Google+ Followers

Πράπας Σωτήρης – Νίκες Καρδιάς



 

Τριάντα χρόνια πριν...

 Περασμένα μεσάνυχτα, κοντά στις δυο. Η Εθνική οδός Θεσσαλονίκης – Αθήνας σχεδόν άδεια. Μόνο λίγες νταλίκες με φώτα νυχτωμένα, όπως λέει και το τραγούδι. Κι ένα Ρενώ 5, τούρμπο, μπλε. Ένα μικρό Ρενώ με κινητήρα ενισχυμένο. Η βελόνα του κοντέρ φλερτάρει με τις κόκκινες γραμμούλες του καντράν, καθώς το πόδι του οδηγού το πιέζει όλο και περισσότερο. Μέσα στην καμπίνα μια μουσική σχεδόν στη διαπασών. Σήμερα… Το ορχηστικό του Σπανουδάκη…
Πόσα ‘‘σήμερα’’ θα πούμε στην ζωή μας;
Το Ρενώ 5 διασχίζει τα Τέμπη προσπερνώντας τις νταλίκες σαν βέλος και ξεχύνεται στον κάμπο της Λάρισας χωρίς ανάσα. Λίγα χιλιόμετρα μετά, στα πρώτα σπίτια της πόλης, θα σταματήσει.
Ένας φίλος που περιμένει…
Ο οδηγός που κατεβαίνει, χαμογελώντας.
Ένα αγκάλιασμα…
Αυτός που περιμένει είμαι εγώ.
Ο οδηγός του Ρενώ είναι ο Σωτήρης Πράπας.
Το ταξίδι μέσα στη νύχτα είναι από τα πολλά, τα άπειρα, που κάνει για να βρεθεί στο Ωνάσειο, να μπει στο χειρουργείο, ν’ ανοίξει μια καρδιά, να χαρίσει ζωή, ελπίδες…
Μια στάση για ξεκούραση και ξανά στο τιμόνι…
Μ’ έναν καφέ. Μόνο…
Και λίγη κουβέντα. Για μουσική, για ποίηση.
Για την φωτογραφία…
Για τον κυρ – Νίκο, τον πατέρα του, τον φωτογράφο του χωριού με το ένα χέρι, τον άνθρωπο που τον ‘‘έμπασε’’ στον κόσμο της φωτογραφίας.
Κάθε που φτάνει η καρδιά ξαλαφρώνει. Κάθε που φεύγει θυμίζει συννεφιασμένο ουρανό.
Αχ ρε Σωτήρη. Την ζήσαμε την ζωή μας. Εγώ σ’ ένα βιβλίο, ή σε λευκά χαρτιά.
Εσύ πάνω σε φθαρμένες καρδιές, πίσω από το ματάκι μιας φωτογραφικής μηχανής, ταξιδιώτης της ζωής, ταξιδευτής της ελπίδας, σε γέφυρες αγάπης, συλλέγοντας μικρά αντίο, αλλά και σημαίες σύμβολα του κόσμου…


Την ζήσαμε την ζωή μας.
Ξεφλουδίζοντας τον έρωτα.
Συλλέγοντας τα όνειρα σε προθήκες της προσδοκίας για έναν καλύτερο κόσμο.
Άλλοτε αναζητώντας την ουσία του βλέμματος σ’ ένα ακροκέραμο.
Άλλοτε την ουσία του αγγίγματος σ’ ένα τραγούδι του Μητροπάνου.
Άλλοτε μιλώντας, για τη ζωή εσύ, τον θάνατο εγώ.
Ύστερα τον κέρδισε η Αθήνα. Την είχε κερδίσει πρώτα αυτός, βέβαια.
Αραίωσαν οι επαφές. Ευτυχώς που ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ είχε εφεύρει το τηλέφωνο.
Τι να προλάβεις να πεις μέσα από ένα τηλέφωνο, αυτός ανάμεσα από δυο χειρουργεία, εγώ κόβοντας στην μέση μια συνέντευξη;
Λέγαμε όμως πολλά.
Πριν κάποια χρόνια αποφάσισε ν' αποκαλύψει και την αγάπη του για την φωτογραφία. Είχε απαθανατίσει - μεταξύ άλλων - σημάδια της φθοράς. Πόρτες, τοπία, στιγμές.

Στα «Μικρά αντίο» του είπα περισσότερα. Έστω με μια χούφτα λέξεις:

Όλα στο μπλε.
Αυτό της θλίψης όμως.
Και η πατρίδα, επίσης…

Ακόμα και για τους ανεκπλήρωτους έρωτες του είπα:

Να σε ψάξω, πού:
Επιστρέφω εντός μου,
στα μεσημέρια της παιδικής μου ηλικίας,
εκεί που το κόκκινό σου φόρεμα
ακόμα παραμένει τρόπαιο
 και πληγή, συνάμα…

Και τώρα, στο επόμενό του θα πω περισσότερα. Αν η ζωή μου φανεί χαμογελαστή και ο θάνατος υπομονετικός στο καρτέρεμά μου.

Ο χρόνος ξεφεύγει απ’ τις χάρτινες μέρες μας.
Ο θάνατος μπαινοβγαίνει
με δελτίο ελευθέρας εισόδου
κι εγώ εισχωρώ βαθύτερα μέσα μου…

Ο μέλλοντας
τοπίο ανεξερεύνητο,
μ’ εμένα στο θολό ορίζοντα
                             να χορεύω ξυπόλητος,
έτσι για να επαληθευτούν οι γραφές,
που έλεγαν πως θα υπάρχω
                             -ως σχήμα ακανόνιστο-
στα δακρυσμένα τζάμια,
στους ραγισμένους καθρέφτες,
στις μέσα στιγμές.

Πριν 30 περίπου χρόνια ξεκίνησε μια φιλία που αποδείχθηκε αράγιστη. Εκείνος πάλευε με την Καρδιά, εγώ με τα χαρτιά μου και τους δαίμονες που δάγκωναν τις αγρύπνιες μου.
Και όταν οι αγρύπνιες μου γίνονταν βιβλία, βρισκόταν πάντα εκεί, σ’ ένα τραπέζι ομιλητών, να λέει τα ουσιαστικότερα, από καρδιάς πάντα.

Στα χρόνια που πέρασαν άνοιξε χιλιάδες καρδιές, χάρισε ζωή σε χιλιάδες συνανθρώπους. Στην παγκόσμια κοινότητα της καρδιοχειρουργικής χάρισε τις πρωτοποριακές μεθόδους και χιλιάδες ανακοινώσεις. Έστησε γέφυρες συνεργασίας ανάμεσα σε άλλους διάσημους καρδιοχειρουργούς. Διοργάνωσε το πρώτο παγκόσμιο καρδιοχειρουργικό συνέδριο της χώρας μας στην Κω, ένα συνέδριο που οικονομικά κάλυψε σχεδόν εξ ολοκλήρου από την τσέπη του.
Έκανε και τι δεν έκανε ο Σωτήρης Πράπας;
Πια λατρεύεται από χιλιάδες ανθρώπους που αναγνωρίζουν πως του χρωστούν την ζωή τους.


