Google+ Followers

Το καλοκαίρι κι εμείς…


ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη








            Το καλοκαίρι και οι φυγές μας. Οι μαζικές φυγές προς τη θάλασσα, που την ανακαλύπτουμε ξανά μετά από μήνες. Οι μαζικές φυγές προς τις ακτές, που μας ανακαλύπτουν και πάλι. Σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ της ανάγκης να βρεθούμε κοντά στη φύση και της φύσης που απαιτεί την κατανόηση και το σεβασμό μας. Πώς να ισορροπήσουν σ’ ένα κοινωνικό δεδομένο που ορίζεται από τόσες αντιθέσεις και συχνά λειτουργεί με τις παραμέτρους της ψυχολογίας της μάζας;
Η θάλασσα, ο μεγάλος μαγνήτης. Ούτως ή άλλως, οι υψηλές θερμοκρασίες την κάνουν περισσότερο προσιτή απ’ όποια άλλη εποχή. Και βέβαια και η διάθεση του καθενός να την προσεγγίσει και ν’ ανακαλύψει σ’ αυτήν τους δρόμους των ταξιδευτών ή τις αναπολήσεις αυτών που έχουν και λόγο και αιτία να μένουν σιωπηλοί σ’ ένα ακροθαλάσσι.


«Ναι, την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν’ απλώνεται απ’ τ’ ακρωτήρι ως πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ’ ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ’ αγρίμια», γράφει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο διήγημά του ‘‘Η θάλασσα’’ (‘‘Λόγια της πλώρης’’).
Η θάλασσα και η σαγήνη της. Με τις απροσδιόριστες αποχρώσεις του μπλε, που ξεκινούν απ’ το απαλό λευκογάλαζο και φτάνουν ίσαμε το μαυρομέλανο, έχοντας στην παλέτα της κι όλους τους τόνους του γκρίζου, μαζί με όλη τη σιωπή του βυθού, αλλά και τα τραγούδια που γράφηκαν για χάρη της.
«Θάλασσα πλατειά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις,
θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις…»
της τραγουδά η Αλίκη, ενώ η Άλκηστις την προκαλεί ρωτώντας την:
 «Πες μου θάλασσα πόσα μυστικά σου από τον κόσμο κρύβεις
            και μες της σιωπής τα βαθιά, χρόνια τα κλείνεις;» 


         Η θάλασσα και ο έρωτας, το σμίξιμό της με τα βράχια, οι γλυπτικές διαμορφώσεις της πέτρας, τα βότσαλα τα κατάλευκα, τα κουβαδάκια των πιτσιρικιών στην άμμο, τα κοχύλια και τα όστρακα που γίνονται τα δικά της ανεκτίμητα κοσμήματα για να στολίζουν ηλιοκαμένα στέρνα…
Η θάλασσα και ο κόσμος της, οι λευκές γραμμές που αφήνουν τα καράβια της, τα πανιά που φουσκώνουν και οι καρίνες που σχίζουν με δύναμη τα νερά, οι επιστροφές στην παιδική ηλικία, κάποια αποκόμματα από εισιτήρια που θα φυλαχτούν ποιος ξέρει για πόσα χρόνια και κάποια αγγίγματα που ίσως να μην ξεχαστούν τους χειμώνες που θ’ ακολουθήσουν.
Η θάλασσα και τα όνειρα ενός ολόκληρου χειμώνα να περπατούν ξυπόλητα στην ακτογραμμή που σβήνει το κύμα και ν’ ακολουθούν το πέταγμα των γλάρων, οι σιωπές που ταξιδεύουν σε βραχοσπηλιές και κολυμπούν σε φεγγαρόστρατες και η μνήμη που θέλει ν’ αποταμιεύσει χρώματα και κυματισμούς, υποσχέσεις που ίσως δεν τηρηθούν, αλλά και τη δροσιά της αύρας, που μπορεί ν’ αναζωογονεί τις έγκοπες διαθέσεις όλων, όσοι μέσα στα τσιμεντένια κλουβιά μας κλείνουμε τα μάτια για να ταξιδέψουμε στο ατέλειωτο μπλε…  

Η επιστήμη και η τεχνολογία, μού επιτρέπουν να γράφω αυτό το σημείωμα από ένα ακροθάλασσι της Μεσσηνίας, από την Νέα Κορώνη, που δεν την άγγιξε ακόμα ο μαζικός τουρισμός. Εφτά – οκτώ παιδιά που ρίχνουν βουτιές από έναν ξεχασμένο μώλο, τρεις – τέσσερις γηραιές κυρίες, το σύνολο λιγότερο από είκοσι άτομα. Πουθενά τατουάζ, ούτε ένα τάμπλετ, ούτε ένα ηχείο που να μεταδίδει τα άσματα της εποχής. Μου λείπει ολίγος Χατζιδάκις και ολίγος Ξαρχάκος, αλλά μου αρκεί το απόλυτο και ασάλευτο μπλε, η προσδοκία ενός πιάτου με τα ελληνικότητα γεμιστά (χωρίς την ανάμνηση της κυρίας που τα επικαλέστηκε για να αποφανθεί ότι οι Έλληνες αντέχουμε την φτώχεια), όπως και η προσδοκία πως το βράδυ θα βγει μια φλούδα κατακόκκινου φεγγαριού στον ουρανό. Μου αρκεί μια ντομάτα με γεύση ντομάτας, για να θυμηθώ και τον Χρόνη Μίσσιο, έστω κι αν αυτή η θύμηση προκαλεί πληγές. Πώς να το κάνουμε, όμως; Δεν παύουμε να είμαστε και πολιτικά όντα…
Καλό καλοκαίρι και πάλι…
  

Τι ωραία τα έγραψες μεγάλε Καραγάτση!



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 22-7-2016)
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Τούτο το καλοκαίρι επιχείρησα μιαν επιστροφή στα αναγνώσματά μου. Μαζί με τις νέες εκδόσεις και κάποια άλλα βιβλία που περίμεναν, για καιρό, την σειρά τους, για να διαβαστούν, έριξα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και Καραγάτση, και Βενέζη. Τον πρώτο, μια σημείωση στο «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν», μου θυμίζει πως τον πρωτογνώρισα το καλοκαίρι του ’65, Ιούνιο μήνα. Τον δεύτερο το καλοκαίρι του ’70, τον Αύγουστο.

