Google+ Followers

Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις - Κραυγή

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο του Καθηγητή της Νευρολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιώργου Χατζηγεωργίου "Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις".
Ο φίλος γιατρός μού εμπιστεύθηκε το εισαγωγικό κείμενο.
Την Παρασκευή 11/03/2016 ανάμεσα σ' έναν καφέ, πολλά τσιγάρα και ακόμα περισσότερη κουβέντα, μού το πρόσφερε.
Ήταν ώρα συγκίνησης.
Αναδημοσιεύω αυτό το μικρό κείμενο, το "αντί εισαγωγής" στο βιβλίο, ως μικρό ολόλευκο λουλούδι στο πέρασμα του Πέτρου από τη ζωή.

---------------------
Αντί Εισαγωγής

Η Κραυγή



Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις…

 
Και μετά… το απόλυτο τίποτα
 
 
 Σου μιλώ και ξέρω πως δε θ’ απαντήσεις. Δεν ακούν, ούτε απαντούν οι νεκροί. Αλλά,  αν επιμένω σου μιλώ έστω ξέροντας πως δε θα πάρω απάντηση, είναι γιατί το νιώθω ως δική μου ανάγκη, να έχω ένα λόγο και μια αιτία να μη μένω στη σιωπή και στη νάρκη.

Το ήξερα παιδιόθεν πως οι νεκροί δε μιλούν. Άλλωστε νωρίς, πολύ νωρίς πάσχισα να συμφιλιωθώ με το θάνατο. Όμως όχι. Όσο κι αν λένε πως η ζωή πάει χέρι - χέρι με το θάνατο, συμφιλίωση δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρχει σαν χάνεις δικό σου κομμάτι, δε θέλεις τέτοια συμφιλίωση. Θέλεις να υπάρχουν μόνο μνήμες…
Εσύ που μεγάλωνες χρόνο το χρόνο…
Εσύ που αμφισβητούσες…
Εσύ που γελούσες ξέγνοιαστα.
Μόνο αυτές τις μνήμες ήθελα από την πρώτη στιγμή. Ή – σωστότερα – από τη στιγμή που εσύ ακίνητος στο τραπέζι του νεκροτομείου κι εγώ, ακίνητος, όρθιος, να σε κοιτάζω στη σιωπή. Τόση σιωπηλή σιωπή δεν είχα ζήσει. Τόση καυτή παγωνιά…

Ακίνητοι και οι δυο. Νεκρός εσύ, ζωντανός εγώ. Ζωντανή και η μητέρα σου, που χάιδευε τα μαλλιά και το πρόσωπό σου, που σε φιλούσε στο μέτωπο και στα χείλη, που σου μιλούσε ψιθυριστά, ξέροντας πως δε θα πάρει απάντηση.
Και πίσω μας ο γιατρός. «Βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις», η μόνη φράση που βγήκε από τα χείλη του, η μόνη φράση που στριφογυρίζει ακόμα στον ακουστικό μου πόρο κι ας ειπώθηκε τόσο χαμηλόφωνα.
Εσύ και οι «βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις». Εγώ και οι «βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις» σου. Εμείς και η απουσία σου…Ανάμεσά μας ένας θάνατος.

Είχα ακούσει πολλές φορές αυτόν το ιατρικό όρο. Και τον είχα βιώσει σε άλλες καταστάσεις. Σε τροχαία ατυχήματα άλλων, συχνότατα, σε ανθρωποκτονίες δυο, τρεις φορές. Σε ιατροδικαστικές εκθέσεις υποθέσεων που είχα εμπλακεί ως εκ της υπηρεσίας μου τότε, ενεργώντας προανακρίσεις. Αλλά, ήταν συμβάντα άλλων. Που σημαίνει ότι σ’ αγγίζουν όπως μια χειραψία, δεν πονούν μόνιμα, δεν προχωρούν κάτω από το δέρμα, δεν εισχωρούν σε φλέβες και αρτηρίες. Τα ζεις περίπου ως θεατής…
Ως θεατής στο θάνατο; Άραγε να υπάρχει αυτός ο ρόλος στη ζωή; Ο John Donne (1573 - 1631), είχε γράψει πως όταν ακούς την καμπάνα μη ρωτάς για ποιον χτυπά, χτυπά για σένα. Βέβαια, έπρεπε να περάσουν πάνω από τριακόσια χρόνια και να βάλει τη σχετική γραφή προμετωπίδα στο μυθιστόρημά του «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ (1940), για να μάθουμε, οι πολλοί, πως κάθε θάνατος λιγοστεύει εμάς τους ίδιους. Έτσι, κάθε θεατής στον θάνατο μπορεί να είναι και πρωταγωνιστής συνάμα. Δεν ήξερα λοιπόν πως μέσα από όλους εκείνους τους θανάτους θα ζούσα και το δικό σου θάνατο, δεν μπορούσα να πιθανολογήσω όταν αντέγραφα τον όρο «κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις» σε αναφορές τροχαίων ατυχημάτων, ήταν σαν να κατέγραφα και τις δικές σου κακώσεις, κακώσεις ενός κρανίου που συχνά έκλεινα στην αγκαλιά μου, που είχα χαϊδέψει αμέτρητες φορές το μέτωπό του, που είχα ανακατώσει αμέτρητες φορές τα μαλλιά του…
Και τώρα οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις έρχονται να ομολογήσουν ένα τέλος. Έρχονται να δηλώσουν στους γιατρούς πόσο ανίσχυροι είναι μπροστά στην έκτασή τους, πόσο συντελούν για να γίνει μια και μόνο στιγμή κορυφαία στη ζωή μας. Πριν τη στιγμή αυτή, τα πάντα. Μετά, το απόλυτο τίποτα. Ανάμεσα στο προ και στο μετά ένα μόνο κοσμογονικό μόριο χρόνου με τραυματισμένα νεύρα, τσαλακωμένα αγγεία, με κακοποιημένους ιστούς. Και λέξεις, λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ…
Άραγε, την ώρα που όλα τσακίζονταν στο κρανίο σου μπορούσες να νιώσεις κάτι; Δε θα το μάθω ποτέ. Ίσως και κανείς γιατρός του κόσμου να μπορεί να βεβαιώσει κάτι γι’ αυτό. Και πια δε ρωτώ πώς και γιατί μπορεί να φύγει η ζωή σ’ αυτό το απειροελάχιστο σημείο του χρόνου, ξέροντας πως δεν εξιχνιάζονται οι δρόμοι του θανάτου, παρά μόνο κατανοούνται, με την ποίηση ίσως, ίσως και με τη μουσική, ή με το απόλυτο μαύρο σ’ ένα κάδρο. Για όλα ένα «ίσως». Σε όλες τις απόπειρες για την ερμηνεία του θανάτου, το αίτημα της ελάχιστης αντίφασης υπαρκτό. Μόνη βεβαιότητα ο ίδιος ο θάνατος, οι κακώσεις που τον προκάλεσαν…
 Άγγελος Πετρουλάκης
                                                                                                                                  
                                                 
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           

Δεν υπάρχουν σχόλια: