Google+ Followers

Έστω τώρα, που έχουμε βουτήξει στο κενό…



Μονολογώντας

 Τους βρίσαμε «τρομοκράτες».
Και τους βρίζουμε…
Τους βρίσαμε «τοκογλύφους».
Και τους βρίζουμε…
Και τι δεν τους βρίσαμε;
Με την απαίτηση να μας καλωσορίσουν: «Τι θα σας κεράσουμε;»

Τους κατηγορήσαμε ότι μας έκλεισαν τις Τράπεζες. Τους κατηγορήσαμε ότι θέλουν την κατοχή της χώρας μας. Τους κατηγορήσαμε ότι θέλουν να μας καταντήσουν δουλοπάροικους.
Αν εκείνοι είναι όλα αυτά, εμείς τι είμαστε; Τα αγγελούδια που δημιούργησαν τον παράδεισο; Δεν είμαστε εμείς που τόσα χρόνια είχαμε αναγάγει σε εθνική αξία τον «ωχαδελφισμό», το «δικός μας» και πολλά άλλα που χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας;
Δεν έχω επισκεφθεί τη Μύκονο καλοκαίρι, παρά μια φορά, χειμώνα. Παρακολουθώ όμως σε κάποιους ιστότοπους κάτι πάρτι και κάποιες βίλες, που ανήκουν σε γνωστά πρόσωπα της κοινωνικής ζωής, τα οποία είτε κατηγορούνται για απάτες, είτε για φοροδιαφυγές, που συνεχίζουν να έχουν αμύθητα ποσά για ξόδεμα. Κατά τα άλλα καταζητείται ο Παλαιοκώστας.
Κάποιοι φίλοι μου λένε πως δε χρειάζεται να κοιτώ τι συμβαίνει στη Μύκονο. Και στη δική μας πόλη μπορεί να συμβαίνουν τα ίδια.
Και λέω πως πρώτα καθαρίζεις τις κοπριές της δικής σου αυλής και μετά απαιτείς να καθαρίσει ο γείτονας τις κοπριές της δικής του αυλής.
Και της δικής μας αυλής οι κοπριές είναι πολλές. Όχι μόνο οι τέως, που θέλουν έναν σύγχρονο Ηρακλή, αλλά και οι νυν.

Οι τέως;
Σαν να ήταν χθες ακούω τις κραυγές «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Έξω οι βάσεις του θανάτου»…
Με τον αρχηγό, φορώντας το ζιβάγκο-σύμβολο, έχοντας υψωμένη τη γροθιά. Λίγο μετά να μετατρέπεται σε φιλαράκι και με την ΕΟΚ και με το ΝΑΤΟ.
Δεν θέλω να θυμάμαι τις κούτες του Κοσκωτά. Ούτε το νεύμα στη Μιμή να κατεβεί από το αεροπλάνο κι εκτοτε όλοι να καλούνται να υποβάλουν τα σέβη τους στη νέα βασίλισσα.
Δεν θέλω να θυμάμαι τη φούσκα του Χρηματιστηρίου υπό τις ευλογίες Σημίτη – Παπαντωνίου και τους συμπατριώτες να ξημεροβραδιάζονται στα χρηματιστηριακά γραφεία.
Ούτε θέλω να θυμάμαι τα πακέτα Ντελόρ, τα ΜΟΠ, τα ΕΣΠΑ και όλα τα άλλα τα ποτάμια με τα αμαρτωλά ευρώ, που κάποια απ’ αυτά έγιναν δρόμοι, λιμάνια, γέφυρες, πάρκα, ξενώνες δια της υπερτιμολόγησης, ενώ τα περισσότερα πέρασαν στις τσέπες των αετονύχηδων με άμεσο κλέψιμο.
Θέλω απλά ν’ αντέχουν τα πόδια μου να περιμένω έξω από την Τράπεζα, να μ’ ελεήσει ένα άψυχο μηχάνημα ξερνώντας 50 ευρώ.
Πια, το πρωί, μετά το βούρτσισμα των δοντιών, το πλύσιμο, έχει προστεθεί και το ΑΤΜ. Και ο τρόμος του δελτίου… Όχι των ειδήσεων, αλλά του συσσιτίου…

