Google+ Followers

Συνέντευξη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ LARISSANET

Άγγελος Πετρουλάκης: «Μισό αιώνα, παλεύω με τις λέξεις…»

Ο Άγγελος Πετρουλάκης μιλάει στη larissanet για τις δικές του απόπειρες
Του Λευτέρη Παπαστεργίου 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου, παραμονή της εθνικής μας επετείου. Στη Φαρσάλων μποτιλιάρισμα από αμάξια που προσπαθούν να νικήσουν τη φθινοπωρινή ψύχρα και τον χρόνο. Στο ράδιο παίζει το «Μπλάιμπ Τροι café». Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας… «θα δούμε άραγε ξανά μαζί ποτέ/ το χιόνι του Δεκέμβρη/ απόγευμα να πέφτει…».
Σε λίγο φτάνω στο «Να με Θυμάσαι», το γνωστό εστιατόριο της Λάρισας, εκεί όπου ο Άγγελος Πετρουλάκης, συνηθίζει να περιδιαβαίνει ανάμεσα στα τραπέζια, χαρίζοντας χαμόγελο και σοφία. Του έχω ζητήσει να κάνουμε την κουβέντα μας στον προσωπικό του χώρο, κάτι που αποδέχεται με χαρά. Μου ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, και καθόμαστε στη γωνιά του, εκεί που συνηθίζει να παλεύει με τις λέξεις, ματώνοντας νυχθημερόν για να νικήσει και να χάσει. Το γνωστό παιχνίδι των ανθρώπων που έχτισαν τη ζωή τους μέσα στα κιτρινισμένα φύλλα των βιβλίων. Των ανθρώπων που βλέπουν την γραφή, ως επάγγελμα πρωτίστως και μετά ως ανάγκη. Ή μήπως είναι το ίδιο;

Εγώ δεν είμαι της σχολής «της έμπνευσης». Είμαι της χειρωνακτικής σχολής. Αυτός που γράφει πρέπει να χτυπάει κάρτα. Να παλεύει μόνος του, κλεισμένος στο γραφείο του, ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα και στα βιβλία του, με τις λέξεις…»

Η μικρή αυτή γωνιά, πλημμυρισμένη από βιβλία, στυλογράφους πένας, πίνακες ζωγραφικής, σημειωματάρια με χειροποίητα φύλλα και πολύ καπνό, καθότι φανατικός καπνιστής ο ίδιος, αποδεικνύεται ικανή να μεταφέρει ένα πρώτο στίγμα, ακόμα και για κάποιον που θα τύχει να καθίσει δίπλα στον Άγγελο, χωρίς να γνωρίζει τη διαδρομή του. Αυτήν ακριβώς τη διαδρομή του, στον στίβο των λέξεων, ήρθα για να προσπαθήσω να βάλω σε μια σειρά, αποτυπώνοντάς την στο χαρτί. Δύσκολη δουλειά με βάρος. Όχι μόνο εξαιτίας της ιστορίας του Πετρουλάκη στον χώρο των γραμμάτων της πόλης, αλλά, πολύ περισσότερο, γιατί ο Άγγελος είναι φίλος και δάσκαλος. Μπορεί όμως να αισθάνεσαι φίλο σου έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζεις για δεκαετίες; Τι ρόλο παίζει ο χρόνος; Το σκέφτομαι, παρατηρώντας, με τις άκρες του ματιού μου, κάποιες παλιές εκδόσεις Ρώσων συγγραφέων, και επιλέγω να ξεκινήσω την κουβέντα μας από αυτό ακριβώς: τι είναι φίλος τελικά;
«Φίλος; Δεν ξέρω. Ακόμα ψάχνω για την απάντηση. Ξέρεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που μπορείς να ακουμπήσεις την ψυχή σου σε κάποιον… Κάποιες στιγμές… Ποιος όμως είναι ο ορισμός; Δεν ξέρω. Είναι πολλά πράγματα που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον ορισμός τους: φίλος, συμπόνοια, έρωτας… Κοίτα, η λέξη «φίλος» συχνά εκπορνεύεται. Πως γίνεται, για παράδειγμα, κάποιος να δηλώνει φιλόζωος, αλλά να μην είναι φιλάνθρωπος; Το συνθετικό «φίλος» πολλές φορές έρχεται να προσδώσει στην πραγματικότητα υστεροβουλία ή άλλα χαρακτηριστικά, όλα ανθρώπινα, όλα τρωτά».
Επιλέγω να μην κάνω χρήση της αναφοράς του στη λέξη «έρωτας», γιατί είμαι σίγουρος πως θα μας πάρει χάραμα. Θέλω να πιάσω το νήμα από την αρχή. Γυρνώντας πίσω, πολλά χρόνια πίσω, στα σιτοχώραφα της Χαραυγής, εκεί που με το μάτι σου μπορούσες να δεις μέχρι και τον σταθμό των τραίνων. Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
«Δεν θυμάμαι ακριβώς. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, πως τέτοιες μέρες, σαν σήμερα παραμονή 28ης Οκτωβρίου, τρίτη Γυμνασίου, ανέβηκα τα σκαλιά της εφημερίδας «Ελευθερία», κρατώντας στα χέρια μου ένα διήγημα. Θυμάμαι και τον τίτλο του: “Ο θάνατος του Μανδράκου”. Εκεί βρήκα τον Βάσο Καλογιάννη, ο οποίος αφού με κοίταξε και με ρώτησε τι θέλω, μου είπε τελικά «άστο εδώ παιδί μου το κείμενό σου», και πράγματι το άφησα ανάμεσα σε μια στοίβα άλλων χαρτιών. Είναι Φθινόπωρο του 1967 και μετά από λίγες μέρες, είδα το κείμενό μου δημοσιευμένο στην εφημερίδα. Τότε η Ελευθερία είχε δυο φιλολογικές σελίδες, οι οποίες φιλοξένησαν και το διήγημά μου. Κάπως έτσι, φαίνεται, απέκτησα θράσος και κάθε εβδομάδα έγραφα και ένα διήγημα…
Δυο άνθρωποι έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στην πορεία μου, στον χώρο της γνώσης και των γραμμάτων, σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από όλα όσα ζει σήμερα ένας νέος άνθρωπος. Ο Δημήτρης Κουνελάκης ήταν αυτός που με έφερε κοντά στον κόσμο της ποίησης. Μια Κυριακή, την Άνοιξη του 1968, με πάει στα Τρίκαλα και με γνωρίζει στον Μάριο Βαγιάνο, τον άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στον Καβάφη. Εκεί, ξεκλειδώνεται για μένα, ένας νέος, γοητευτικός κόσμος. Ένας κόσμος στον οποίο οι λέξεις δεν βγάζουν το συνηθισμένο νόημα, αλλά αποκτούν άλλη βαρύτητα, δίνουν άλλες εικόνες. Ο δεύτερος άνθρωπος που βοήθησε το μυαλό μου ήταν ο Βασίλης Λιαπής, καθηγητής, καλή του ώρα.
Το 1968 ο Κουνελάκης εκδίδει τους «Προσανατολισμούς», το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Λάρισας. Με ρωτάει με τι είδος θα συμμετάσχω και του απαντώ «με ποίηση…».
Τον διακόπτω. Για ποιον γράφουμε; Για μας ή για τους άλλους;
«Η πρωταρχική ανάγκη είναι του γραφιά. Από κει και πέρα όμως το γραπτό, όταν φύγει από σένα, είναι κι αυτό ένα προϊόν, το οποίο πάει σε πολλούς. Γίνεται δικό τους. Γράφουμε λοιπόν και για μας και για τους άλλους…».