Τον Ιούνιο του 1965 δεν είχαν ξεσπάσει ακόμα τα Ιουλιανά. Λίγες μέρες μετά η χώρα έμπαινε σε μια ισχυρή πολιτική κρίση, που κατά πολλούς ιστορικούς μελετητές ήταν ο προθάλαμος της δικτατορίας του ’67. Η διαμάχη Κωνσταντίνου, Γαρουφαλιά, Παπανδρέου, αποστατών κ.ά., όμως, ουδόλως ενδιέφερε το απλό Έλληνα πολίτη που μοχθούσε για το μεροκάματό του. Ερήμην του παίχθηκε ένα πολιτικό ανοσιούργημα με κύριους υπεύθυνους όσους ζούσαν από την φορολογία των καθημερινών ανθρώπων και κυκλοφορούσαν με λιμουζίνες και σωματοφύλακες, όταν την ίδια στιγμή ο λαουτζίκος μοιραζόταν μια κατσαρόλα φακή.


Αλλά ας ξαναγυρίσω στον Καραγάτση…
Μισόν αιώνα μετά, τον Ιούλιο του 2016, επέστρεψα στον Λιάπκιν, την Φιλιππούπολη της πόλης μου, την Γεωργική Σχολή, τα Γκιόλια.
Επέστρεψα και στον «Γιούγκερμαν», αλλά και στην «Αιολική γη» του Βενέζη. Τα φύλλα των βιβλίων κιτρινισμένα, ωστόσο ανθεκτικά στον χρόνο. Όπως και ανθεκτική η διαπλοκή και διαφθορά που καταγράφει ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν. Πόσο επίκαιρα όλα αυτά για την κατήφεια των ημερών μας, για την θλίψη μιας εποχής που μπορεί και να τα έχει όλα χαμένα! Πόσο επίκαιρα για το 2000 - 2016 της έπαρσης, της οίησης, αλλά και της ήττας, της ανασφάλειας και της εξαθλίωσης.

Το «Γιούγκερμαν» πατά γερά στην εποχή του Μεσοπολέμου. Τότε που για τον απλό Έλληνα η Ελλάδα πάσχιζε να σταθεί στα πόδια της. Για τον απλό όμως. Τον άνθρωπο που μοχθούσε να βγάλει το ψωμί του, να στήσει ένα τσαρδί να μην τον δέρνει το ξεροβόρι και η βροχή. Γι’ αυτόν τον ίδιο Έλληνα που σήμερα αντιμετωπίζει την ανεργία, την φτώχια, την αβεβαιότητα. Αυτήν είναι η μια Ελλάδα, γιατί, μην γελιόμαστε, υπάρχουν πολλές Ελλάδες. Και μην ακούτε τους πολιτικούς που ομιλούν για εθνική αξιοπρέπεια και παρόμοιες καραμέλες. Αυτοί έχουν ξεχάσει την πατρίδα, δεν τους ενδιαφέρει η Ελλάδα του απλού πολίτη. Τους ενδιαφέρει η Ελλάδα της τσέπης τους, των τραπεζιτών.
Τους πολιτικούς τους ενδιαφέρει η Ελλάδα της κομπίνας. Δείτε την υπόθεση της SIEMENS, δείτε την υπόθεση με το καράβι των ναρκωτικών και του θανάτου. Μόνο συγγνώμην δεν ζήτησαν οι δικαστές από τους κατηγορουμένους.
Μα τι ντροπή! Ξανά πίσω στον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Τουλάχιστον για να διαβάζω παρελθόντα, όχι ενεστώτα που πονούν σαν φρέσκιες πληγές. Τα ίδια σκατά, όμως…
Επιστρέφω σ’ εμένα. Γιατί άραγε προσπαθώ να κατανοήσω το ακατανόητο της αθλιότητας;
Επιστρέφω στους γύρω μου. Αυτούς που τους δέρνει η ανημποριά να πληρώσουν τα φάρμακά τους, τις διακοπές τους, τους φόρους τους. Γιατί άραγε τόσοι και τόσοι κατόρθωσαν να μην πληρώσουν τους φόρους τους κι έχουν ατελείωτα χρήματα για να πληρώνουν νοσήλια στο εξωτερικό, για να συντηρούν ερωμένες και να έχουν γραμμένες στους όρχεις τους τις Τράπεζες που τους δάνεισαν κάποια όμορφα εκατομμύρια, το ΙΚΑ με τις απλήρωτες εισφορές τους ή προμηθευτές και συνεργάτες τους. Θα ήθελα να ήξερα αν ο μέγας και τρανός Μαρινόπουλος και οι κληρονόμοι του αντιμετωπίζουν ίδια προβλήματα με τους υπαλλήλους τους, τρώνε το ίδιο φαγητό και κοιμούνται σε παρόμοια σπίτια.
Ας μην δουλευόμαστε άλλο. Και στην πόλη μας ζήσαμε και ζούμε παρόμοια οικονομικά γεγονότα. Ο Καραγάτσης με τους Σκλαβογιάννηδες στον Γιούγκερμαν τα περιγράφει από τότε. Η Ελλάδα εκτρέφει ληστές, εκτρέφει αιματορουφήχτρες. Άνθρωποι που έχουν ημερήσια ατομικά έξοδα όσο οι μηνιαίες αποδοχές εκατό υπαλλήλων κουμαντάρουν τις καταστάσεις, λυμαίνονται τον εθνικό πλούτο και δημιουργούν την εθνική φτώχεια για τους υπόλοιπους. Κάποιοι στην πόλη μας, ενώ δήλωναν στους εργάτες τους πως δυσκολεύονται να τους πληρώσουν, άναβαν πούρα των 50 ευρώ και δώριζαν στην γκόμενα αυτοκίνητο των 25.000 ευρώ. Δεν έπαιρναν δανεικά για ν’ αγοράζουν τα φάρμακά τους. Δανείζονταν απρόσκοπτα από τις Τράπεζες για να επενδύσουν στην μεγάλη και τριφηλή ζωή. Ίσως και με το αζημίωτο κάποιων στελεχών των Τραπεζών. Η κομπίνα, της κομπίνας… ω κομπίνα.
Τι ωραία τα έγραψες στον Γιούγκερμαν μεγάλε Καραγάτση!
Καλό σας Σαββατοκύριακο…

Στο Οίτυλο της μακρινής, ωστόσο μοναδικής Μάνης...