Συσσίτια; Άγνωστη πραγματικότητα για όσους είναι μικρότεροι των 70. Οι πρεσβύτεροι πιθανότατα την έχουν ζήσει. Και πιθανότατα να τη ζήσουν και οι νέοι, σήμερα. Οι νέοι με τα I-PHONE, τα φροντιστήρια, τα κοκτέιλ, τα μπέργκερ, τα σπίτια στον τόπο σπουδών. ΄Η οι νέοι που κάποτε ήλπιζαν πως θα πάψουν να είναι άνεργοι. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν θυμούνται το σχήμα της δραχμής ή δεν τη συνάντησαν…
Εμείς οι παλιότεροι τη θυμόμαστε.
Θυμόμαστε τα καζάνια με το γάλα που έβραζαν στις σχολικές αυλές και το κίτρινο τυρί που μας μοίραζαν.
Θυμόμαστε πως για να βγούμε στην Ευρώπη έπρεπε να πάρουμε συνάλλαγμα από την Τράπεζα της Ελλάδος και να κρύψουμε στη βαλίτσα ανάμεσα στα ρούχα λίγα μάρκα ή δολάρια που μπορούσαμε να βρούμε από άλλες πηγές.
Παίζει άσχημα παιγνίδια η μνήμη.
Ίσως όπως και η πανίσχυρη κυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Που διαπραγματεύεται με ένα συγκλονιστικό «όχι» της τάξεως του 61%. Πιθανότατα να διαπραγματεύεται και με το αντίθετο 61% των ευρωπαίων εταίρων. Με το ζόρι συμμαχίες δεν γίνονται. Με το ζόρι δανεικά δεν δίνονται. Με το ζόρι μόνο η κ. Κωνσταντοπούλου επιβάλει την άποψή της. Πουλώντας το παραμύθι ότι η Ελλάδα που γέννησε τη Δημοκρατία θ’ αλλάξει και τους κανόνες του παιγνιδιού στην Ευρώπη. Με μια διαφορά: Τη Δημοκρατία τη γέννησε η αρχαία Αθήνα, που ισοπεδώθηκε στη συνέχεια  από την αρχαία Σπάρτη, που δεν είχε Δημοκρατία. Στη δε Ευρώπη τη Δημοκρατία γέννησε η Γαλλική Επανάσταση και οι συνεχείς μεταρρυθμίσεις της εγγλέζικης πολιτικής σκηνής. Και τους κανόνες του παιγνιδιού στην Ευρώπη θέλει να τους αλλάξει η τραγελαφικότητα της θεωρίας των παιγνίων, που ρεζιλεύει τη χώρα πέντε μήνες τώρα με γόνιμο αποτέλεσμα τις ουρές των Τραπεζών και την διάλυση όποιας επιχειρηματικότητας είχε μείνει όρθια από τις καταιγίδες των προηγούμενων χρόνων. Όμως, από την ώρα που αυτή η τραγελαφικότητα νομιμοποιήθηκε από το 61% του Ελληνικού λαού, αποτελεί σοβαρή και σεβαστή πραγματικότητα.

Πλέον απέναντι στην Ευρώπη των 28. Που η κ. Χρυσοβελώνη των ΑΝΕΛ το πρωί της Τετάρτης 8 Ιουλίου, δήλωνε στο MEGA ότι δεν έχει Δημοκρατία. Η Ευρώπη των 28 έχει έλλειμμα δημοκρατίας, τόνιζε κατ’ επανάληψη. Και ήθελα να γελάσω, αλλά τελικά δεν μου βγήκε. Τόση πώρωση, λοιπόν; Τόση ψυχοπάθεια; Και μάλιστα τη στιγμή που ο πρωθυπουργός βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για δανεικά. Μα σ’ αυτό το κόμμα δεν υπάρχει κανείς για να διδάξει στοιχειώδεις αλήθειες και στον πρόεδρό του με το Κούγκι (1803), που δεν έχει καμιά σχέση με την Επανάσταση του 1821 και σε άλλους που λένε αερολογίες φτηνής κατανάλωσης; Αν και ο δικός μας κ. Β. Κόκκαλης διαχώρισε τίμια τη θέση του.
Η αμετροέπεια δεν έχει τέλος. Η πραγματικότητα απαιτεί και τόλμη και αρετή. Απ’ όλους. Έστω τώρα που έχουμε βουτήξει στο κενό…

Άγγελος Πετρουλάκης
 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την παρασκευή 10-7-2015)







«Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν!»