«Τι σημαίνει συγγραφέας; Ποιος σε αναγόρευσε συγγραφέα; Ποιος σε αναγόρευσε ποιητή; Ο Σεφέρης κι ο Καβάφης δεν το δήλωσαν ποτέ. Είναι ηλίθιοι να πιστεύουν πως έγιναν ποιητές ή συγγραφείς επειδή αναλώνονται στα μπαρ και κάνουν λάικ στο Facebook. Αντί να μονάσουν στο γραφείο και στις σελίδες των βιβλίων αναλώθηκαν σε παρέες. Είναι ηλίθιοι λοιπόν!»

Να σε ξαναγυρίσω σε εκείνα τα χρόνια; Πως ήταν η εποχή για έναν νέο που ήθελε να διαβάσει και να γράψει;
«(Γελάει) Μιλάμε για μια εποχή όπου στη Λάρισα δεν υπήρχαν βιβλιοπωλεία. Υπήρχαν μόνο χαρτοβιβλιοπωλεία. Βιβλία μαζεμένα βρίσκαμε μόνο στο παζάρι! Πως λοιπόν θα μπορούσε κάποιος να έχει πρόσβαση στον Εμπειρίκο ή στον Εγγονόπουλο; Ο Γιώργος Κατσίγρας τότε θα είχε σίγουρα στη βιβλιοθήκη του όλους τους σπουδαίος πεζογράφους ή ποιητές, αλλά εμείς δεν μπορούσαμε να έχουμε τέτοια πρόσβαση. Σ’ αυτό με καθοδήγησε και πάλι ο Κουνελάκης… Ζούσαμε σε μια εποχή που δεν ξέραμε από πού γεννάνε οι γυναίκες. Η δεκαετία του ’60 ήταν για μας μια εποχή ανακάλυψης συνεχώς νέων θαυμάτων…».    
Ποιο βιβλίο λοιπόν ή ποια επαφή σου με κάποιον συγγραφέα δημιούργησε το θαύμα μέσα στον δικό σου εσωτερικό κόσμο;
«Οι Προσανατολισμοί του Ελύτη. Δημιουργούν μέσα μου έκρηξη. «Έχουν μια γεύση τρικυμίας τα χείλη σου…». Και η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Διαβάζω τον στίχο του Εγγονόπουλου «Τι γυρεύεις εσύ, ένας Υδραίος στη Λάρισα» και αναποδογυρίζει ο κόσμος μου. Η μάχη με τις λέξεις μεγεθύνεται…
Και πως συνεχίζεις;
Το 1971 περνάω στη Σχολή Υπαξιωματικών της Χωροφυλακής. «Το καλοκαίρι του 1971 στα Σέρβια της Κοζάνης υπηρετώ ως Υπενωμοτάρχης, κάτω από τις διαταγές ενός Μοίραρχου που πίστευε ότι είναι και η απόλυτη εξουσία. Στις βαλίτσες μου είχα πάρει σχεδόν όλα τα βιβλία που αγόραζα ως μαθητής. Από Σεφέρη μέχρι Μπρεχτ, από Ελύτη μέχρι Καντ, από Καζαντζάκη μέχρι Ντοστογιέφσκι. Στις ατελείωτες ώρες των χειμωνιάτικων βραδιών, χανόμουν στις σελίδες τους, χωρίς ν’ αντιλαμβάνομαι ότι την ίδια στιγμή προκαλούσα την οργή τόσο του διοικητή, όσο και κάποιων συναδέλφων, μια και όλοι τους υποψιάζονταν πως για να διαβάζω ήμουν κομμουνιστής. Έτσι ήμουν κάτω από μια συνεχή παρακολούθηση η οποία δεν υπήρξε άκαρπη. Βεβαίως δεν κατόρθωσαν να εξακριβώσουν επαφές μου με κομμουνιστές, γιατί δεν είχα, ανακάλυψαν όμως ότι είχα επαφές με διάφορες κοπέλες, πράγμα που σήμαινε… έγκλημα για την υπηρεσία εκείνη την εποχή. Αποτέλεσμα: Το καλοκαίρι του 1974 μια μετάθεση για λόγους πειθαρχίας σε δυσμενούς διαβιώσεως υπηρεσία, στο Βόιο, στο Σκαλοχώρι της Καστοριάς…». Στο Σκαλοχώρι των εξήντα κατοίκων, όπου ο χειμώνας άρχιζε στα μέσα του Οκτώβρη και τελείωνε στο τέλος του Μάη, όπου για μεταφορικό μέσο χρησιμοποιούσε, όπως λέει, άλογο που νοίκιασε με το μήνα, είχε το απόλυτο προνόμιο να καλλιεργεί έναν μικρό κήπο και ατελείωτες ώρες για διάβασμα. «Μπορεί κάποιες φορές να χρειαζόμουν και τέσσερις ώρες να φτάσω στην Καστοριά, αλλά πάντα επέστρεφα με κούτες από βιβλία. Τις νύχτες, που δεν περνούσαν ανάμεσα σε οπλοβαστούς και σε τρομακτικές σιωπές, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, αλλά και οι συγγραφείς του Μεσοπολέμου ήταν οι καλύτερες συντροφιές μου. Εκεί τα βιβλία αποκτούσαν άλλη αξία, η φωνή τους είχε άλλο χρώμα, απομακρύνοντας τη μοναξιά που μόνιμα χτυπούσε την πόρτα μου.. Δυο ολόκληρα χρόνια, 8 Αυγούστου του 1974 μέχρι 8 Αυγούστου του 1976 ήταν επίσης αρκετά για να εισχωρήσει σ’ έναν χώρο ιδιαίτερα πικρό για τη χώρα: Στα δύσκολα χρόνια του Εμφύλιου. Εκατοντάδες οι αιτήσεις για επαναπατρισμούς, εκατοντάδες οι «ατομικοί φάκελοι» με την ένδειξη «Κομμουνιστοσυμμορίτης». «Πεδίο μίσους λαμπρό και ατελείωτο», θα πει. «Μια άλλη Ελλάδα εκεί. Με τις αλήθειες να είναι πάντα μισές. Χωρίς απαντήσεις σε δραματικά ερωτηματικά. Πώς να εξηγηθούν τα ανεξήγητα; Κομμουνιστοσυμμορίτες τα 10χρονα παιδιά; Ή χαρακτηρισμένοι κομμουνιστές γιατί το τρακτέρ που αγόρασαν ήταν κόκκινο; Ένα πρωί είχα καλέσει κάποιον χωρικό να υπογράψει μια δήλωση ότι αναλάμβανε τη φιλοξενία συγγενή του που ζητούσε επαναπατρισμό από την Τασκένδη. Δεν ήξερε γράμματα να συμπληρώσει τη δήλωση. Τη συμπλήρωσα εγώ. Του την έδωσα να την υπογράψει. Έστω μια μονογραφή, μια μουτζούρα. Δεν ήξερε ούτε αυτό. Τότε θυμήθηκα πως στο φάκελό του είχε δεκάδες σημειώματα από τους παλιότερους αστυνόμους ότι διάβαζε κομμουνιστικές εφημερίδες. Απόρησα και τον ρώτησα πώς διάβαζε εφημερίδες χωρίς να ξέρει γράμματα; Γέλασε πικρά. Δε διάβαζε εφημερίδες, απλά είχε τσακωθεί με δυο – τρεις αστυνόμους που κυνηγούσαν λαγούς νύχτα με τα φώτα του τρακτέρ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω…Δεν είναι τυχαίο που αυτή η χώρα σέρνει αγιάτρευτες πληγές…»
Πότε εκδίδεις το πρώτο σου βιβλίο;  
Το 1980. Υπογράφω το συμβόλαιό μου, δυο μέρες μετά τη γέννηση της κόρης μου. Με τα λεφτά αυτά την παίρνω από το μαιευτήριο. Ερχόμενος στη Λάρισα αναλαμβάνω το καθημερινό χρονογράφημα στην Ελευθερία. Πρώτη σελίδα στην αρχή και μετά τρίτη. Πάντα με τον ίδιο τίτλο: Μονολογώντας…, όπως και τώρα στη larissanet… To 1986 αναλαμβάνω, μετά από πρόταση του Τάκη Δημητρακόπουλου να βγάλω τις Θεσσαλικές Επιλογές. Κυκλοφορεί στις 28 Οκτωβρίου και ταυτίστηκε με μένα…
Πόσα βιβλία έχεις εκδώσει μέχρι σήμερα;
Δεκαέξι.
Ξέρω πως αυτό τον καιρό γράφεις…
Κάθε μέρα γράφω. Αυτό τον καιρό παλεύω με ένα μυθιστόρημα. Αν είμαι καλά βιολογικά μπορεί και να τελειώσει σε έναν χρόνο. Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ξέρει που μπορεί να τον οδηγήσει ένα γραπτό. Μπορεί και πουθενά… Ξέρεις, εγώ δεν είμαι της σχολής «της έμπνευσης». Είμαι της χειρωνακτικής σχολής. Αυτός που γράφει πρέπει να χτυπάει κάρτα. Να παλεύει μόνος του, κλεισμένος στο γραφείο του, ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα και στα βιβλία του, με τις λέξεις.
Τώρα όμως γράφουν όλοι…
Η πληγή σήμερα δεν είναι ότι γράφουν πολλοί. Αυτό ίσως είναι και ευτυχία. Η πληγή είναι ότι αγοράζουν τα βιβλία μόνοι τους. Για προβολή. Για να δηλώσουν ποιητές και συγγραφείς. Για να τα δωρίσουν στην γκόμενα ή στον γκόμενο… Η μεγάλη δοκιμασία είναι το ράφι του βιβλιοπωλείου. Τα βιβλία δεν δίνονται από χέρι σε χέρι. Εκεί είναι ο στίβος. Μπορείς δηλαδή να δηλώσεις ποδοσφαιριστής αν δεν μπεις να παίξεις στο γήπεδο; Μπορείς να δηλώσεις φούρναρης αν δεν ψήσεις ψωμί στο φούρνο;
Ανεβάζει τον τόνο της φωνής του, έτοιμος να εκραγεί…
Τι σημαίνει συγγραφέας; Ποιος σε αναγόρευσε συγγραφέα; Ποιος σε αναγόρευσε ποιητή; Ο Σεφέρης κι ο Καβάφης δεν το δήλωσαν ποτέ. Είναι ηλίθιοι να πιστεύουν πως έγιναν ποιητές ή συγγραφείς επειδή αναλώνονται στα μπαρ και κάνουν λάικ στο facebook. Αντί να μονάσουν στο γραφείο και στις σελίδες των βιβλίων αναλώθηκαν σε παρέες. Είναι ηλίθιοι λοιπόν!
Γελάω και ηρεμεί. Από τον υπολογιστή του γραφείου του παίζει κλασσική μουσική, «χαλί» στην κουβέντα μας. Τον ρωτάω για τη μουσική, με σκοπό να τον καταπραΰνω κι άλλο.
«Η μουσική είναι μια ερωμένη που δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Εσύ μπορεί να την αφήσεις. Εκείνη όχι…»
Εσύ τελικά τι είσαι;
Απόπειρες κάνω. Απόπειρες με τις λέξεις. Δεν ξέρω τι είναι ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι έρωτας. Δεν ξέρω τι είναι φίλος, όπως σου είπα και στην αρχή…
Σηκώνομαι και τον καλώ δίπλα μου για να ξεπιαστούμε. Τα σημειωματάριό μου έχει γεμίσει λέξεις. Λέξεις που βγαίνουν από το στόμα ενός ανθρώπου που γράφει για τη ζωή, ζώντας την. «Πλέον αναμετριέμαι με την φθορά μου…» μου λέει, κοιτώντας μια παλιά του φωτογραφία. Ρουφάω εικόνες και γράμματα, τόσο αρμονικά συνδυασμένες σα να διαβάζω ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά μου. Η ώρα έχει περάσει. Αφήνω τον Άγγελο εκεί που τον συνάντησα. Στο εστιατόριο που τόσο αγαπάει. Μπαίνω στο αμάξι. Η ίδια διαδρομή από την ανάποδη. Τώρα, δεν βιάζεται κανένας…