Αποδράσεις

 Κάπου εκεί στις φωλιές των πειρατών του Αιγαίου

Του Άγγελου Πετρουλάκη
Οι τόποι συνοδεύονται από την ιστορία τους, όπως και οι άνθρωποι, άλλωστε, που τη χτίζουν μέρα τη μέρα. Κάποιοι τόποι, όμως, σέρνουν ιστορίες ιδιαίτερα βαριές, μνήμες ασήκωτες και θέλεις δε θέλεις σου μιλούν με μιαν αφηγηματική ιδιαίτερα συγκλονιστική.
Το Οίτυλο της Μάνης ανήκει σ’ αυτούς τους τόπους. Περιοχή ιδιαίτερα σημαδεμένη από τη φύση που της χάρισε μιαν ασυμβίβαστη θάλασσα, εκπληκτικού κάλλους βραχοσπηλιές, όπου κατέφευγαν οι πειρατές του Αιγαίου και ένα βουνό όπου η πέτρα του σχηματίζει ανάγλυφα έργα τέχνης τρομακτικής όψης. Θα έλεγε κανείς πως το Οίτυλο στη Μάνη ανήκει στους τόπους που προορίζονται να μένουν στις μνήμες των ανθρώπων ανεξίτηλα. 

Αναφερόμενοι στο Οίτυλο δηλώνουμε μια περιοχή που περιλαμβάνει το ορεινό Οίτυλο, το παράλιο και το διπλανό, επίσης παράλιο οικισμό Καραβοστάσι. Μια περιοχή αναπτυγμένη τουριστικά, που ωστόσο διατηρεί το χρώμα της Μάνης, είτε στις οικιστικές παρεμβάσεις, είτε στην παράδοση που εκφράζεται από τις γεύσεις των φαγητών και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Με έδρα το Οίτυλο, στο οποίο φτάνει κανείς μέσω Τρίπολης, Σπάρτης, Γυθείου και Αρεόπολης, μια διαδρομή που απαιτεί ταξίδι περίπου επτά ωρών, μπορεί ο επισκέπτης να γνωρίσει ολόκληρη τη Μάνη, αρχίζοντας από τα μοναδικά στον κόσμο Σπήλαια του Διρού και …μη τελειώνοντας, μια και η Μάνη, είτε αναφέρεται κανείς στην ορεινή, με τα κάστρα της Κελεφά και της Ζαρνάτας, αλλά και τα εντυπωσιακά πυργόσπιτα - καστρόπυργους, είτε στην παραλιακή, που ακολουθώντας κάποιος το δρόμο για τη μοναδική Βάθεια, το κάποτε παρθένο Πόρτο Κάγιο, τελευταίο σταθμό των αποδημητικών πουλιών σαν φεύγουν για την Αφρική, φτάνει στο Ταίναρο, το ακρωτήρι με την τόση ομορφιά και τους τόσους θρύλους.

Ιδιαίτερα άγριο τοπίο, με την πέτρα να κυριαρχεί και με τα εντυπωσιακά πυργόσπιτα, άλλοτε συγκεντρωμένα σε πολύπυργους, όπως στην Κοίτα, την Οχιά, τη Λάγια, τη Βάθεια, άλλοτε διάσπαρτα και απομονωμένα σε κορυφές λόφων να μοιάζουν με βιγλάτορες και άλλοτε καρφωμένοι σε πέτρινους βράχους δίπλα στη θάλασσα σε σχέση αντιπαλότητας με τα οργισμένα κύματα του χειμώνα ή ερωτικής στις ώρες της γαλήνης. Οι πύργοι της Μάνης, σύμβολο καθαρά κι εγωιστικά αρσενικής υπεροχής, θα τολμούσε να πει κανείς πως εκφράζουν πλήρως τον πατριαρχικό χαρακτήρα του Μανιάτη, χαρακτήρα ασυμβίβαστο, λιγομίλητο, αλλά ευθύτατο και εύθικτο συνάμα.
Η Μάνη δεν είναι μια περιοχή που απλά και μόνο προσφέρεται για περιήγηση, αλλά ένας τόπος που απαιτεί σεβασμό στην αντιμετώπιση της όποιας πέτρας και της όποιας φραγκοσυκιάς βρεθεί στο δρόμο σου. Είναι τόπος με συγκλονιστική αφηγηματική, που μιλά την πλέον σκληρή γλώσσα της σιωπής και μ’ αυτή σε ξεναγεί από τους βαθιά αρχαίους χρόνους μέχρι τους σημερινούς, καταδείχνοντάς σου μια Ελλάδα που μπορεί να υπάρξει έστω μόνο σε πέτρες και σε βραχοσπηλιές.