Μονολογώντας
 
Περίλυπος παρακολουθώ τις εξελίξεις.
Αμήχανος για το μέλλον. Προσπαθώντας να θυμηθώ από πότε έχω να νιώσω εθνικά υπερήφανος, πολιτικά στεγασμένος. Επιστρέφω ελάχιστα πίσω.
Παραμονές των εκλογών του Ιανουαρίου, όταν η κυβέρνηση Σαμαρά παράπαιε κάτω από τα ανηλεή χτυπήματα του νεαρού Αλέξη Τσίπρα. Ήταν τότε που αποκαλύφθηκε το μεγάλο σκάνδαλο στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου ο έγκλειστος Βλαστός είχε μετατρέψει το κελί του σε ροζ γκαρσονιέρα.
Τότε είχα αναρωτηθεί: «Πώς μια κυβέρνηση μπορεί να βάλει τάξη στο χάος των οικονομικών και του δημόσιου χρέους, στο χάος της Παιδείας, πώς μπορεί να είναι ισχυρή στην εξωτερική της πολιτική ή στην άμυνά της, όταν δεν μπορεί να βάλει τάξη σε δέκα σωφρονιστικά ιδρύματα και σε κάποιες δεκάδες υπαλλήλους, είτε αυτοί είναι σωφρονιστικοί, είτε αστυνομικοί;»
Λίγες ημέρες μετά την εκλογική αναμέτρηση είχα εκφράσει τη λύπη μου γιατί ο απερχόμενος πρωθυπουργός, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία και μεστότερος σ’ εμπειρίες δεν είχε το ψυχικό σθένος να συγχαρεί τον νικητή του: «Με ποιο δικαίωμα; Με ποια ηθική; Πώς από μέγιστος μεταβλήθηκε σε ανθρωπάκι; Πώς από «υπεράνω» μετασχηματίσθηκε σε μικρόψυχος; Πού πήγε το ψυχικό σθένος του ηττημένου μαχητή;», έγραφα από αυτήν εδώ τη στήλη που ευγενικά μού την παραχωρούν οι εκδότες. Δεν του αναγνώριζα το δικαίωμα αυτό γιατί η πρωθυπουργία είναι δημόσιο λειτούργημα και όχι ιδιωτικό επάγγελμα.
Όπως ποτέ δεν αναγνώρισα το δικαίωμα του Ανδρέα Παπανδρέου στο αλησμόνητο «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα», γιατί τα «όλα» δεν ήταν από την τσέπη του, ούτε από τα κρατικά έσοδα, αλλά όπως αποδείχθηκε ήταν χρήματα δανείων, ξένα δηλαδή, όπως όλα αυτά που βαραίνουν πια στην πλάτη των παιδιών μας.
Και όπως δεν αναγνωρίζω το δικαίωμα σε κανέναν πολιτικό να υπόσχεται ψέματα.
Είχε υποσχεθεί ο Κώστας Καραμανλής ότι θα ανασυγκροτήσει το κράτος. Θα το ανασυστήσει. Θα το εξυγιάνει. Θα ξεσκουριάσει την κρατική μηχανή. Μ’ αυτά τα συνθήματα είχε καταγάγει νίκη περιφανή. Απέτυχε σ’ όλα. Δεν μπόρεσε; Γιατί; Ποτέ δεν απολογήθηκε γι’ αυτό. Αλλά και ούτε γι’ αυτό έχασε από τον Γιώργο Παπανδρέου, ενώ έπρεπε να είχε χάσει μόνο απ’ αυτό. Έχασε γιατί αποφάσισε να πει την αλήθεια στα οικονομικά, όταν ο Παπανδρέου ούρλιαζε πως «Λεφτά υπάρχουν». Τον τιμώ γι’ αυτό κι ας έχασε.
Ύστερα ήρθε ο Γιώργος Παπανδρέου με τα μνημόνια. Το Καστελόριζο θα μείνει στη σύγχρονη πολιτική ιστορία ως φιάσκο ολκής.
Ήρθαν οι ουδέτερες και άγευστες κυβερνήσεις των Πικραμένου, Παπαδήμα, το αβέβαιο πολιτικό σκηνικό και η συγκυβέρνηση των Σαμαρά – Βενιζέλου, που επωμίστηκαν το βάρος μιας εκ βάθρων ανασυγκρότησης του κράτους και των οικονομικών του. Που δεν την πέτυχαν. Πέτυχαν όμως να κάνουν φτωχότερους τους φτωχούς, να μην φέρουν την προσδοκόμενη ανάπτυξη και να σταθεροποιήσουν – όχι να μειώσουν – την ανεργία. Δεν πρόλαβαν; Να γελάσω; Πρόλαβαν να κόψουν συντάξεις και όχι να μαζέψουν το ΦΠΑ της Μυκόνου;
Γι’ αυτά και για άλλα πολλά ήρθε ο καυτός άνεμος του ΣΥΡΙΖΑ να τσουρουφλίσει τα πάντα.
Είχαν σχίσει τα μνημόνια από τις προεκλογικές εξέδρες ακόμα.
Είχαν καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, είχαν επαναφέρει τις συντάξεις στα παλαιά ύψη, είχαν παίξει λύρα για να χορέψουν στα κάρβουνα τους πιστωτές, είχαν ξηλώσει τη διαφθορά.
Δεν είχαν πει ότι θα προσπαθούσαν. Είχαν βεβαιώσει ότι θα τα είχαν επιτύχει και μάλιστα έχοντας το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις. Στην εποχή της εικόνας χιλιάδες βίντεο αποδεικνύουν μια ασύνορη δημαγωγία. Κανείς δεν μπορεί πια να ισχυριστεί χωρίς αποδείξεις. Για όλα υπάρχουν ντοκουμέντα. Ακόμα και για όσα συζητούσαν οι υπουργοί οικονομικών στις συναντήσεις τους. Κάτι που έσπευσε να δηλώσει ξεδιάντροπα ο δικός μας υπουργός οικονομικών.
Το ίδιο ξεδιάντροπα το λέω – ξελέω: «Δεν μιλάμε για εκλογές», «ούτε σκέψη για δημοψήφισμα», «δεν συζητάμε για κλείσιμο τραπεζών» και πολλά ακόμα.
Αν αυτά δεν είναι τυχοδιωκτισμός τότε τι είναι;
Και αν δεν είναι απόπειρα διχασμού οι χαρακτηρισμοί «γερμανοτσολιάδες»,  «ταγματασφαλίτες», «εθνοπροδότες», τι είναι; Χαριεντισμοί;
Την 10η Δεκεμβρίου 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε το σθένος – αν και η ευθύνη ήταν του δημαγωγού Δεληγιάννη – να δηλώσει στη Βουλή «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν!»
Την 1η Ιουλίου 2015 οι Έλληνες το πληροφορηθήκαμε από τον αμερικανό δημοσιογράφο που χοροπηδούσε σαν τρελό κατσίκι στις οθόνες μας και βέβαια από τους δικούς μας τηλεοπτικούς δημοσιογράφους.
Ο Πρωθυπουργός μας ώρες μετά δήλωνε πως τις τράπεζες τις έκλεισαν οι κακοί εταίροι. Με τηλεοπτικό διάγγελμα, όχι στη Βουλή. Οποία κατάντια… Ούτε το ελάχιστο θάρρος για ανάληψη ευθύνης, ούτε μια συγγνώμην προς τους ταλαίπωρους γέροντες. Θρασύτατος δήλωνε πως για όλα έφταιγαν οι άλλοι. Ένας ακόμα Σαμαράς σε έκδοση μαρξιστική;
Όχι…
Κάτι πιο σπουδαίο από τον Σαμαρά, που επιμένει να εμφανίζει το φάντασμά του στο δικό του Βατερλώ.
Ίσως κάτι πιο συγγενικό στον Μεγάλο Αδελφό του 1984 του Όργουελ...