H διαδρομή, οι εκδόσεις…

Το φθινόπωρο του 1971, στις εκδηλώσεις που διοργανώνονται για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821, κερδίζει Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην ποίηση.
Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις Δεδεμάδη» εφτά τόμοι με διηγήματα και νουβέλες του, που είχαν βασιστεί στα εγκληματολογικά αρχεία και χρονικά της Ελληνικής Χωροφυλακής της 25ετίας 1955-1980 με το γενικό τίτλο «Εγκλήματα στην Ελλάδα». Τα «Εγκλήματα στην Ελλάδα» είναι τα πρώτα που εισάγουν στην αστυνομική λογοτεχνία υποθέσεις που άπτονται των εγκληματολογικών χρονικών και παρουσιάζουν ρεαλιστικά την πορεία για την εξιχνίασή τους.
Έχει εκδώσει επίσης:
«ΛΟΓΟΣ πρώτος» – ποίηση (1981)
«ΛΟΓΟΣ δεύτερος» – ποίηση (1984)
«ΛΟΓΟΣ τρίτος» – ποίηση (1999)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή» – ποίηση (2001)
«ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση» – ποίηση (2011)

«Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (2002)
«Κρυφοί έρωτες» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (2004)
«Ζωές στο κόκκινο» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ.

Καληνύχτα κ. Πρόεδρε. Καληνύχτα Ελλάδα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύεται σήμερα, 25-11-2016, στην έντυπη Larissa net)

Δεν βρίσκω τι άλλο να πω, ως αποχαιρετισμό, από το «Καληνύχτα κ. Πρόεδρε», έστω κι αν κινδυνεύω να χαρακτηριστώ τιτλοκλόπος, αφού η φράση παραπέμπει και στο ομώνυμο βιβλίο του εκλεκτού Γιώργη Μασσαβέτα. Αν άλλαζα στον τίτλο το «κ. Πρόεδρε» με τη λέξη Ελλάδα κι έγραφα «Καληνύχτα Ελλάδα…», πάλι επίκαιρος θα ήμουν κ. Πρόεδρε.
Άλλωστε, το «Καληνύχτα Ελλάδα…» θα το έχεις πει κι εσύ αρκετές φορές, στοχαζόμενος το πού πάει αυτός ο τόπος. Μόνο που, ως ευπατρίδης, δεν συμφωνούσες με την κραυγαλέα κατάθεση της απογοήτευσης. Θα το έλεγες χαμηλόφωνα, θλιμμένα, κουρασμένα ίσως…
Κι εγώ κουρασμένα σ’ αποχαιρετώ, κουρασμένα αποχαιρετώ και τον τόπο κάθε φορά που τον βλέπω να μπαίνει στα βαθειά της νύχτας, μιας νύχτας τρομακτικής που τη διασχίζουν παγωμένα όνειρα κι εφιάλτες.
Στο διαδίκτυο βγήκαν από τη ναφθαλίνη του χρόνου αρκετά στιγμιότυπα της δημόσιας ζωής σου∙ ωστόσο, ένα με πόνεσε πολύ: Εκείνο με την ομιλία σου προς τον Πρόεδρο των Η.Π.Α., τον κ. Κλίντον. Ήταν ο αντίλογος στα στιγμιότυπα της πρόσφατης επίσκεψης του κ. Ομπάμα στη χώρα μας. Πιο κύριος ο Ομπάμα από τον Κλίντον, πιο φιλέλληνας… 