Το «Νίκες Καρδιάς» το περίμενα. Μου μιλούσε με θαυμασμό για τους δασκάλους του. Με δέος για τα βήματα της Καρδιοχειρουργικής. Για τη Γέφυρα της Καρδιάς. Με αγάπη για τους συναδέλφους του. Για όλους εκείνους που προσπαθούν ν’ αντιτάξουν στην ανασφάλεια της νόσου το αίσθημα της ασφάλειας, την πίστη πως ξανακέρδισαν την ζωή τους.
Ξεφυλλίζοντας το «Νίκες Καρδιάς» τα συναντώ όλα αυτά. Όλα αυτά και άλλα πολλά. Και νιώθω μια υπερηφάνεια γιατί με ονοματίζει φίλο του. Και νιώθω μια υπερηφάνεια γιατί είναι έργο φίλου μου…


Υπάρχουν κάποια συγγραφικά έργα που χαρακτηρίζονται ως έργα ζωής. Πρόχειρα, μου έρχονται στο νου, το "Παραδόσεις και Παροιμίες του ελληνικού λαού", του Νικολάου Πολίτη, "Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα" και το "Πώς είδαν οι ξένοι το 1821" του Κυριάκου Σιμόπουλου, η "Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος" του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, η "Εισαγωγή εις την Φιλοσοφίαν" του Γιάννη Θεοδωρακόπουλου, τα "Ρεμπέτικα Τραγούδια" του Ηλία Πετρόπουλου, το "Αντιλεξικό" του Βοσταντζόγλου.
Έργο ζωής δεν χαρακτηρίζεται ένα έργο μόνο εξ αιτίας του όγκου του, αλλά από την πρωτοτυπία του κατά την εποχή που γράφηκε και από τα θεμέλια που ρίχνει στη θεματολογία που αναφέρεται.

Το "Νίκες Καρδιάς" είναι όντως ένα έργο ζωής. Και είναι έργο ζωής του Σωτήρη Πράπα. Ώριμο έργο και πρωτοποριακό. Καταγράφει την γέννηση της Καρδιοχειρουργικής στην χώρα μας, την ιστορική της πορεία, τα επιτεύγματα των πρώτων καρδιοχειρουργών και την παρούσα φάση της. Επίσης καταγράφει όλους όσοι ως καρδιοχειρουργοί ή βοηθοί τους ασκούν την επιστήμη σήμερα στα υπάρχοντα Καρδιοχειρουργικά Κέντρα και Κλινικές.
Γιγάντια έκδοση: 934 σελίδες σ' έναν σκληρόδετο τόμο 28 Χ 28, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα, με βιογραφικά, με φωτογραφίες.
Ο Σωτήρης Πράπας χάρισε στην Ελληνική Καρδιοχειρουργική την οντότητά της, αποπειρώμενος ένα τόλμημα που ουδείς επιχείρησε μέχρι τώρα και βέβαια ουδείς ανέμενε από έναν άνθρωπο που βρίσκεται μόνιμα στα αεροπλάνα τις τελευταίες δεκαετίες διασχίζοντας τον πλανήτη Γη και προσφέροντας τις εμπειρίες, τις έρευνες και τις γνώσεις του σε δεκάδες καρδιοχειρουργικά κέντρα του εξωτερικού, ενώ παράλληλα έχει συμβάλλει στην εξέλιξή της με τρεις προσωπικές μεθόδους και πολλές ακόμα δραστηριότητες.
Ο Σωτήρης Πράπας είναι ένας αξεπέραστος πλέον επιστήμονας που λατρεύεται από χιλιάδες ασθενείς οι οποίοι πήραν από τα χέρια του ζωή, ένας πρωτοπόρος, ένας άνθρωπος που πέρασε ήδη στην αθανασία...
Η Λάρισα, πατρίδα του με την ευρύτερη έννοια, κάθε φορά τον υποδέχεται με αγάπη.
Το Συκούριο, η απόλυτη πατρίδα του, πρέπει να είναι - και είναι - ιδιαίτερα υπερήφανο γι' αυτόν.



Καλή αφύπνιση....



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
 (Δημοσιεύθηκε στη Larissa net. Μ. Πέμπτη, 28-4-2016)

Κι ενώ οι δημοσιογράφοι απεργούσαν για να… διαμαρτυρηθούν με τη σιωπή τους, κωφάλαλοι μπροστά σε εξωφρενικές εξελίξεις, υπακούοντας ως άβουλα στρατιωτάκια στις αποφάσεις του προεδρείου τους, γερμανική εφημερίδα έγραφε για ηρωική έξοδο του υπουργού των Οικονομικών Τσακαλώτο από την Κυβέρνηση, τα Εξάρχεια ζούσαν ακόμα κάποιες ώρες φόβου από ανενόχλητους αντιδρώντες στην σάπια ελληνική κοινωνία, το γλυπτό «Βόρειος Ήπειρος» της οδού Τοσίτσα, έργο του Κώστα Σεφερλή, αποκεφαλιζόταν και ακρωτηριαζόταν. Στην Αθήνα, στην οδό Τοσίτσα είπαμε, όχι στην Παλμύρα της Συρίας και όχι από τζιχαντιστές.

Μια χαρά…
Η Μεγάλη Εβδομάδα ήρθε οδηγώντας στο Μεγάλο Σάββατο, που θα μας φέρει κοντά στην Ανάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι όμως και στην ανάσταση της ελληνική οικονομίας, όπως λόγια απατηλά και λαοπλάνα είχαν ευαγγελισθεί χείλη ψευδόμενα ασυστόλως. Και ήταν τα χείλη του πρωθυπουργού. Τα ίδια χείλη που έκρωζαν για «τέρμα το μνημόνιο», «τέρμα ο ΕΝΦΙΑ», για «νταούλια» που θα βαράμε προκειμένου να χορεύουν οι ξένοι, για πολλά ακόμα που έκαναν τα πλήθη να παραληρούν και να εκστασιάζονται ακούγοντας αυτά που ήθελαν ν’ ακούσουν για να θεραπευθεί η αγανάκτησή τους, συναίσθημα που εκφράστηκε με τον γλαφυρότερο τρόπο από υπουργό, ο οποίος, τιμώντας την μαγκιά της λαϊκής κουλτούρας,  πιθανότατα στην επόμενη δημόσια παρουσία του στείλει τρία μέτρα κάτω από τη γη κάποιους ανήθικους δημοσιογράφους του συστήματος. 


Ας είναι…
Το Πάσχα θα είναι μια ευκαιρία για να ξεφύγουμε προσωρινά από την θλίψη των ημερών και να επικεντρωθούμε στις τελετουργίες της παράδοσης με τα έθιμα ως αντίδοτο στα όσα μας πληγώνουν και που δεν είναι λίγα. Θα ευχηθούμε να πάρουν τέλος τα δεινά μας και να ζήσουμε καλύτερες μέρες, χωρίς ωστόσο να πιστεύουμε πως θα έρθουν κιόλας. Άλλωστε όλα όσα αντι-αναπτυξιακά βιώνουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγούν. Άσχετα αν αρμόδιοι υπουργοί προσπαθούν να μας πείσουν  περί του αντιθέτου, βεβαιώνοντας πως εντός ολίγου θα ζήσουμε μιαν εκρηκτική ανάπτυξη. Η αλήθεια βρίσκεται στις τσέπες του καθενός και στην δυνατότητα των νέων ανθρώπων να παράγουν όνειρα.
Άραγε να ξέρει κανείς που κατοικούν τα όνειρα των νέων;
Άραγε να ξέρει κανείς με τι διαβατήριο μεταναστεύει η ελπίδα;
Φοβούμαι πως η απάντηση είναι «κανείς!».

