Google+ Followers

Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα



Ο Κώστας Θερμογιάννης για το «Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα»
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
23.06.2016
ΤοΒιβλίο.net

Τον Άγγελο Πετρουλάκη τον γνώρισα ως άνθρωπο σε μια παρουσίαση βιβλίου που είχαμε οι δυο μας αναλάβει πριν μερικά χρόνια. Εντυπωσιάστηκα με το μεστό κι εμπεριστατωμένο λόγο του. Ύστερα γνώρισα την ψυχή του μέσα από την εξαιρετική του ποίηση που αγγίζει κάθε ευαίσθητη καρδιά που ξέρει να εκτιμάει το καλό. Με τον πεζό του λόγο δεν είχα έρθει σε επαφή μέχρι που έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του ‘μου ’πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα’ από τις εκδόσεις Πατάκη. Μέσα στις σελίδες του γνώρισα πια και την καρδιά του!


Το βιβλίο αυτό είναι από τα διαμάντια εκείνα που βρίσκονται κρυμμένα στα ράφια των βιβλιοπωλείων και που μονάχα ο σωστός βιβλιοπώλης θα το προτείνει, όχι κατ’ ανάγκη το σύγχρονο μάρκετινγκ. Δε μου αρέσει να είμαι απόλυτος, αλλά στην περίπτωση αυτού του μυθιστορήματος δε γίνεται αλλιώς, μόνο ως ένα εξαίσιο βιβλίο θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει!
Ο συγγραφέας μας διηγείται την ιστορία ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος εκ της κατασκευής του(!) έχει μάθει να δέχεται από τον περίγυρό του παθητικά εντολές και να τις εκτελεί. Στις αρχές τις δεκαετίας του ’70 ο πατέρας του αποφασίζει να τον στείλει στη σχολή της Χωροφυλακής κι ο ήρωας πειθήνια ακολουθεί τη μοίρα του, μέσα σε εποχές δύσκολες, με τη χούντα να αλωνίζει και να μοιράζει την εξουσία σε όλους εκείνους που διψούσαν γι’ αυτή. Ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους στο Σώμα όχι γιατί το επιδιώκει αλλά γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επιτρέπει να αφομοιωθεί στο έκτρωμα που τον έχει περικυκλώσει και που είναι αναγκασμένος να υποφέρει.

Ο Άγγελος Πετρουλάκης έχει καταφέρει να αναπαραστήσει με εξαιρετική μαεστρία την εποχή της χούντας και των χρόνων που ο πρωταγωνιστής υπηρέτησε, έχει ζωντανέψει την ιστορία σε όλο της το (αηδιαστικό) μεγαλείο και κάπου εκεί αρχίζει, νεαρό παιδί, η συναναστροφή του με τις γυναίκες που έπαιξαν μεγάλο και καθοριστικό ρόλο στη ζωή του. Γυναίκες που έπλασαν το χαρακτήρα του, το είναι του ολόκληρο, μέσα από μια αφήγηση που γυρίζει έντεχνα το χρόνο μπρος πίσω και δίνει στον αναγνώστη μια κινηματογραφική γεύση εξαιρετικής σκηνοθεσίας!

«[…]Ρυάκι κατακόκκινο στη λευκή σάρκα, να κατηφορίζει αργά…

‘Αν δεν το πάρεις με τα χείλη σου, θα φτάσει στο πάτωμα και θα λερώσει το χαλί…’

Έσκυψα και πρόλαβα το μικρό ρυάκι στο ύψος της κοιλιάς της. Τινάχτηκε δυο φορές και κόλλησε την ήβη της στο στόμα μου, ενώ εξακολουθούσε να ρίχνει το κρασί του ποτηριού της πάνω στα στήθη της. Ρούφηξα άπληστα κρασί και σάρκα, τα χίλια ψιθυριστά ναι, κλείνοντας τα μάτια σε μέρες περισσότερο γκρίζες και από το γκρίζο του Δεκέμβρη.

Εκείνη κάτω από το φως των κεριών μού ’μαθε να πίνω κρασί από το πιο γλυκό ποτήρι του κόσμου…»

Ένα κείμενο απόλυτα ισορροπημένο που δεν ξεφεύγει πουθενά, δεν πλατιάζει πουθενά, δεν αφήνει τον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του! Ο λόγος του συγγραφέα συναντά αυτό που η λογοτεχνία είναι πραγματικά. Όλα τα στοιχεία μιας εξαίσιας γραφής είναι αρμονικά δεμένα με μια καλοφτιαγμένη ιστορία, η οποία μάλλον έχει μέσα της πάρα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του Άγγελου Πετρουλάκη.
Το βιβλίο ‘μου ’πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα’ είναι ένα εξαίσιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που καλό θα είναι να αποτελεί μέρος κάθε αξιοπρεπούς βιβλιοθήκης! Ο Άγγελος Πετρουλάκης είναι, εκτός από πολύ καλός ποιητής, κι ένας αξιόλογος συγγραφέας.