Όμως δεν είχε απέναντί του εσένα, που τα έπαιρνες όλα τοις μετρητοίς, παρά έναν πρωθυπουργό που φάνηκε πως ‘‘έσπαζε πλάκα’’, γενικά και αόριστα. Και δεν εννοώ τις ενδυματολογικές του επιλογές. Την αισθητική ή την έχεις ή δεν την έχεις, όπως και τους καλούς τρόπους που μας μαθαίνει η μαμά μας…
Εννοώ το χαλαρό, το ραχατλίδικο, το ‘‘δε βαριέσαι αδελφέ’’ που έβγαιναν μέσα από τις εικόνες και ήταν σαν να βεβαίωναν πως εμείς καλά περνάμε εδώ, και από το πολύ άραγμα σκυλοβαριόμαστε με την καθημερινότητά μας…
Για τούτο και το «Καληνύχτα Ελλάδα»…
Κρατώ από σένα τη μόνιμη μελαγχολία και το θλιμμένο χρώμα της φωνής σου. Μου αρκούν. Εκφράζουν ακόμα την επίγνωσή σου για την πορεία προς τα κάτω τούτης της χώρας. Μια επίγνωση που ποτέ δεν είχαν και δεν πρόκειται ν’ αποκτήσουν οι σημερινοί ηγέτες, παρά τις διαβεβαιώσεις τους για την στήριξη των αδύναμων και των πονεμένων.
Για τούτο και το «Καληνύχτα Ελλάδα»…
Δυο χρόνια τώρα, και κάθε πρωί ξυπνάμε με την απορία στα βλέφαρα. Τι άλλο θα φορολογηθεί; Τι άλλο θα περικοπεί; Γιατί τόσο μίσος απέναντι στον πολίτη; Γιατί τόση οργή απέναντι σ’ αυτούς που απλά ονειρεύονται μια καλύτερη μέρα;
Χιλιάδες ώρες, τρισεκατομμύρια λέξεις για να εξαγγελθούν μέτρα για τη φορολογία, για το πώς ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος.

Ελάχιστες - για να μην πω ούτε μια – για το πώς θα ξανανοίξουν τα μαγαζιά που έκλεισαν, για το πότε θα ξαναπιάσουν δουλειά εκείνοι που απολύθηκαν, για το πότε θα ξαναδοθούν στεγαστικά δάνεια.
Καμιά κουβέντα, κ. Πρόεδρε, για το πώς θα ξαναρχίσει η αποταμίευση στα ταπεινά νοικοκυριά, καμιά λέξη για το πότε θα μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε αυτοκίνητο ή να προγραμματίσουμε διακοπές.
Κατήφεια για τους έντιμους πολίτες, κ. Πρόεδρε. Πρόσωπα αγέλαστα στις ουρές αυτών που περιμένουν για μια ρύθμιση στη Δ.Ε.Η.
Πρόσωπα γκρίζα, ανέκφραστα, στις ουρές εκείνων που ψάχνουν να βρουν τρόπο να αποδεσμεύσουν το μικρό τους κεφάλαιο για να κινηθούν τα μαγαζάκια τους.
Οι ‘‘Γκουέρνικες’’ είναι εδώ, κ. Πρόεδρε, ολοζώντανες, αχειροποίητες, όπως κάποιες βυζαντινές τοιχογραφίες με την ‘‘Αποκαθήλωση’’ και τον ‘‘Επιτάφιο Θρήνο’’. Δεν υπερβάλω, σεμνέ ευπατρίδη της πολιτικής. Εσύ ξέρεις και από προδοσίες και από απογοητεύσεις. Ξέρεις από διαπλοκές, τις ένιωθες πίσω από την πλάτη σου…
Η Ελλάδα που αποχαιρέτησες κ. Πρόεδρε, δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα που ήξερες.[;;;] Πια δεν έχει δικαίωμα στο όνειρο η μικρή αυτή χώρα. Τότε, που κι εσύ ονειρευόσουν μαζί της, τίναζε από τα ρούχα της τις στάχτες του Εμφύλιου και κοίταζε ψηλά κατά τον ήλιο, ελπίζοντας. Τα χρόνια περνούσαν, οι προσδοκίες γίνονταν πραγματικότητες, τα καλύβια και τα ερειπωμένα σπίτια μετατρέπονταν σε διαμερίσματα και μεζονέτες, οι χωματόδρομοι ασφαλτοστρώνονταν και τα εργοστάσια έκαναν παπούτσια, σεντόνια, ρούχα, αγροτικά μηχανήματα κι ένα πλήθος ακόμα προϊόντων. Σήμερα αυτά τα εργοστάσια είναι φαντάσματα. Τοίχοι βουβοί…
 
Ο Καθηγητής Παντείου Θανάσης Διαμαντόπουλος
Χθες βράδυ, κ. Πρόεδρε, διάβασα τον επικήδειο του Καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου και ένιωσα ότι έπινα ένα ολόκληρο ποτάμι πίκρας. Είναι αδύνατο να τον παραθέσω εδώ, εκτός από ένα μικρό απόσπασμα:
«Και θα ήταν ασφαλώς πολύ καλύτερο για τον τόπο, για τη μοίρα του, για την ποιότητα των στερεοτύπων και των απαιτήσεών του από τους δημόσιους λειτουργούς, αν ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε υπάρξει, πολύ πιο νωρίς, και πρότυπο, επιλογή, αποδοχή της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που, ως εκλογικό σώμα επιρρεπές στη διαβουκόληση, στην αυθυποβολή, και την αυτ-απάτη, ποτέ δεν τον στήριξε, ποτέ δεν τον τίμησε μαζικά με την ψήφο της, αλλά την οποία αυτός εξέφρασε και εξύψωσε και προσπάθησε να εξευγενίσει, με περισσότερες από μια εκφράσεις, εκφάνσεις ή εκδηλώσεις του δημόσιου λόγου του και του δημόσιου βίου του…»
Γι’ αυτό και το μόνο που μπορούσα να πω ήταν: «Καληνύχτα Ελλάδα».
Άγγελος Πετρουλάκης

Σ. Δάνδολος: Όταν θα δεις τη θάλασσα



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Στέφανος Δάνδολος:
«Όταν θα δεις τη θάλασσα»
Εκδόσεις Ψυχογιός


-------------------------------------
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
-------------------------------------