Άγγελος Πετρουλάκης

Προμελετημένη πατριδοκτονία;



Μονολογώντας

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (ξημέρωμα Πέμπτης, 25 Ιουνίου), η χώρα βρίσκεται μετέωρη μεταξύ ευρώ και δραχμής, μεταξύ του φυσικού γεωγραφικού της χώρου που είναι η Ευρώπη και ενός άλλου χώρου, άγνωστου, απροσδιόριστου. Οι ειδήσεις που φθάνουν είναι περισσότερο αντιφατικές από ποτέ. Η ελπίδα πλέον έχει γίνει λέξη με σκοτεινό περιεχόμενο και αβέβαιη ταυτότητα.
Η νόσος του Έλληνα, του διχασμένου και διχαστικού ανθρώπου, που ηδονίζεται με την αυτοκαταστροφή, καλπάζει ανεξέλεγκτη, απειλώντας την ίδια του την οντότητα.
Το δράμα των ημερών είναι δράμα αυτογνωσίας και δράμα προσδιορισμού ταυτότητας. Δηλαδή είναι το δράμα που ζει αυτός ο τόπος από τα χρόνια που κάποιοι θέλησαν να τον προσδιορίσουν ως Ελλάδα, αναγνωρίζοντας πρώτα τη γεωγραφική του οντότητα. Εξαιρουμένου του γεωγραφικού προσδιορισμού εκείνο που μένει είναι δάνεια στοιχεία είτε της ευρωπαϊκής σκέψης, είτε του ανατολικού σκοταδισμού, που προτίμησε «φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν», για να θυμηθούμε και τις τελευταίες ημέρες της Κωνσταντινούπολης, όπως και το Μέγα Δούκα Νοταρά και την άσχημη τύχη του, παρά το ότι υπήρξε δηλωμένος ανθενωτικός.
Ο πολύ κ. Μητρόπουλος, ο επίσης πολύς κ. Γλέζος, αλλά και άλλοι, δημαγωγούν, μιλώντας για εθνική αξιοπρέπεια, ενώ ξέρουν πως τουλάχιστον στη φάση αυτή η χώρα χρειάζεται «αναπνευστήρα» για να επιζήσει. Αν αυτοί δεν ποιούν προμελετημένη πατριδοκτονία, τι ποιούν;
Προ ημερών, όταν ακόμα φοβερίζαμε με την ανεύρεση συμμάχων εξ ανατολών, έσπευδαν να συναντήσουν τον Πρόεδρο Πούτιν με την προσδοκία και τη συγκίνηση ότι θα συναντούσαν τον Λένιν ή τον πατερούλη Στάλιν, αφαιρώντας την μπουκιά από το στόμα των δηλωμένων κομμουνιστών. Ο δυστυχής κ. Λαφαζάνης δεν έχει ακόμα καταλάβει ότι η Ιστορία άφησε πίσω και τους Μπολσεβίκους και τον Κομμουνισμό και πλέον στην τέως πατρίδα τους κυριαρχεί η ρωσική μαφία με το λαθρεμπόριο όπλων, καυσίμων και λευκής σάρκας.
Αναρωτιέται κανείς αν είναι δυνατόν να υπάρχουν ακόμα παρόμοιες κομματικές παρωπίδες; Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρχουν απολιθώματα και εκτός μουσείων.
Ο σκοταδισμός, ποτίζοντας το δέντρο του εγωισμού, εξέθρεψε την εθνική διχόνοια η οποία πολλάκις πλήγωσε ανεπανόρθωτα την υπόσταση του έθνους και δημιούργησε ένα κράτος ευάλωτο σε κάθε παθογένεια.
Η πολιτική ύβρις ανήκει στις αθεράπευτες παθογένειες. Ο κυβερνών συνασπισμός καθ’ όλην την προεκλογική περίοδο χαρακτήριζε ως και Ταγματασφαλίτες τους εξυπηρετούντες την μνημονιακή σύμβαση. Μετά από πέντε μήνες ηλίθιων λεονταρισμών του τύπου «δεν υποχωρούμε από τις εξαγγελίες μας», όχι απλά υποχωρεί σε όλα, αλλά τρέπεται σε άτακτη φυγή. Και πάλι, όμως, στερείται της ευαισθησίας να ομολογήσει ότι έσφαλε και ν’ αποφασίσει να στήσει ένα σοβαρό και στιβαρό κράτος, αντιγράφοντας πελατειακά συστήματα παλαιού – χρεοκοπημένου – τύπου.
Η σύγχρονη Ελλάδα έχασε ακόμα μιαν ευκαιρία ν’ αποδείξει την οικουμενικότητά της και να παρουσιάσει ένα ισχυρό και γοητευτικό πρόσωπο. Διεθνοποίησε την παθογένειά της και εξευτελίσθηκε πλήρως για μια ακόμα φορά. Ο ναρκισσισμός «πούλησε μαγκιά» και τώρα ήρθε η ώρα να εισπράξει τα αντίτιμα. Μόνο που αυτά είναι πολύ πικρά, όχι για τους νάρκισσους της ιστορίας, γιατί αυτοί έχουν ούτως ή άλλως εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους, αλλά για τον ωκεανό των ανώνυμων με τα μικρά και ταπεινά όνειρα.
Ανάμεσα στους έχοντες εξασφαλισμένη την επιβίωση και σε όσους αγωνιούν γι’ αυτήν, έπρεπε να τραβηχτεί μια τεράστια κόκκινη γραμμή. Και ακόμα μια έπρεπε να τραβηχτεί ανάμεσα στους θιασώτες της πολυφωνίας και τους πιστούς του ολοκληρωτισμού.
Αλλά ο προεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ του τυφλού αρνητισμού, παραπαίοντας μετεκλογικά στις τραγελαφικά αντιφατικές θέσεις του, περιχαράκωσε με τις κόκκινες γραμμές του, για να τις προστατεύσει, τις πελατειακές εξυπηρετήσεις, εξαθλιώνοντάς τες ως μια άγευστη καραμέλα.
Είτε η Ελλάδα μείνει στο ευρώ και στην Ευρώπη, είτε επιστρέψει στη δραχμή και στο ανατολίτικο κακοριζικό της, οι πολιτικοί που θα επιζήσουν θα πρέπει ν’ ασκήσουν πολιτική και όχι δημαγωγία.
Η ελληνική παθογένεια είναι κατ’ εξοχήν παθογένεια του πολιτικού συστήματος που ήθελε πάντα «οπαδούς». Η αντίληψη ότι «αυτός είναι δικός μας» και ο άλλος είναι κάτι ξένο, αποτελεί εδραιωμένη κατάσταση, κάτι σαν στοιχείο του DNA. Όμως με τον τρόπο αυτό ούτε ανάλυση επιτυγχάνουμε, ούτε σύνθεση προωθούμε. Εξακολουθούμε να είμαστε οι ίδιοι που βιώσαμε έναν εμφύλιο αμέσως μετά το επιτυχημένο ξέσπασμα της επανάστασης του 1821, οι ίδιοι που έχουμε τεράστιες ευθύνες στην καταστροφή του 1922, οι ίδιοι που σφαχτήκαμε μετά τα δεινά της Κατοχής, είμαστε οι ίδιοι που κατασπαταλήσαμε τους ποταμούς των δανείων.
Και τώρα είμαστε οι ίδιοι που μόλις πριν πέντε μήνες στέλναμε στον αγύριστο τους «διεθνείς τοκογλύφους», ερωτοτροπώντας με τις εγχώριες συντεχνίες. Ας είναι… Το «Γκρέκο μασκαρά» μπορεί και να μείνει ένα απλό τραγούδι…

Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή 26-6-2015)

Άλλο στοχασμός, άλλο ξεπεσμός.