Στην χώρα της γελοιότητας και του μεγαλείου…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στις 15 - 7- 2016 στην έντυπη Larissa net)
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 Το ταξίδι για την Πελοπόννησο αποτελεί πλέον μια άνετη και απολαυστική οδηγική εμπειρία. Εκεί που κάποτε ήξερες μόνο πότε θα ξεκινούσες, πλέον σε λίγες ώρες βρίσκεσαι στον προορισμό σου, χωρίς τον ελάχιστο κίνδυνο αφού μια συνεχής νησίδα ασφαλείας σε χωρίζει από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Γέφυρες, σήραγγες, δυο ή τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα, άνετοι χώροι στάθμευσης με πεντακάθαρα αποχωρητήρια. Η Ελλάδα του 2016 δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα των προηγούμενων δεκαετιών. Και βέβαια αυτό αποτελεί μια κάποια απάντηση στο «τι έγινε τα περασμένα χρόνια;» Πολλά έγιναν. Είθε να γίνουν ακόμα περισσότερα…
Βέβαια θα μπορούσαν να γίνουν πολλαπλάσια. Το ξέρουμε. Κάποιες από τις κακοδαιμονίες μας αναπτύσσονται παράλληλα με τα δημόσια έργα. Ενίοτε έρχονται στο φως σκάνδαλα διαπλοκών. Πρόσφατα άλλωστε τα αρμόδια όργανα της Ευρώπης εξέφρασαν υπόνοιες για την ύπαρξη καρτέλ, που διογκώνουν το κόστος. Δεν είναι υπερβολές. Οι Ευρωπαίοι ξέρουν την αλήθεια, ξέρουν την πραγματικότητα. Όπως κι εμείς ξέρουμε από πού αντλούνται τα κονδύλια. Παντού υπάρχει η σφραγίδα της Ευρώπης, αυτής της… κακής Ευρώπης, που κατά τους λαλίστατους αριστεριστές μάς πίνει το αίμα. Μόνο που το αίμα το πίνουν χρόνια τώρα και οι επαγγελματίες συνδικαλιστές, που μοναδικό τους επάγγελμα είναι το πανώ και η διαμαρτυρία, αλλά και οι επαγγελματίες ληστές που σαν οικονομικοί παράγοντες του τόπου πλούτισαν σε βάρος όλων μας, σε βάρος της Ευρώπης, σε βάρος μιας Ελλάδας που της άξιζε καλύτερη τύχη και πιο ελπιδοφόρο μέλλον..
Έχουν γίνει, λοιπόν, πολλά. Ίσως τα πολλά, βέβαια, να είναι ελάχιστα σ’ αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν με χρηστή διοίκηση. Αν οι μεγαλοκαρχαρίες είχαν εκτοπιστεί από τότε που η χώρα ξέμπλεξε με τους πολέμους και το αίμα. Δεν έγινε όμως έτσι. Οι νόμοι δεν λειτούργησαν. Κάποια παραθυράκια έγιναν μπαλκονόπορτες απ’ τις οποίες μπαινόβγαιναν οι επιτήδειοι. Πολιτικά και οικονομικά παιγνίδια με ανταλλάγματα ασύλληπτα για μια χώρα που κατέφευγε στην μετανάστευση προκειμένου να ζήσει. Στα σαλόνια μιας απρόσβλητης από τον νόμο κοινωνίας εξανεμιζόταν ο σκονισμένος ιδρώτας του αγρότη ή το μεροκάματο του τρόμου του ναύτη. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα προχωρούσε. Παρά τους κηφήνες, παρά τους ληστές της. Παρά τους ανεκδιήγητους πολιτικούς.
Κάπου στο «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν» ο Μ. Καραγάτσης γράφει (τελική μορφή του 1955): «Έρχονται τουλάχιστον πέντε υπουργοί Γεωργίας το χρόνο(σ.σ.: στην Γεωργική Σχολή της Λάρισας)… Δεν έχουν ιδέα το παραμικρό. Κάποτε ένας τους μας ρώτησε αν ο καπνός είναι δέντρο, σαν τις ροδακινιές και τις αχλαδιές… Απομένουν κατάπληχτοι από θαυμασμό μπροστά στα πιο κοινά πράματα. Ιδίως το χοιροστάσιο τους κάνει την πιο μεγάλη εντύπωση, ίσως γιατί τους θυμίζει το πολιτικό τους περιβάλλον…»

Εξήντα χρόνια μετά πόσοι διαφωνούν με τον χαρακτηρισμό που έμμεσα καταθέτει ο Μ. Καραγάτσης για το πολιτικό περιβάλλον;
Οι σκέψεις αυτές γεννήθηκαν καθώς ένιωθα μιαν ευφορία διατρέχοντας το πέταλο του Μαλιακού και αίφνης από τις ειδήσεις του ραδιοφώνου «έβγαινε στον αέρα» η νέα εμπλοκή στην δίκη της SIEMENS. Αν είναι δυνατόν!!!
Δέκα χρόνια για μια υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο, δέκα χρόνια για μια υπόθεση που δικαιούται να ξέρει ο Έλληνας πολίτης. Στα δέκα αυτά χρόνια τίποτα δεν εμπόδισε τους κατηγορούμενους να ζουν κατά πώς εκείνοι επιθυμούσαν. Και τότε θυμήθηκα εκείνο το ανεπανάληπτο του Καραϊσκάκη για τα γεννητικά του όργανα. Κάπως έτσι φοβούμαι θα σκέφτονται και οι κατηγορούμενοι της υπόθεσης, ξέροντας πως έχουν απέναντί τους ένα άνευρο δημόσιο και μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης που βαλτώνουν στα αυτονόητα.
Δέκα εννιά μήνες διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ που ούρλιαζε για την SIEMENS, δυο χρόνια διακυβέρνησης Σαμαρά, δυο χρόνια διακυβέρνησης Παπανδρέου, υπηρεσιακές κυβερνήσεις Παπαδήμου – Πικραμένου, κυβέρνηση Καραμανλή…
Ένα τεράστιο «γιατί» έρχεται να προστεθεί στα τόσα άλλα «γιατί» που ροκανίζουν αυτήν την πατρίδα. Ο πολίτης εκλαμβάνει αυτά τα «γιατί» ως εμπαιγμό και οι όποιες αιτιάσεις φαντάζουν ωχρές και ψεύτικες στα μάτια του. Ο πολίτης που ζει καθημερινά το δικό του δράμα, απαιτεί όχι μόνο απαντήσεις, αλλά και αποτελεσματικότητα. Απαιτεί τα κλεμμένα πίσω, απαιτεί να πληρώσουν όλοι, απαιτεί την πλήρη εξυγίανση. Δεν γίνεται να πονούν συνεχώς οι ίδιοι και οι ίδιοι.
Ξαναγυρίζω στον φίλτατό μου Καραγάτση και στον Λιάπκιν του. Είναι ο αυτοεξόριστος Ρώσος στρατηγός Αρκάνωφ που αναρωτιέται και λέει: «Είναι της μοίρας του ρωσικού λαού να κυβερνιέται από τα βιολογικά κατακάθια του; ή το καλοκάθισμα στην κυβέρνηση διαφθείρει και τον πιο ηθικό Ρώσο;» Διστάζω να αναρωτηθώ τα όμοια αντικαθιστώντας τις λέξεις «ρωσικού λαού» και «Ρώσο» με τις «ελληνικού λαού» και «Έλληνα»…
Καλό Σαββατοκύριακο…