Γνώρισα τον Στέφανο Δάνδολο μέσα  από το δεύτερο βιβλίο του, το «Ο περίγελος των Αγίων» (εκδόσεις Δελφίνι, 1997) κι έκτοτε παρακολουθώ τη συγγραφική του πορεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αναγνωρίζοντας σ’ αυτήν την τέχνη της αφήγησης, κάτι που θεωρώ απολύτως σημαντικό για το μυθιστόρημα.
Πριν τέσσερα χρόνια, στο τελευταίο του βιβλίο «Η χορεύτρια του διαβόλου» (εκδόσεις Ψυχογιός) διαπίστωσα πως ο Στέφανος Δάνδολος έδωσε ιδιαίτερα επιτυχημένος εξετάσεις και στην τέχνη της πλοκής, που επίσης αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο μυθιστόρημα.
Πλέον στο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Όταν θα δεις τη θάλασσα» (εκδόσεις Ψυχογιός) απόλαυσα πέρα από την αφηγηματική του δεινότητα και την τέχνη της πλοκής και πολλά ακόμα, ιδιαίτερα την ικανότητά του να κινείται άνετα σε δυο παράλληλους κόσμους, αλλά και να εικονογραφεί εποχές μακρινές, προσφέροντας στον αναγνώστη γνώσεις ιστορίας, κοινωνικής εξέλιξης και ερωτικής ψυχογραφίας.
Το «Όταν θα δεις τη θάλασσα» είναι ένας εκτενής καμβάς πάνω στον οποίο αποτυπώνονται δυο ‘‘Ελλάδες’’, εκείνη του Τρικούπη και η άλλη του Βενιζέλου. Στο μεσοδιάστημα των τριάντα περίπου χρόνων ξεδιπλώνονται κάποιοι έρωτες που πρέπει να ζήσουν μέσα σ’ ένα απαγορευμένο περιβάλλον, σε μια κοινωνία που ασφυκτιεί από τις δεσμεύσεις και τις προκαταλήψεις.
Περί έρωτος ο λόγος, λοιπόν. Αλλά, γύρω απ’ αυτόν τον άξονα, πολλά ακόμα, που άλλοτε λειτουργούν ως φόντο και άλλοτε ως κινητήριο αίτιο, με τον συγγραφέα να κεντά μια εντυπωσιακή πλοκή, που καθηλώνει τον αναγνώστη. Οι κοινωνικές διαστάσεις συναντούν τις ιστορικές και επιδρώντας, οι μεν στις δε, συνθέτουν το έδαφος μέσα στο οποίο θα φυτρώσουν τα γεγονότα που θα στιγματίζουν τις πορείες των ανθρώπων.
Οι ιστορικές διαστάσεις καλύπτουν έναν σημαντικό χρονικό ορίζοντα που η διαμόρφωσή του ωθεί την πορεία της χώρας, μέσα από συγκλονιστικές εξελίξεις, σε ακραίες καταστάσεις. Τα δυο πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή, ο Τρικούπης και ο Δηλιγιάννης με το παλάτι πίσω του, μοιράζονται τις ευθύνες για όλα όσα θα ζήσει ο τόπος: Τα μεγάλα έργα που θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη της χώρας, αλλά και τη χρεοκοπία με την αποθέωση της δημαγωγίας.
Ο ξένος παράγοντας με κυρίαρχη την επέμβαση του βρετανικού στοιχείου, που θέλει να διαφυλάξει τα ήδη χορηγηθέντα δάνεια, αλλά και να εξασφαλίσει νέα, επίσης δεσμευτικού χαρακτήρα, θα γίνει η στέρεα βάση που ως μύθος θα στηρίξει την επινόηση δυο βασικών χαρακτήρων: Το αταίριαστο ζευγάρι του Άγγλου διπλωμάτη και της νεαρότατης πανέμορφης Ελληνίδας συζύγου του. Ο γάμος τους, που ακολουθεί την πεπατημένη των ημερών, των συμφερόντων δηλαδή, είναι αποτυχημένος έτσι κι αλλιώς. Ένας γάμος που είναι επόμενο πως θα ραγίσει. Μέχρι να ραγίσει όμως, ο Στέφανος Δάνδολος θα δώσει ανάγλυφα τα ήθη της εποχής. Θα περιγράψει όλη την οδύνη που εισπράττουν οι απρόσφοροι έρωτες.
Αυτό συμβαίνει στο πρώτο επίπεδο.
Έρωτας απρόσφορος και παρασκήνια της πολιτικής, όπου αναπτύσσονται οι διεθνείς οικονομικές δολοπλοκίες. Σε μια Ελλάδα που δεν έχει μάθει ούτε να ανασαίνει, ούτε να περπατά. Που απειλείται από την αφροσύνη των ηγετών της και που ζει τον σκοταδισμό σ’ όλο του το μεγαλείο.
Ο Δάνδολος πατάει γερά στις ιστορικές αλήθειες, αποδεικνύοντας στους ειδικούς ότι έχει μελετήσει, έχει σπουδάσει το θέμα του. Το κυριότερο: Χωρίς να πλατειάζει στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων, δίνει την ουσία τους με αδρές γραμμές και σαν σε καλογραμμένο παραμύθι ξετυλίγει τα γεγονότα που συγκλόνισαν τον ρου της ιστορίας.
Το φεμινιστικό κίνημα που ξεκινά από την Αγγλία και τη μεταφύτευσή του στην Ελλάδα.
Τα δάνεια της Αγγλίας, με την πολιτική διαμάχη Τρικούπη – Δεληγιάννη.
Την Ελλάδα των μεγάλων έργων που οραματίστηκε και επιχείρησε να ολοκληρώσει ο Τρικούπης.
Την γοητευτική ιστορία των σιδηροδρόμων της Πελοποννήσου.
Αλλά και στο δεύτερο επίπεδο, αυτά που συμβαίνουν, είναι επίσης συγκλονιστικά. Ο φακός τού ερευνητή ή το στοιχείο του μύθου που θέλει την ιστορία να την παρακολουθούν τα μάτια μιας εθελόντριας νοσοκόμας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Μια νοσοκόμα, που αδιαφορώντας για τα ήθη της εποχής, ζει τον παράνομο έρωτα με τον έγγαμο εραστή της, ταπεινώνεται και ανασταίνεται. Με λίγες λέξεις ο Δάνδολος δίνει όλη την διάσταση της υπέρβασης: «Πριν από μερικά χρόνια ερωτεύτηκε έναν άντρα που δεν θα γινόταν ποτέ δικός της και για χάρη του πήγε σε τρεις πολέμους. Ξέρει τι σημαίνει να μαίνεται η θύελλα μέσα σου».
Τις δυο παράλληλες ιστορίες χωρίζουν τριάντα χρόνια.
Η μια αναπτύσσεται στην Αθήνα που επιχειρεί να γίνει ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Η άλλη στην ασχημάτιστη, παρθένα και γοητευτική Λυκοποριά, την οποία κατά καλή τύχη είχα επισκεφθεί πρόσφατα και είχα ζωντανή την εικόνα της όταν ταξίδευα στις μυθοπλασίες τού «Όταν θα δεις τη θάλασσα». Ναι, τη θάλασσα της Λυκοποριάς την έβλεπα κρατώντας στα χέρια μου το τελευταίο έργο του Στέφανου Δάνδολου.

Ο Δάνδολος, χωρίς να καταφεύγει σε ακραία ταχυδακτυλουργικά της λογοτεχνικής επινόησης, πλέκει με μαστοριά και έντιμη λεπτομέρεια την ιστορία που θ’ αποτελέσει το όχημα για να αναπτύξει το ψυχογράφημα των προσώπων γύρω από τα οποία θα στηθεί το μυθιστόρημά του.
Αποδεικνύει ότι είναι καλός μάστορας της αφήγησης και καλός μάστορας των ζωντανών διαλόγων. Το οικοδόμημα που στήνει είναι στέρεο. Είναι αισθητικά άρτιο. Έχει αρχή, μέση και τέλος, τόσο στο ένα επίπεδο που είναι ο ατελέσφορος έρωτας των εραστών της Αθήνας του 1886, όσο και στο άλλο, της Λυκοποριάς. Η οξύνοιά του συνδέει ομαλά τα δυο επίπεδα, κατορθώνοντας να λυτρώσει τόσο τους βασικούς ήρωες, όσο και τον αναγνώστη. Μια αόρατη γραμμή δένει τους δυο αυτούς έρωτες, δικαιώνοντας εν τέλει την ίδια τη ζωή.
Το εύρημα της παράλληλης γραφής που διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος τη μυθοπλασία, δικαιώνει την απόπειρα του συγγραφέα για την τελική σύνθεση και δρα ευεργετικά στην ανάπτυξη του μύθου.
Ο Στέφανος Δάνδολος δημιούργησε ένα μυθιστόρημα ικανό να κρατήσει τον αναγνώστη στις σελίδες του, αλλά και να τον επιμορφώσει με την καθαρή έννοια του όρου.