Κώστας Θερμογιάννης

Τι κοινό έχουν ο Χάρι Πότερ και ο Κόρμοραν Στράικ;

ΒΙΒΛΙΟ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


Αστυνομική λογοτεχνία

 Ρόμπερτ Γκαλμπρέιθ: «Η σοδειά του κακού»
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
 


Πού συναντιόνται άραγε ο Χάρι Πότερ και ο Κόρμοραν Στράικ; Ερώτηση για δυνατούς λύτες; Όχι. Για φίλους του βιβλίου, ναι.
Η απάντηση ίσως εκπλήξει. Στο εργαστήρι του συγγραφέα. Γιατί απλούστατα η Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ (1965 - ), που είναι η διάσημη συγγραφέας των περιπετειών του Χάρι Πότερ, είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ρόμπερτ Γκαλμπρέιθ, τον συγγραφέα τριών εκπληκτικών αστυνομικών μυθιστορημάτων: «Το κάλεσμα του κούκου», «Ο μεταξοσκώληκας» και «Η σοδειά του κακού».
Μπορεί ο Χάρι Πότερ, που στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ν’ αποτέλεσε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο έχοντας πουλήσει περισσότερα από 450 εκατομμύρια αντίτυπα, όμως και ο ιδιωτικός αστυνομικός Κόρμοραν Στράικ αξίζει να λατρευτεί το ίδιο. Άλλωστε η Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ ως δημιουργός του Χάρι Πότερ δεν θα διακινδύνευε να δημιουργήσει για την καριέρα της ως μυθιστοριογράφου αστυνομικής λογοτεχνίας έναν υποδεέστερο ήρωα. Ναι, ο Κόρμοραν Στράικ έχει απ’ όλα: Ευφυΐα, διαίσθηση, υπομονή, ιδιαίτερα κριτική κοινωνική ματιά, γενναιοδωρία, πείσμα. για δικαιοσύνη και αλήθεια, εργασιομανία, σεμνότητα, προσήλωση στην ηθική που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους οι οποιοι έμαθαν ν’ αντιμετωπίζουν τον θάνατο μέσα από την καθημερινότητα του πολέμου.
Είναι ένας άντρας με δύσκολη παιδική ηλικία (ως νόθος γιος διάσημου πατέρα που, όμως, αρνείται πεισματικά να εκμεταλλευθεί τα προνόμια που χαρίζει αυτό το διάσημο όνομα), ματαιωμένα όνειρα, καλός παίκτης του έρωτα, εχθρός της αδικίας και πάνω απ’ όλα βετεράνος στρατιώτης. Ένας ανάπηρος του πολέμου του Αφγανιστάν, από τον οποίο επέστρεψε με ένα πόδι λιγότερο, αλλά που κοιτάζει όμως κατάματα την ζωή.
Πρωταγωνιστής και στο τελευταίο μυθιστόρημα «Η σοδειά του κακού». Δίπλα του η γοητευτική Ρόμπιν Έλακοτ, η βοηθός του, αρραβωνιασμένη με τον ζηλιάρη Μάθιου, αλλά κρυφά και ανομολόγητα ερωτευμένη με τον ιδιόρρυθμο Κόρμοραν. Έντεχνα, ο συγγραφέας, μάς γνωρίζει τους χαρακτήρες τόσο του κεντρικού άξονα (Στράικ – Ρόμπιν) μέσα από το ξετύλιγμα της καθημερινότητάς τους, όσο και των ανθρώπων που εμπλέκονται στις υποθέσεις που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο ντέντεκτιβ. Η λεπτή ειρωνεία, όπως και το χιούμορ δημιουργούν ένα ιδιαίτερα φιλικό αναγνωστικό περιβάλλον, έτσι ώστε η ανάπτυξη του μύθου να καθηλώνει και τον πλέον εξοικειωμένο, με το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, αναγνώστη.
Ο βετεράνος Κόρμοραν Στράικ συναγωνίζεται πλέον με απόλυτη επιτυχία τους «συναδέλφους» του των άλλων διάσημων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως του  Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν (TAIBO), του μοναχικού αστυνομικού διευθυντή Γιούχανσον (Λέιφ Πέρσον), του αστυνόμου Μονταλμπάνο (Αντρέα Καμιλλέρι), του επιθεωρητή Χάρι Χόλε (Τζο Νέσμπο), του Κουρτ Βαλάντερ (Χένινγκ Μανκέλ), του σκοτσέζου αστυνομικού Τζον Ρέμπους (Ίαν Ράνκιν) κ. ά.
Παράλληλα, ο Ρόμπερτ Γκαλμπρέιθ (Τζ. Κ. Ρόουλινγκ) έντεχνα ιχνογραφεί τη σύγχρονη πραγματικότητα της αγγλικής κοινωνίας, πλέκοντας έναν καμβά ιδιαίτερα ρεαλιστικό ως προς τα χαρακτηριστικά τόσο των προσώπων, όσο και των θεσμών.
«Η σοδειά του κακού» ξεκινά ιδιαίτερα εντυπωσιακά με την Ρόμπιν Έλακοτ ν’ ανοίγει ένα μυστηριώδες πακέτο που έχει φτάσει στα χέρια της και περιέχει ένα ακρωτηριασμένο γυναικείο πόδι.
Το αφεντικό της, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Κόρμοραν Στράικ, είναι περισσότερο ψύχραιμος. Υπάρχουν τέσσερα άτομα από το παρελθόν του που θα μπορούσαν να ευθύνονται γι’ αυτό και είναι και τα τέσσερα ικανά να διαπράξουν τις πιο βίαιες και άγριες πράξεις.
Αλλά, παράλληλα υπάρχει και η Ρόμπιν.
Το σύμπαν που δημιουργεί ο συγγραφέας είναι κάτι παραπάνω από ένα πανέξυπνο μυθιστόρημα μυστηρίου με απρόβλεπτες ανατροπές. Το μίσος, το αίμα, αλλά ταυτόχρονα και η ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας που συναντιούνται στον δρόμο της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής τους, δημιουργούν ένα αριστούργημα γραφής που προκαλεί τον αναγνώστη να το φτάσει απνευστί στην τελευταία σελίδα του.

ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα τραγούδι (απόσπασμα)

Στα ματωμένα πρωτοσέλιδα
ασορτί τα πρωινάδικα της ευτέλειας.
Ξυπνάς με φόντο την άδεια νύχτα,
τα τραγούδια που δεν άκουσες,
το σώμα που δεν έγινε θάλασσα
να ταξιδέψουν μέσα του οι πόθοι.

Και ο καφές συνήθεια
μιας εξίσου άδειας μέρας.

Σε ποια παράθυρα να ψάξεις
το μισό χαμόγελο της αντοχής σου;
Ούτως ή άλλως θα δακρύσεις
είτε καθαρίζοντας κρεμμύδια,
είτε αποφλοιώνοντας τη ζωή σου...

Ποιος πληρώνει τη νύφη;

 
ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
-------------------------------
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 17 – 6 – 2016)
 
Έγινε και η διαδήλωση διαμαρτυρίας με σύνθημα «Παραιτηθείτε» στο Σύνταγμα, τέλειωσε κι αυτή.
10.000 χρυσαυγίτες, ταγματασφαλίτες, γερμανοτσολιάδες, Τσολακογλαίοι κ.λ.π. νεοδημοκράτες, πασόκοι, ποτάμιοι και λοιποί γνωστοί και μη εξαιρετέοι νοσταλγοί του τρισάθλιου παρελθόντος τόλμησαν να φωνάξουν κατά της κυβέρνησης. Σιγά τα λάχανα ή τα ωά, που λέει ο λαός.
Η κυβέρνηση δεν μασάει, για να χρησιμοποιήσω μια πιο κατανοητή γλώσσα. Εδώ δεν φοβήθηκε «Μέρκελ και όλο το συνδικάτο» κι έτριψε στην μούρη της μνημόνια και άλλα δεινά που είχαν συσωρευτεί στην πλάτη του λαού.
Δεν δίστασε ακόμα και να καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ και όλες τις φορολογίες που έπιναν το αίμα του λαού.
Δεν δίστασε να ξηλώσει σε μια νύκτα το δίκτυο της διαπλοκής και να στείλει πίσω από τα κάγκελα τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τους παρατρεχάμενους.
 Δεν δίστασε να γυρίσει σελίδα και να αποκαταστήσει όλες τις αδικίες που για σαράντα χρόνια είχαν καταντήσει πένητες του υπερήφανους Έλληνες, τους είχαν αφήσει χωρίς σπίτια, τους είχαν στερήσει την έστω υποτυπώδη υγεία, τους είχαν κάνει κόλαση τη ζωή. Σαράντα χρόνια ο λαός μας ζούσε κάτι σαν την Βενεζουέλα κι επιτέλους είδε φως, ένιωσε αξιοπρεπής, σίγουρος για το αύριο των παιδιών του και χαρούμενος για το τώρα.
Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση η εθνική υπερηφάνεια. Το διατρανώνει κάθε τόσο ο υπουργός κ. Καμμένος. Είναι σοβαρότατη υπόθεση η εθνική αυτογνωσία. Το διατρανώνει κάθε τόσο ο υπουργός Φίλης. Είναι τεράστια υπόθεση να μιλάς την γλώσσα της αλήθειας. Αυτό το βεβαιώνει ένα ντουέτο υψηλής ευθύνης: Γεροβασίλη – Κυρίτσης.
Στα όπλα!
10.000 εγκάθετοι, νοσταλγοί του άθλιου καθεστώτος, υποκινούμενοι από χαοτικές και σατανικές δυνάμεις απειλούν το καθεστώς.
Δεν θα τους περάσει όμως. Το δήλωσε και ένας άλλος υπουργός, ο Τρύφωνας Αλεξιάδης επισημαίνοντας ότι καλό είναι όλοι οι Έλληνες να φανούν συνεπείς με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις ώστε να μην έχουν προβλήματα. Όχι πως υπάρχουν πιθανότητες να μην είναι συνεπείς οι Έλληνες προς τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, απλά ως υπουργός πρέπει να υπενθυμίζει κάπου-κάπου τα καθήκοντα των υπηκόων του.
Διαβάζω Νάνο Βαλαωρίτη (ποιος χέστηκε για Νάνο Βαλαωρίτη;):
«Στην εμφύλια σύγκρουση, λέει ο Θουκυδίδης (ποιος χέστηκε για Θουκυδίδη εκτός από τον μέγα υπερασπιστή της ελληνικότητας Κώστα Ζουράρι – αυτόν που υπογράφει ψιλοκλαίγοντας αρχαιοελληνιστί, αλλά κάθεται σούζα στον Φίλη), το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια. Η γλώσσα στρεβλώνει τα επιχειρήματα και καμιά ομάδα δεν διακρίνει πια το ψεύδος απ’ την αλήθεια. Πολύ πριν το 1984 του Όργουελ (ποιος χέστηκε για τον Όργουελ;), ο Θουκυδίδης είχε βάλει το δάχτυλό του στη γλώσσα. Μήπως η γλώσσα λοιπόν ευθύνεται για τα δεινά μας – ο τρόπος βέβαια που τη χειριζόμαστε και μας ΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ; Η γλώσσα πείθει, στρεβλώνει, αλλάζει τα γεγονότα και μας επηρεάζει τόσο που δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Και αυτό ονομάστηκε ‘‘προπαγάνδα’’. Στα χέρια των αδίστακτων είναι ένα φοβερό όπλο και υπηρετεί το ψεύδος, αλλά και την αλήθεια όταν είναι στα χέρια των δίκαιων και μιας δίκαιης υπόθεσης. Πόσο συχνά συμβαίνει αυτό; Και πόσο γρήγορα το δίκαιο μετατρέπεται σε άδικο; (Η βασιλεία των ουρανών, Αθήνα Δεκέμβριος 2010 – Ή του ύψους, ή του βάθους – Εκδόσεις Ψυχογιός)».