Η απλή των 17ρηδων



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη LARISSA net στις 8-7-2016

Μαζί με την 5ήμερη και η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους. Να μην ψηφίζεις μόνο στο Λύκειο αλλά και στις εθνικές εκλογές. Δεν έχει σημασία αν για κάποιους λόγους, σε κάποια άλλα, ο νομοθέτης απαιτεί τα 18, σημασία έχει ότι μια κυβέρνηση σου έδωσε το δικαίωμα της ψήφου. Ακριβώς όπως ο παππούς και η γιαγιά ένα νέο τάμπλετ ή το τελευταίο μοντέλο κινητού γιατί έβγαλες καλούς βαθμούς, αν και αυτό – το καλοί ή κακοί βαθμοί δηλαδή – θα καταργηθεί οσονούπω. Θα βρει ο Φίλης ένα σύστημα αξιολόγησης που δεν θα είναι αξιολόγηση - αφού η αριστεία είναι αμαρτία, όπως ακριβώς ο παράνομος έρωτας των λαϊκών ασμάτων – αλλά διαβατήριο στην ανώτατη εκπαίδευση, παρακάμπτοντας τις επίπονες βασικές εξετάσεις. Άλλωστε και στον εμφύλιο ο Δημοκρατικός Στρατός είχε στρατολογήσει και 17ρηδες και ακόμα μικρότερους, προκειμένου να συνεχίσει τις ανθρωποθυσίες που θα έφερναν την αριστερά στην εξουσία. Πού να ήξερε ο Ζαχαριάδης πως εβδομήντα χρόνια μετά, αναίμακτα, η αριστερά θα άπλωνε τα πλοκάμια της στην εξουσία μοιράζοντας απατηλά όνειρα και θα οδηγούσε την Ελλάδα σε λαμπρότερες μέρες, με τους Έλληνες επιτέλους να μοιράζονται τον πλούτο και τα δικαιώματα των λίγων…

Όμορφο να μοιράζεσαι τον πλούτο των λίγων. Θα ήταν πιο όμορφο αν η τσέπη σου φούσκωνε και κάπως περισσότερο ή έστω να μην άδειαζε τόσο πολύ. Να έβλεπες δηλαδή τον μισθό σου ν’ αυξανόταν, την σύνταξή σου να μεγάλωνε, τα έσοδά σου να αυγάταιναν, που λέει και ο λαός. Δεν τα βλέπεις όμως… Εκτός αν κάποιοι τα βλέπουν γιατί έχουν καλύτερη όραση, ή βολεύτηκαν. Άλλωστε είναι νωρίς ακόμα, τα μεγάλα αργούν, θέλουν τον χρόνο τους. Μόνο οι καταστροφές βιάζονται, αυτές που ζήσαμε και αυτές που ζούμε. Σε έξι μήνες ο Γιάννης (εμένα το Γιάννης μου αρέσει παραδοσιακά, το άλλο δεν το αναγνωρίζω), τίναξε μια ήδη ανάπηρη οικονομία στον αέρα. Το δίδυμο Τσακαλώτου – Αλεξιάδη χρειάστηκε λιγότερο από ένα χρόνο για να θεσμοθετήσει την χειρότερη φοροεπιδρομή της χώρας. Ενώ η ανάπτυξη;…
Θέλει τον χρόνο της η ανάπτυξη, όπως ουρλιάζει ο συνεχώς αγανακτισμένος βουλευτής των ΑΝΕΛ Θανάσης Παπαχριστόπουλος, αυτός που έχει προβλέψει την βροχή των δις που θα πνίξει την Ελλάδα το β΄ εξάμηνο του 2016. Και βέβαια θέλει τον χρόνο της η ανάπτυξη, αλλά πόσο χρόνο; Και με ποια πολιτική; Με τα συνθήματα της αριστεράς ή με τις κραυγές Παπαχριστόπουλου; Σ’ έναν μήνα έρχεται το β΄ εξάμηνο του 2016. Για να δούμε… Θα έρθει και η βροχή;;;
Για δουλειά και λιγότερους φόρους κανείς δεν λαλεί. Είναι έξω από την ιδεολογία, έξω από την ηθική της παναδαμάτειρας ιδεοληψίας που θέλει λίγους να δουλεύουν και πολλούς να αερολογούν, εφευρίσκοντας όρους όπως η αναπλαισίωση του Σεβαστάκη. Βέβαια, όλοι μας, προς το παρόν ζούμε την ανακοροϊδία, άσχετα αν ο όρος αυτός δεν υιοθετήθηκε από κανέναν κυβερνητικό, αλλά τον γέννησε η σκληρή πραγματικότητα που βρέχει κωλοτούμπες από τον Ιανουάριο του 2015 και δυστυχίες. Αλλά, έπρεπε να το ζήσουμε κι αυτό.