Ευχαριστώ για τα γυαλιά που τους έβαλες κ. Ομπάμα



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 18-11-2016)
---------


Ανάμεσα στα πολλά καταθλιπτικά των ημερών, τις δεσμεύσεις των λογαριασμών, την αύξηση της φτώχειας και της ανασφάλειας, ανάμεσα στα πολιτικά σκουπίδια και απόβλητα του «άλλα είπαμε, άλλα κάνουμε», έζησα και κάτι που μου χάρισε χαμογελαστές ώρες: Είδα τον πρόεδρο των Η.Π.Α. να περπατά στον βράχο της Ακροπόλεως και μετά τον άκουσα να μιλά για την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Δεν μου κακοφάνηκε που ο αμερικάνος πρόεδρος έκανε ένα γρήγορο, ωστόσο περιεκτικό, φροντιστήριο για την ελληνική αρχαιότητα σε πολλούς Έλληνες πολιτικούς (βουλευτές, δημάρχους κ. ά.) και αξιωματούχους του κρατικού μηχανισμού. Απεναντίας, το ευχαριστήθηκα. Μακάρι αυτά τα φροντιστήρια να γίνονται συχνότερα, μήπως και κάποιος όνος της δημόσιας ζωής θελήσει και επιστρέψει στα μαθητικά βιβλία και ξεστραβωθεί, και μάθει ποιον τόπο καταληστεύει.
Μόνο ευχαρίστηση πήρα και καλή διάθεση. Όχι τόσο γιατί απέδειξε πως γνώριζε, ότι δεν είχε ανάγκη χειρογράφου, πως η σκέψη του ήταν ρέουσα και σφαιρική, όσο γιατί έβαλε γυαλιά σε πολλούς ντόπιους πολιτικάντηδες, οι οποίοι θεωρούν περιττή ή και οδυνηρή τη διαδικασία μελέτης βασικών στοιχείων της ιστορίας μας. Μην τολμήσει κανείς από τους αναγνώστες να σκεφτεί ότι το παρατραβάω, γιατί τόσο εγώ, όσο και πολλοί συνάδελφοι δημοσιογράφοι, που ανακατεύθηκαν λίγο με πολιτικούς, πάσης φύσεως, μπορούν ν’ αναφέρουν άπειρα ονόματα τοιούτων που παραμονές εθνικών ή θρησκευτικών γιορτών ζητούσαν (και ζητούν) να γράψουμε ‘‘κάτι’’ για να το διαβάσουν και στη συνέχεια να δηλώσουν στην τηλεόραση κ.λ.π. το «βαρύγδουπο» μήνυμά τους.
«Γράψε εσύ που ξέρεις…» Μια φράση που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και που ένιωθα αηδία για τον εαυτό μου, που δεν είχα το κουράγιο να του πω: «Άντε ρε μασκαρά στις φιγούρες σου και τις διαπλοκές σου, που θέλεις να έχεις άποψη για τη ζωή μου». Δεν είχα το κουράγιο, δεν είχα τον τσαμπουκά. Ούτε και έχω κάποια δικαιολογία για την έλλειψη του τσαμπουκά. Και ντρέπομαι σήμερα – και χαίρομαι συνάμα - που έζησα αυτήν την ψυχική ανάταση με τον Μπαράκ Ομπάμα.

Χάρηκα λοιπόν. Για μένα είναι ιδιαίτερα σημαντικό που έστω συμβολικά αυτός ο κορυφαίος πολιτικός παράγοντας βρέθηκε στη χώρα μου και όχι στην όμορη Αλβανία ή την επίσης όμορη Βουλγαρία. Είναι δεκάδες οι χώρες που δεν έχει επισκεφθεί ο συγκεκριμένος πρόεδρος. Κάποιες απ’ αυτές μεγαλύτερες από τη χώρα μου. Ως συμβολική και μόνο η πράξη είναι σπουδαία. Αρκεί να τη νιώσουμε έτσι κι εμείς.
Η χώρα μας αργοπεθαίνει εδώ και χρόνια και ξέρουμε όλοι μας – άσχετα αν κάποιοι αποφεύγουν να τ’ ομολογήσουν – πως οι αιτίες γι’ αυτόν τον αργό θάνατο είναι πολλές και όλες έχουν σχέση με άφρονες πολιτικές που εφαρμόστηκαν από τους εκπροσώπους της λαϊκής βούλησης. Γνωρίζουμε επίσης πως έχουμε ηττηθεί και ως κοινωνία, αφού δεν κατορθώσαμε ν’ αναπτύξουμε μια καθημερινότητα που να στηρίζεται στην κριτική και την αυτογνωσία. Έτσι ζούμε την εξαθλίωση που ποτέ δεν είχαμε ονειρευτεί, γνωρίζοντας πως η μεγάλη ληστεία συνεχίζεται από εκείνους που ανεξάρτητα από τις πολιτικές προθέσεις εξακολουθούν να είναι πάνω από τους νόμους και να ροκανίζουν το δημόσιο χρήμα. Επτά χρόνια οικονομικής ταπείνωσης χωρίς ελπίδα ανάκαμψης, αφού μέρα τη μέρα η ανεπάρκεια των κυβερνώντων προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο χάος. Ο πρόεδρος Ομπάμα ξεκάθαρα το επισήμανε αυτό μιλώντας για την εφαρμογή των αρχών της Δημοκρατίας τόσο στην αρχαία Αθήνα, όσο και στα σύγχρονα κράτη. Βέβαια ο στενόμυαλος πολιτικός κόσμος τα μόνα που κράτησε από την επίσκεψη και τα λόγια του Ομπάμα ήταν αυτά, που έστω πλαγίως, αφορούσαν τη διεθνή οικονομική πολιτική σε σχέση με το κούρεμα του χρέους. Που σε απλά ελληνικά σημαίνει: ‘‘Κουρέψτε μας το χρέος για να μπορούμε να ξαναχρεωθούμε από την αρχή’’. Ακόμα και με τα γυαλιά που τους έβαλε ο πρόεδρος των Η.Π.Α. δεν μπόρεσαν να δουν την αλήθεια, δηλαδή την ανεπάρκειά τους και τούτο γιατί η αλήθεια πονάει. Πάντα…
Προστρέχω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ό,τι κυκλοφορεί στην ηλεκτρονική κοινωνία. Με θλίψη διαπιστώνω ότι εκείνο που κυριαρχεί είναι  το πώς ήταν η εμφάνιση των δυο ηγετών. Χωρισμένες στα δυο οι απόψεις, εξαντλούνται σε μια στείρα κουτσομπολίστικη ανάλυση για το τι φορούσαν και για το πώς κάθονταν. Ποια τα οφέλη από την επίσκεψη; Θα βοηθήσει στο να πεισθεί ο μπαμπούλας (Γερμανία) να μην είναι τόσο αυστηρός; Ή μήπως όλο αυτό ήταν ένα ευχάριστο θέαμα για τον ηγέτη που ακούει στο όνομα Ομπάμα και παράλληλα μια επιβράβευση της καταστροφικής πολιτικής του ανεκδιήγητου Έλληνα πρωθυπουργού;
Το τελευταίο βέβαια δεν κάνει να το ακούνε όσοι τρώνε ψωμάκι απ’ αυτήν την πολιτική, έχοντας αντικαταστήσει κάποιους που πριν απ’ αυτούς έτρωγαν το ίδιο ψωμάκι από άλλες πολιτικές. Τίμια τράμπα: Εμείς τους δικούς μας, εσείς τους δικούς σας. Ό,τι άλλο είπε ο Ομπάμα, δεν τους αφορά. Σιγά τώρα που θ’ ασχοληθούν με τις γελοιότητες που έλεγε ο Περικλής πριν 2.500 χρόνια…
Παρά ταύτα εγώ σ’ ευχαριστώ για τα γυαλιά που τους έβαλες κ. Ομπάμα.