Χεστήκαμε, λοιπόν, για τους 10.000.
Στα πέντε εκατομμύρια της Αθήνας, τι είναι, τι αντιπροσωπεύουν;
153 βουλευτές είναι η απόδειξη ότι η φιλολαϊκή κυβέρνηση ματώνει μαζί με τους ματωμένους, αλλά προχωρά στην δημιουργία μιας άλλης Ελλάδας με τον πλούτο ν’ αναδιανέμεται και τις ευκαιρίες να είναι ίδιες και ίσιες για όλους.
Συμπαγείς και οι 153 έστω κι αν ιδεολογικά τους χωρίζει ένα χάος. Τους ενώνει η κουτάλα, όμως, που είναι η ισχυρότερη κόλλα. Έκαναν κάτι χρόνια ονειρευόμενοι βουλευτικά έδρανα, να παραιτηθούν και να χάσουν το μέλι; Ποιος τους βεβαιώνει πως το μέλι δεν έχει πόδια και πάει σε άλλους; Στο κάτω-κάτω τόσο ιδρώτα έριξαν να διαβάσουν όσα υπέγραψαν, τόσο πόνο ένιωσαν. Έτσι τα θυσιάζεις όλα αυτά;
«Δεν σε θέλει ο λαός, πάρε τη χούντα σου και μπρος» ήταν ένα από τα συνθήματα που ακουστήκαν, αλλά και αυτό είναι μια φωνή εγκάθετη, υπαγορευόμενη από εγκάθετους που ξαφνικά ένιωσαν ότι μπορούσαν να έχουν λόγο. Λάθος. Αν ο λαός δεν περνά καλά, είναι βιωματική υπόθεση. Αν ο λαός διαφωνεί μπορεί να το δείξει με πολλούς τρόπους. Όμως ο λαός περνά καλά. Ο λαός… δικαιώθηκε και… δικαιώνεται. Όλα τα άλλα είναι… φιλολογίες.
Σίγουρα η Ελλάδα δεν έφτασε εδώ που έφτασε με την ευθύνη όσων κυβερνούν τώρα. Σίγουρα εγκληματικές πελατειακές πολιτικές και διαπλοκές δεκαετιών θεμελίωσαν ένα κακό κράτος, έγιναν αιτία για να σκουριάσει και να διαλυθεί η κρατική μηχανή, αλλά το ίδιο σίγουρα οι ευθύνες αυτών που υποφέρουν σήμερα, των ανέργων, των μικροσυνταξιούχων, των μικρομεσαίων επαγγελματιών δεν είναι ίδιες με τις ευθύνες εκείνων που όργωσαν τα χωράφια της πολιτικής κοπριάς. Αλλά την νύφη την πληρώνουν οι πρώτοι, δηλαδή οι άνεργοι, οι μικροσυνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες Οι άλλοι καλά περνούν. Και η ένσταση αφορά για το ποιος πληρώνει – εν τέλει – τη νύφη;
Άγγελος Πετρουλάκης





Για την Ελλάδα ρε γαμώτο…

 
ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
----------------------
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 10 – 6 – 2016)