Πριν έναν χρόνο από τη θέση αυτή έγραφα πως: «Επιτακτικότερο από ποτέ προβάλει το αίτημα της σοβαρότητας. Η γελοιοποίηση πρέπει να λήξει οριστικά. Οριστικά πρέπει ο πρωθυπουργός να πιστέψει ότι είναι πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων. Οριστικά πρέπει ο υπουργός Οικονομικών να αποδείξει πως την ανατροπή δεν την κάνεις αλλάζοντας τα «ν» του βαφτιστικού σου ονόματος, ούτε υποστηρίζοντας ασαφώς μια δημιουργική ασάφεια που επιτρέπει τον κάθε ψυχασθενή να εξευτελίζει τη χώρα». Δεν μπορούσα να υποθέσω ότι όλα τότε ξεκινούσαν κι ευχόμουν να είναι το τέλος της περιπέτειας. Δώδεκα μήνες μετά, το αίτημα της σοβαρότητας παραμένει και προκαλεί τις κοινωνικές δομές. Βεβαίως στην όλη παράνοια έχει προστεθεί και το μέγα πρόβλημα του προσφυγικού και η χλιαρή αντιμετώπισή του, αλλά ούτε αυτό φαίνεται ικανό ν’ αφυπνίσει τις ταξικές συνειδήσεις από τον αυτοάνοσο λήθαργό τους.
Μ’ αυτά και άλλα πολλά πορευόμαστε προς το Πάσχα και τους συμβολισμούς του. Τα κρίσιμα έχουν μετατεθεί για μετά. Ίσως κάποιοι νέοι ακροβατισμοί παρατείνουν τις αγωνίες, ίσως ν’ αχνοφαίνονται και εκλογές εν μέσω αδιεξόδων με τις μηχανές της μαύρης προπαγάνδας να φουλάρουν, προκειμένου να μας πείσουν πως είμαστε τα θύματα μιας διεθνούς συνωμοσίας και μιας εγχώριας προδοσίας. Πια τα πάντα είναι πιθανά…
Καλό Πάσχα…
Άγγελος Πετρουλάκης


Το «αντίο» του Κώστα Τσιάνου (;)



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη LARISSA net, την Πέμπτη, 21-4-2016)



Για τον Κώστα Τσιάνο έγραψα πρώτη φορά στα τέλη του 1975. Ήταν σ’ εκείνη την ονειροπόλα «ομάδα» που επέστρεψε στη γενέτειρα Λάρισα με σκοπό να μεταφέρει το Θέατρο εκτός Αθηνών. Ένα χρόνο πριν, η πτώση της δικτατορίας είχε γεννήσει πολλούς ανέμους αναγέννησης όχι μόνο στην πολιτική ζωή, αλλά σε όλες τις κοινωνικές δομές. Ο όρος «αποκέντρωση» σήμαινε πολλά.
Εκείνη η «ομάδα» των λαρισαίων Κώστα Τσιάνου, Γιώργου Ζιάκα, Άννας Βαγενά, με την υποστήριξη πολλών ανθρώπων του Θεάτρου, και όχι μόνο, αποφασίζει να κάνει Θέατρο και στη Λάρισα, υπερπηδώντας πολλά εμπόδια και αναστολές. Η κίνηση παίρνει τον τίτλο «Θεσσαλική Πνευματική Πορεία» και την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων του ’75 ανεβάζει την «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου και κουστούμια του Κώστα Ζιάκα. Στη Λάρισα έχει γεννηθεί το πρώτο θέατρο της ελληνικής επαρχίας. Ένα θέατρο που θα προσφέρει πολλά στην διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Ο Κώστας Τσιάνος ήταν τότε 33 χρονών…
Ανατρέχοντας σήμερα στα ιστορικά στοιχεία του Θ. Θ. πληροφορούμαστε ότι εκείνη η «Αυλή των θαυμάτων» έδωσε 84 παραστάσεις σε 22 πόλεις και χωριά, συγκεντρώνοντας 17.500 θεατές. Το σημαντικό όμως είναι πως έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς, πάρα πολλούς, ιδιαίτερα κατοίκους των χωριών, να δουν θέατρο για πρώτη φορά στη ζωή τους… Καφενεία και πλατείες χωριών «υποδέχονται» σκηνικά και φωτισμούς και μεταλλάσσονται όντως σε αυλές των θαυμάτων. Κάποιοι παλιότεροι Λαρισαίοι θα τα θυμούνται αυτά. Όπως επίσης κάποιοι παλιότεροι Λαρισαίοι θα θυμούνται πως πολλοί σε παρέες θεατρόφιλων προφήτευαν τον σύντομο θάνατο της κίνησης.
Να όμως που το θέατρο της Λάρισας δεν πέθανε. Ακολούθησαν δεκάδες θεατρικά έργα, τόσο από τον χώρο του ελληνικού θεάτρου, όχι και από τον χώρο του παγκόσμιου θεάτρου. Θεατρικά έργα δύσκολα, απαιτητικά, πολυπρόσωπα. Μέχρι που το 1988 έρχεται η μεγάλη στιγμή.
Η «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη διδάσκεται στο μικρό αρχαίο θέατρο της πόλης, που ζωντανεύει μετά από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Η «Ηλέκτρα» ανατρέπει και ανατρέπεται. «Γίνεται» δική μας, μια καραγκούνα του θεσσαλικού κάμπου που αποθεώνει τον όρο «Τραγωδία».

Ήταν ένα γλυκύτατο καλοκαιρινό βράδυ. Αρκετοί απ’ αυτούς που προσέρχονταν δεν ήξεραν ούτε πως πίσω από το Εργατικό Κέντρο, στην πλάτη του κτηρίου των αδελφών Λόκα υπήρχε αρχαίο θέατρο. Επίσης αρκετοί μουρμούριζαν πως δυσκολεύονταν να καθίσουν στο γρασίδι. Ο Κώστα Τσιάνος αγχωμένος να πηγαινοέρχεται στα «παρασκήνια». Ποια παρασκήνια; Ο Γιώργος Ζιάκας με την ολύμπια ηρεμία του. Μετά το χαμήλωμα και το σβήσιμο των προβολέων. Η σιωπή…
Ύστερα ξεδιπλώθηκε το θαύμα. Μια μουσική υποβλητική, μια Λυδία Κονιόρδου συγκλονιστική. Ένας Χορός πρωτόγνωρος. Στο μικρό αρχαίο θέατρο της πόλης είχε συμβεί κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.