Έπρεπε να ζήσουμε την κατάπτωση, όχι απλά την πτώση. Η πτώση είχε διαγνωστεί το 2009, όμως τότε ένας πρωθυπουργός μέσα στην βλοσυρότητά του, άπλωνε προστατευτικά τις φτερούγες του σε κάθε σκάνδαλο, έπαιρνε ευχές από Εφραίμ και στήριζε Βουλγαράκηδες και Ρουσόπουλους. Άλλες φορές χαμογελούσε ευδαιμονικά. Ύστερα επικαλέστηκε την σιωπή. Που μπορεί να μην είναι πάντα χρυσός, αλλά ενοχή. Να είναι ένοχη σιωπή, η σιωπή των αμνών της διαπλοκής.
Μετά ήρθε άλλος πρωθυπουργός. Ολίγον χαζοχαρούμενος βεβαίωνε πως υπήρχαν λεφτά, πολλά λεφτά. Και βέβαια υπήρχαν λεφτά, αλλά στις λίστες των φοροφυγάδων και των φοροκλεφτών, όχι στα κρατικά ταμεία. Και η χώρα έπεφτε κι έπεφτε. Οι τότε υπεύθυνοι της πτώσης σήμερα κάνουν τους κατήγορους, εκδίδουν βιβλία, δίνουν συνεντεύξεις, αποποιούνται των ευθυνών τους. Οι φτωχές και τίμιες πόρνες.
Ύστερα ήρθε ο κ. Ζάππειος… Με προθέσεις σοβαρές ίσως, αλλά δειλές σίγουρα. Μέχρι να πάρει μπροστά, μέχρι να δει σε ποιο διάδρομο τρέχει ο αντίπαλος, του πήραν όχι μόνο τα παντελόνια, αλλά και τα βρακιά. Ζήτησε κι αυτός το αίμα του μισθωτού και του συνταξιούχου και το ρούφηξε. Απελπιστικά λίγος, το μόνο που πρόσφερε ήταν και η δική του πτώση. Τι έφταιξε; Ας το έψαχνε ανάμεσα στους συνεργάτες του. Ο λαός – άθλιος όρος πια – κουρασμένος και σε απόγνωση έφτυνε παντού. Κι έψαχνε την ελπίδα, μονολογώντας «όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν». Έφταιγε ο λαός; Ίσως. Όμως, τα «γουρούνια» έφταιγαν περισσότερο
Εκεί ήρθε η απάτη. Η αναπλαισίωση δηλαδή κατά τον Σεβαστάκη. Ή, κατά τον πρωθυπουργό, το Ευρωιερατείο που το προσκύνησε μεγαλόπρεπα, ψιθυρίζοντας «όχι» σε όλους τους τόνους της υποταγής.
Βρήκαν άδεια την πλατεία των αγανακτισμένων κι έστρωσαν χορό. Ο αυνανισμός έγινε εθνικό σπορ από τον επαναστάτη υπουργό των οικονομικών. Πριν ένα χρόνο τον ζήσαμε σ’ όλο το μεγαλείο του. Ύστερα ήρθαν όλοι οι υπόλοιποι. Τα γεμιστά έγιναν εθνικό προϊόν, οι λαθρομετανάστες το εθνικό μας σολάριουμ. Η Ειδομένη, που άδειασε μόνη της, η εθνική μας ξεφτίλα. Ο Φίλης ο εθνικός μας αναδημιουργός της ιστορίας. Και τώρα ο αναδημοκρατισμός ν’ απαιτεί ψήφο στα 17. Κανένα πρόβλημα. Λες και φορολογήθηκε ποτέ κανένας 17άρης; Λες κι έβγαλε μεροκάματο; Λες κι έκανε οικογένεια για να δει τι σημαίνει να μεγαλώνεις παιδιά και να είσαι άνεργος; Ο μπαμπάς του τα πικροδοκιμάζει όλα αυτά. Ο μπαμπάς του τρέμει το εκκαθαριστικό του ΕΝΦΙΑ ή το ενδεχόμενο να μπει στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα η επιχείρηση στην οποία εργάζεται…
Ζήσε τώρα την επανάσταση των 17ρηδων…
Άγγελος Πετρουλάκης



Οι αναμορφωτές της χώρας



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη LARISSA net την 1-7-2016


Φωτιά στα Δερβενοχώρια και αίφνης αναγκαστική προσγείωση ενός ‘‘καναντέρ’’. Απ’ το φλεγόμενο αεροπλάνο που τσαλακώθηκε στην κυριολεξία, οι δυο χειριστές βγαίνουν (ευτυχώς!) τραυματισμένοι. Η είδηση τρέχει στα κανάλια με την απαραίτητη διευκρίνιση: ήταν ηλικίας σαράντα ετών.
Σαράντα ετών πυροσβεστικό αεροπλάνο;
Πόσο γελοίο πρέπει να είναι αυτό το κράτος που μας καλεί να το σεβαστούμε;
Πόσο γελοίοι και ανίκανοι μπορεί να είναι οι πολιτικοί που διαχειρίζονται τις τύχες μας;
Στα σαράντα αυτά χρόνια κάποιες χιλιάδες βουλευτικά αυτοκίνητα άλλαξαν.
Στα σαράντα αυτά χρόνια εκατοντάδες υπουργικές λιμουζίνες φιλοξένησαν τις εξοχότητες του αίσχους. Κάποιες απ’ αυτές ήταν ιδιαίτερα αυτοκίνητα, με θωράκιση και άλλα… προνόμια.
Στα σαράντα αυτά χρόνια κάποιες δεκάδες πρωθυπουργικά αυτοκίνητα βόλταραν με ιδιαίτερη κομψότητα για τους εθνικούς σωτήρες που μετέφεραν.
Και αν δεν κάνω λάθος στα σαράντα αυτά χρόνια διατέθηκαν τουλάχιστον τρία πρωθυπουργικά αεροπλάνα
Βρε δεν πάτε στον αγύριστο.
Καταντήσατε την χώρα σκουπιδαριό και νεκροταφείο. Κοπρίτες που μιλάτε για Ευρώπη και για αξίες πολιτισμού και δημοκρατίας.
Τα ρεπορτάζ έλεγαν ότι υπάρχουν και άλλα τέτοια αρχαία αεροσκάφη που κάθε καλοκαίρι ρίχνονται στις φωτιές. Αεροσκάφη σαράντα ετών. Κινητά φέρετρα, δηλαδή, που τα χειρίζονται με αυταπάρνηση ψύχραιμοι πιλότοι.
Αλλά τα ρεπορτάζ ήταν σύντομα, μια πτώση με τραυματισμό δεν έχει ψωμί για τα Μ.Μ.Ε. Αν είχαν σκοτωθεί οι χειριστές, αν υπήρχε αίμα δηλαδή, θα ήταν αλλιώς. Όλοι τότε θα ούρλιαζαν, στα πρωινάδικα, στα μεσημεριανάδικα, στα βραδινάδικα. Και οι καλεσμένοι τους…
Έτσι γρήγορα η πτώση σταμάτησε ν’ απασχολεί. Το ψωμί για όλους ήταν στον νέο εκλογικό νόμο. Τι αν εκατομμύρια πολίτες νιώθουν την θηλιά της φορολογίας να σφίγγει γύρω από τον λαιμό τους; Τα κουκιά μάς καίνε. Να εξασφαλίσουν μια θέση ανάμεσα στους 300. Οι ελεεινοί…
Λένε πως η οικονομική περιπέτεια που προκάλεσε η αμετροέπεια Βαρουφάκη στοίχισε κάπου εκατό δις στην χώρα. Συντηρητικότεροι υπολογισμοί μιλούν για το λιγότερο είκοσι πέντε. Σε πόσα ‘‘καναντέρ’’ μεταφράζονται τα ποσά αυτά; Αλλά βέβαια κανένας Βαρουφάκης, κανένας Τσίπρας, κανένας Τσακαλώτος δεν ανεβαίνει σε ‘‘καναντέρ’’ για να σβήσει φωτιές. Άλλων μανάδες, σύζυγοι, παιδιά περιμένουν με σφιγμένη καρδιά ν’ ακούσουν ‘‘είμαι καλά’’…
Σαράντα χρόνια είναι πολλά για την οποιαδήποτε δικαιολογία. Πέρασαν τόσοι και τόσοι υπουργοί, γενικοί γραμματείς και άλλοι γραβατωμένοι με ύφος περισπούδαστο από τις αρμόδιες θεσούλες. Όλοι τους πήραν τον μισθό τους, τις αποζημιώσεις τους. Άφησαν πίσω τους μια τραγική ανεπάρκεια, μια ντροπή, τα κουρασμένα πυροσβεστικά αεροπλάνα και βαρύγδουπες δηλώσεις για την αυτοθυσία των άλλων. Η δική τους αυτοθυσία ήταν λερωμένο κωλόχαρτο που κατάπιε η λεκάνη της τουαλέτας. Το ίδιο θα γίνει και με την δήθεν ευθυκρισία αυτού του τάδε Τόσκα, που επισημαίνει τα ανεκδιήγητα.
Πονούν οι αλήθειες. Αν θα έχουμε θύματα – στην συνέχεια του καλοκαιριού - όλοι θα δακρύζουν μπροστά στον φακό, φροντίζοντας να έχουν το καλό προφίλ γυρισμένο. Οι νεκροί όμως δεν θα είναι εκεί για να τους χαστουκίσουν. Ούτε οι οικείοι τους. Είθε να μην υπάρχουν νεκροί, είθε να μείνουν μόνο τα καρβουνιασμένα δάση, όπως αυτό στα Δερβενοχώρια…
Στα Δερβενοχώρια έδωσαν κάθε ικμάδα της δύναμής τους οι πυροσβέστες και οι χειριστές των πυροσβεστικών. Αυτοί που έχουν κατηγορηθεί ως ταβλαδόροι. Πρόσωπα γεμάτα αγωνία, μέλη βαριά, διαλυμένα από την κούραση, εξαντλημένα από την υπερπροσπάθεια. Με πόσα ν’ αμειφθούν αυτοί οι άνθρωποι. Πληρώνεται η προσφορά τους;
Δεν είναι, λοιπόν, μόνο η διάλυση των νοσοκομείων. Δεν είναι το μπάχαλο στα οικονομικά, μόνο. Δεν είναι μόνο η επίδειξη δύναμης των αναρχικών στην Αθήνα, που όποτε θελήσουν, ακόμα και για την πλάκα τους, καίνε αυτοκίνητα, σπάζουν βιτρίνες ή έχουν μετατρέψει το Πολυτεχνείο σε καταυλισμό. Είναι πολλά. Το κράτος σέρνεται με μηχανές σκουριασμένες και χωρίς πυξίδα. Η δολιότητα κυριαρχεί στις προθέσεις. Καίει η ψήφος στα 17, όχι όλα τα άλλα. Γιατί όχι και στα 16; Τα παιδιά ωριμάζουν πιο γρήγορα σήμερα, λένε. Αφού το λένε αυτοί που μας κυβερνούν έτσι θα είναι. Άλλωστε σε ό,τι είπαν αποδείχθηκαν… σωστοί. Καμαρώστε τους, είναι οι αναμορφωτές της χώρας. Κάτι παραπάνω ξέρουν από μας…

Άγγελος Πετρουλάκης





Εθνική τραγωδία διαρκείας…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
-------------------------------------------------------
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη
LARISSA net στις 24-6-2016