 Η τηλεόραση ξεγυμνώνει πολλούς. Ιδιαίτερα όσους δεν έχουν να πουν κάτι σημαντικό, αλλά μιλούν για να αιτιολογήσουν την ύπαρξή τους σ’ έναν χώρο. Αυτό συλλογίζομαι κάθε φορά που ακούω τα ‘‘πρωινάδικα’’ με τις πολιτικές συζητήσεις, στις οποίες πολιτικά πρόσωπα χωρίς έρμα πασχίζουν ν’ αγιοποιήσουν το κόμμα στο οποίο ανήκουν. Οκτώ στις δέκα φορές δεν απαντούν στην ερώτηση, επιχειρώντας να διαφύγουν από την δυσχερή τους θέση, μιλώντας για άλλα ή απλώς αερολογώντας. Οι κομματικοί προπαγανδιστές – φροντιστές τούς έχουν διδάξει επαρκώς την τέχνη της σουπιάς: αμόλα μελάνι, να θολώσουν τα νερά, για να ξεφύγεις. Διαφορετικά καταστράφηκες. Και κανένας τους δεν θέλει να καταστραφεί χάνοντας σε καιρούς χαλεπούς τα δεκαχίλιαρα και βάλε κάθε μήνα…
Έτσι είναι απολύτως φυσιολογικό όταν η ερώτηση ζητά να μάθει τους λόγους που καθυστέρησε η υπόθεση του Ελληνικού ν’ απαντούν, οι εκπρόσωποι του κυβερνώντος κόμματος, για το ποιοι ευθύνονται και πώς κατέληξε ο… Εθνικός Διχασμός 1914-1918…
Το ίδιο φυσιολογικό μου φαίνεται ν’ απαντούν, κάποιοι άλλοι πολιτικοί που διαχειρίστηκαν την εξουσία παλαιότερα, στην ερώτηση γιατί δεν τα έκαναν τόσα χρόνια, πως είχαν σκοπό, με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δίνονταν ν’ αναμόρφωναν την… γκαρνταρόμπα τους.
Αρλούμπες και μόνο αρλούμπες.
Για να μην ομολογήσουν ούτε οι μεν, ούτε οι δε ότι όλη η ιστορία αφορά την διαφύλαξη του πελατειακού κράτους.
Όσοι συμμετείχαν έστω ως ψάλτες στον ενταφιασμό της χώρας κάτω από ένα βουνό χρέη, τώρα έγιναν… παρθένες.
Όσοι συνεργούν στην σημερινή εξαθλίωση της κοινωνίας, τώρα εμφανίζονται ως… θεράποντες ιατροί. Την κακή τους την ημέρα.
Όμως, όπως λέει και ο απλός λαός, βρίσκουν και τα κάνουν. Δηλαδή βρίσκουν ακριβώς τον απλό λαό. Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να ξέρεις πως έχεις να κάνεις με απλό λαό, που το μόνο που ζητά είναι την… καραμελίτσα του, λίγα κάγκελα για να σκαρφαλώσουν κάποιοι φασαρτζήδες και μια ποδοσφαιρική ομάδα για να τον εκτονώσει.
Μην βασανίζετε τον εγκέφαλο της μάζας. Το λέει κάθε τόσο και ο κ. Λεβέντης, απλοποιώντας τα πάντα. Μέχρι να του προταθεί να γίνει εταίρος. Και τότε θα τον δούμε ν’ αντιγράφει τον κ. Καμμένο στην δεξιοτεχνία της κωλοτούμπας. Ίσως και να τον ξεπερνάει. Λεβέντες όλοι τους.
Ο λαός, λοιπόν.
Χωρίς ίχνος σνομπισμού ξεκίνησα από τον μανάβη της γειτονιάς. Η ερώτηση απλή: Αν η πρόσφατη ιστορία με τους Τσάμηδες κατά την επίσκεψη του υπουργού εξωτερικών στην Αλβανία, θα έχει συνέχεια; Μετά τον μανάβη σειρά είχε ο φούρναρης, μετά δυο-τρεις σερβιτόροι, κάποιοι δάσκαλοι, κάποιοι νεαροί πωλητές, ένα δυο αστυνομικοί. Στο σύνολο πάνω από τριάντα. Άκρα του τάφου σιωπή, που έγραψε κι ο Ποιητής. 
 Για δυο-τρεις το Τσάμης ήταν ένα επώνυμο που είχαν κάποιες οικογένειες στα χωριά τους. Μέχρι εκεί.
Φιλικό μου πρόσωπο είχε τις ενστάσεις του: Στο κάτω-κάτω της γραφής κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει ιστορία. Αλίμονο. Αν ήταν υποχρεωμένοι να ξέρουν ιστορία θα ήξεραν και ποιοι είναι οι σύγχρονοι γερμανοτσολιάδες. Θα ήξεραν και πως δεν μετατράπηκε κάποτε μόνο η Αγία Σοφία σε τέμενος, αλλά και ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό. Και πως η ανάγνωση του Κορανίου στην Αγία Σοφία αφορά πρώτιστα την Ουνέσκο, η οποία μόνο στα λόγια προστατεύει την  πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας και λειτουργεί ως οργανισμός-κάλυψη για να ροκανίζουν κάποια δις δολάρια κάποιοι επιτήδειοι που παριστάνουν τα μέλη της. Υποτίθεται από ένα ταμείο διεθνών εισφορών. Όλα καλά…


Οι Τσάμηδες, λοιπόν. Και τι σαν έγραψε η Ελευθερία Μαντά το «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923 – 2000)» και το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου κυκλοφόρησε σε αξιόλογη έκδοση το 2004; Το βιβλίο δεν κατόρθωσε να πουλήσει ούτε χίλια αντίτυπα.
Λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του δεν μπορεί να διεκδικήσει και το μέλλον του. Θα σέρνεται στα απόνερα των διεθνών εξελίξεων με τους υπουργούς του να δηλώνουν πως η επικείμενη συγκέντρωση με το σύνθημα «Παραιτηθείτε» στην Πλατεία Συντάγματος κινείται στα όρια της συνταγματικότητας. Το λένε αυτοί που επί μια δεκαετία διατυμπάνιζαν κραυγάζοντας ότι "η χούντα δεν τελείωσε το ’73". Προφανώς ήξεραν τι έλεγαν, αφού εκείνη η χούντα μάλλον συνεχίζεται με άλλο πανωφόρι.
Ο φίλος μου ο μανάβης, μπορεί να μην ξέρει περί μουσουλμάνων Τσάμηδων της Ηπείρου ή Πομάκων της Θράκης, μπορεί να μην ξέρει τι σημαίνει ενέργεια στα όρια της συνταγματικότητας, μπορεί να μην ξέρει άλλα πολλά της καθημερινότητάς του, θεωρώντας την γνώση τους κάτι σαν περιττή πολυτέλεια, ξέρει όμως καλά πως τον ΕΝΦΙΑ θα τον πληρώσει, τις εισφορές στα Ταμεία θα τις πληρώσει, τη ΔΕΗ του θα την πληρώσει. Για τούτο και αποδείξεις θα κόβει μια στις δέκα, στηρίζοντας την προσπάθεια των φωτισμένων οικονομολόγων της κυβέρνησης ν’ αυξήσουν τα δημόσια έσοδα με 24% Φ.Π.Α.
Για την Ελλάδα ρε γαμώτο…

