κομμουνιστές, προοδευτικούς αριστερούς και ένα πλήθος στελεχών διαφορετικών ιδεοληψιών, που την ώρα της συνάντησης του κ. Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, δηλώνουν την επιθυμία τους να διώξουν τους Αμερικανούς από τη χώρα. Σ’ αυτήν τη σαλάτα υπάρχουν και οι συμπαθούντες, εκείνοι που θεωρούν απαραίτητο να γίνονται επεισόδια στα Εξάρχεια, έτσι για να μην ξεχνάμε την επαναστατική δράση, που σημαίνει κάψιμο περιουσιών και παρόμοιες ενέργειες.
Επίσης να μην ξεχνάμε τη λέξη ‘‘προβοκάτσια’’, όρος ιδιαίτερα θολός αφού ως δράστες χαρακτηρίζει όλους τους αντίθετους με τη δική μας άποψη, οι οποίοι παράγουν πράξεις για να εκθέσουν το αλάθητο της κυβέρνησης. Ποιοι είναι οι αντίθετοι; Μα αυτοί που απειλούν την εξουσία μας. Όχι οι αντίθετοι με τις ιδεοληψίες μας, αλλά οι συγκεκριμένοι διεκδικητές τής εξουσίας∙ στην προκειμένη περίπτωση η Ν.Δ..
Μ’ αυτά και μ’ αυτά πορευόμαστε. Με το βήμα τής σαρανταποδαρούσας, που ξαφνικά έγινε σύμβολο και διασημότητα εξαιτίας του υπουργού Τσακαλώτου. Ο κύριος αυτός προσπαθεί καθημερινά με άσχημα και τσαλακωμένα ελληνικά, να μας πείσει πως δεν είναι του κόσμου τούτου. Δεν έχει σημασία, δε, πως κάποιοι δεν πείθονται. Σημασία έχει ότι πείθεται ο κ. Πρωθυπουργός. Και βέβαια, αφού πείθεται, υπογράφει με… βαριά καρδιά τα μέτρα τής εξόντωσής μας, ενώ λίγο μετά, με χαρωπή καρδιά, επιχειρεί να μας πείσει πως κάποιοι κακοί ανάγκασαν τόσο αυτόν, όσο κι εμάς να χορέψουμε τον χορό τού Ζαλόγγου, απ’ τον οποίο βέβαια χορό, αυτός διασώζεται.

Πάντα διασώζεται ο κ. Πρωθυπουργός. Είναι καλός παίκτης τής πολιτικής σκακιέρας. Άλλωστε πίσω του υπάρχει ένα λευκό παρελθόν. Ενώ οι άλλοι πίσω τους έχουν σαράντα χρόνια μαύρου παρελθόντος. Μίζες, συναλλαγές, ύποπτες διασυνδέσεις. Έχουν έναν Τσοχατζόπουλο, ως εκπρόσωπο, να κρατά τη σημαία της διαπλοκής…
Μόνο, που παρότι μαύρο το παρελθόν, έχει να δείξει μια Ελλάδα που αναμορφώθηκε, αλλά και μια ευημερία ιδιαίτερα ελκυστική. Παρά τα λάθη των πολιτικών που διακυβέρνησαν τη χώρα, η πρόοδός της υπήρξε αλματώδης, γιατί κάποιοι πολιτικοί  - που δεν ήταν σαν τον Τσοχατζόπουλο - είχαν και όραμα, και θέληση. Ήταν, όμως, πολιτικοί που ήξεραν να βρίσκονται κοντά στα όνειρα του λαού και πίστευαν πως η ανάπτυξη δεν προκύπτει με την υπερφορολόγηση των πάντων, ιδιαίτερα με την αφαίμαξη των ασθενέστερων.
Και ο κ. Τσακαλώτος το ξέρει. Το είχε δηλώσει βέβαια και στο παρελθόν, όταν με τυμπανοκρουσίες έλεγε: «Αν το αφορολόγητο πέσει κάτω από τα 9.100 ευρώ, εγώ θα πάω στο Μαξίμου και θα παραιτηθώ στον Τσίπρα. Μετά θα πάω στη Βουλή και θα καταψηφίσω». Και το αφορολόγητο το έριξε ο ίδιος, και στον Τσίπρα δεν πήγε να παραιτηθεί, και στη Βουλή λέει πάντα «Ναι σε όλα». Κατά τα άλλα, ‘‘φοράει παντελόνια’’, που λέει και ο λαός.
Ας είναι…
Επί του παρόντος επείγει ν’ αποδειχθεί η προβοκάτσια…