Η εβδομάδα που θα έρθει, είναι, καταπώς λένε, η εβδομάδα εφαρμογής των νέων φορολογικών μέτρων. Νέο τοπίο για την οικονομία της καθημερινότητας, εφιαλτικό για πολλούς, ιδιαίτερα ανθισμένο για κάποιους άλλους. Αυτοί οι κάποιοι άλλοι είναι οι φιλικά διακείμενοι της κυβέρνησης.
Ανάμεσα στους πρώτους και τους δεύτερους, ο πολίτης. Αυτός θα διαπιστώσει ποιοι έχουν δίκαιο και ποια είναι η αλήθεια. Αρκεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά και να μην συνεχίσει να κάνει ότι έμαθε να κάνει καλά από το 1824: Να κοιμάται, να εφησυχάζει, ν’ αφορίζει, να ζει στην ελαφρότητα.
Το 1824 ο Γεώργιος Κουντουριώτης παίρνει από τους Άγγλους το πρώτο δάνειο ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών. Στην Ελλάδα φτάνουν µόνο 308.000 λίρες και εφόδια αξίας 11.900 λιρών. Ένα χρόνο μετά παίρνει δεύτερο δάνειο ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών, από το οποίο εισπράχθηκαν µόνο 1.100.000. Κρατήθηκαν για προηγούμενα δάνεια 529.000 λίρες και τα υπόλοιπα για τόκους, μεσιτικά και έξοδα! Εν τω μεταξύ οι Έλληνες αγωνιστές έχουν αφήσει κατά μέρος τον αγώνα κατά των Τούρκων και πολεμούν μεταξύ τους. Έτσι, ώστε, όταν ο Ιμπραήμ πασάς φτάνει στα παράλια της Πελοποννήσου για να καταπνίξει την επανάσταση, δεν συναντά αξιόμαχα τμήματα για να τον αντιμετωπίσουν. Και σπέρνει τον όλεθρο βυθίζοντας τον αγώνα σ’ ένα απελπιστικό τέλος.
Ο απλός ανώνυμος Έλληνας αγωνιστής, που έχει αφήσει το χωριό του και ακολουθεί κάποιον οπλαρχηγό, σαφώς δεν γνωρίζει ούτε τι υπέγραψε ο Κουντουριώτης, ούτε πως λεγότα ο τραπεζίτης, ούτε ποιοι ήταν οι μεσάζοντες, ούτε ποιοι ήταν οι όροι. Ίσως να μην ήξερε αν τα κόκαλά του θα τα φιλοξενούσε η πατρώα γη ή αν θα τα έτρωγαν τ’ αγρίμια του βουνού. Και για χάρη ενός θολού οράματος – πόσοι ήξεραν αν πολεμούν τον Τούρκο ή τον κοτσάμπαση, ή τον αντίπαλο Έλληνα; – άφηνε τα κοκαλάκια του στην τιμημένη γη (το ‘‘τιμημένη’’ δεν είναι ειρωνικό).
Κάπως έτσι εξελισσόταν η ιστορία. Τι να γνώριζαν άραγε οι απλοί στρατιώτες που ακολούθησαν την προσπάθεια απελευθέρωσης του 1897; Σήμερα ξέρουμε ότι το «Μαύρο ’97» ήταν μια τραγική φάρσα. Τότε να ήξεραν οι απλοί οπλίτες που έχασαν την ζωή τους πως η πατρίδα ήταν ξεβράκωτη και ότι η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία απλά εγκληματούσαν;
Το «Μαύρο ’97» είχε την συνέχειά του στο «Μαύρο ’22». Τι ήξεραν οι στρατιώτες που συγκρότησαν τις στρατιές της εκστρατείας της Μικράς Ασίας; Τι ήξερε από Σαγγάριο ο στρατιώτης από τα Γρεβενά; Ποιος γνώριζε τι παιζόταν στα ευρωπαϊκά σαλόνια; Και πόσο απαλύνθηκε από την δίκη και την εκτέλεση των Έξι ο πόνος της μάνας που έχασε το παιδί της;
Να λοιπόν που η εθνική τραγωδία εξελίσσεται ερήμην μας.
Λένε: Τα έφαγαν τα λεφτά στις μίζες. Εσύ, από το ταπεινό σου περίπτερο, που πουλούσες τσιγάρα και τσίχλες, πώς μπορούσες να εμποδίσεις τις μίζες;
Λένε: Τα έφαγαν τα λεφτά σε σικέ διαγωνισμούς για τα δημόσια έργα. Αυτός απ’ το μανάβικο που μάλωνε με την πελάτισσα αν ήταν φρέσκα τα κολοκυθάκια, πώς μπορούσε να σταματήσει αυτούς τους διαγωνισμούς και να μπει εμπόδιο στα καρτέλ;
Λένε: Χάθηκαν τα λεφτά από τα ταμεία εξ αιτίας της κακοδιαχείρισης. Εγώ, από το μαντρί που φρόντιζα διακόσια πρόβατα, πώς μπορούσα να υποδείξω ποια ήταν η χρηστή διαχείριση;
Σήμερα, αδιάκριτα αν μπορούσαμε να σταματήσουμε το κακό (και πόσοι μπορούσαμε;), πρέπει να πληρώσουμε όλοι. Και εκείνοι που έκαναν ένα σπίτι να βάλουν το κεφάλι τους κάτω από κεραμίδι και εκείνοι που έκαναν το σκατό τους παξιμάδι για να προικίσουν (κατά την ελληνικότατη συνήθεια) την κόρη τους. Όλοι, κλέφτες και θύματα ίδια πληρωμή. Με τον υπουργό Πουλάκη να μιλά για παραδικαστικά κυκλώματα.
Και καλά ρε νεαρέ, από τον Γενάρη του 2015 που έγινες κυβέρνηση, τι έκανες γι’ αυτά; Τα ερεύνησες; Τα ξήλωσες; Τα έστειλες στον Καιάδα; Έρχεσαι σήμερα, Ιούνιο του 2016, δεκαοχτώ μήνες μετά, να πουλήσεις πνεύμα; Κι αν τα ανακάλυψες γιατί δεν αναφέρεις ονόματα, να μάθουμε και οι υπόλοιποι αιμοδότες της δημοκρατίας ποιοι είναι οι διαπλεκόμενοι και πώς τα ’κονομάν;
Προσωπικά πιστεύω πως το όλο σύστημα στους Δικαιοσύνης, μάλλον σκουριασμένο είναι, αφού οι υποθέσεις χρονίζουν, αλλά κανείς δεν με πληροφόρησε μέχρι σήμερα (πλην μια – δυο περιπτώσεων στο παρελθόν) ότι οι δικαστές είναι αμαρτωλοί. Κάνε το τώρα μαγκίτη υπουργέ από τα Σφακιά… Έχεις τα κότσια να βγάλεις στο φως τις αποδείξεις; Ή μαγκιά πουλάς για να ικανοποιήσεις το αριστερό φρόνημα; Τι σ’ εμποδίζει; Κοτζάμ μνημόνιο ψήφισε η κυβέρνησή σου υποδουλώνοντας έναν λαό για πολλά – πολλά χρόνια. Δεν θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στην Δικαιοσύνη;
Διαισθάνομαι πως πολλές παρόμοιες φωτοβολίδες θα πέσουν προκειμένου ν’ αποσπαστεί η προσοχή στους κοινωνίας από τα προβλήματα της φοροκαταιγίδας. Όπως επίσης και πολλά πυροτεχνήματα προκειμένου να μην φανεί η ανικανότητα όσων ως σωτήρες αντικατέστησαν στους ανίκανους.
Ανάμεσα στους πρώην και στους νυν όλοι εμείς, που ζούμε την εξαθλίωση του συστήματος υγείας, την απειλή των κατασχέσεων (νοσταλγώντας εκείνο το ‘‘κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη’’), την συρρίκνωση των συντάξεων και άλλα πολλά θλιβερά.
Άγγελος Πετρουλάκης