Μονολογώντας
 
Σε κρίσιμες – πολιτικο/κοινωνικά, πρώτιστα, και οικονομικά, σε δεύτερο πλάνο – εποχές, καλό είναι πριν επιχειρήσουμε οποιαδήποτε προσέγγιση στα όσα συμβαίνουν, να επιστρέφουμε στις σελίδες που αποτελούν το παρελθόν τούτου του τόπου. Είναι καθήκον μας να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και ποιες καταστάσεις διαμόρφωσαν το σημερινό κοινωνικό/πολιτικό/οικονομικό περιβάλλον, έτσι ώστε να κατανοούμε τη θέση μας στον κόσμο και τις απαιτήσεις που πρέπει να έχουμε από την ιστορία.
Βεβαίως υπάρχει και αυτός που άσχετα με ό,τι έχει συμβεί χθες και προχθές, θέλει να μάθει πώς θα ζει αύριο και μεθαύριο. Σωστό και θεμιτό. Τι να την κάνω την ιστορία, αν δεν μπορώ να βάλω ένα ταψί φαγητό στο φούρνο να φάνε τα παιδιά μου ή αν κάποιος κλητήρας με ειδοποιήσει ότι η Τράπεζα βγάζει στο σφυρί το σπίτι μου;
Άλλο στοχασμός, άλλο ξεπεσμός.
Γιατί πια το φάσμα του ξεπεσμού και της εξαθλίωσης κάνει βόλτα στους δρόμους της αγοράς και στα προαύλια των επιχειρήσεων που έκλεισαν και αυτό το φάσμα απειλεί τις συντάξεις των 1.000 ευρώ να γίνουν 350 ευρώ, αφού κάποιοι δεν θέλουν τα δικά τους 3.500 ευρώ να γίνουν 2.000 ευρώ και βρίσκουν υπερασπιστές κάποιους άλλους που πούλησαν συνθήματα για να γλείψουν το γλειφιτζούρι της εξουσίας.
Όμως, να που ο στοχασμός είναι απαραίτητος ως ψυχοθεραπεία στην παρανοϊκή κατάσταση που βιώνουμε, γιατί είναι ανάγκη να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας ως κοινωνία και να μην φάμε ο ένας τον άλλον όπως έχει ξαναγίνει στο παρελθόν με ολέθρια αποτελέσματα.
Ο Αλέξης Τσίπρας ως φυσικός ηγέτης ενός κόμματος και μιας κυβέρνησης, δεν διαχειρίζεται καταστάσεις που προήλθαν από παρθενογένεση. Η Ελλάς του 2015 δεν διαμορφώθηκε ούτε με τις εκλογές του 2012, ούτε με τις εκλογές του 2009. Βέβαια κάποιες εγκληματικά λανθασμένες επιλογές έγιναν από τον διάδοχο της δυναστείας Παπανδρέου, τον ελέω ονόματος πρωθυπουργό, που αρκετοί αμφισβήτησαν την ευφυΐα του, αλλά δεν αμφισβήτησαν την καταγωγή του.
Το ότι ο Γιώργος Παπανδρέου στις 4 – 10 -2009 έγινε πρωθυπουργός με 160 βουλευτικές έδρες, δεν οφείλεται στη ρητορική του δεινότητα και την πολιτική του συγκρότηση, αλλά στο ότι το 43,92% των ψηφοφόρων είχε τη φαεινή ιδέα να τον εμπιστευθεί. Στις ίδιες εκλογές, όπως μας λέει η πρόσφατη μνήμη ο Κώστας Καραμανλής (επίσης ελέω ονόματος πρωθυπουργός) συγκεντρώνει το οικτρό για το κόμμα του 33,48% και έχει την ευθιξία να παραιτηθεί, ενώ ο σχεδόν νεοσύστατος ΣΥΡΙΖΑ το 4,6%, που πέντε χρόνια μετά (25-1-2015) γίνεται Κυβέρνηση, συγκεντρώνοντας το 36,34% των ψηφοφόρων, με τον Αντώνη Σαμαρά να επιμένει πως είναι ο καταλληλότερος αρχηγός για τη Ν.Δ. η οποία από 29,66% του 2012, πέφτει ένα ακόμα σκαλοπάτι, σταματώντας στο 27,81%.