Άγγελος Πετρουλάκης


Ο κ. Φίλης και οι κότες…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net της Παρασκευής, 11-11-2016)

Δεν ξέρω γιατί η λέξη «κότα» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ανθρώπους δειλούς, ανθρώπους που εμφανίζονται τολμηροί αλλά στη συνέχεια αποδεικνύονται άτολμοι, άνευροι και ολιγόψυχοι. Εγώ τις κότες τις αγαπώ για τ’ αυγά τους και τη νοστιμιά στη σούπα. Δεν εκτιμώ όμως τους ανθρώπους που αίφνης από μάγκες γίνονται κότες. Ο κ. Νίκος Φίλης είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα. Γιατί;

Στον επικήδειό του ξιφούλκησε πρώτα κατά του ΣΚΑΪ, ενός τηλεοπτικού σταθμού, που απλά έκαμε τη δουλειά του. Δημοσιογράφος ο ίδιος - για πολλά χρόνια και αμφισβητούμενων αληθειών - σε μια εφημερίδα που ελάχιστα κράτησε την αξιοπρέπειά της. Δεν είχε την γενναιοδωρία ν’ αναγνωρίσει πως πολλοί δημοσιογράφοι θα ήθελαν να είχαν την τύχη του Παπαχελά και πολλά κανάλια την τύχη του ΣΚΑΪ.
Κάθε συνέντευξη, είτε εμφανίζεται στον έντυπο τύπο, είτε στον ηλεκτρονικό, είναι κατά βάση προϊόν. Πουλάει δηλαδή, ή γίνεται μέσο πώλησης. Πώληση είναι και η τηλεθέαση, και η ακρόαση, και η αναγνωσιμότητα. Ποια ήταν η ευθύνη του μέσου; Θα ήταν παράλογο να έλεγε όχι σε μια συνέντευξη του αρχιεπισκόπου. Αν κάποιος έχει ευθύνη γι’ αυτήν είναι ο ίδιος αρχιεπίσκοπος που δέχτηκε να κάμει τη συνέντευξη και αβίαστα, με ελεύθερη βούληση, είπε ό,τι είπε.

Καταφέρθηκε κατά του Καμμένου. Εδώ το γέλιο είναι πιο πλούσιο. Δεν είχε πειράξει τον κ. Νίκο Φίλη η ανίερη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ τόσους μήνες, σε τόσες ψηφοφορίες, σε μοιράσματα υπουργείων, σε εναγκαλισμούς, τον πείραξε που είπε πως θα έριχνε την κυβέρνηση. Γιατί;
Είναι απλό: Αν δηλαδή ο Καμμένος έκανε πράξη την απειλή του – και άλλες φορές έχει απειλήσει – θα έχανε και ο ίδιος το υπουργιλίκι του και ο Καμμένος το δικό του και οι πέριξ αυτών βουλευτές το βουλευτιλίκι τους. Αυτό τον πονούσε και τίποτα άλλο. Όχι το καλό τού τόπου. Αν τον πονούσε ο τόπος θα είχε ξεσηκωθεί όταν ο Γιάνης έκανε πασαρέλα κι έλεγε στους δανειστές πως δεν τα θέλουμε τα λεφτά τους. Ή μήπως δεν ήξερε όταν έδιναν τον όρκο της ανίερης συμμαχίας πως ο σύμμαχός του δεν ήθελε ν’ ακούσει λέξη κατά του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Τι περίμενε; Να του πει ο Καμμένος «προχώρα»;
Αγανάκτησε με τον αρχιεπίσκοπο και τις πιέσεις που άσκησε στον πρωθυπουργό. Εδώ κι αν πρέπει να γελάσει κανείς. Ήταν τόσο αφελής ώστε να μην περιμένει σθεναρή αντίδραση από την επίσημη εκκλησία; Ευτυχώς που είχε απέναντί του τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπο και όχι κάποιον θερμότερο και δεν είδε το Σύνταγμα να γεμίζει με ένα εκατομμύριο αγανακτισμένους χριστιανούς. Η πόλη μας, που έχει ζήσει τα «θεολογικά», έχει κακή πείρα από θρησκευτικές διαμαρτυρίες.
Το όνομα του πρωθυπουργού που τον αποκεφάλισε, ίσως προσχηματικά γιατί πιστεύω πως ο κ. Τσίπρας συμφωνεί με την πολιτική που ήθελε να εφαρμόσει ο κ. Φίλης, ούτε που το ανέφερε. Τα συμφραζόμενα βεβαίως έδειχναν ποιον εννοούσε, αλλά το όνομα δεν ειπώθηκε. Οι λόγοι; Μα πάντα μια πατινή είναι σκόπιμη. Ναι μεν, αλλά. Κότα δηλαδή. Πάλι φίλοι να είμαστε.
Οι σκοπιμότητες πάνω απ’ όλα. Ο κ. Φίλης ήξερε τι έκανε. Τόλμησε εκεί που κανείς δεν είχε επιχειρήσει, αν και αρκετοί θα το ήθελαν. Βέβαια, είπε και ανοησίες. Για τον ρόλο της Εκκλησίας στην Κατοχή, στην Επταετία. Κάποιοι είχαν ενδώσει, άλλοι όχι. Άλλοι υπήρξαν πατριώτες, κάποιοι το αντίθετο. Άλλοι λύγισαν, άλλοι όχι. 

Κάθε εποχή με το αίμα της, την αγωνία της, τις ανθρώπινες αδυναμίες. Η ουσία δεν είναι εκεί. Είναι στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Εκπληρώνει την αποστολή της η εκκλησία; Μπορεί να προσφέρει; Για να κρίνεις όμως την εκκλησία δεν πρέπει πρώτα να έχεις κρίνει τη δική σου αποστολή, ως ιδεολογία, ως κυβέρνηση; Πραγματοποίησες όσα έταξες;
Πόνεσε ο κ. Φίλης. Καιρός δεν ήταν; Είχε πονέσει άλλους πιο μπροστά. Με την ανευλαβή στάση του απέναντι στην ίδια την ιστορία. Είχε προφανώς μπερδέψει τους ρόλους. Αυτός του αιρετικού δημοσιογράφου τού ταίριαζε περισσότερο. Του υπουργού, όμως; Ο αποκεφαλισμός του από τον κ. Τσίπρα απέδειξε πως όχι.
Παρά ταύτα φίλοι για πάντα. Γιατί και το απλό βουλευτιλίκι καλό είναι. Από το τίποτα. Άλλωστε κανείς δεν ξέρει σ’ έναν καινούργιο ανασχηματισμό ποια θα είναι τα πρόσωπα. Μπορεί η κότα να ξαναγίνει θεριό. Φίλης δηλαδή.