Άγγελος Πετρουλάκης


 
 
 

Τρία βιβλία το καλοκαίρι



ΒΙΒΛΙΟ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Τ
ο καλοκαίρι είναι εδώ, εδώ και οι γαλήνιες ακροθαλασσιές με την χαλάρωση και τις ήρεμες στιγμές. Σ’ αυτές τις ώρες ο καλύτερος σύντροφος είναι ένα βιβλίο. Οι εκδόσεις «ΤΟΥΛΙΠΑ» έχουν τις δικές τους προτάσεις. Τρία βιβλία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, συναρπαστική πλοκή, έρωτες, φαντασιώσεις, πάθη. Τρία βιβλία από γυναίκες συγγραφείς για γυναίκες και όχι μόνο. Που σίγουρα έχουν να πουν πολλά.



Η
 Σόφι Τζάκσον ξεκίνησε την πορεία της ως συγγραφέας διαδικτύου. Περισσότερες από 4,5 εκατομμύρια αναγνώσεις την ώθησαν να κυκλοφορήσει το «Βελούδινη σάρκα» σε βιβλίο και να κατακτήσει τις καρδιές των αναγνωστών.
Η υπόθεση αφορά τον έρωτα που γεννιέται ανάμεσα στην Κάτ Λέιν και στον Ουέσλι Κάρτερ. Για να βάλει τέλος στους εφιάλτες που τη βασανίζουν από τη δολοφονία του πατέρα της πριν από δεκάξι χρόνια, η Κατ Λέιν αποφασίζει να αντιμετωπίσει τους φόβους της και να διδάξει σε μια φυλακή της Νέας Υόρκης. Εκεί συναντά τον αλαζόνα Ουέσλι Κάρτερ, γοητευτικό και επικίνδυνο, οξυδερκή και μυστηριώδη. Στο πλαίσιο της σχέσης δασκάλας-μαθητή, η Κατ και ο Κάρτερ αναγκάζονται να αφήσουν κατά μέρος την εχθρότητα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον. Καθώς τα τείχη που έχει ορθώσει ο Κάρτερ αρχίζουν να γκρεμίζονται, η Κατ συνειδητοποιεί ότι ο άντρας αυτός κρύβει πολύ περισσότερα πίσω από τον θυμό του. Και η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη μπροστά στην αδιαμφισβήτητη έλξη που τους ενώνει. Όταν ο Κάρτερ αποφυλακίζεται και η Κατ συνεχίζει να του κάνει μαθήματα, τα εμπόδια πληθαίνουν. Θα μπορέσουν να τα ξεπεράσουν και να σώσουν τη σχέση τους; Θα καταφέρουν οι φίλοι και η οικογένεια της Κατ να αποδεχτούν κάποιον με το δικό του παρελθόν; Και όταν η Κατ ανακαλύψει τον ρόλο που έπαιξε ο Κάρτερ τη νύχτα της δολοφονίας του πατέρα της, θα χωρίσουν ή θα έρθουν πιο κοντά;
Ένταση και έρωτας με αίσιο τέλος. Βιβλίο που δύσκολα αφήνεις από τα χέρια σου αν δεν φτάσεις στην τελευταία σελίδα.


Η
 Τζέσικα Σόρενσεν είναι ευπώλητη συγγραφέας που φιγουράρει στις λίστες των New York Times και του USA Today. Λατρεύει τη νεανική λογοτεχνία και τα μοντέρνα ρομάντζα, τις ευχάριστες αλλά και συγκινητικές κινηματογραφικές ταινίες, και γράφει πάντοτε ακούγοντας μουσική. Σήμερα ζει στα χιονισμένα βουνά του Ουαϊόμινγκ μαζί με τον άντρα της και τα τρία παιδιά τους. Το «Έλα και Μίσα, μαζί για μια ζωή» είναι η ιστορία δυο νέων ανθρώπων που για να καταλήξουν στο «μαζί» πρέπει να δοκιμαστούν αρκετά.
Όλα ξεκινούν όταν η Έλα δεν εμφανίζεται στο γάμο της, παρά την λατρεία της για τον Μίσα. Ένα δέμα που έχει παραλάβει γίνεται αιτία γι’ αυτήν την ανατροπή. Η  σκληρή υπενθύμιση του παρελθόντος της είναι ένας σεισμός που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει η Έλα, που ξαφνικά δεν αισθάνεται και τόσο σίγουρη για το μέλλον της.
Ο Μίσα θα σταθεί στο πλευρό τής Έλα ό,τι κι αν συμβεί, αν και φοβάται μην τον «στήσει» πάλι στα σκαλιά της εκκλησίας. Όταν του προσφέρεται η μοναδική ευκαιρία να πάει περιοδεία με τα αγαπημένα του συγκροτήματα για τρεις μήνες, γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να αφήσει πίσω την Έλα. Μπορεί, όμως, να της ζητήσει να παρατήσει τη ζωή της και να τον συνοδεύσει;
Μια δυνατή ιστορία αγάπης με τρυφερές ερωτικές στιγμές καθώς η Έλα και ο Μίσα αναζητούν να βρουν έναν τρόπο να ισορροπήσουν τους φόβους, τα όνειρα και την αγάπη τους, που δικαιώνεται, αφήνοντας στον αναγνώστη ένα όμορφο συναίσθημα ολοκλήρωσης.