Αυτά λέει μια επιφανειακή ανάγνωση του πρόσφατου πολιτικού παρελθόντος. Όμως, επειδή στην πολιτική δεν υπάρχει παρθενογένεση και κάθε κόμμα που διαχειρίζεται την εξουσία τη νέμεται κιόλας, καλόν είναι να ενθυμούμεθα πως η περιπέτεια των μνημονίων ξεκινά από το Καστελόριζο με την ηλιθιότητα του Γιώργου Παπανδρέου στις 23-4-2010, που βάζει τη χώρα στην τρύπα του Μηχανισμού Στήριξης.
Έχει βέβαια προηγηθεί η περίοδος του Κώστα Καραμανλή, που αντί να επανιδρύσει το κράτος, επέτρεψε την παραγωγή σκανδάλων και σπαταλών. Τη δυνατότητα που του προσέφεραν οι 165 έδρες των εκλογών της 7-3-2004, η αμετροέπεια της εξουσίας την αποδυνάμωσε και την καταρράκωσε, στερώντας από τη χώρα την ευκαιρία να ανανήψει από τις αμαρτίες της προηγούμενης διακυβέρνησης από το αδηφάγο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη.
Η κυρία Γεννηματά, γεννημένη το 1964 ίσως ήταν πολύ νέα το 1993 όταν ξεκινούσε η δεύτερη περίοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, και ακόμα πιο νέα το 1981 όταν ξεκινούσε η πρώτη, για να γνωρίζει τα υπόγεια οικονομικά ρεύματα που πότισαν την ΠΑΣΟΚοκρατία στην Ελλάδα. Πιθανόν έχοντας αναλάβει την ευθύνη της διαδοχής ενός ογκώδους ονόματος να μην πρόλαβε να διαβάσει τις υποσημειώσεις της πολιτικής ιστορίας. Άλλωστε σχεδόν παιδιόθεν αναλαμβάνει ρόλους στην πολιτική σκηνή, όχι βεβαίως ως παιδί θαύμα, αλλά ως παιδί ενός άξιου μπαμπά.
Τώρα τι σχέση μπορεί να έχει η κυρία Γεννηματά με τη διαπραγμάτευση του Τσίπρα και την τραγικότητα των ημερών; Θα μπορούσε να μην έχει, όμως, στο βαθμό που αποδεικνύει το σκεπτικό και τον ψυχισμό του Έλληνα ψηφοφόρου, έχει. Γιατί για την όποια θέση βρίσκεται η χώρα τώρα οι ευθύνες του Έλληνα ψηφοφόρου, σήμερα, χθες, προχθές είναι τεράστιες.
Ο Έλληνας ψηφοφόρος βολεύτηκε με το πελατειακό κράτος, γλυκάθηκε με τη συναλλαγή, απαίτησε να εξαργυρώσει την ψήφο του με προνόμια. Σε ψηφίζω για να μην αμφισβητήσουν οι επιτροπές τη δήθεν αναπηρία μου και ούτε να μου περιορίσεις το προνόμιο να είμαι συνταξιούχος από τα 50 μου. Σε ψηφίζω για να συνεχίσω να έχω «κεκτημένα», όχι για να έχω παραγωγή και αναγκαστώ να ιδρώσω.
Τα «κεκτημένα» είναι μια από τις κόκκινες γραμμές (κατακόκκινες για πολλά στελέχη) του ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια απ’ αυτά έχουν ρίζες δεκαετίες πριν και χαρακτηρίζουν άλλες εποχές, σχεδόν ξεχασμένες. Όπως ξεχασμένοι είναι και κάποιοι οργανισμοί, που όμως συνεχίζουν ν’ απομυζούν το δημόσιο ταμείο, χωρίς κανείς τελικά να τους στείλει στον αγύριστο. Γιατί, όλο και κάποιος δικός μας θα τρώει ψωμάκι εκεί κι εμείς του έχουμε υποσχεθεί πως «θ’ αποκαταστήσουμε την αδικία».
Με τις υγείες μας…