 Το θέατρο της Λάρισας γίνεται το πρώτο θέατρο της ελληνικής επαρχίας που με την τραγωδία αυτή, ένα χρόνο μετά, μπαίνει στην Επίδαυρο, προκαλώντας σεισμό. Ο Κώστας Τσιάνος έχει κερδίσει το στοίχημα με την ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Καιρό μετά διαβάζω μια συνέντευξη της Λυδίας Κονιόρδου, που θα εξελιχθεί σε κορυφαία ηθοποιό του αρχαίου δράματος:
«Ο Κώστας (Τσιάνος) έσκυψε με ευλάβεια στη λαϊκή μας παράδοση και έφτιαξε μια παράσταση- πρόταση με όραμα, που άνοιξε νέους δρόμους στο αρχαίο δράμα. Η εμπειρία μου ήταν εξαιρετική και ακριβή και με σφράγισε για πάντα. Όπως με σφράγισε και το Θεσσαλικό, που έχει γράψει τη δική του ιστορία με παραστάσεις σημαντικές. Πρόκειται για ένα ΔΗΠΕΘΕ υπόδειγμα που συνεχίζει να… κλέβει την παράσταση ακόμα και στα τριάντα πέντε του χρόνια και έχει πολλά να μας προσφέρει ακόμα!»
Σήμερα, 28 χρόνια μετά από εκείνο το βράδυ, 41 μετά το ξεκίνημα του Θεσσαλικού, η πραγματικότητα έχει αλλάξει. Ο Κώστας Τσιάνος μιλά για το τέλος μιας ιστορίας. Οι υπεύθυνοι για την τύχη του Θεσσαλικού μιλούν για νόμιμες διαδικασίες. Η σύμβαση του καλλιτεχνικού διευθυντή έχει λήξει από τον Φεβρουάριο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, δηλαδή ο Κώστας Τσιάνος ανήκει στα… ληγμένα. Οι νόμιμες διαδικασίες μιλούν για μια συγκεκριμένη οδό που πρέπει να ακολουθηθεί. Πότε; Δεν έπρεπε να είχαν δρομολογηθεί οι διαδικασίες πολύ πριν την λήξη της θητείας, έτσι ώστε αμέσως να ακολουθούσε μια νέα θητεία καλλιτεχνικού διευθυντή;
Το Θεσσαλικό Θέατρο, βέβαια, συνεχίζει. Ο Κώστας Τσιάνος ολοκληρώνει την απόπειρά του για την θεατρική μεταφορά κειμένων της λογοτεχνίας μας που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένους κύκλους έκφρασης. Η αρχή είχε γίνει με το «Κάποτε στη Σμύρνη», που είχε μεταφέρει με κείμενα Ελλήνων λογοτεχνών την ελληνική προσφυγιά της Μικρασιατικής καταστροφής. Συνεχίστηκε με το «μάθημα» της πατριδογνωσίας του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τα «Ψηλά βουνά». Η τριλογία ολοκληρώνεται με την τρέχουσα παράσταση «Του ήλιου και του φεγγαριού», η οποία μεταφέρει το κλίμα των παραλογών του δημοτικού μας τραγουδιού.
Ο Κώστας Τσιάνος λέει ότι στις 26 του μήνα όλα τελειώνουν.

Τουλάχιστον για τον ίδιο.

Άλλωστε αυτός δεν έχει ν’ αποδείξει τίποτα σε ό,τι αφορά την αξία του. Η πορεία του έχει καταγραφεί στο Ελληνικό Θέατρο. Μένει ν’ αποδείξουν και οι αρμόδιοι που διαχειρίζονται τα δημοτικά θέματα την αγάπη τους για την πόλη.

Άγγελος Πετρουλάκης



Έφη Βενιανάκη – «Σε ακανόνιστο ρεύμα»



ΒΙΒΛΙΟ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Έφη Βενιανάκη – «Σε ακανόνιστο ρεύμα»
Εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Ένα μυθιστόρημα όχι μόνο για τα χαμένα όνειρα, αλλά και για την μαθητεία στον θάνατο. Ένα μυθιστόρημα έκπληξη. Με μια γραφή που σε συνεπαίρνει. Ενίοτε ποιητική. Εσωστρεφής. Σε μια παράλληλη εξιστόρηση της ζωής δυο γυναικών. Που τυχαία συναντήθηκαν. Η μία καθώς επιχειρούσε πτώση στο κενό στην προσπάθειά της να τερματίσει τη ζωή της. Η άλλη, καθώς τυχαία έγινε η αυτόπτης μάρτυρας. Με πολλά κοινά. Το σημαντικότερο: Την θολή σκιά ενός πατέρα. Μαχαίρι σε μια πληγή που έμενε ανοιχτή…
Η Έφη Βενιανάκη έδωσε δείγματα μιας άλλης γραφής. Γνωρίζει την δύναμη των λέξεων και τις εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά. Όπως και την στίξη. Παράλληλα γνωρίζει και την γυναικεία ψυχοσύνθεση. Και συνθέτει ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερα αξιόλογο.
Δύο οι άξονες πάνω στους οποίους κινείται η μυθοπλασία. Ο ένας ακούει στο όνομα Μαρία, ο άλλος στο όνομα Ανθή. Η δεύτερη είναι αυτή που θέλησε ν’ ανασυγκροτήσει τη ζωή της με τον εθελούσιο θάνατο. Η πρώτη αυτή που βρίσκεται στο ξεκίνημα της ζωής της, ωστόσο με σημαντικές τραυματικές εμπειρίες.
Μια φράση κλείνει πολλά: «Αγάπα με, μαμά…»
Ιδού η καθοριστική αλήθεια. Το κενό. Η κραυγή. Η Έφη Βενιανάκη ιδιαίτερα έντεχνα ξεκλειδώνει την γυναικεία φύση. Φτάνει εκεί όπου το έλλειμμα της αγάπης καταπίνει όνειρα, αισιοδοξίες, αυτογνωσίες.
Δύσκολο το εγχείρημα από την πλευρά της συγγραφέως. Όμως παλεύει μαζί του και κερδίζει. Δίνει τις συντεταγμένες αυτών των μικρών τραυμάτων που με τον χρόνο εξελίσσονται σε τεράστιες χοάνες και απειλούν να καταπιούν την ζωή.
«Η ζωή είναι ένα υπέροχα δύσβατο ταξίδι στην ύπαρξή μας...», γράφει η Βενιανάκη δίνοντας το στίγμα της εσωτερικής περιπέτειας της 17χρονης Μαρίας που γνώρισε πρόωρα πολλές από τις εκφάνσεις του πόνου, ως αποκύημα της απόρριψης.
«Η ελευθερία μου είχε τη γεύση της λύπης της…», μονολογεί σε άλλο σημείο των αφηγήσεων η Ανθή, καθώς οδηγείται μέσα σε κώμα στο θάνατό της. Το ψυχογράφημα σε δυο παράλληλα επίπεδα είναι συγκλονιστικό και για τις δυο γυναίκες. Σαν μια κατάθεση σιωπής στο μέγα θέμα της απώλειας.
«Υπάρχει αυτή η μερίδα ανθρώπων που τους είναι αβάσταχτη η απώλεια. Κατοικούν ρημαγμένοι στο σώμα τους, σέρνουν τη ζωή τους, έτοιμοι να κάψουν και να καούν, σαν στοιχειά μπαινοβγαίνουν στην καθημερινότητά τους, αλλά συνομιλούν με βλέμματα και σιωπές…», γράφει διά μέσω της Ανθής, καθώς εκείνη εγκαταλείπει τη ζωή.
Προχωρώντας σελίδα τη σελίδα πάσχιζα να θυμηθώ κάτι που είχα διαβάσει παλαιότερα: «Το σκάφανδρο και η πεταλούδα» του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί (Εκδόσεις «Ψυχογιός»), ένα ακόμα συγκλονιστικό βιβλίο για τη ζωή και τον θάνατο.
Ναι, η Έφη Βενιανάκη έγραψε ένα συγκλονιστικό βιβλίο.