Η
 Λίσα Ρενέ Τζόουνς ξεκίνησε τη συγγραφική της καριέρα το 2007 και από τότε έχει εκδώσει περισσότερα από τριάντα βιβλία, που κατέκτησαν κατά καιρούς τις λίστες των μπεστ σέλερ των New York Times. Από τις Εκδόσεις Τουλίπα κυκλοφορούν, επίσης, τα μυθιστορήματά της «Αν ήμουν εσύ», «Αν τολμούσα», «Αποκάλυψη». Το «Όλα ή τίποτα» είναι το πλέον πρόσφατο και υπόσχεται έντονες συγκινήσεις.
Περιπέτεια και έρωτας. Με αγωνία και λύτρωση. Παράλληλα η αποτύπωση ενός κοινωνικού περίγυρου που εμφανίζει την σκληρή πραγματικότητα μέσα στην οποία κινούνται οι πρωταγωνιστές. Σίγουρα ένα βιβλίο που ανυπομονείς να το τελειώσεις και σε κρατά αιχμάλωτο της δράσης και του έρωτα ως λύτρωση.

Πεθαίνω σαν χώρα



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Από τον Άγγελο Πετρουλάκη
 Ξημέρωμα Πέμπτης και με τα μάτια ακόμα κλειστά, με την καφετιέρα να ρουθουνίζει λίγα μέτρα μακριά, επιχειρώ να βάλω μια δίπλα στην άλλη τις λέξεις, σαν πειθαρχημένα στρατιωτάκια για να συνθέσω ένα ακόμα «ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ».
Απέναντί μου, στα δεξιά μου, στ’ αριστερά μου, πίσω ψηλά και στο πάτωμα κάτω, βιβλία. Μ’ αυτά πορεύτηκα.
Από τότε που ένας ευτραφής, πλην πρόσχαρος και ανοιχτόκαρδος ταχυδρόμος, του οποίου, πλέον, έχω ξεχάσει το όνομα, δίπλα στον κινηματογράφο «Βικτώρια», είχε ανοίξει ένα μικρό βιβλιοπωλείο, τα βιβλία ήταν οι φίλοι, οι ερωμένες μου, οι συγγενείς μου. Θα ήταν τέλη του 1967 ή αρχές του 1968.
Εκεί στο μικρό βιβλιοπωλείο, πολλοί Λαρισαίοι ήρθαμε σ’ επαφή για πρώτη φορά με την έννοια της Λογοτεχνίας, με το ιστορικό δοκίμιο, με την φιλοσοφία, με κόσμους άγνωστους και γοητευτικούς.
Ο φίλος μου Δημήτρης Κουνελάκης, μου έδειξε το ράφι με τις εκδόσεις «Γαλαξίας» κι αυτός επίσης ένα άλλο ράφι, ιδιαίτερα σαγηνευτικό: με τις εκδόσεις της «Εστίας». Στον «Γαλαξία» ανακάλυψα τον Δημήτρη Καπετανάκη (Μυθολογία του Ωραίου, Έρως και Χρόνος) και τον Ζήσιμο Λορετζάτο (Μελέτες για τον Σολωμό, τον Σεφέρη κ.λ.π.), τον Ελύτη (Προσανατολισμοί), τον Καβάφη

Με την παρότρυνση του Δημήτρη ξεκίνησα το ταξίδι μου στον κόσμο, που αποδείχτηκε ανεπαρκές τα μέγιστα. Ενώ έμαθα ένα σωρό έννοιες όπως μεταφυσική, ποιητική, νεωτερικότητα και άλλες… ‘‘σαχλαμάρες’’, δεν στάθηκα ικανός να μάθω τι σημαίνει… «οφ σορ» και τι προσφέρει στον άνθρωπο. Πενήντα χρόνια μετά, αν όχι σχεδόν γέρος – σίγουρα απόμαχος - προσπαθώ ν’ αντιληφθώ αυτό το «οφ σορ» και δεν μπορώ ακόμα να το εμπεδώσω. 