Άγγελος Πετρουλάκης

 (Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net την Παρασκευή 19-6-2015)

Η ελληνική Big Bang



Μονολογώντας

Η χώρα μου αργοπεθαίνει. Πάει καιρός που το έχω διαπιστώσει. Μαζί μ’ εμένα το έχουν διαπιστώσει και άλλοι, αλλά ο καθείς τη δική του αγωνία ζυγίζει.
Η χώρα μου αργοπεθαίνει επειδή το θέλουν όλοι όσοι κυβέρνησαν επί δεκαετίες, αλλά και αυτοί που κυβερνούν τώρα. Ίσως οι τελευταίοι ακόμα περισσότερο. Γιατί συν τοις άλλοις διακρίνονται τόσο από μαύρη αφέλεια, όσο και από υστεροβουλία, ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις στις κρίσιμες στιγμές που βιώνουμε.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις ίδρυσαν και στελέχωσαν το πελατειακό κράτος. Όπου ένιωθαν αδύναμες καλούσαν σε βοήθεια τον αισχρό συνδικαλισμό. Μέχρι που ο συνδικαλισμός αναδείχθηκε σε δυνάστη. Η παρούσα κυβέρνηση επανίδρυσε το πελατειακό κράτος με έμφαση στον κομματισμό. Καληνύχτα σε κάθε πρόθεση αξιοκρατίας. Πρόθεση, όχι επίτευξη.
Η χώρα μου αργοπεθαίνει και γιατί η Ευρώπη της Γερμανίας θέλει να επιδείξει στην υπόλοιπη Ευρώπη ποιος είναι ο ισχυρός. Παλαιόθεν οι σχέσεις της χώρας μου με τη Γερμανία ήταν κάπως περίεργες και περίπλοκες. Γερμανόφιλοι συμπατριώτες είχαν εμφανιστεί από την περίοδο του μεσοπολέμου ακόμα. Το αστέρι του Χίτλερ είχε μαγέψει και αρκετούς Έλληνες. Κάποιους άλλους είχαν μαγέψει τ’ αστέρια των Λένιν – Στάλιν. Με το εγγλέζικο λιοντάρι να κρατά σκοπιά στα σκοτάδια κρυμμένο. Σ’ αυτό το τρίγωνο η παρουσία των ‘‘Φιλελλήνων’’ ήταν μάλλον παραγκωνισμένη, με ρόλο ελάχιστο. Το συχνότερο που βίωναν ήταν το μένος και η κατακτητικότητα των άλλων.
Αυτές οι περίπλοκες και περίεργες σχέσεις της Γερμανίας με συμπατριώτες μας χαρακτηρίζουν και την περίοδο της Κατοχής.
Από τη μια έχουμε έναν διδάκτορα που ακούει στο όνομα Μεταξάς και εμφανίζεται ως γερμανόφιλος, ο οποίος, όμως, υψώνει τη φωνή του και εκπλήσσει τους πάντες μ’ ένα ηχηρότατο ‘‘ΟΧΙ’’ προς τον Άξονα, διασώζοντας την εθνική αξιοπρέπεια και την τιμή του Γένους.
Από την άλλη έχουμε ένα πλήθος κοινών ανθρώπων που σε μια νύχτα μετατρέπονται σε προδότες, μαυραγορίτες, συνεργάτες των κατακτητών. Μοναδική τους ιδεολογία είναι ο πλουτισμός και η άσκηση μαύρης εξουσίας, εξασφαλίζοντας προστασία για το τομάρι τους.
Στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα οι σχέσεις με τη Γερμανία αλλάζουν και πρόσωπο και δέρμα. Γρήγορα λησμονούνται τα πρωτοφανή θανατικά της Κατοχής και τα ανθρωπόμορφα τέρατα γίνονται οι ‘‘σωτήρες’’ μας. Τρένα ολόκληρα, που πριν λίγα χρόνια μετέφεραν Εβραίους και όχι μόνο, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεταφέρουν μετανάστες, που καταφεύγουν στην ηττημένη Γερμανία για να την αναστηλώσουν και να την υπηρετήσουν. Το γερμανικό μάρκο, πολύ περισσότερο από το δολάριο, ταΐζει την ελληνική ύπαιθρο, την αναστηλώνει, την γεμίζει με σπίτια, προικίζει τις ανύπαντρες κόρες και αδελφές της.