Γιάννης Καλπούζος - "Σέρρα"

Γιάννης Καλπούζος – «Σέρρα»



ΒΙΒΛΙΟ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Το χρονικό του αίματος στον Πόντο

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Ένα χρόνο μετά το «Σάος» ο Γιάννης Καλπούζος επανέρχεται με το «Σέρρα» (εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ), ένα μυθιστόρημα ποταμό και καταθέτει στη λογοτεχνία μας μια μεγάλη λίμνη αίματος: Τον ελληνικό Πόντο και την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Το «Σέρρα» του Γιάννη Καλπούζου είναι το συγκλονιστικό χρονικό αίματος που βίωσαν οι Έλληνες του Πόντου, ένα χρονικό που ξεπερνά κάθε εφιαλτική φαντασία, αφού οι δολοφονικές συμπεριφορές των Τούρκων και όχι μόνο έστειλαν στον θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Έλληνες, εξευτελίζοντας κάθε αξία ζωής.
Είναι επίσης και το χρονικό της εγκληματικής αντιμετώπισης των προσφύγων από την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, με τα στρατόπεδα εξορίας και τους εκτοπισμούς τους. Ο Γιάννης Καλπούζος με όχημα την λογοτεχνία μπήκε βαθιά μέσα στο δράμα των Ελλήνων του Πόντου και ανάγλυφα παρουσίασε την ωμή ιστορία ως λογοτεχνικό έπος.
Όλως… τυχαίως βλάπτει σοβαρά την υγεία όσων ισχυρίζονται πως δεν ήταν γενοκτονία η επίθεση κατά του ελληνικού γένους στον Πόντο, όπως και την υγεία κάθε πιστού τού σταλινικού ΚΚΕ. Εκτός κι αν έχει αποφασίσει να διαβάσει και κάτι πέρα από τις κομματικές μπροσούρες. Για έναν λόγο και μόνο: Ο Γιάννης Καλπούζος ψύχραιμα και εμπεριστατωμένα παρουσιάζει αλήθειες και μόνο.
Στον άξονα του βιβλίου τοποθετείται ένας άντρας και το μοίρασμά του ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Ή το αντίστροφο: Η διεκδίκηση ενός ανδρός από δυο γυναίκες. Αλλά αυτό λειτουργεί ως πρόσχημα. Είναι το όχημα που θα οδηγήσει τον αναγνώστη στα βαθιά μονοπάτια της ιστορίας. Μιας ιστορίας άγνωστης στους πολλούς αναγνώστες, ιδιαίτερα στους νεότερους, που την τραγωδία του ελληνικού Πόντου την προσπέρασαν με λίγες αράδες σε κάποιο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, έτσι όπως διδάσκεται στα θρανία.
Η τέχνη του συγγραφέα δεν είναι απλά και μόνο η συγκρότηση μιας μυθοπλασίας με αρχή, μέση και τέλος. Όταν ο συγγραφέας δεν καταφεύγει εξ ολοκλήρου στην φαντασία έχει χρέος να σκάβει την πραγματικότητα, ανακαλύπτοντας τα αίτια των συμπεριφορών και καταγράφοντας από πολλές οπτικές το γεγονός, έτσι ώστε να ξεφεύγει από την φθαρτότητα των υστεροβουλιών.
Ο Γιάννης Καλπούζος, εκατό χρόνια μετά αποδεικνύεται δεινός ερευνητής και ικανός μυθοπλάστης. Είχε δώσει τις εξετάσεις του άλλωστε με το «Άγιοι και δαίμονες» και το «Ιμαρέτ». Στο «Σέρρα» προχωρά ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας ένα κλασικό μυθιστόρημα.
Ο τίτλος, για τους Έλληνες του Πόντου, παραπέμπει στον αντιπροσωπευτικό πολεμικό τους χορό, τον «Πυρρίχιο» της αρχαιότητας. Η περιγραφή του χορού καθηλώνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δεν έχει παρακολουθήσει ζωντανά τούτη τη μέθεξη από χορευτές:
«Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει, και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο αρχαίος Πυρρίχιος χορός. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες.
Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιο το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.
Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αποζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα.
Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «Όι!» «Όι!», σαν να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει…»
Το άγριο της ζωής του Ποντιακού Ελληνισμού, λοιπόν, ξεδιπλώνεται μέσα στις σελίδες του μυθιστορήματος. Με πρώτο πεδίο αναφοράς την περιοχής της Τραπεζούντας, ένα κέντρο του Ελληνισμού με ιστορία αιώνων. Εκεί θα διασταυρωθούν τα συμφέροντα των Νεοτούρκων και των Ρώσων, εκεί θα δοκιμαστεί και η θολή ελληνική πολιτική με αφετηρία της τον εθνικό διχασμό και κατάληξη την συντριβή της μικρασιατικής εκστρατείας. Θύματα οι άμαχοι, οι άνθρωποι που ονειρεύονταν μια ήρεμη ζωή, μια καλύτερη τύχη για τα παιδιά τους. Ο εθνικισμός έσπειρε το μίσος σε κοινωνίες που συμβίωναν ειρηνικά για αιώνες και ο κομματισμός την δυστυχία του θανάτου.
Έρμαιο σε θολά συμφέροντα το ελληνικό στοιχείο του Πόντου υπόκειται αδιανόητους διωγμούς, που ζωντανεύουν μοναδικά μέσα στις σελίδες του βιβλίου, με τον συγγραφέα να οδηγεί έντεχνα τον αναγνώστη τόσο στα πραγματικά γεγονότα, όσο και στην ατμόσφαιρα της εποχής, περιγράφοντας με τις απαραίτητες λεπτομέρειες όλα όσα χρειάζεται ο αναγνώστης για να κατανοήσει την περιπέτεια του Πόντου.
Όμως ο Γιάννης Καλπούζος προχωρά ακόμα περισσότερο από την απλή εξιστόρηση. Ζωντανεύει στην κυριολεξία την εποχή, περιγράφοντας τις πολιτείες και τα χωριά της υπαίθρου, μεταφέροντας στοιχεία ντοπιολαλιάς, ανασύροντας σπέρματα της γραμμής που ενώνει τον Πόντο με την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, αναπλάθοντας έθιμα, γεύσεις, προσδοκίες. Όλα αυτά χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, που απνευστί προχωρά τις σελίδες της αφήγησης και των περιγραφών.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι περιγραφές της ζωής που αντιμετώπισαν οι Πόντιοι που κατάφυγαν στην Ρωσία προκειμένου να διασωθούν από τις σφαγές των Τούρκων. Ακόμα πιο πικρές οι σελίδες αυτής της περιπέτειας, που με μέγιστη ευαισθησία περιγράφει ο συγγραφέας.
Το «Σέρρα» είναι ένα μυθιστόρημα σταθμός.
Ας είναι καλοτάξιδο.