Ο νεαρός φίλος μου Λευτέρης Παπαστεργίου κάτι μου λέει και απ’ αυτό το κάτι αντιλαμβάνομαι πως πρέπει να είναι μια έννοια που την κατέχουν καλά οι πολιτικοί μας. Τρίτη βράδυ ο έτερος φίλος Πέτρος Τατσόπουλος, απαντώντας σ’ ερώτησή μου, είχε δηλώσει: «Όχι, οι πολιτικοί μας και η πολιτική δεν έχουν μέλλον στην Ελλάδα. Ή μάλλον η Ελλάδα δεν έχει μέλλον με αυτούς τους πολιτικούς και αυτήν την πολιτική»

Πώς γίνεται όμως να μην έχει μέλλον η Ελλάδα όταν οι πολιτικοί μας γνωρίζουν καλά τι σημαίνει «οφ σορ»; Να κάτι που δεν μπορώ ν’ απαντήσω. Εκείνα τα ωραία παλικάρια στην Βουλή κάτι θα ξέρουν παραπάνω. Γι’ αυτό και ο ντόρος. Αυτός που δεν ξέρει είμαι εγώ, είσαι εσύ φίλε αναγνώστη, που στην αρχή κάθε μήνα πλήρωνες έγκαιρα τις υποχρεώσεις σου κι έλεγες στην γυναίκα σου «αυτά περίσσεψαν, μ’ αυτά θα την βγάλουμε».
Η ώρα πλησιάζει έξη και στον ΣΚΑΙ πέφτει το σήμα της πρωινής εκπομπής. Οι δυο δημοσιογράφοι μιλούν ξανά για «οφ σορ» κι εγώ, όπως σηκώνω τα μάτια μου, ανάβοντας τσιγάρο, βλέπω απέναντί μου, στην βιβλιοθήκη, μια σειρά με μικρού σχήματος, χαρτόδετα βιβλία, μάλλον να με παρατηρούν ειρωνικά. Τα γνωρίζω. Είναι της «Εστίας» τα μυθιστορήματα του Καραγάτση, αγορασμένα κι αυτά από εκείνο το μικρό βιβλιοπωλείο δίπλα στο «Βικτώρια». Συντοπίτης και ο Καραγάτσης, που ήξερε καλά από πολιτική, μια και ο αδελφός του Κωνσταντίνος Ροδόπουλος ήταν χρόνια σ’ αυτήν, φτάνοντας μέχρι και το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής.
Μου χαμογελά ο Καραγάτσης, ειρωνικά σαφώς, και μου δείχνει τις ράχες κάποιων βιβλίων του: «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» και «Ο Κοτσάμπασης του Καστροπύργου».
Ανάμεσα στο ελαφρά ειρωνικό γελάκι του ξεχωρίζω σπασμένες φράσεις: «Ας αλλάξουμε τον έναν τίτλο, μετακινώντας δυο λέξεις: Αίμα κερδισμένο και χαμένο… Ας αλλάξουμε και τον δεύτερο αντικαθιστώντας το Κοτσάμπασης με το βουλευτής, έτσι ώστε όταν θέλουμε να γράφουμε οι ‘‘βουλευτές’’ να μπορούμε να γράψουμε οι ‘‘κοτσαμπάσηδες’’. Αυτό είναι: Το χαμένο αίμα και οι Κοτσαμπάσηδες»

Το χαμένο αίμα είναι δικό μας, οι Κοτζαμπάσηδες επίσης. Να τους χαιρόμαστε. Και να τους ευχαριστούμε που μας μαθαίνουν τέτοιους ωραίους όρους: Όφ σορ!!!
Αυτοί θα φτιάξουν την Ελλάδα… Λυπάμαι αλλά έτσι άκριτα μου ήρθε η φράση, μάλλον γιατί ανάβοντας ξανά τσιγάρο, τα μάτια σταματούν στις ράχες κάποιων άλλων βιβλίων: Κορνήλιος Καστοριάδης – Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Παναγιώτης Κονδύλης – Αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, Κώστας Κωστής – Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, Στάθης Καλύβας – Καταστροφές και θρίαμβοι… 

Στοπ! Θυμήθηκα. Αυτός ο τελευταίος γράφει και για τις «οφ σορ». Όμως, δύσκολα μαθαίνεις κάτι στα 64 σου. Άλλωστε σε τι θα μου χρησιμεύσει; Αφού τα ξέρουν οι κοτσαμπάσηδες (δηλαδή οι βουλευτές), όλα λύνονται, όλα μπορούν να εξηγηθούν με την ανάλυση της ελληνικής ιδιαιτερότητας, ακόμα και οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, αφού τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας ξέρουν και από θριάμβους και από καταστροφές. Ιδιαίτερα από καταστροφές. Η μαύρη μας η τύχη…
Από το διπλανό καθιστικό η φωνή των τηλεπαρουσιαστών ξαναγεμίζει τον χώρο με «οφ σορ» κι εγώ εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πολλά: Πως γίνεται τόσο εγώ – εμείς – να έχουμε, όπως οι κοτσαμπάσηδες, δυο πόδια, δυο χέρια, ένα στομάχι, ένα τσουτσούνι, δυο αυτιά, μια μύτη κ.λ.π. και εγώ – εμείς – να φορολογούμαι με άλλους συντελεστές; Τι στον κόρακα παραπάνω ή διαφορετικό έχουν αυτοί οι κοτσαμπάσηδες;

Δεν περιμένω απάντηση. Τα μάτια μου σταματούν σ’ ένα ακόμα βιβλίο: Δημήτρης Δημητριάδης – Πεθαίνω σαν χώρα.
Ναι, πεθαίνω σαν χώρα.
Μέσα σε γραφεία υπουργικά, πάνω σε έδρανα βουλευτικά, με τις ανίερες συγκυβερνήσεις (Σταύρος Ζουμπουλάκης), που παίζουν στην πόκα του εγωισμού τους την μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (Κώστας Αξελός), πεθαίνω μαζί της.
Και αυτό δεν μπορεί να μου προκαλεί το ελάχιστο χαμόγελο…
-----------------------------------
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net στις 3 – 6 – 2016)