Google+ Followers

Η ώρα της κρίσης…



Μονολογώντας
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 27-11-2015)

Σαράντα ένα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το κόμμα που ίδρυσε και που διαχειρίστηκε για αρκετά χρόνια τις τύχες της χώρας, πιθανότατα ξεκίνησε τον χορό της αυτοδιάλυσης. Δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό αυτό. Το κακό είναι πως παρουσίασε σημάδια ιδιαίτερης ανηθικότητας, εξευτελίζοντας κάθε έννοια αξιοπρέπειας, με τους υποψήφιους για την αρχηγία του κόμματος να αλληλο-εξυβρίζονται.
Ο πολιτικός λόγος, που αρθρώθηκε τις τελευταίες ημέρες, όχι απλά δεν τίμησε τις προσωπικότητες των υποψηφίων, αλλά αποκάλυψε ένα βαθύτατο και αξεπέραστο μίσος που χωρίζει όχι μόνον αυτούς, αλλά και άλλους συντελεστές του πολιτικού της χάρτη. Αυτό ίσως εξηγεί και γιατί στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση ελάχιστα στελέχη της δραστηριοποιήθηκαν και μάτωσαν για ν’ αποδείξουν ότι το κόμμα τους μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τις τύχες της χώρας.
Η παντελής έλλειψη σεβασμού των στοιχειωδών κανόνων ευπρεπούς διαλόγου, η απόλυτη απουσία διάθεσης φιλικής συνεννόησης, η καταρράκωση κάθε έννοιας της ευγένειας και της πολιτισμένης αντιπαλότητας, αποδεικνύει πως τα χάσματα είναι βαθειά και δεν επουλώνονται ακόμα και αν προσωρινά επιτευχθεί μια κάποια συναίνεση. Αργά ή γρήγορα ο θάνατος θα επέλθει. Και μέχρι να συμβεί αυτό, ο κομματικός σχηματισμός που διαχειρίζεται την πορεία της χώρας θα προχωρά ανεμπόδιστος στην πραγματοποίηση του προγράμματός του, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό.
Όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποδεικνύουν ότι οι εκλεγμένοι της στη Βουλή (και σαφώς και όσοι δεν εξελέγησαν) δεν είχαν ως κίνητρο την προσφορά τους στα κοινά και την συμμετοχή τους στις ευθύνες για την πορεία της χώρας, αλλά μόνον το προσωπικό τους συμφέρον, αυτό που πολύ ορθά ο απλός πολίτης χαρακτήριζε ως «κουτάλα». Πώς αλλιώς μπορούν να εξηγηθούν τόσο εγωιστικές συμπεριφορές; Και πώς οι πολιτικοί αυτοί να διδάξουν πολιτικό ήθος στους πολίτες; Μόνο μια λέξη μπορεί να ευσταθεί σε όλο αυτό το σκηνικό: Ντροπή.
Πλέον ο βάλτος είναι εδώ. Και βρωμά σαπίλα. Ζέχνει. Δικαίως όσοι πίστευαν πως η Νέα Δημοκρατία πρόσφερε στέγη στην πολιτική τους έκφραση να νιώθουν πλέον προδομένοι. Οικτρά. Πλέον αντιλαμβάνονται ότι οι εκπρόσωποι του κόμματος δεν απασχολούνται με το αν οι πολίτες βομβαρδίζονται από φορομπηχτικές στρατηγικές, αλλά με το πώς θα εξυπηρετηθούν οι προσωπικές τους επιδιώξεις. Ίσως να θεωρούν και δικό τους κτήμα τούς ψηφοφόρους, τουλάχιστον εκείνους που χαρακτήριζαν ως «παραδοσιακούς». Αγνοώντας πως και η παράδοση για να επιβιώση απαιτεί τον σεβασμό των αρχών της. Όχι, καμιά από τις αρχές που κόμματος που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έγινε σεβαστή. Αντίθετα, όλα όσα συμβαίνουν αποδεικνύουν έναν «βυζαντινισμό», μια εμφυλιοπολεμική αντίληψη που ενισχύει τον διχασμό. Και αυτοί, οι «παραδοσιακοί» ψηφοφόροι διατράνωσαν την ετυμηγορία τους: Άχρηστοι!
Ναι, άχρηστοι. Σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για την ανθρωπότητα, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για την χώρα, εκείνοι αλληλοβρίζονται, αλληλοσφάζονται, αλληλολασπώνονται, θυσιάζουν το γενικό συμφέρον σε ποταπές επιδιώξεις, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν ότι ο Έλληνας ψηφοφόρος δύσκολα να τους εμπιστευθεί στο μέλλον τις επιλογές τους. Θα πορευτούν έχοντας στην τσέπη τους την αποτυχία. Με τους ψηφοφόρους να τους έχουν σιχαθεί που κατάντησαν το κόμμα μπαχαλογειτονιά.
Είναι γεγονός πως για τα δεινά που υφίσταται η χώρα από τη διαχείριση της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝ.ΕΛ ίσως την μεγαλύτερη ευθύνη έχει η Ν.Δ., που οδήγησε, με την ανικανότητά της, τα πολιτικά πράγματα σε σήψη. Ήταν η μόνη που μπορούσε να διαχειριστεί τα διαπραγματευτικά αδιέξοδα και δεν το έκανε. Πλέον θα έπρεπε να είναι επίσης η μόνη που θα μπορούσε να συσπειρώσει τον αντιπολιτευτικό χώρο σε γόνιμη αντίδραση απέναντι σε όσα ταπεινωτικά υφίσταται η ελληνική κοινωνία. Δεν είναι, όμως. Όσο πιο γρήγορα αντιληφθεί την ανεπάρκειά της τόσο πιο πολλά οφέλη θα προσφέρει στη χώρα.
Το γελοίο της όλης υπόθεσης είναι ότι πολλοί, απέναντι στα αδιέξοδα που έχει σωρεύσει η ανεγκέφαλη συμπεριφορά των διεκδικητών (και των πέριξ των), στρέφουν τις ικεσίες και τις ελπίδες τους στους δυο προηγούμενους, πρακτικά καθαιρεμένους, αρχηγούς, οι οποίοι όμως είναι και οι υπεύθυνοι της σήψης του κόμματος και της έλλειψης ελπιδοφόρου «φυτωρίου». Εκείνοι, ως αρχιερείς της διαπλοκής, οδήγησαν τον πολιτικό σχηματισμό της Ν. Δ. στην σημερινή πραγματικότητα, απαξιώνοντας τους ευσυνείδητους και τίμιους και επιβραβεύοντας τους κίβδηλους.
Άγγελος Πετρουλάκης


Η πίπα και η ιστορία της



Κείμενο: Άγγελος Πετρουλάκης
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ευθυμιόπουλος

 
Το κάπνισμα βλάπτει τη υγεία…
Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό.
Μόνο που κάποιοι υποστηρίζουν
πως το κάπνισμα με πίπα,
το κοινώς γνωστό τσιμπούκι,
ωφελεί στη γαλήνη…
Γιατί όντως απαιτεί μια διαδικασία
που αν μη τι άλλο, για τους εραστές της,
αποτελεί ιδιαίτερη απόλαυση…


Αναζητώντας την καταγωγή της

Η αρχή της ιστορίας της πίπας χάνεται μέσα στο πέρασμα των χιλιετιών. Οι Κέλτες κάπνιζαν αρωματικά βότανα σε σιδερένιες πίπες, ενώ και στα ερείπια της Πομπηίας υπάρχει σχετική νωπογραφία.
Το σίγουρο είναι ότι οι γηγενείς της Αμερικής, ίσως και περισσότερο από χίλια χρόνια πριν την ανακάλυψη της ηπείρου από τον ευρωπαίο Κολόμβο, κάπνιζαν μεταξύ άλλων φυτών και το «Tabacum Nicotiana», δηλαδή τον καπνό, το δε κάπνισμα για τους ιθαγενείς αποτελούσε ιεροτελεστία.
Στην Ευρώπη, ενώ αρχικά ως υλικό κατασκευής χρησιμοποιούταν ο πηλός, από τα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν πίπες από ασήμι και πορσελάνη, συνήθως μεγάλου μεγέθους, αλλά πραγματικά καλλιτεχνήματα. Στη συνέχεια έχουμε την εκμετάλλευση του νεφρίτη και του οστρακίτη, αλλά και την εμφάνιση της σκαλιστής ή ανάγλυφης πίπας με παραστάσεις προσωπικοτήτων, όπως του Ναπολέοντα, του Κρόμγουελ κ. ά.


Το ρείκι γράφει τη δική του ιστορία

Η μεγάλη εξέλιξη της πίπας έρχεται τυχαία, στην Κορσική, στα 1821, όταν κάποιος γάλλος επισκέπτης ζητά από έναν ντόπιο να του δημιουργήσει μια πίπα από ξύλο ρεικιών, προς αντικατάσταση της σπασμένης από οστρακίτη πίπας του. Η έκπληξή του, από το αποτέλεσμα ήταν τόσο θετικά μεγάλη, ώστε παράγγειλε αμέσως ένα φορτίο από ρείκια για να το στείλει στο St. Claude, ένα ορεινό χωριό της Γαλλίας, όπου οι ντόπιοι ήταν κατά παράδοση φημισμένοι σκαλιστές ξύλου. Πολλοί απ’ αυτούς μετά το 1860 μετανάστευσαν στο Λονδίνο και δημιούργησαν βιοτεχνίες για πίπες από ρείκια.
Το ρείκι «Errika Arborea» δεν έχει σχέση με τη θαμνώδη τριανταφυλλιά, που κάποιοι πιστεύουν, αλλά αφορά ένα θάμνο που φύεται κυρίως γύρω από τη Μεσόγειο και μια πραγματική πίπα από ρείκι είναι φτιαγμένη από την πάρα πολύ σκληρή και ξερή ρίζα του, που μπορεί να είναι και άνω των 250 ετών. Μετά τη συλλογή τους οι ρίζες καθαρίζονται και ελέγχονται για ελαττώματα ή ραγίσματα και αποθηκεύονται για αρκετό διάστημα. Μετά κόβονται σε κύβους, βράζονται για να καταστραφεί κάθε ίχνος παρασιτικής παρουσίας, αποξηραίνονται και παίρνουν το δρόμο για την παραγωγή.
Η παραγωγή μιας πίπας αποτελεί πολύπλοκη διαδικασία τόσο για την κατασκευή του μπολ, όσο και του λαιμού. Για επιστόμιο χρησιμοποιείται συνήθως ο Βουλκανίτης, είδος σκληρού πλαστικού κατασκευασμένου από μίγμα καουτσούκ και θείου.


Διαλέγοντας την κατάλληλη πίπα μας


Ανάμεσα σ’ εκατοντάδες διαφορετικά μοντέλα, που συχνά οι διαφορές τους είναι ασήμαντες, ένας είναι ο κανόνας για την καταλληλότερη πίπα: Να είναι άνετη στο δικό του στόμα, άνεση που καθορίζεται τόσο από το σχήμα, όσο και από το βάρος της.
Μιλώντας με το Γιάννη Δημητρόπουλο, που χρόνια τώρα διατηρεί μεγάλο αριθμό και ποικιλία σε πίπες στο κατάστημά του (Κύπρου και Μεγ. Αλεξάνδρου, γωνία), παίρνουμε απάντηση στο ερώτημα περί της ιδανικής πίπας, πως είναι αυτή που συνδυάζει ένα μπολ από ικανοποιητικής ποιότητας ξύλου, λογικό βάρος και σχήμα που μπορεί ν’ ανεχθεί ο καπνιστής.
Τον ρωτάμε για το αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ακριβές και φτηνές πίπες και είναι κατηγορηματική η απάντησή του: «Ένας επαΐων θα έλεγε πως είναι τεράστια. Όμως για έναν αρχάριο είναι απαραίτητη η φτηνή πίπα, για να προχωρήσει σταδιακά στις αρτιότερες όπου βέβαια το σημαντικό ρόλο παίζει η σπανιότητα του καλού υλικού. Άψογη θεωρείται εκείνη η πίπα που το ξύλο της είναι απόλυτα συμπαγές, με καθαρά νερά, χωρίς ρωγμές, χοντρούς ρόζους ή τρύπες από ζωύφια. Και μια πίπα με άψογο ξύλο και σωστή χρήση έχει μπροστά της περισσότερο από μισό αιώνα ζωής. Και όσο παλιώνει μια πίπα, τόσο καλύτερα καπνίζει…»



Τα τέσσερα χαρακτηριστικά

Μιλώντας για την ποιότητα μιας πίπας θα πρέπει να αναφερθούμε σε τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: Στο μπολ, στο φινίρισμα, στο λαιμό και το επιστόμιο.
Το μπολ θα πρέπει να έχει κάθετα τοιχώματα για την ολοκληρωμένη καύση του καπνού. Είναι δε βασικό η κορυφή του να είναι πλατύτερη από τον πάτο του. Άψογο θεωρείται εκείνο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ποιότητας του ξύλου που προαναφέραμε.
Το φινίρισμα του ρεικιού προσφέρεται σε μια ανεξάντλητη ποικιλία χρωμάτων και βερνικιών. Μια λεία επιφάνεια προσφέρει φινέτσα, αλλά σίγουρα ένα ανάγλυφο ή αμμοβολημένο μπολ δύσκολα γρατζουνίζεται. Με τη διαδικασία της αμμοβολής, τα μαλακά μέρη του μπολ απομακρύνονται και οι οπαδοί αυτού του είδους λένε ότι η εξωτερική επιφάνεια αυξάνεται, με αποτέλεσμα και να κρυώνει πιο γρήγορα και να μη γλιστρά εύκολα μέσα στο χέρι.
Το μήκος του λαιμού μιας πίπας είναι τόσο σημαντικό, όσο και το βάρος του μπολ. Μια μακρύλαιμη πίπα, ειδικότερα αν έχει και μεγάλο μπολ, γίνεται κουραστική για το στόμα και τα δόντια. «Θα πρέπει να υπάρχει αναλογία ανάμεσα στο μήκος του λαιμού και το μέγεθος του μπολ», λέει ο Γιάννης Δημητρόπουλος.
Όσο για το επιστόμιο, αυτό εξαρτάται από το αν ο καπνιστής το δαγκώνει ή όχι, γιατί στην πρώτη περίπτωση όσο πιο λεπτό είναι το επιστόμιο τόσο πιο εύκολο είναι να σπάσει.

Και από καπνό τι κάνουμε;
Η ευχαρίστηση και η απόλαυση που προσφέρει ένας καπνός έγκειται στη σύνθεση του χαρμανιού και σαφώς στο ποια γεύση επιδιώκει να έχει ο καπνιστής. Γεγονός είναι ότι ο ελαφρύς και ψιλοκομμένος καπνός καίγεται γρήγορα και αποδίδει περισσότερη θερμότητα στο μπολ. Αντίθετα όσο πιο βαρύς, υγρός και χοντροκομμένος είναι ο καπνός, τόσο πιο αργά καίγεται και απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία για να κρατηθεί αναμμένος. Επίσης είναι γεγονός ότι οι ολλανδικοί και γενικά οι σκανδιναβικοί καπνοί είναι ιδιαίτερα εύγεστοι και ευχάριστα αρωματισμένοι, έχοντας το πλεονέκτημα ότι μένουν εύκολα αναμμένοι.
«Όμως το σημαντικότερο για τον καπνό είναι η συντήρησή του και η διατήρηση σε άριστη κατάσταση, που έχει σχέση με την υγρασία του», τονίζει ο Γιάννης Δημητρόπουλος.


Στο δρόμο της απόλαυσης

Όσο καλή και να είναι η πίπα και όσο άριστος και να είναι ο καπνός, δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλαυση αν δεν γεμιστεί κατάλληλα το μπολ. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να είναι ομοιόμορφο τοποθετημένος μέσα στο μπολ, ούτε πολύ αραιά, ούτε πολύ σφιχτά.
Πρώτη κίνηση είναι ο έλεγχος της καθαριότητας του μπολ και στη συνέχεια βάζουμε αρκετά αραιά την πρώτη ποσότητα στο βάθος του μπολ. Συνεχίζοντας προσέχουμε το γέμισμα να είναι μεν συμπαγές, αλλά αρκετά ελαστικό, έτσι ώστε να παίρνει το απαραίτητο οξυγόνο και να έχουμε ομοιόμορφη καύση. Όταν γεμίζει το μπολ, τότε πιέζουμε ελαφρά την επιφάνεια του καπνού και πριν τον ανάψουμε ρουφάμε μια δυο φορές για να διαπιστώσουμε αν το τράβηγμα είναι καθαρό και καλό.
Είναι σημαντικό ν’ ανάψει η επιφάνεια της κορυφής ομοιόμορφα και αφού απομακρύνουμε την πρώτη στάχτη με το σκαλιστήρι να πιέσουμε ελαφρά την καύτρα του καπνού. Αν χρειαστεί να την ανάψουμε ξανά, απομακρύνουμε και πάλι τη στάχτη και πιέζουμε τον καπνό πολύ ελαφρά.


Κάθε αρχή και δύσκολη…

Την καινούργια πίπα ούτε τη γεμίζουμε εντελώς με το πρώτο άναμμα, ούτε την καπνίζουμε δυο ή περισσότερες φορές την ίδια μέρα. Σταδιακά προχωράμε σε περισσότερο γέμισμα και σε περισσότερα ανάμματα, μέχρι να δημιουργηθεί το προστατευτικό στρώμα του κάρβουνου που θα μεσολαβεί μεταξύ του αναμμένου καπνού και του ξύλου.
Κάποιοι μιλούν για καθαρισμό της πίπας ή βούτηγμά της σε κονιάκ ή άλλα ποτά. «Αυτά ισχύουν μόνο όταν κάποιος θέλει να καταστρέψει με φαντασία την πίπα του»,  μας λέει ο Γιάννης Δημητρόπουλος, ο οποίος μας πληροφορεί πως μετά από το κάπνισμα μιας μέρας, καλό είναι η «πίπα να ξεκουραστεί για μια εβδομάδα. Αυτό σημαίνει πως ένας συστηματικός καπνιστής πρέπει να έχει το ελάχιστο μια πίπα για κάθε μέρα της εβδομάδας, άρα επτά, ξεκινώντας βέβαια σταδιακά τις αγορές του». Όμως, για ένα συστηματικό ή έστω κάπως παθιασμένο με την πίπα, δεν αρκεί μια για κάθε μέρα, αφού ένα καλό άναμμα και κάπνισμα απαιτεί τουλάχιστον ένα δίωρο ‘‘ανάπαυσης’’ της πίπας, που σημαίνει και ανάλογο αριθμό.

 

Σχέσεις απόλυτα προσωπικές…

Ίσως η κυριότερη απ’ όλες τις διαδικασίες να είναι το καθάρισμα της πίπας, που βεβαίως ποτέ δεν το κάνουμε αν είναι ζεστή. Με το ειδικό μαχαιράκι που διαθέτουν τα ‘‘σκαλιστήρια’’ θα καθαρίσουμε το μπολ από τα υπολείμματα του καπνού, χρησιμοποιώντας για το τίναγμά του τα ειδικά σταχτοδοχεία που διαθέτουν φελλό, πάνω στον οποίο χτυπάμε το μπολ χωρίς κίνδυνο να το τραυματίσουμε. Ανοίγουμε την πίπα, καθαρίζουμε με μαντηλάκια ή στεγνή απαλή χαρτοπετσέτα το σημείο της ένωσης του λαιμού και με ειδικά συρματάκια καθαρίζουμε το επιστόμιο από τα κατάλοιπα που έχει αφήσει ο καπνός. Αλλάζουμε το φίλτρο και καθαρίζουμε και την υγροπαγίδα, αν διαθέτει η πίπα μας. Ειδική προσοχή χρειάζεται στην αφαίρεση του κάρβουνου, έτσι ώστε να παραμένει πάντα ένα λεπτότατο στρώμα.
Η σχέση του καπνιστή με τις πίπες του είναι αυστηρά προσωπική και το δέσιμό του με κάθε μια απ’ αυτές ιδιαίτερο. Το ίδιο ισχύει και για τους καπνούς που θέλει ν’ απολαύσει, τα χαρμάνια που θέλει να χρησιμοποιεί, ή την ειδική γεύση ενός καπνού που θα συνοδέψει το ποτό του…



Κομπολόι... Κάνει μακρύ τον βίο!



                                                Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Κομπολόι…
Φετίχ για πολλούς…
Συλλεκτική μανία για λίγους…
Απασχόληση δαχτύλων για τους περισσότερους…
Ίσως για κάποιους και ‘‘ενθύμιον’’…
Το σημαντικό στην ύπαρξή του, είναι η άγνοια…
Τουλάχιστον σ’ εκείνους που το θεωρούν απασχόληση δαχτύλων…
Γιατί για τους συλλέκτες τα πράγματα αλλάζουν.
Σ’ αυτούς η γνώση συναντά την αναζήτηση.

Ελληνικότατο όνομα, ανατολίτικη καταγωγή

Ετυμολογικά ως «κομπολόι» το συναντάμε στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη να προέρχεται από το ελληνικό «μεσαιωνικό κομπολόγι», προερχόμενο από το «κομβολόγιον», ως σύνθετο εκ των «κόμβος + λόγιον», εκ του «λόγος». Τούτο, γιατί κατά την άποψή του, η κλωστή ή αλυσίδα στην οποία είναι περασμένες οι χάντρες, «δένεται στα άκρα της κόμπο». 
Όμως, «κόμπος» στην αρχαία ελληνική (λεξικό Ιωάννου Σταματάκου), σημαίνει ο «θόρυβος, κρότος, πάταγος, ιδίως ο εκ της συγκρούσεως δύο σωμάτων παραγόμενος». Η κατάληξη «όι» προφανώς δηλώνει εξακολούθηση του θορύβου. Θαρρώ, πως μάλλον το δεύτερο είναι ισχυρότερο και ότι η ετυμολογία του αφορά στον κατ’ εξακολούθηση κρότο – ήχο που προκαλούν συγκρουόμενες οι χάντρες του.
Είναι δε γεγονός ότι η ιδιαιτερότητα του κάθε κομπολογιού εξαρτάται από τη διαφορετικότητα των ήχων, που προκαλεί η σύγκρουση των χαντρών του. Και είναι άλλος ο ήχος της κεχριμπαρένιας χάντρας και άλλος ο ήχος από το γιούσουρι ή ενός ημιπολύτιμου λίθου.
Όλα αρχίζουν και τελειώνουν στις χάντρες. Άλλωστε αυτές έρχονται από τα βάθη της αρχαιότητας ως αντικείμενα εξορκισμού αρχικά, συνοδευόμενες με μύθους για θεραπευτικές ιδιότητες και στη συνέχεια ως υλικά κατασκευής κοσμημάτων.

Με μητέρα την προσευχή

Στον Ινδουισμό συναντάμε τη χάντρα ως μέσο προσευχής από τον 8ο π. Χ αιώνα, ακόμα. Το όνομά τους είναι Mala. Οι οπαδοί του Siva χρησιμοποιούν ως χάντρες σπόρους από δέντρα, ενώ του Vishnu από ξύλο δέντρου, με τον αριθμό τους να ποικίλει από 32 ως 108.
Ο Βουδισμός υιοθετεί τις 108 χάντρες που περασμένες σ’ ένα σχοινί, πλεκόταν ανάμεσα στα δάχτυλα επαναλαμβάνοντας την προσευχή μέχρι και 2.000 φορές την ημέρα. Ο αριθμός των 108 χαντρών ανταποκρίνεται στον αριθμό των αμαρτωλών επιθυμιών ή των εγκεφαλικών καταστάσεων που ένας πιστός πρέπει να ξεπεράσει για να εισέλθει στον παράδεισο.
Κατά το πέρασμα του Βουδισμού στην Ιαπωνία, τον 6ο μ. Χ. αιώνα, τα προσευχητάρια αποκτούν 112 χάντρες, ενώ στο Θιβέτ, που ο Βουδισμός φτάνει τον 8ο μ. Χ. αιώνα παραμένουν 108, διαιρεμένες από τρεις μεγαλύτερες χάντρες, που αντιπροσώπευαν το Βούδα, το δόγμα και την κοινότητα.
Μουσουλμάνοι έμποροι μετέφεραν το βουδιστικό προσευχητάρι στην παράδοση του Ισλάμ, όπου πλέον οι χάντρες γίνονται 99, διαιρεμένες σε τρία τμήματα των 33.


Μεταναστεύοντας στην Ευρώπη

Μαρτυρίες αναφέρουν ότι η χρήση του εντοπίζεται περί τον 7ο αιώνα και στους χριστιανούς της Ευρώπης, ενώ στα μέσα του 16ου αιώνα, ο πάπας Πίος ο 5ος ανακήρυξε τον Άγιο Δομίνικο (1170-1231), ως τον επίσημο εφευρέτη των προσευχηταριών, δίνοντας το δικαίωμα στους Δομινικανούς μοναχούς να φτιάχνουν μόνο αυτοί τα επίσημα προσευχητάρια, που πια αποτελούνται από 150 χάντρες, οι οποίες και ονομάζονται ψαλτήρια. Άλλο, όμως, το καθολικό ψαλτήρι και άλλο το ελληνικό κομπολόι.
Για την προέλευση του ελληνικού κομπολογιού, μάλλον επικρατεί σύγχυση. Πιθανότερη είναι αυτή της μίμησης και του ανέξοδου τρόπου προμήθειας, αφού οι Τούρκοι πετούσαν το κομπολόι τους όταν έσπαζε μια χάντρα κεχριμπαριού. Πάντως ένα είναι δεδομένο: Πως δεν αποτέλεσε μέσο προσευχής, αφού τον σκοπό αυτό εξυπηρέτησαν τα κομποσκοίνια της μοναστικής παράδοσης, που δεν έχουν καμιά σχέση με το κομπολόι, τόσο ως κατασκευή, όσο και ως υλικό.

Το κομπολόι της μαγκιάς και του υπόκοσμου

Είναι γεγονός ότι πολλά ιστορικά στοιχεία για την πορεία του στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχουν. Το σίγουρο είναι ότι αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους κοτζαμπάσηδες και όσους είχαν την οικονομική ευχέρεια να το αποκτήσουν.
Όμως στις αρχές του 20ου αιώνα το συναντάμε και ως σύμβολο μαγκιάς στους περιθωριακούς. Χαρακτηριστικό το χασάπικο «Η Λιλή η σκανταλιάρα» του Π. Τούντα, του 1936, που τραγουδά ο Κ. Ρούκουνας:
«Δε με μέλει εμένα αν είσ’ αλάνης…
…………………………………….
Και δεν φοβάμαι τα μαχαίρια
τα νταήδικά σου τα μπεγλέρια».
Ο Ηλίας Πετρόπουλος δίνει γλαφυρές περιγραφές τόσο στο βιβλίο του «Υπόκοσμος και Καραγκιόζης», με τους Πειραιώτες μάγκες να βάζουν το κομπολόι στη δεξιά εξωτερική τσέπη του σακακιού, φροντίζοντας να κρέμεται η φούντα του απ’ έξω, όσο και στο βιβλίο του «Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες», όπου μας πληροφορεί ότι οι «καπανταήδες» είχαν κομπολόγια με τορνευμένες ξύλινες χάντρες από έβενο, τριανταφυλλιά, ίνουλα, μπάλσαμο, αλλά και κέρατο, μαύρη πέτρα, κρύσταλλο και σεντέφι.
Στο μεγάλο εισαγωγικό του, δε, για τη μνημειώδη έκδοση «Ρεμπέτικα Τραγούδια», ο Ηλίας Πετρόπουλος, γράφει για το κομπολόι:
«Φαίνεται πως με το κομπολόι κατορθούται ένα τεμάχισμα του χρόνου, ψιλό και βραδύ, που κάνει την ζωή να κρατά αιώνια. Οι νεοέλληνες έχουν, ή, δεν έχουν κομπολόι. Παίζουν κομπολόι οι ρεμπέτες, οι καλόγεροι, οι γνήσιοι. Κομπολόι είχαν οι άντρες και οι κυρούλες. Το αναφέρουν τα δημοτικά τραγούδια. Το κομπολόι δώσε μου να πάω στην εκκλησιά μου. Ο Μακρυγιάννης γράφει ότι ερωτήθηκε διατί νάχει μεγάλο κομπολόι και ποιος καλόγερος του τόδωσε.
»…Είναι καθορισμένες οι χάντρες των κομπολογιών. Συνήθως είναι 33… Τα μπεγλέρια των μαγκιτών έχουν 7 – 8 χάντρες. Οι χάντρες του κομπολογιού πέφτουν μια – μια, ίσια, ανάποδα, ζευγαρωτές, όλες μαζί, νευρικά, αργά, βαριά, πνιχτά, κρουστές, καμπανιστές, με ρυθμό ή χωρίς ρυθμό, σε απειρία συνδυασμών, όπου ενώ υπάρχει ποικιλία κινήσεων όλο το παιγνίδι μοιάζει ομοιόμορφο. Οι χάντρες, λένε, σταλάζοντας μουδιάζουν  τη σκέψη και την φαντασία ερεθίζουν. Ακόμη, λένε, πως το κομπολόι στο χέρι κάνει μακρύ τον βίο.
»… Τέλος, πριν μερικές δεκαετίες, το κομπολόι συνόδευε ως μουσικό όργανο τους μπαγλαμάδες. Για να γίνει αυτό ο οργανοπαίχτης κρατούσε με το αριστερό του χέρι, από την φούντα, ένα κομπολόι ανηρτημένο σε μια κουμπότρυπα, ενώ με το δεξί του έτριβε ρυθμικά τις χάντρες του κομπολογιού μ’ ένα κρασοπότηρο».
Ενδεχομένως αυτό να περιγράφεται και στο παλιό ρεμπέτικο «Είμαι ζεμπεκλής» του περίφημου Βολιώτη ρεμπέτη γερο-Μιλάνου, όπου ο μπουζουξής καυχιέται:
«Με κάλεσαν σε κάποιο σπίτι,
για να τους παίξω τον Μποχόρη,
βλέπω και το Μαριανθάκι,
της χήρας τη μοναχοκόρη.
Το μπουζούκι μου κουρντίζω,
τα κομπολόγια μου κρεμάω,
τις γκόμενες όλες μπανίζω,
κι ένα μουρμούρικο αρχινάω».



Χέρι – χέρι με το ρεμπέτικο
Επίσης, γεγονός είναι ότι το κομπολόι συνδέθηκε στενά με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι εκφράζοντας, άλλοτε τον ερωτικό πόνο (όπως στο δημοφιλές ζεϊμπέκικο «Αντιλαλούνε τα βουνά» του Βασίλη Τσιτσάνη, που τραγούδησε σε δίσκο το 1951 με την Νίνου και τον Τσουανάκο:
«…Περνούν οι ώρες θλιβερές
σ’ ένα παλιό ρολόι
κι εγώ τους αναστεναγμούς
τους παίζω κομπολόι»
και άλλοτε την προσπάθεια άμυνας σε τυχόν προσβολή γοήτρου.
Τουτ’ αυτό συνέβη και με το μπεγλέρι, επινόηση για δεξιοτεχνικό παίξιμο λιγότερων - μέχρι και δυο - χαντρών. Το ζεϊμπέκικο των Βίρβου – Δερβενιώτη «Έχω ένα μπεγλέρι», που τραγούδησε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης (1973), μιλά για δεκάξι χάντρες:
«Έχω ένα μπεγλέρι με δεκάξι χάντρες
σύντροφο πιστό μου στις στιγμές τις μαύρες
κι αν στα βάσανά μου μ’ άφησες κι εσύ
έχω το μπεγλέρι συντροφιά χρυσή.
Κάθε χάντρα σα χτυπάω
κι έναν πόνο μου ξεχνάω».
Στο «Φτωχό κομπολογάκι μου, σε είχα για μεράκι μου» του Γιώργου Μητσάκη που τραγούδησε ο Στράτος Παγιουμτζής και κατόπιν πολλοί άλλοι, έρχεται ν’ απαντήσει ο Άκης Πάνου με το «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», που τραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Βέβαια ένα γοργό ζεϊμπέκικο του Μήτσου Ευσταθίου, αποθέωνε το συναισθηματικό δέσιμο του μάγκα με το κομπολόι του, που τραγουδά πως «Πούλησα το σακάκι μου και το χρυσό ρολόι και κράτησα για συντροφιά το μαύρο κομπολόι…», και μας κάνει να υποθέσουμε πως ήταν από γιούσουρι ή έβενο.


Με διαβατήριο για την ανώτερη κοινωνία
Όμως, όπως και το ρεμπέτικο πέρασε στην «καλή κοινωνία» (με την ιστορική διάλεξη του Χατζιδάκι στα 1949), έτσι και το παρεξηγημένο κομπολόι των αρχών του 20ου αιώνα, περνά σε χέρια άλλα, γίνεται σύντροφος όχι μόνο των γερόντων, αλλά και ανθρώπων που ανακαλύπτουν την χαλάρωση, όπως και τη μουσικότητα που βγάζει είτε η απλή ψηλάφησή του, είτε το παίξιμό του.
Για κάποιους γίνεται φετίχ, όπως η πίπα ή οι στυλογράφοι πένας, ενώ για κάποιους λίγους, που έχουν και την οικονομική δυνατότητα, συλλεκτικό αντικείμενο.
Τα περισσότερα ελληνικά κομπολόγια αποτελούνται από 17 έως 33 χάντρες, με μια χάντρα να δένεται μακρύτερα από τις υπόλοιπες σε απόσταση 8 – 9 εκατοστών, η λεγόμενη βεζίρης ή παπάς.
Τα υλικά ποικίλουν, τόσο για την κατασκευή των χαντρών, όσο και για το μέσο που τις συνδέει, δηλαδή κορδόνι ή αλυσίδα. Το κορδόνι επιτρέπει σαφώς καλύτερο και αρμονικότερο κύλισμα της χάντρας και ο ήχος της κρούσης τους εκπέμπεται καθαρότερος.
«Όσον αφορά τη διακόσμηση του τελειώματος του κομπολογιού, διαφοροποιείται από την προτίμηση του κατόχου του, είτε πρόκειται για ασημένη, χρυσή ή μεταξωτή φούντα, είτε για σταυρό, είτε για κάποιο άλλο διακοσμητικό στοιχείο. Άλλωστε για κάθε είδος ανθρώπινου χαρακτήρα υπάρχει και μια συγκεκριμένη μορφή κομπολογιού», θα πει η Κατερίνα Γαζέπη, που εκτός από τα κοσμήματα που σχεδιάζει και κατασκευάζει, δημιουργεί περίτεχνα και άκρως ενδιαφέροντα κομπολόγια από όλα τα υλικά.  

Το αυτοκρατορικό Κεχριμπάρι

Ο αυτοκράτορας του κομπολογιού, σε ό,τι αφορά τις χάντρες, θεωρείται το Κεχριμπάρι, το γνωστό και ως ήλεκτρο, το «λυγγούριον» στην αρχαιότητα. Είναι οργανική ένωση με άμορφη δομή και γενικό τύπο C10Η16Ο.
Πρόκειται για απολιθωμένη ρητίνη κωνοφόρων δένδρων, θαμμένη για εκατοντάδες χιλιετίες κάτω από τη γη, που υπό την επίδραση διαφορετικών συνθηκών πίεσης και θερμοκρασίας στερεοποιείται. Όσο πιο πολύ έχει μείνει ενταφιασμένο στη γη, τόσο σκληρότερο είναι. Το ειδικό του βάρος είναι ελάχιστα μεγαλύτερο του νερού, γι’ αυτό και επιπλέει στο θαλασσινό νερό ή σε νερό κορεσμένο με αλάτι.
Το χρώμα του κυμαίνεται σε όλες τις αποχρώσεις  του καφέ και του κίτρινου, κάποιες φορές παρουσιάζεται και ως κοκκινωπό, ενώ σπανιότητα πράσινο ή μπλε. Το φυσικό κεχριμπάρι, ανεξαρτήτως χρώματος μπορεί να σκουρύνει σ’ ένα γλυκό καφέ χρώμα μετά από μακριά έκθεση στον αέρα.. Ποικίλει, δε, από το εντελώς διάφανο ως το σχεδόν αδιάφανο.
Σχεδόν όλα τα κεχριμπάρια περιέχουν εγκλείσματα. Η κολλώδης ρητίνη των δένδρων καθώς καταπλακώνεται από το χώμα μαζεύει πάνω της υπολείμματα φυτών, ζωύφια, ακόμα και μικρά σπονδυλωτά, όπως και διάφορα ορυκτά. Αυτής της μορφής τα κεχριμπάρια αποτελούν σήμερα σχεδόν μουσειακά κομμάτια. Ο χρωματισμός του ουράνιου τόξου που παρατηρείται σε κάποια σπάνια κεχριμπάρια, οφείλεται στην εμβολή φυσαλίδων αέρα.
Το κεχριμπάρι που βρίσκουμε σήμερα έχει αποκτήσει την ομορφιά του μέσα από ένα βαθύ ύπνο κάτω από τη γη για 40 –  50 εκατομμύρια χρόνια, γι’ αυτό και απαιτεί το σεβασμό μας.
Η μαλακότητα, η ευθριψία και η ευπάθειά του απαιτούν ιδιαίτερες φροντίδες, που ξεκινούν από τον κατασκευαστή, που πρέπει να συνδέσει τις χάντρες του μόνο με μεταξωτό νήμα και φτάνουν μέχρι τον κάτοχο, που πρέπει να το καθαρίζει μόνο με χλιαρό νερό (ποτέ ζεστό) και μαλακό φανελένιο πανί, ενώ στη συνέχεια να το τρίψει με αγνό ελαιόλαδο και να αφαιρέσει το λάδι με μαλακό πανί, ξαναδίνοντάς την λάμψη του.
Σήμερα οι κυριότεροι τόποι αναζήτησής του βρίσκονται στις ακτές της Βαλτικής, την Πολωνία, τη Ρουμανία, την Ιταλία, τη Βιρμανία και τη Δομινικανή Δημοκρατία.
Το κορυφαίο Kahraman
Περίφημο θεωρείται το κεχριμπάρι της Υεμένης, το γνωστό ως Καχραμάν, που πλέον έχει σταματήσει η εξόρυξή του. Η ηλικία του φτάνει τα 50 εκατομμύρια χρόνια. Θεωρείται ο αφρός του κεχριμπαριού, εξαιρετικής ποιότητας, αλλά ιδιαίτερα εύθραυστο, για το λόγο αυτό, οι λίγοι τυχεροί που μπορούν να το έχουν, μια και είναι πανάκριβο, αφήνουν τις χάντρες να πέφτουν απαλά η μια στην άλλη, απολαμβάνοντας τη γοητεία του ήχου της κρούσης τους.


Οι θησαυροί της Βαλτικής

Νεαρότερα τα κεχριμπάρια που εξορύσσονται από τις ακτές της Βαλτικής, αριθμούν περί τα 40 εκατομμύρια χρόνια ενταφιασμού στη γη, αλλά είναι λιγότερο εύθραυστα από το Καχμαράν. Το ονομαστότερο όλων είναι το κιτρινόλευκο, που το χαρακτηρίζουν ως Βασιλικό. Οι χρωματισμοί των άλλων ποικίλουν: κροκί, κίτρινο, μελί, καστανό, καφέ, αλλά και κόκκινο, και μαύρο. 

Το κατά συνθήκην πρεσαριστό

Την έλλειψη του φυσικού κεχριμπαριού, αλλά και το πανάκριβο της αξίας του, ήρθαν οι χημικοί και η τεχνολογία να καλύψουν με το πρεσαριστό κεχριμπάρι, που είναι προϊόν παραγωγής εργαστηρίων τα οποία παράγουν από τις σκόνες των ρινισμάτων των κεχριμπαριών και χημικές ρητίνες, μείγματα, εξαιρετικής ποιότητας συχνά, με τα οποία κατασκευάζουν τις πρεσαρισμένες χάντρες, οι οποίες σαφώς και πλεονεκτούν στην αντοχή, αλλά δεν παύουν να είναι προϊόν χημικής κατεργασίας. Υπάρχουν και περιπτώσεις που η απάτη έχει τον πρώτο λόγο σ’ αυτήν την κατηγορία, γιατί δεν είναι λίγα τα εργαστήρια που ανακατεύουν στο μείγμα ζωΰφια, μέλη εντόμων, ή τρίματα φυτικών ουσιών, προκειμένου να επιτυγχάνουν την πλήρη μίμηση ενός φυσικού κεχριμπαριού.  



Το διάσημο Faturan

Η διαδεδομένη χρήση του κομπολογιού κατά τους 18ο και 19ο αιώνες, οδήγησε στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας πιο εξελιγμένος τύπος κομπολογιού, με προδιαγραφές υψηλής ποιότητας, αλλά και αντοχής, που δεν διαθέτει το κεχριμπάρι. Το άριστο αποτέλεσμα ανήκει στο διακεκριμένο χημικό και διάσημο κατασκευαστή χαντρών, Αιγύπτιο Faturan, που έκτοτε αυτός ο τύπος του κομπολογιού φέρει το όνομά του.
Ο Faturan μετά από προσπάθειες χρόνιας μελέτης και πειραμάτων πέτυχε να δημιουργήσει ένα αριστούργημα.: Χάντρες χειροποίητες με μεγάλη περιεκτικότητα σε κεχριμπάρι, γιούσουρι, κολοφώνιο, βακελίτη και φυτικά υλικά. Ο δε χρωματισμός των χαντρών και οι ιριδισμοί τους έχουν επιτευχθεί με την πρόσμιξη διαφόρων τύπων κρασιού με τα υπόλοιπα υλικά κατασκευής. Πρόκειται για χάντρες με ξεχωριστή βελούδινη υφή και διαυγή ήχο. Οι πιο σπάνιες απ’ αυτές είναι σε χρώμα μαύρο, καφέ, πράσινο ή βαθύ κόκκινο. Πολύ σπάνια βρίσκουμε δίχρωμες και τρίχρωμες.
Η κατασκευή αυτών των χαντρών άρχισε στα τέλη του 18ου αιώνα και σταμάτησε το 1930. Τα κομπολόγια απ’ αυτές τις χάντρες έγιναν αγαπητά και κόσμησαν χέρια διάσημων ανθρώπων. Λόγω του ότι η χειροποίητη παραγωγή τους υπήρξε μικρή και η υψηλή τους ποιότητα τα έκανε περιζήτητα, τα κομπολόγια αυτά χαρακτηρίζονται σήμερα από τα πλέον σπάνια.
Βέβαια, μεταγενέστεροι κατασκευαστές χαντρών υιοθέτησαν την τεχνοτροπία Faturan, δημιουργώντας ικανοποιητικά αποτελέσματα, χωρίς όμως να κατορθώσουν να ξεπεράσουν τις αυθεντικές χάντρες Faturan.


Το υπέροχο Sudurus
Όπως προλέχθηκε, το αραβικό κεχριμπάρι είναι μεν το πολυτιμότερο, αλλά και το πλέον δύσχρηστο εξ αιτίας της ευθριψίας του. Για το λόγο αυτό ο ευρύτερος αραβικός κόσμος αναζήτησε νέα υλικά για την κατασκευή των κομπολογιών του, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής τους έκφρασης.
Στα τέλη του 17ου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους χάντρες για κομπολόγια, κατασκευασμένες στο χέρι, από τη Συρία και το Ιράκ, οι λεγόμενες Sudurus. Είναι κατασκευασμένες με προσμίξεις υλικών από κεχριμπάρι, λιβάνι, κολοφώνιο, βακελίτη και διάφορα άλλα φυτικά υλικά. Το χρώμα τους είναι κίτρινο ή ώχρα και κάποιες φορές έχουν πάνω τους ζωγραφισμένα σύμβολα, πιθανότατα θρησκευτικά. Είναι ζεστές στην αφή και απαλές στον ήχο. Οι χάντρες Sudurus αποδείχθηκαν πολύ ανθεκτικές, αξιόπιστες και κατάφεραν να κερδίσουν μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία των κομπολογιών.

Τα τόσα άλλα εκλεκτά κομπολόγια

           
Ειπώθηκε ήδη από την αρχή πως κομπολόι δε σημαίνει κεχριμπάρι υποχρεωτικά. Σημαίνει χάντρες που πέφτουν μια - μια ή ζευγαρωτά ή παίζονται με διάφορους τρόπους για να βγάλουν το δικό τους ήχο.
Η Κατερίνα Γαζέπη που κατασκευάζει τα δικά της κομπολόγια, μας λέει:
«Οι χάντρες ανέκαθεν δημιουργούνταν από διάφορα υλικά που εν αφθονία παρέχει η φύση. Είναι τα πολύτιμα ασπόνδυλα ζώα της θάλασσας, τα κοράλλια, που είναι αδιαφανή κι έχουν ακανόνιστο σχήμα κλαδιού δέντρου και το χρώμα τους κυμαίνεται από το λευκό μέχρι το βαθύ κόκκινο, αλλά το συναντάμε και καφέ, καστανό και μαύρο, οι ημιπολύτιμοι λίθοι, τα κόκαλα κάποιων ζώων, τα κέρατά τους, το ελεφαντόδοντο, το απολιθωμένο κοχύλι, το φίλντισι (σεντέφι), το μηλοκόραλλο, κάποιοι κορμοί δέντρων με ιδιαίτερη σκληρότητα ή άρωμα, όπως ο έβενος, το μοσχοκάρυδο, που η επαφή του με τα χέρια αναδύει το εκπληκτικό του άρωμα, αλλά και το κεραμικό κ. ά. Σημασία πια έχει το πώς θα χαραχτεί διακοσμητικά η χάντρα και ποιο σχήμα θα της δώσει ο καλλιτέχνης που θ’ αναλάβει να κάνει το ιδιαίτερο και προσωπικό κομπολόι για τον άντρα ή τη γυναίκα».
Ας δούμε κάποια απ’ αυτά, που στα χέρια των κατασκευαστών γίνονται θαυμάσια κομπολόγια, ιδιαίτερης αξίας, που συχνά αγγίζουν και την έννοια του κοσμήματος.

Το καλότυχο Γιούσουρι

Το γιούσουρι είναι είδος κοραλλιού. Το ονομάζουν μαύρο κοράλλι και μοιάζει με σκληρό ξύλο σαν έβενος. Πολλοί του αποδίδουν μαγικές ιδιότητες, όπως τη δύναμη να διώχνει το κακό μάτι, αλλά και να φέρνει καλή τύχη. Ένας θαλασσινός θρύλος των ψαράδων μιλά για το ξύπνημα του γιούσουρι, γι’ αυτό και όταν το συλλέγουν πρέπει να το κόψουν ακαριαία και μόνο όταν κοιμάται, διαφορετικά, προβάλλοντας άμυνα, σκληραίνει και δεν κόβεται.
Οι καφεκόκκινες ανταύγειες σε πολλά σημεία της χάντρας μοιάζουν μ’ αυτές του λουστραρισμένου ξύλου καρυδιάς. Πολλές, δε, φορές οι χάντρες από γιούσουρι διακοσμούνται με φίλντισι ή κεχριμπάρι, αλλά και με κεντήματα από ασήμι ή χρυσό.
Το γιούσουρι, όσο λείο και αν είναι, όταν ζεσταθεί από τη χρήση του χεριού αναδύει ένα άρωμα θαλασσινού ιωδίου, διαστέλλεται και μερικές φορές αγριεύει η επιφάνειά του. Γι’ αυτό λένε πως το γιούσουρι παραμένει ζωντανό έπ’ άπειρον.

Οι πέτρες της τύχης και της ίασης

            Ιδιαίτερη κατηγορία κομπολογιών αποτελούν αυτά που δημιουργούνται με τους ημιπολύτιμους λίθους, οι οποίοι και αποτελούν μέρος του πολιτιστικού παρελθόντος πολλών λαών, η παράδοση των οποίων τους αποδίδει όχι μόνο ιδιότητες καλής τύχης, αλλά και θεραπευτικές, γι αυτό και έχουμε πλήθος ευρημάτων που αφορούν  όχι μόνο κοσμήματα, αλλά και φυλαχτά.
            Ο κάθε ημιπολύτιμος λίθος έχει τα δικά του χαρακτηριστικά σύμφωνα με την ομάδα στην οποία ανήκει, το χρώμα, τη σκληρότητα και το χημικό τύπο του. Το σχήμα της χάντρας που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των κομπολογιών είναι συνήθως σφαιρικό ή ωοειδές.
            Ο όνυχας (με γνώρισμά του τις παράλληλες λωρίδες χρώματος, που συνδέεται με την πίστη πως προστατεύει από το κακό μάτι), ο αιματίτης, το μάτι της τίγρης, ο αχάτης (με κύριο χαρακτηριστικό του τα ομόκεντρα νερά του), ο καφέ ή μπλε χρυσόλιθος, ο χαολίτης, ο ίασπις (αδιαφανής, με χρώμα που κυμαίνεται από το κιτρινωπό, καστανό ως το κόκκινο και τον συνοδεύουν πολλές αρχαίες δοξασίες για ιδιαίτερες ιδιότητες), ο σοδαλίτης, η κορνεόλη, το λαζούριο (το γνωστό ως Lapis Lazuli με το εντονότατο μπλε χρώμα, που περιέχει είτε λευκές φλέβες ασβεστίτη, είτε τις χρυσίζουσες φλέβες πυρίτη, που είναι και ακριβότερο),  ο κρύσταλλος, η αβεντουρίνη, ο οψιδιανός, ο αμέθυστος (με κύριο χαρακτηριστικό του το μοναδικό μοβ χρώμα του και τη λαϊκή δοξασία της αρχαιότητας πως όποιος έπινε κρασί από κύπελλο αμέθυστου δεν απειλούνταν από τη μέθη) κ. ά., ημιπολύτιμοι λίθοι αποτελούν μια θαυμάσια πρόταση για ένα ιδιαίτερο κομπολόι, σαφώς οικονομικότερο, αλλά με το δικό του ήχο και χάρη…


Κομπολόι να ’ναι και απ’ ό,τι να ’ναι;
Η αλήθεια είναι ότι η βιομηχανία πάντα έρχεται αρωγός στην επιθυμία για ελαχιστοποίηση του κόστους, συνεπικουρούσης και της άγνοιας. Έτσι, λοιπόν, προκειμένου η τιμή να μη γίνεται εμπόδιο σ’ αυτό που ονομάζουμε κομπολόι, παρήγαγε τα συνθετικά κομπολόγια με τη βοήθεια χημικών ρητινών. Σαφώς και δεν είναι κακό ή υποτιμητικό το να κρατά και να παίζει κάποιος ένα τέτοιο κομπολόι (άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία αυτά εννοεί ως κομπολόγια), είναι όμως άσχημο κάποιοι κακοί έμποροι να πλασάρουν τις ρητίνες για δήθεν πρεσαριστά κεχριμπάρια ή και γνήσια.

Ναι, έχουμε πόλεμο. Που εκείνοι τον θέλουν…





ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 21-11-2015)
--------------------------------------------------- 
 
Στάθηκα αναποφάσιστος μπροστά στη βιβλιοθήκη μου. Από το διπλανό καθιστικό ακουγόταν η φωνή του τηλεπαρουσιαστή που φορτωμένη με αρκετή δραματοποίηση μετέδιδε τα «τελευταία νέα» από το Παρίσι, (διακόπτοντας μια εκπομπή ανορεκτικής κυρίας για μαγειρέματα, στην οποία όλα είχαν μαγειρευτεί ‘‘εξαίσια’’ και ‘‘θεϊκά’’, από τραγουδιστές, ηθοποιούς και άλλους ‘‘σελέμπριτι’’, όπως έχει επικρατήσει να λέγονται κάποιοι ‘‘διάσημοι’’ φελλοί σε σχήμα ανθρώπου). Τα «τελευταία νέα» αφορούσαν δηλώσεις πολιτικών ηγετών, αλλά και διανοούμενων για όσα συνέβησαν στο Παρίσι. Ανάμεσά τους και του Μπρικνέρ.
Δεν άπλωσα το χέρι να κατεβάσω Μπρικνέρ, πήγα λίγο ψηλότερα, εκεί που ξεκουράζεται ο δικός μου Βασίλης Ραφαηλίδης. Και κατέβασα το «Άραβες» και το «Οι λαοί της Μέσης Ανατολής». Έτσι για να θυμηθώ λίγα περισσότερα, μια και ο Ραφαηλίδης έχει τον τρόπο του να μένει επίκαιρος.
Όμως επίκαιρος παραμένει και ο θάνατος. Ο θάνατος που δεν έχει ταυτότητα και δεν είναι για έναν, αλλά για όλους.
Ο θάνατος στη Γαλλία είχε ξανά το πρόσωπο της φρίκης. Όπως και κάθε θάνατος που παράγεται από δολοφόνους. Και οι δολοφόνοι δεν δικαιούνται να επικαλούνται δικαιολογιών. Θέλουν το αίμα και μόνο αυτό. Είτε το προκαλούν με τα όπλα τους, είτε διώχνοντας ομοφύλους τους στην προσφυγιά και στην αφρισμένη θάλασσα για να τους πνίξει ως ναυαγούς.
Όσες θεωρίες και να διατυπωθούν για ξένα συμφέρονται και για εκμετάλλευση πλούτου δεν δικαιολογούν τον τυφλό φανατισμό μιας θρησκείας που ευλογεί τον θάνατο των αλλοθρήσκων προκειμένου να κυριαρχήσει το δόγμα της στην ανθρωπότητα. Και οι απόπειρες γι’ αυτήν την επικράτηση έχουν ιστορία αιώνων, όταν δεν υπήρχαν ούτε τα διεθνή χρηματιστήρια, ούτε οι ξένες αγορές και τα συμφέροντα, ούτε τα καπιταλιστικά συστήματα, ούτε οι σταυροφορίες.
Το 610 αρχίζει την διδασκαλία του ο Μωάμεθ ως απεσταλμένος του Θεού. Μέχρι που πέθανε, το 632 ολόκληρη η Αραβική χερσόνησος, μέχρι τα σύνορα της Συρίας, της Αιγύπτου και του σημερινού Ιράκ είχαν προσηλυτισθεί στο Ισλάμ. Η προσδοκία των απολαύσεων στον παράδεισο με άφθονα φαγητά και παρθένες, που έδινε το Κοράνιο στους υπέρ πίστεως μάρτυρες, ανοίγει την όρεξή τους για  να κατακτήσουν τον κόσμο.
Τον Μωάμεθ διαδέχθηκαν οι Χαλίφες. Ο Αμπντ ελ Ραχμάν επιχειρεί να οδηγήσει τους Άραβές του στην καρδιά της Ευρώπης, αλλά κάπου μεταξύ Τουρ και Πουατιέ, το 732, ο Κάρολος επικεφαλής των Φράγκων, αναδεικνύεται νικητής και η προέλαση των Αράβων σταματά οριστικά. Κανείς δεν μπορεί να υποθέσει ποια θα ήταν η μορφή της Ευρώπης αν ήταν άλλη η έκβαση της μάχης.
Όμως οι απόπειρες εξισλαμισμού συνεχίζονται. Η Βιέννη δυο φορές, το1529 και το 1672, σταματά τις τουρκικές επιθέσεις και η Ευρώπη σώζεται και πάλι. Τα ισλαμικά έθνη δεν είχαν επιχειρήσει να καθιδρύσουν αποικιοκρατία, αλλά κατοχή και εξισλαμισμό. Όχι βεβαίως ως αντίποινα των Σταυροφοριών, που επίσης είχαν οργανωθεί για την άμυνα των περιοχών που πλέον είναι γνωστές ως Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Σήμερα κανείς δεν μιλά για απόπειρες εξισλαμισμού, αν και πολύ λίγα έχουν αλλάξει στο Ισλάμ από τον ύστερο Μεσαίωνα. Θα ήταν γελοίο. Όμως οι ίδιοι οι Τζιχατζιστές διακηρύττουν πως ο βίαιος θάνατος κάθε άπιστου συνιστά τον δεδηλωμένο στόχο τους. Και αυτός ο στόχος είχε πολλούς βίαιους θανάτους στη Γαλλία. Ίσως και περισσότερους σε διεθνή κλίμακα, λίγες μέρες πριν, αν η πτώση του ρωσικού αεροπλάνο είναι έργο τους. Η Ρωσία απόφυγε όμως να επισημοποιήσει και να διεθνοποιήσει το συμβάν. Και η νύχτα τρόμου στο Παρίσι έμεινε μόνη να σημαδεύει με κόκκινο τις μέρες μας.
Βέβαια η Γαλλία δεν έμεινε άναυδη και άπρακτη. Άλλωστε, άλλοτε (1941), στη Συρία, έλυσε και τις μεταξύ της διαφορές, όταν οι Ελεύθεροι Γάλλοι του Ντε Γκωλ συγκρούστηκαν με τους ομοεθνείς τους της κυβέρνησης Βισύ του Πεταίν. Η ιστορία κάνει και μαύρο χιούμορ και γυρίσματα. Τώρα, στη Συρία της οικογένειας Άσαντ (ο πατέρας από το 1971 και ο γιος από το 2000) που δεν μπόρεσε να τιθασεύσει - ή δεν θέλησε - το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), η Γαλλία επανέρχεται. Με βομβαρδιστικά αυτήν την φορά, δηλώνοντας πως πλέον βρίσκεται σε πόλεμο. Μόνη; Σαφώς όχι. Πόσοι και ποιοι θα συνταχθούν στο πλευρό της; Άγνωστο. Θα φανεί στη συνέχεια.
Η Γαλλία είναι η χώρα που έδωσε τον διαφωτισμό, τη σύγχρονη δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα. Δίδαξε τον σεβασμό στην ταυτότητα του Άλλου και στα δικαιώματά του. Ούτε η Γαλλία, ούτε και κάποια άλλη χώρα της Ευρώπης, είπε στους Τζιχαντιστές να γίνουν βάρβαροι, να εξολοθρεύουν αμάχους, να αποκεφαλίζουν αιχμαλώτους, να καταστρέφουν έργα τέχνης, να εξανδραποδίζουν πληθυσμούς. Δεν τους αναγκάζει η Γαλλία να θέλουν να σβήσουν την ιστορία του ανθρώπου από καταβολής κόσμου μέχρι το 610. Όλα τα άλλα είναι φτηνές ιδεοληψίες ανθρώπων που φοβούνται τη γνώση και απεχθάνονται τη σκέψη. Τέλος…

Άγγελος Πετρουλάκης.



Καλημέρα θλίψη, καλωσόρισες ματαίωση…



Μονολογώντας
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 13-11-2015)
---------------------------------------------------------------

 Το μυθιστόρημα «Καλημέρα θλίψη» της Φρανσουάζ Σαγκάν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1953 και έκανε απανωτά ρεκόρ πωλήσεων, αποκαλύπτοντας στην εκδοτική κοινότητα ότι ο κουρασμένος Γάλλος από τον πόλεμο της προηγούμενης δεκαετίας, έστρεφε την πλάτη του στους Σαρτρ και Καμύ με τους προβληματισμούς και τα συνειδησιακά αδιέξοδα, αναζητώντας για την καθημερινότητά του τη θέαση μιας άλλης κοινωνικότητας.
Δεν ξέρω πώς και γιατί, ενώ διάβαζα ίσως το συγκλονιστικότερο βιβλίο της τελευταίας δεκαετίας («Το μονοπάτι για τα βάθη του βορρά» του Ρίτσαντ Φλάναγκαν – αλλά γι’ αυτό ίσως μιλήσω μιαν άλλη φορά), θυμήθηκα το «Καλημέρα θλίψη» με την νεαρή θυγατέρα του κοσμοπολίτη γόη, που ενώ γοητεύεται από την λαμπερή ζωή που γνωρίζει στο πλάι του, προκαλεί το θάνατο της ερωμένης και υποψήφιας συζύγου του, ίσως για να μην τον μοιραστεί με άλλη γυναίκα.
Ίσως, γιατί από την τηλεόραση ακουγόταν την ίδια ώρα ένα ματάμαυρο δελτίο ειδήσεων με τους παρουσιαστές να τονίζουν πως ενώ το Δημόσιο αποτελεί τον μεγάλο χρεοφειλέτη της ΔΕΗ, τα συνεργεία της να κόβουν το ρεύμα αδιάκριτα σε δυνάμενους ή μη, σε τίμιους φτωχούς ανήμπορους και ευκαιριακούς μπαταχτσήδες.
Αμέσως μετά η φωνή του εκφωνητή μιλούσε για τους πλειστηριασμούς και τα κόκκινα δάνεια, ενώ λίγο αργότερα για τις καταγγελίες του Καθηγητή Πανούση. Ο τελευταίος, πολύ πριν την υπουργοποίησή του θεωρούνταν αυθεντία περί την εγκληματολογία, ένας από τους σημαντικότερους πανεπιστημιακούς δασκάλους, ιδιαίτερα σοβαρός και εξόχως δημοκρατικός.
Και θυμήθηκα εκείνη τη θρυλική διαβεβαίωση του Αλέξη Τσίπρα «κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα».
Και θυμήθηκα την επίσης θρυλική διαβεβαίωση του Αλέξη Τσίπρα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», που πρόσφατα συνοδεύτηκε από την δήλωση ότι η Ελλάδα «δεν θα γίνει αρένα πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας».
Και μετά θυμήθηκα εκείνες τις ρημάδες «κόκκινες γραμμές» και τις αλαζονικές δηλώσεις ότι οι εκπρόσωποι των δανειστών δεν θα μπαίνουν στα υπουργεία και θ’ αναγκαστούν να μας σέβονται ως ισότιμους, χρυσοπληρώνοντας αίθουσες ξενοδοχείων για τις ατελείωτες συσκέψεις.
Είναι να μην αρχίσει η μνήμη να χορεύει και να φέρνει στην επιφάνεια τα τραγούδια που θα παίζαμε και θα… χόρευαν οι ξένοι.
Γιατί τόσο ψέμα;
Γιατί τόση αναλγησία;
Γιατί τόση μαύρη προπαγάνδα;
Ένα χρόνο πριν, η χώρα προχωρούσε αργά αλλά σταθερά προς την έξοδο από την κρίση. Ένα «μέιλ», το ξεχασμένο, ωστόσο στοιχειωμένο, «μέιλ Χαρδούβελη» γινόταν η ατομική βόμβα που γκρέμιζε τα πάντα. Δώδεκα μήνες μετά, με όλα γκρεμισμένα, αλλά όχι από το «μέιλ Χαρδούβελη», καλωσορίζουμε τη ματαίωση κάθε ελπίδας χωρίς να υπάρχει ούτε ένα, μα ούτε το ελάχιστο ένα, που να συνηγορεί στο ότι κάτι προς το καλύτερο αλλάζει.
Σκόνη οι συντάξεις, αλαλούμ στο προσφυγικό, στον αέρα το σύστημα υγείας, «γκρεμισμένα σπίτια» η παιδεία και η δικαιοσύνη… Η δικαιοσύνη; Ποια δικαιοσύνη; Αυτήν που περιγράφει ο πρώην υπουργός;
Τα ατοπήματα μεγάλα και καθημερινά. Αλλά με μηχανισμούς προπαγάνδας, δυσφήμισης, αντίδρασης, άρνησης βήματα μπροστά δεν γίνονται. Το φιάσκο Βαρουφάκη που επί έξι μήνες υπερασπιζόταν ο πρωθυπουργός, παρόλο που στοίχισε κάποια δισεκατομμύρια στην εθνική οικονομία, δεν τον δίδαξε πως πάνω από το κόμμα υπάρχει η πατρίδα. Κι εξακολουθεί να παίζει το παιγνίδι των ημέτερων. Σε βάρος όμως της πλάτης του ανώνυμου πολίτη που νιώθει πιο φτωχός από ποτέ, πιο ταπεινωμένος από ποτέ, πιο απελπισμένος από ποτέ. Παράλληλα νιώθει και πιο «αναρμόδιος» να διαμαρτυρηθεί, αφού τρεις φορές σε επτά μήνες έδωσε «λευκή επιταγή» στον Αλέξη Τσίπρα να διαχειριστεί την τύχη της χώρας. Και ίσως να του έδινε και τέταρτη φορά αν εκλογές ξαναγίνονταν αυτόν τον μήνα…
Η παράνοια στο απόλυτο μεγαλείο της.
Την είχαμε γευθεί σε μεγάλες δόσεις με την περίπτωση της κ. Κωνσταντοπούλου και της κ. Μακρή. Κάποτε έβγαιναν αγκαλιά με τον Πρωθυπουργό και πανηγύριζαν για το σχίσιμο των μνημονίων, τη ρίψη στην φωτιά του ΕΝΦΙΑ, τη δικαίωση του κινήματος «δεν πληρώνω». Πιθανόν στα όνειρά τους να έπλαθαν και ροζ ημέρες κοιταζόμενοι βαθειά στα μάτια, με τον κοσμάκη να ονειρεύεται ότι θα ξηλώσει το αμαρτωλό κράτος της δεξιάς.
Τώρα ο «κοσμάκης» μετρά ειδοποιητήρια από τράπεζες, από εφορία, από άλλους λογαριασμούς. Γιατί πριν τις εκλογές λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο και ζούσε την αυταπάτη της εύκολης ρητορικής. Πια ο ξενοδόχος αποδείχτηκε κάκιστος και η ρητορική τόσο άθλια, ώστε δικαιολογημένα μουρμουρίζω κάθε πρωί «Καλημέρα θλίψη…»
Άγγελος Πετρουλάκης

Βγάλε τον σκασμό Φίλη…





Μονολογώντας
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 8-11-2015)

----------------------------------------------------------------

Κάποιες φορές είναι δύσκολο να συγκρατήσεις τον εκνευρισμό σου, αφού οι προκλήσεις είναι συνεχείς και η ανευθυνότητα κάνει ανεξέλεγκτη τη βόλτα της στον δημόσιο βίο.
Από τα «μακαρόνια» στις «πενταροδεκάρες» και από τις «πενταροδεκάρες» στην «εθνοκάθαρση». Παλιότερα ο «συνωστισμός». Κάπου ενδιάμεσα το αμάρτημα της «αριστείας». Αυτά δηλώνουν πρόοδο; Νέα αντίληψη; Βήματα μπροστά; Μήπως κάτι δεν πάει καλά; Μήπως χρειάζονται ένα γενικό «ρεκτιφιέ» όλοι όσοι ανέλαβαν να σώσουν τη χώρα ευαγγελιζόμενοι τις αριστερές ιδεοληψίες τους;
Η χώρα, ένα χρόνο πριν, με όλες τις αντιξοότητες της αναποφασιστικότητας του Αντώνη Σαμαρά, ήταν έτοιμη να βγει στις αγορές, να βγει από την κρίση, να διεκδικήσει ξανά μια θέση στην ανάπτυξη. Εμπόδιο το περίφημο «μέιλ Χαρδούβελη». Απέναντί του στήθηκε μια ολόκληρη πολεμική μηχανή που υποσχέθηκε απελευθέρωση και εθνική αξιοπρέπεια. Τελικά αυτή η πολεμική μηχανή αποδείχθηκε ο μεγαλύτερος δωσιλογισμός στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Αριστερός βεβαίως, που σημαίνει πως διεκδικεί και το ακαταλόγιστο, αφού κανείς δεν θα καταδικάσει την παρέα των σαλτιμπάγκων που είχε σχίσει τα μνημόνια, είχε σχίσει το ΕΝΦΙΑ, είχε σχίσει τις εξαρτήσεις, είχε περιφρονήσει τα δανεικά, είχε…, είχε…, είχε…
Οι αντι-ευρωπαϊστές που γλείφουν και το μικρότερο κοκαλάκι της Ευρώπης βρίζοντάς την συνάμα. Η παράνοια σ’ όλο της το μεγαλείο. Ένας πρωθυπουργός που στο θέμα των προσφύγων της σπαρασσόμενης Συρίας κατηγορεί για απανθρωπιά την Ευρώπη. Που έχει ανοίξει τα σύνορά της και δέχεται τις εκατοντάδες χιλιάδες των προσφύγων. Αν δεν τα είχε ανοίξει πού θα ήταν όλοι όσοι καταφθάνουν στη χώρα; Μήπως θα κατευθύνονταν προς τη Ρωσία με τις αχανείς εκτάσεις της; Για την Ρωσία ούτε μια λέξη ο ορμητικός και λαλίστατος πρωθυπουργός. Η ανθρωπιά δεν ισχύει για τη Ρωσία, που συμμετάσχει και στις πολεμικές επιχειρήσεις; Μόνο για την Κεντρική Ευρώπη και ιδιαίτερα για τη Γερμανία; Αλλά, ούτε λέξη από τα πρωθυπουργικά χείλη και για το νότο, για όλες αυτές τις πάμπλουτες αραβικές χώρες που στο κάτω - κάτω της γραφής προσκυνούν και τον ίδιο θεό. Έχει τα όριά της η ανοησία και η προπαγάνδα. Μπορεί να μην πουλά στις αριστερές μάζες η αλήθεια, αλλά δεν παύει να είναι αλήθεια. Και για τις αριστερές μάζες ο κ. Τσίπρας είναι αρχηγός κομματικού συνασπισμού, ενώ για ολόκληρη τη χώρα πρωθυπουργός. Είναι λοιπόν ανήθικο να μπαίνει πάνω από τη χώρα το κόμμα και αυτό πρέπει να το μάθουν όλοι, ακόμα και ο πρώην δημοσιογράφος της Αυγής που ελέω λαϊκής θέλησης έγινε υπουργός.
Οι ευθύνες του κ. Τσίπρα είναι τεράστιες, όσο κι αν αυτός χρησιμοποιώντας άριστα τον προπαγανδιστικό ρητορικό λόγο επιχειρεί να διαφύγει από την πραγματικότητα. Είναι εκείνες οι «κόκκινες γραμμές» που είχε τραβήξει για να χαράξει τα όρια της πολιτικής του και που δείχνει ως υπεύθυνους για την παραβίασή τους όλους όσοι ήταν πριν απ’ αυτόν στο τιμόνι της χώρας. Του διαφεύγει όμως και πάλι η αλήθεια. Τις είχε ο ίδιος χαράξει για να δηλώσει τη διαφορά του από εκείνους. Και;
Δέκα σχεδόν μήνες μετά τις εκλογές, ένα χρόνο μετά το σύνθημα εκλογές εδώ και τώρα, όλοι είναι φτωχότεροι, όλοι είναι ανασφαλείς, όλοι ζουν την ανικανότητα. Μήνες συζητήσεων για την αύξηση των εσόδων με την επιβολή φόρων. Καμιά συζήτηση για την ανάπτυξη, για το πώς θα περιοριστεί το αδηφάγο κράτος και θα πώς ενισχυθεί ο παραγωγικός ιδιωτικός ιστός. Ο αγώνας για τη δικαίωση των καθαριστριών που εν τέλει κατέληξαν υπάλληλοι σε άλλες θέσεις. Το βόλεμα των ημέτερων δηλαδή, αλλά σε πιο άγρια μορφή, χωρίς προσχήματα, χωρίς επιπτώσεις. Υπουργοί με «ξεχασμένα» έσοδα, κυβερνητικές προκαλύψεις με τη γλώσσα του Όργουελ, χουντικές πρακτικές. Όσο για την ιστορία; Αυτή δεν αλλάζει με δηλώσεις για συνωστισμούς και εθνοκαθάρσεις. Συχνά την γράφει το αίμα. Και το αίμα, πριν 93 περίπου χρόνια ήταν πολύ, άσχετα αν δεν το είδαν, δεν το μύρισαν, δεν το άγγιξαν οι κύριοι Φίλης, Τσίπρας και λοιποί. Κάποιοι άλλοι άφησαν τις ψυχούλες τους στον μακρινό Πόντο, κάποιοι άλλοι έχασαν πατεράδες, αδελφούς, παιδιά. Και δικαιούνται να ομιλούν. Οι άλλοι δικαιούνται να μελετούν και να σιωπούν, ή σωστότερα να «βγάζουν τον σκασμό» για να χρησιμοποιήσω τη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν.
Λοιπόν, βγάλε τον σκασμό Φίλη, έτσι ψυχρά και αγενώς για θέματα που δεν σε αφορούν. Και όσα απ’ τα συντρόφια του έχουν ακόμα λίγη τσίπα ας του το πουν. Υπάρχουν σχολεία χωρίς δασκάλους, νηπιαγωγεία χωρίς νηπιαγωγούς για ν’ ασχοληθεί. Υπάρχουν πολλά που περιμένουν τις… σοφές αποφάσεις του κι ενδεχομένως την κατά κράτος ήττα του στην πολιτική ιστορία του συγκεκριμένου χώρου.
Άγγελος Πετρουλάκης

Όταν μια χώρα πεθαίνει…



Μονολογώντας
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net στις 26-10-2015)
---------------------------------------------------------------


Όταν μια χώρα πεθαίνει έχει από χρόνια αντικατασταθεί η Σκέψη και ο Λόγος από συνθήματα. Η αιδώς έχει αντικατασταθεί από τη θρασύτητα. Το όνειρο έχει αντικατασταθεί από το έγκλημα. Και η αλήθεια από την απροκάλυπτη απάτη.
Σ’ αυτήν την χώρα οι κυβερνώντες είχαν υποσχεθεί αξιοπρέπεια στους ασθενέστερους και ήδη τους προσφέρουν τον έσχατο εξευτελισμό. Σ’ αυτήν τη χώρα οι κυβερνώντες είχαν υποσχεθεί διαφάνεια και δικαιοσύνη και ήδη εγκαθίδρυσαν την πλέον σκοτεινή προπαγάνδα του σκοταδισμού και της ανομίας. Είναι η δική μου χώρα, ίσως και η χώρα πολλών ακόμα και είναι η χώρα που βιάζεται εν ονόματι ενός άφρονος αριστερισμού που δεν έχει καμιά σχέση με τις αρχές που ευαγγελίζεται ως ιδεολογία.
Η θρασύτητα των αναληθειών ως αποκύημα της ανικανότητας και της εκδικητικότητας είναι τόση που παράγει άφθονη ηδονή σε πιστούς και οπαδούς. Φοβούμαι πως στη σφαίρα αυτής της ηδονής εντάσσονται τόσο οι «πενταροδεκάρες» του δημοσιογράφου της «Αυγής» κ. Φίλη, ο οποίος αναγορεύτηκε υπουργός της Παιδείας, όσο και το ότι ο ΦΠΑ των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων δεν αφορά τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ κατά την άποψη του βουλευτή κ. Δημήτρη Σεβαστάκη. Άλλωστε λίγες μέρες πριν και ο κ. Δημήτρης Παπαδημούλης δήλωνε στο twitter ότι πρόκειται για μέτρο που πλήττει τους προνομιούχους. Όλα φιλοσοφημένα, όλα μετρημένα και σε γλώσσα σταράτη. Εμείς και οι άλλοι.
Όταν μια χώρα πεθαίνει δεν υπάρχουν περιθώρια ευαισθησίας. Το μόνο που απομένει είναι οι τάφοι. Θα τους ανοίξουν οι νεκροθάφτες, εκείνοι που ούρλιαζαν για «κόκκινες γραμμές», εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν την απόγνωση και έστησαν την πλέον παραγωγική εταιρεία ψεύδους. Αυτή η εταιρεία ψεύδους πασχίζει τώρα να μείνει στη ζωή προκαλώντας τη μεγαλύτερη φορολογική αφαίμαξη που γνώρισε ποτέ ο τόπος, μια αφαίμαξη που αφορά μόνο τους αδύναμους και ανίσχυρους για την όποια αντίδραση, αφού οι ισχυροί και τα λαμόγια και πάλι θα διαφύγουν, όπως διαφεύγουν δεκαετίες τώρα.
Όταν μια χώρα πεθαίνει δεν υπάρχουν περιθώρια αξιοπρέπειας. Αυτά ξεψύχησαν μαζί με υποσχέσεις δόλιες και με την επικράτηση της αναισχυντίας. Μέχρι να κερδίσουν τις εκλογές μας έλεγαν ότι το πρόβλημα «δεν λύνεται με περικοπές», αφού αυτή είναι «αδιέξοδη και νεοφιλελεύθερη λύση». Πια οι περικοπές έρχονται με την σαρωτικότητα ενός τυφώνα μέσα σ’ ένα κλίμα απύθμενης ηλιθιότητας που ξεκινάει από τους λιαζόμενους μετανάστες της Ομόνοιας και φτάνει μέχρι την επινοητικότητα των γεμιστών και της μαρμελάδας. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτήν την παράκρουση, κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες ανίσχυροι συνταξιούχοι νιώθουν το άνομο και αδίστακτο χέρι μιας άνευ προηγουμένου ληστείας να τους αφαιρεί κόπους ολόκληρης ζωής και να τους πετά στο περιθώριο της ιστορίας. Τι κι αν εργάστηκαν σαράντα χρόνια με την προσδοκία ν’ αφήσουν στα παιδιά τους ένα κεραμίδι, τι κι αν υπήρξαν τίμιοι και σώφρονες; Όλοι στην Προκρούστεια κλίνη μιας στρατηγικής που δεν περιέχει ίχνος ηθικής και λογικής.
Όταν μια χώρα πεθαίνει η επικοινωνιακή πολιτική δίνει εξέχουσα θέση στην κομματική προπαγάνδα, έτσι που η ευθανασία να παρουσιάζεται ως μονόδρομος για όσους πιστεύουν στην αξιοκρατία και μοχθούν γι’ αυτήν. Αλλά ποιος ανησυχεί μπροστά στη θλιβερή πραγματικότητα; Εκείνοι που τελικά αποδεικνύουν πως παίζουν το παιγνίδι των δανειστών; Αλίμονο. Κόκκινα δάνεια, κόκκινες γραμμές, κατακόκκινες απογοητεύσεις. Γιατί το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος που ρέει από τις πληγές μιας κοινωνίας, η οποία αντί να βιώνει την ανάπτυξη, βιώνει την ταπείνωση και την οργουελική αντίληψη των ισοπεδωτικών πολιτικών στρατηγικών. Το τίποτα που έγινε το άπαν. Ναι, εν τέλει τα δεινά είναι πάντα «θεόσταλτα» γι’ αυτό και οι φοροκαταιγίδες στοχεύουν στο να γιατρέψουν μια ασύνετη κοινωνία που δαπανούσε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε και υπέπεσε στο θανάσιμο να ονειρεύεται.
Όταν μια χώρα πεθαίνει οι λέξεις χάνουν το νόημα, η καθημερινότητα χάνει τα όριά της και η λογική χάνει την αρχέτυπη δομή της. Ο βιασμός της δημοκρατίας επισημοποιείται με απόλυτο κυνισμό. Ευτυχώς που υπάρχει ένα αμαρτωλό παρελθόν για να λειτουργεί σαν κολυμπήθρα για κάθε ανικανότητα, έτσι ώστε ν’ αναζητούμε τη μεταφυσική διάσταση των νεκρολογιών που ακούμε ως «ισοδύναμα» και άλλες παρόμοιες ιστορίες φρίκης.
Άγγελος Πετρουλάκης