Η οίηση της ανεπάρκειας…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στην Larissa net στις 15-4-2015



Ανάμεσα στα «λέιντι» και στα «βουρλίζομαι» της αντι-διαφήμισης του γνωστού πολυκαταστήματος, στην αναβλητικότητα των συζητήσεων για την «αξιολόγηση», στην… πάνσοφη αντιμετώπιση του προσφυγικού από την παρέα των αλληλέγγυων στους «αλληλέγγυους», ανάμεσα στα βογκητά της αγοράς που ψάχνει κάπου να κρατηθεί μέσα στο χάος των σεισμικών φορολογικών στρατηγικών και των παραινέσεων της κ. Μοιραράκη προς τον κ. Τσακαλώτο να τελειώσει τις διαπραγματεύσεις για να συνέλθει η αγορά, εξαπλώνεται η οίηση με την οποία τα κυβερνητικά στελέχη αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα.
Πλέον αδυνατώ να παρακολουθήσω τα συμβαίνοντα. Κάποτε, πριν πολλά πολλά χρόνια, ο Διαφωτισμός και η Νεωτερικότητα προέκυψαν από την ανάγκη της Σκέψης ν’ αντιμετωπίσει την θρησκοληψία και τους δαίμονες του αλάθητου που εξουσίαζαν «λόγω και έργω» την ζωή του ανθρώπου και την λειτουργία των κοινωνιών. Σήμερα μια νέα θρησκοληψία - ερμηνευόμενη μόνο μέσα από ταξικές στρατηγικές – έρχεται να δυναστεύσει τον δημόσιο βίο. Ωστόσο οι επιπτώσεις και στο κοινωνικό σώμα είναι και ραγδαίες, και δραματικές. Και δεν παίρνω αφορμή για τις σκέψεις αυτές από την πτώχευση της «Ηλεκτρονικής Αθηνών». Έχουν πτωχεύσει πιο μπροστά εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες, μικρές επιχειρήσεις των δυο, τριών, τεσσάρων εργαζομένων, που γι’ αυτές δεν έγινε κανένα δημοσιογραφικό μνημόσυνο, ωστόσο είναι νεκρές.
Δεν θέλω να γελοιοποιήσω την πολιτική μνήμη, αλλά δεν μπορώ τώρα που ξαναρχίζει η συζήτηση για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης να μην θυμηθώ εκείνα τα νταούλια που θα χτυπούσε ο πρωθυπουργός και θα χόρευαν στον ρυθμό μας Μέρκελ και δανειστές. Δεν μπορώ να μην θυμηθώ το δάχτυλο του Βαρουφάκη και την δημιουργική του ασάφεια. Δεν μπορώ να μην θυμηθώ το σχίσιμο των μνημονίων και τους γερμανοτσολιάδες που δεν θα ψήφιζαν «Όχι». Με την Ανάσταση θα έρθει και η ανάσταση του κράτους, είχε τονίσει πρόσφατα ο πρωθυπουργός. Θα έρθει; Ένα απλό 15νθήμερο μας χωρίζει από την Ανάσταση. Είθε να έρθει και η ανάσταση του κράτους, ακόμα και αν περάσουμε την πλέον μαύρη Μεγάλη Εβδομάδα.
Πριν δυο χρόνια σύσσωμη η ηγετική ομάδα και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αναθεμάτιζαν την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά για την ανικανότητά της, αλλά και τα αντιλαϊκά μέτρα. Ούτε καν το 13 % ΦΠΑ που είχε επιτύχει στην εστίαση δεν της αναγνώριζαν ως θετικό βήμα. Σήμερα μετά από δεκαπέντε περίπου μήνες διακυβέρνησης, με όλες τις «κόκκινες γραμμές» καταρρακωμένες, με όλες τις δεσμεύσεις κουρελιασμένες, με όλα τα σύμφωνα και τα συμβόλαια με τον λαό σκατόχαρτα, ισχυρίζονται ότι δίνουν μάχη και ότι τα αποτελέσματα θα φανούν στο τέλος της τετραετίας, ισχυριζόμενοι ότι ούτως ή άλλως είναι κυβέρνηση τετραετίας. Όμως και τον Ιανουάριο για κυβέρνηση τετραετίας είχαν εκλεγεί και προχώρησαν σ’ εκλογές εννιά μήνες μετά, δήθεν για να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους. Και κάθε κυβέρνηση που κερδίζει τις εκλογές με ορίζοντα τετραετίας τις κερδίζει. Ουδέποτε εξελέγη κυβέρνηση υποσχόμενη εκλογές σ’ έναν ή δυο χρόνια, άσχετα αν ξεψυχά πριν την ώρα της.
Όμως η πλειοψηφία των εκλογέων είναι αυτή που αποφασίζει για την τύχη της χώρας και λόγος δεν πέφτει σε όσους έχουν αρνητική τοποθέτηση. Η πλειοψηφία των εκλογέων αποφάσισε την ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την ακόμα βαρύτερη φορολόγηση, την μετατροπή των νησιών σε αποθήκες φυγάδων, την διαχείριση της προσφυγικής κρίσης με την στρατηγική που εφαρμόζεται σήμερα.
Ακριβώς σ’ αυτήν την πλειοψηφία στηρίζεται η οίηση. Οι εκλογείς έστειλαν οποιαδήποτε άλλη πολιτική στο περιθώριο της δράσης, αρνούμενοι να πιστέψουν σε κάτι διαφορετικό από την ενεστώσα πραγματικότητα.
Μ’ αυτήν την πιστοποίηση αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τις απαιτήσεις εταίρων και μη και μ’ αυτήν την πιστοποίηση θα πάρει τις ανάλογες αποφάσεις. Πιθανότατα μ’ αυτήν την πιστοποίηση επιχειρήσει και ηρωική έξοδο από τον ευρωπαϊκό συνασπισμό, ή την οριστική διαφυγή της από την διαχείριση της κρίσης. Αλλά αυτό είναι κάτι που σίγουρα απεύχονται όσοι βλέπουν προβληματικό το πολιτικό τους μέλλον, εκείνοι που σήμερα καταφεύγουν σε λεκτικούς ακροβατισμούς για να δικαιολογήσουν την ανεπάρκειά τους.
Όχι δεν φταίει η Ευρώπη για τα δεινά μας. Δεν φταίει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δεν φταίνε οι δανειστές μας. Καιρός να σταματήσει η κοροϊδία των λέξεων. Η δική μας ανεπάρκεια ευθύνεται σε απόλυτο βαθμό. Η δική μας ανεπάρκεια ήταν πίσω από κάθε κρίση, κάθε ανθρωποσφαγή. Είμαστε τα «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας», όπως εύστοχα τιτλοφόρησε το βιβλίο του ο Κώστας Κωστής, είμαστε αυτοί που τρώμε τις σάρκες μας, άλλοτε με τις ληστοκρατίες, άλλοτε με τους εθνικούς διχασμούς, άλλοτε με τους εμφύλιους, άλλοτε με δικτατορίες, άλλοτε με μνημόνια και μνημόσυνα ήττας.
Κακομαθημένο παιδί και ο κυβερνήτης μας με την υποστήριξη πολλών ακόμα κακομαθημένων παιδιών που παίζουν σ’ ένα ρίσκο χωρίς όρια την κοινωνική απόγνωση, πουλώντας της απατηλές υποσχέσεις και αλήτικες δικαιολογίες. Μάθαμε στην απάτη και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτήν. Μάθαμε στην ψευδαίσθηση και ζούμε με τον ναρκισσισμό του δήθεν. Ό,τι βιώνουμε είναι αυτό που μας αξίζει. Με τους επιτήδειους να τρώνε τα παντεσπάνια και τους ασυμβίβαστους τον κοπανισμένο αέρα της σεμνότητάς τους.
Άγγελος Πετρουλάκης 





Τι θα γίνει αν υπάρξει κάποιος νεκρός;



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 8-4-2016)



Σκηνές απείρου κάλλους στον Πειραιά.
Μετά από εκείνες στις ακτές των νησιών μας.
Μετά από τις άλλες στην Ειδομένη.
Στις ακτές των νησιών μας – οι σκηνές - πονούσαν ιδιαίτερα όταν περιλάμβαναν και πτώματα. Όταν ο φακός των φωτογράφων απαθανάτιζε το σημείο μηδέν, το μηδέν της ζωής.
Στην Ειδομένη οι σκηνές γίνονταν πιο δραματικές όταν μέσα στις λάσπες τσαλαβουτούσαν γυμνά πόδια. Και βέβαια αγκάλιασαν το σημείο μηδέν κάπου στα παγωμένα νερά ενός ποταμού, χείμαρρος λένε πως είναι.
Στον Πειραιά τα παιδιά γίνονται προμαχώνες. Αναπνέοντες προμαχώνες. Βαράτε τα παιδιά. Αν σας κάνει ψυχή. Αν δεν αφήσετε μέσα σας ίχνος ανθρωπιάς. Πολλούς βαρβάρους έχει καταγράψει η ιστορία να βάζουν προπέτασμα παιδιά και γέρους. Οι γέροι όμως ζυγίζουν περισσότερο από τα βρέφη, άρα δεν τους πετάμε. Τα βρέφη, ακόμα και για παιγνίδι, τα πετά εύκολα ένας ενήλικος στον άλλον. Γιατί να μην τα πετάξουμε και για εκβιασμό;
Ένα κράτος κουρέλι που το αντικαταστούν και το εκφράζουν «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» και «Αλληλέγγυοι». Αυτές αποφασίζουν πότε θα είναι ανοικτοί οι δρόμοι, πότε θα εφαρμόζεται ο νόμος για παρακώλυση συγκοινωνιών, πότε θα οργώσει ο αγρότης το χωράφι του, πού θα εγκατασταθούν φυγάδες, πρόσφυγες ή μετανάστες. Το βράδυ της Τετάρτης προς την Πέμπτη οι «Αλληλέγγυοι» οδήγησαν ομάδα μεταναστών στο Σύνταγμα, προκειμένου να στήσουν εκεί τις σκηνές τους. Αύριο, μεθαύριο κανείς δεν ξέρει πού θα έχουν την έμπνευση να τους πάνε και τι επεισόδια θα δημιουργήσουν για να προκαλέσουν εντυπώσεις.
Και η Κυβέρνηση; Η Κυβέρνηση παρακολουθεί – έτσι δηλώνει – γιατί δεν είναι στην λογική της άλλες στρατηγικές. Κατά τα άλλα είναι Κυβέρνηση. Χαίρω πολύ. Άραγε, στον Έλληνα αγρότη που δεν μπορεί να οργώσει το χωράφι του, αρκεί αυτό το «παρακολουθεί»; Άραγε στον φορτηγατζή, που πέφτει πάνω στον κλειστό δρόμο, αρκεί το «παρακολουθεί»; Εντάξει, ο φορτηγατζής έχει συνηθίσει τους αποκλεισμούς. Κάποτε έκλεινε και ο ίδιος. Μετά τον έκλειναν οι αγρότες. Ας τον κλείσουν τώρα Σύριοι, Αφγανοί, Πακιστανοί. Ούτως ή άλλως στην Ελλάδα δεν έχουν απέναντί τους βόμβες και αποκεφαλισμούς. Έχουν μια πολιτισμένη χώρα που έχει μάθει να ανέχεται. Άλλωστε σ’ αυτές τις ενέργειες έχουν και τους καθοδηγητές των «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων» και των «Αλληλέγγυων», οι οποίοι με τη σειρά τους χαίρουν της κρατικής εκτίμησης και προστασίας.
Όμως…
Τι θα γίνει αν αποδειχθεί ότι οι «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» ροκανίζουν κονδύλια που έπρεπε να βοηθούν την διαβίωση των φυγάδων.
Τι θα γίνει αν οι «Αλληλέγγυοι» αποδειχθεί ότι είναι υστερόβουλοι τυχοδιώκτες, εξυπηρετούντες είτε ιδεοληψίες, είτε άδηλους πλουτισμούς;
Και τι θα γίνει αν υπάρξει κάποιος νεκρός;
Η απάντηση είναι απλή: Θα φταίνε τα επάρατα 40 χρόνια των προηγούμενων κυβερνήσεων. Ίσως και τα 400 της Τουρκοκρατίας.
Πάντως όχι η «Κυβέρνηση οκταμήνου», όπως πρόσφατα (ΣΚΑΪ 6-4-2016) την χαρακτήρισε συντοπίτης μας βουλευτής των ΑΝΕΛ. Δηλαδή η Κυβέρνηση που πρόκυψε από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015, με την σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Και η Κυβέρνηση που είχε προκύψει με τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 δεν ήταν Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ; Άλλη ήταν; Το διάστημα από 25 Ιανουαρίου μέχρι 20 Σεπτεμβρίου διαγράφεται; Το πήρε μαζί του ο Βαρουφάκης, ο Λαφαζάνης, η Κωνσταντοπούλου κι εξαφανίστηκε, όπως εξαφανίζονταν οι πρόσφυγες – μετανάστες της κ. Τασίας; Οποίος αυτοεξευτελισμός; Στις ώριμες ηλικίες τουλάχιστον πρέπει να μαθαίνουμε πως όταν δεν έχουμε να πούμε κάτι, προτιμότερο είναι να σιωπούμε. Προς χάριν έστω της αξιοπρεπείας.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ εξουσιάζει την χώρα από την 26η Ιανουαρίου 2015 και ευθύνεται απολύτως για ό,τι έχει συμβεί στο διάστημα αυτό, άσχετα αν η επιστήμη της προπαγάνδας επιχειρεί να βρει ευθύνες ακόμα και στους Περσικούς Πολέμους. Η δε μεγίστη των ευθυνών της είναι η καλλιέργεια κλίματος διχασμού, το κόστος του οποίου θα πληρώσουν μελλοντικές γενιές.
Η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού – προσφυγικού με Μ.Κ.Ο. και Αλληλέγγυους είναι απόλυτη επιλογή της Κυβέρνησης. Αυτή η στρατηγική εξυπηρετεί την ταξική της συνείδηση. Το δήλωσαν ξεκάθαρα κορυφαία κυβερνητικά στελέχη (Μουζάλας, Δρίτσας, Φωτίου κ. ά). Βεβαίως την λάντζα θα την κάνουν άλλοι: Στρατός, Αστυνομία, Λιμενικό. Γιατί η λάντζα είναι άλλη υπόθεση, απαιτεί κόπο και υπευθυνότητα.
Την ταξική της συνείδηση βεβαίως εξυπηρετούν και άλλα, όπως η γελοιότητα της ρήτρας εχεμύθειας που σκαρφίστηκε ο Πρόεδρος της Βουλής. Αλήθεια γιατί δεν πρέπει να μαθαίνουμε τι συζητιέται στη Βουλή ή στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις των βουλευτών; Από πότε η αλήθεια βλάπτει τη δημοκρατία;
Και από πότε η ΕΣΗΕΑ ανέλαβε καθήκοντα υπηρεσίας λογοκρισίας; Αλλά αυτό μια άλλη φορά…
Άγγελος Πετρουλάκης



Αηδία χωρίς πάτο…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net την 1η Απριλίου 2016)