Ανίκανη η χώρα να δημιουργήσει δική της βιομηχανία στέλνει τα παιδιά της ως μεταλλαγμένους δούλους στα γερμανικά εργοστάσια, νιώθοντας επιπλέον και ευγνωμοσύνη για την μεγαλοκαρδία των Γερμανών.
Και τα χρόνια περνούν. Η Γερμανία μετατρέπεται σε οικονομική αυτοκρατορία, αναπτύσσοντας εκπληκτικά και την πολεμική της βιομηχανία, αν και η ίδια δεν δικαιούται να έχει στρατό. Ως οικονομική αυτοκρατορία σε μια οικονομικά Ενωμένη Ευρώπη, αργότερα δανείζει στη χώρα χρήματα ή συναινεί στο δανεισμό της. Πολλά από τα χρήματα αυτά ξαναγυρίζουν στη Γερμανία για ν’ αγοράσει η χώρα πολεμικό υλικό. Μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών εξαφανίζεται στις τσέπες επιτήδειων, Γερμανών και Ελλήνων, που στήνουν κατάμαυρα κυκλώματα διαφθοράς και διαπλοκής. Η επίσημη Γερμανία γνωρίζει καλά κάθε τι γύρω απ’ αυτό το φαγοπότι, αλλά κλείνει τα μάτια. Ο μόνος που δεν γνωρίζει είναι ο απλός λαός, ο απλός πολίτης, ο αφελής ψηφοφόρος, αν και βάσιμα υποπτεύεται. Άλλωστε κι αυτός δεν κακοπερνάει, γιατί έστω με τα ψίχουλα που του μοιράζουν νιώθει χορτάτος και πανευτυχής.
Μέχρι που…
Η ελληνική Big Bang σημειώνεται σε μια στιγμή που οι περισσότεροι από μας δικαιώνουν το ‘‘αξίωμα’’: «Οι ωραίοι έχουν χρέη». Οι διαφορές της με την Big Bang, που δημιούργησε τον κόσμο πριν από 18 δισεκατομμύρια χρόνια, είναι αφ’ ενός μεν ότι εκείνη δημιούργησε το σύμπαν – άρα και την ζωή , αφ’ ετέρου δε πως εκείνη χαρακτηρίζεται από λιγότερες μαύρες τρύπες και οι επιστήμονες γνωρίζουν περισσότερες λεπτομέρειες για το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε και άλλα συναφή. Οι δικές μας ‘‘μαύρες τρύπες’’ θα μείνουν ανεξιχνίαστες όσα και να περάσουν χρόνια. Άλλωστε, σε μια χώρα που αργοπεθαίνει, ίσως ο σημαντικότερος ρόλος είναι αυτός του νεκροθάφτη.
Άραγε στην ελληνική πραγματικότητα ποιοι δίκαια μπορούν να χαρακτηριστούν ως νεκροθάφτες; Οι ελληνικές κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τα δανεικά και το χρέος; ΄Η οι πιστωτές που ζητούν πίσω τα δανεικά;
Μάλλον είναι νωρίς για να βρει απάντηση αυτή η ερώτηση. Ίσως και να μείνει αναπάντητη. Σ’ ένα κράτος όπως η χώρα μας που παιδόφιλοι δάσκαλοι παραμένουν στα σχολειά παρά την κοινωνική κατακραυγή, που όλοι κόπτονται για να μην ξεσαπίσει η κρατική μηχανή, που ηθικολογεί η Αννίτα, που εξιχνιάζονται εγκλήματα από τηλεοπτικές εκπομπές, που…, που…, που…, τ’ αναπάντητα ερωτηματικά αποτελούν έναν ολόκληρο κόσμο πλασμένο με ιδιοτέλεια και μπόχα…

Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissa net την Παρασκευή 12-6-2015)