Το ατόπημα του κ. Φίλη δεν είναι ότι δεν δίστασε να βρεθεί απέναντι στο κατεστημένο. Είναι πως μετά την άδοξη κατάληξη έδειξε ευθύνες άλλων, πρώτα. Είναι χυδαιότητα να ρίχνεις ευθύνες στα Μ.Μ.Ε. και όχι στον εαυτό σου και στα συντρόφια σου. Θυμίζει τον απατημένο σύζυγο που ψάχνει ευθύνες του κερατώματός του στην οικονομική κρίση. Όχι πως η κρίση δεν επηρεάζει τις κλινομάχες, όπως έγραψε ο Παπαγιώργης… Αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα…
Άγγελος Πετρουλάκης

Με θλίψη…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή, 4-11-2016)
Η μαρτυρία του σύγχρονου συν-Έλληνα θα περιλαμβάνει κι έναν αρχιεπίσκοπο ν’ απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου που αφορούσαν τα ταπεινά κι επίγεια. Ένας υπουργός υπεύθυνος για την Παιδεία και όχι μόνο (σαφώς και για την προπαγάνδα) έσυρε τον κορυφαίο ιεράρχη στον χωμάτινο στίβο της δημοσιογραφικής επικαιρότητας και η συζήτηση αναλώθηκε στ’ αργιλώδη μονοπάτια της ανθρώπινης ωφελιμότητας, αφήνοντας έξω κάθε ανησυχία για την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην εποχή του.


Σαφώς και το θέμα δεν ήταν η ανάγκη του Θεού ως παρουσίας αλήθειας ανάμεσά μας ή ως Λόγου αιωνιότητας απέναντι στον θάνατο. Το θέμα ήταν ο κ. Φίλης. Όχι η έκπτωση των αξιών ενός μαθήματος, που ολοένα και περισσότερο ξυλεύεται και συχνά περιφέρεται ως άδειος μανδύας σε διδακτήρια, χωρίς ν’ απαλύνει τον βομβαρδισμό των συνειδήσεων των νέων απ’ όλα όσα η εποχή παράγει ως καθημερινότητα.
Άραγε πού βρίσκεται ο Λόγος του Θεού στην κοινωνία της πληροφορίας; Πώς η διδασκαλία Του μπορεί να κινητοποιήσει την ανησυχία τους σε βαθμό όμοιο με αυτόν που κινητοποιεί ένα νέο μοντέλο κινητού τηλεφώνου ή μιας εφαρμογής στον ηλεκτρονικό κόσμο; Ενθυμούμαι αίφνης τον παροτρυντικό λόγο του προκατόχου του προς τους νέους: «Ελάτε όπως είστε…» Δεν γνωρίζω αν είχε συνέχεια, αδυνατώ να έχω άποψη περί του αποτελέσματος. Ικανοποίησε, όμως, έστω και μερικώς την προσδοκία μου για την κατανόηση της εποχής μας από μέρους της ιεραρχίας της Εκκλησίας.
Τολμώ να διακινδυνεύσω την άποψη πως η περί των θρησκευτικών διδασκαλία μόνο από τους ίδιους τους μαθητές μπορεί να διαφυλαχθεί. Αν δεν συμβεί αυτό, ολοένα και θα φθίνει. Με ή χωρίς εγκυκλίους του υπουργείου θα συρρικνώνεται. Οι διδάσκοντες θεολόγοι θ’ αναπαράγουν τις λέξεις των βιβλίων χωρίς ν’ αγγίζουν τις καρδιές των μαθητών. Η πρόθεση θα μείνει πρόθεση και το άνυσμα από την πρόθεση στην πράξη ολοένα και θα μεγαλώνει. Αυτό το άνυσμα είναι και το μέγα αγώνισμα στο οποίο καλούνται να δοκιμαστούν οι νέοι για να προσεγγίσουν την πνευματικότητα του Ευαγγελικού Λόγου. Πώς όμως να διδάξεις στα παιδιά το μεταφυσικό κεντρί της υπάρξεως;
Το δράμα της υπάρξεως στον εξελισσόμενο κόσμο είναι ανυπέρβατο. Η επιστήμη και η σύγχρονη κοινωνική πολιτική προσπαθούν να το περιορίσουν, αλλά είναι και οι ίδιες που το γεννούν. Οι γενοκτονίες, οι προσφυγιές, οι τοπικοί πόλεμοι, οι καταπιέσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι συνέπειες της πολιτικής. Οι μαζικοί θάνατοι από εξελιγμένα όπλα είναι παράγωγα τεχνολογίας και επιστήμης. Ό,τι η κοινωνική πολιτική και η επιστήμη δίνουν με το ένα χέρι το παίρνουν πίσω με το άλλο, σε βαθμό πολλαπλάσιο.
Η Εκκλησία είναι γεγονός πως πολλές φορές έχει χάσει το τρένο μιας κοινωνίας, που πλέον τρέχει αλόγιστα, άλλοτε προς τον ευδαιμονισμό και άλλοτε προς την αντιπνευματικότητα. Η Εκκλησία παρά την ανεξάντλητη πνευματικότητά της εμφανίζεται να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις, ενώ θα έπρεπε να τις κατευθύνει.

Κάποτε (5-11-1957) ο Αυγουστίνος Καντιώτης, ως ιεροκήρυκας ακόμα, πριν εκλεγεί μητροπολίτης Φλωρίνης «πυροβολούσε» την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κήδευε δημοσία δαπάνη τον Νίκο Καζαντζάκη και παράλληλα «πυροβολούσε» και τον μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο, που επέτρεψε να μπει η σωρός του συγγραφέα στην εκκλησία και χοροστάτησε στη νεκρώσιμη ακολουθία. «Η Εκκλησία της Κρήτης έδωσε εξετάσεις σήμερα και μηδενίστηκε στη συνείδηση της Ορθοδοξίας», έγραφε στο περιοδικό «Σπίθα». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε αγνοήσει τις φωνές της Ιεράς Συνόδου και απέδωσε στον παγκόσμιο Έλληνα τις τιμές που του άξιζαν. Το ίδιο και ο Ευγένιος Κρήτης. Ο Νίκος Καζαντζάκης σήμερα ανήκει στην παγκόσμια λογοτεχνία. Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο.
Σήμερα, άνθρωποι με πολιτική δύναμη αποπειρώνται να πλήξουν το σώμα της Εκκλησίας. Αν το κατορθώσουν, αυτό θα οφείλεται όχι στις δικές τους απόπειρες, όσο στο ότι μέσα στο διάβα των αιώνων η Εκκλησία απεμπόλησε το δικαίωμά της να είναι σύγχρονη. Το τι σημαίνει «σύγχρονη Εκκλησία» είναι κάτι που οι ίδιοι οι ιεράρχες θα πρέπει να ορίσουν. Ισχύει εδώ ό,τι ισχύει και με τους δανειστές. Αν δεν υπήρχαν εκείνοι που εκλιπαρούσαν ή έστω ζητούσαν την οικονομική ενίσχυση, δεν θα υπήρχαν δανειστές.
Με λυπεί η υποθετική ιδέα ότι ο κ. Φίλης πιθανόν μελλοντικά ίσως θεωρηθεί ως μέγας μεταρρυθμιστής. Αν αυτό συμβεί η «ευθύνη» δεν θα είναι δική του. Θα είναι των ιεραρχών και μόνο, που δεν φρόντισαν να έχουν ήδη κάνει τη μεταρρύθμισή τους, έτσι ώστε η Εκκλησία να μην χρειάζεται να υπενθυμίζει τον ανεκτίμητο ρόλο της στην ελληνική κοινωνία.

.Αλλά δυστυχώς το αισχρό ιερατείο είναι πανταχού παρόν.
Άγγελος Πετρουλάκης