Το ζήσαμε κι αυτό… Ό,τι πιο εμετικό θα μπορούσε να συμβεί. Δυο ώριμοι πολιτικοί άνδρες, δηλαδή με ιδιαίτερα μακρόβια πορεία στην πολιτική σκηνή, ο εις υπουργός και ο έτερος με σημαντική υπουργική εμπειρία, ο μεν και αρχηγός πολιτικού κόμματος, ο δε κορυφαίο στέλεχος κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα επί σειρά ετών. Καμμένος και Βενιζέλος τα ονόματα…

Αν η αναμέτρηση και το ύφος της λεκτικής σύγκρουσης είχε λάβει χώρα σε καφενείο είμαι σίγουρος πως θα είχε κληθεί η αστυνομία. Θα είχαν υποβληθεί μηνύσεις για εξυβρίσεις και θα είχαν οδηγηθεί στο αυτόφωρο. Όμως ήταν στο Κοινοβούλιο. Που δυστυχώς έχει υποπέσει σε χαρακτήρα και του πλέον ρυπαρού καφενείου.
Αυτά ως προς την ουσία του θέματος. Γιατί, εν τέλει, διαφθορά και διαπλοκή αποδεικνύονται περιτύλιγμα της πολιτικής ζωής. Η ουσία είναι το ήθος. Χωρίς ήθος ο πολιτικός άνδρας είναι ευάλωτος και στην διαπλοκή και στην διαφθορά.
Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που η Βουλή γίνεται χώρος λεκτικών συγκρούσεων που παραβιάζουν την έννοια της ευπρέπειας και του αλληλοσεβασμού. Απλά, ως αφελής, πίστευα ότι τόσο η κρισιμότητα της εποχής, όσο και η πολιτική ενηλικίωση, θα είχαν διδάξει στους πολιτικούς άνδρες πως χωρίς να συζητούμε ήσυχα και απλά – όπως έγραψε ο Γ. Ρίτσος – λύση δεν βρίσκουμε ούτε στα απλά, ούτε στα κορυφαία προβλήματα. Και το πρόβλημα της Διαφθοράς, όπως και αυτό της Διαπλοκής είναι από τα κορυφαία της ελληνικής σήψης, τα πλέον κορυφαία της κατάντιας μας, αυτά που θα οδηγήσουν στον θάνατο της χώρας.
Εγωπαθείς, εκδικητικοί, μοιραίοι. Βουτηγμένοι στη λάσπη, στην απύθμενη κόλαση της υστεροβουλίας. Αυτά επιβεβαίωσαν στην τελευταία ‘‘συζήτηση’’ της Βουλής οι παραπάνω άνδρες και αρκετοί ακόμα, που οι φωνές τους, κραυγές ύβρεων, δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα.
Με τον κώδικα δεοντολογίας της Βουλής πλήρως απόντα. Με τον Πρόεδρο της Βουλής σε ρόλο χλιαρού και αποτυχημένου διαιτητή, με τον Πρωθυπουργό να χαμογελά, έστω πικρά, με τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων άναυδους.
Τι κρίμα.
Το μόνο που ένιωσα ήταν μια απύθμενη αηδία.
Που βέβαια ήρθαν να την γιγαντώσουν τα όσα ειπώθηκαν.
Όλα ρυπαρά. Ούτε το ελάχιστο ελπιδοφόρο. Με πρώτον και χειρότερον τον πρόεδρο της Κυβέρνησης που είρων και προκλητικός απέφυγε κάθε αυτοκριτική, προσφέροντας την ευλογία του ακόμα και σε πράξεις οφθαλμοφανούς διαφθοράς και κραυγαλέας διαπλοκής. Θα περίμενα από έναν νεαρό πρωθυπουργό να καταθέτει κάθε αλήθεια και να σηκώσει στους ώμους του λάθη και ευθύνες, υποσχόμενος για νέα αντίληψη πολιτικής δράσης.
Από την άλλη πλευρά παρακολούθησα το Βατερλώ δυο επίσης νέων πολιτικών αρχηγών, του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Φώφης Γεννηματά. Και οι δυο τους ανέλαβαν την αρχηγεία των κομμάτων τους, κληρονομώντας από τους προκατόχους τους και όλα τα ανομήματα εκείνων. Η προίκα τους δεν έχει μόνο ιστορικά πεπραγμένα που πήγαν τον τόπο ένα βήμα μπροστά. Έχει και όλα εκείνα, που στελέχη και μέλη των κομμάτων τους, είχαν διαπραγματευθεί στο σκοτάδι. Είναι πλέον υποχρεωμένοι να απολογούνται για τον όποιον Τσοχατζόπουλο και τον όποιον Παπασταύρου, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Δέσμιοι και οι δυο του παρελθόντος των κομμάτων τους πάσχιζαν να φωτίσουν τις αντίπαλες μαύρες πλευρές, χωρίς να μπορούν ν’ αποδείξουν ότι οι δικές τους πλευρές είναι λευκές. Και τα δυο κόμματα μοιράστηκαν την εξουσία από το 1974 μέχρι το 2015. Σαράντα ολόκληρα χρόνια συνομιλούσαν με οικονομικούς παράγοντες, με εκδότες, με συνδικάτα, με κομματάρχες, με πατρώνες. Οι νέοι αρχηγοί θα έπρεπε να στήσουν λαιμητόμους και να είχαν αποκεφαλίσει εκατοντάδες στελέχη και ίσως χιλιάδες παρατρεχάμενους. Ούτε συνέβη κάτι τέτοιο, ούτε θα μπορέσει να συμβεί. Άρα, δεν θα μπορέσουν να εκπληρώσουν την ευαγγελική ρήση ‘‘ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω’’. Και ο βάλτος θα απλώνεται.
Ήταν ένα ολόπικρο βράδυ, τελικά. Το μόνο που αποκόμισα ήταν πως δεν θ’ αλλάξει ποτέ αυτός ο τόπος. Πάντα θα υπάρχουν υπουργοί που θα εκτελούν βρόμικες επιθυμίες και εντολές ισχυρών παραγόντων, πάντα θα υπάρχουν πρωθυπουργοί που θα αδυνατούν να παραδεχτούν λάθη ή αστοχίες και θα έχουν ως αντίλογο το ‘‘κι εσείς τα ίδια και χειρότερα κάνατε…’’. Πάντα θα υπάρχει το ‘‘δικό μας – δικό σας’’, όπως θα υπάρχουν και οι υπόγειες διαδρομές μέσα από τις οποίες το δημόσιο χρήμα θα κατευθύνεται σε τσέπες σκοτεινές κι αμαρτωλές. Γιατί εν τέλει η αλήθεια είναι μια και αδιάψευστη: Όλα για το χρήμα, γίνονται. Το εύκολο, το άφθονο, το ρυπαρό χρήμα.
Ήταν σχεδόν τρεις μετά τα μεσάνυχτα όταν έκλεισα την τηλεόραση. Έμεινα να κοιτάζω τις σημειώσεις που κρατούσα τόσες ώρες. Σχεδόν θυμωμένος τράβηξα πάνω τους ένα τεράστιο ‘‘Χ’’. Ξαναπήρα την πένα μου. Ένιωθα πως κάτι έλειπε για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Μια λέξη έστω. Την έγραψα: Αηδία…
Άγγελος Πετρουλάκης