Google+ Followers

Ποίηση - ΛΟΓΟΣ τρίτος (1996)



Ε 19.
 
Αγαπώ το μεγάλο ταξίδι
τ’ άγνωστα κύματα,
τα χρώματα της φουρτούνας,
τη σιωπή των βράχων.

                             Προσμένω την ώρα του

                             κοιτώντας πίσω από κάγκελα,

                             κρατώντας στα χέρια όνειρα μαστιγωμένα.                        
            
Αγαπώ το μεγάλο ταξίδι,
τα βράχια που κομματιάζουν το βλέμμα,
τα κυπαρίσσια που λογχίζουν τη σκέψη,
την τρομερή σιωπή των γκρεμισμένων κάστρων.
Προσμένω την ώρα του ιδρώτα
τριγυρισμένος από φλύαρους τοίχους
αντίκρυ στο νεκρό παράθυρο,
             στο τεμαχισμένο τοπίο των όμοιων πρωινών.
                    
                             Αγαπώ το μεγάλο ταξίδι,

                             τις σπασμένες άγκυρες,

                             τις ραγισμένες φτερούγες,

                             τα ταξίδια που σημάδεψαν τη νιότη μας.
             
Με την επίγνωση πως
μας παραμονεύει η τεράστια θάλασσα,
κοιτώντας μας με μάτι πελώριο,
μετρώντας την αγωνία μας
και προμαντεύοντας τα μελλοντικά μας βήματα.

Μας παραμονεύει η τεράστια θάλασσα,
με τις νύχτες να περνούν
ανάμεσα από τα παγωμένα μας δάχτυλα,
αφήνοντας στη ραχοκοκαλιά μας
ανατριχιάσματα της στερνής ώρας.

                             Και τα παράθυρα ολόκλειστα.


Ε 20.
                 
                             Γιατί δεν ακούν τα παράθυρα;

Γιατί δεν ανοίγει η πόρτα,
ν’ ακούσουμε το τράβηγμα του σύρτη
το τρίξιμο των μεντεσέδων;
Γιατί να μη νιώσουμε την επιδρομή του αέρα
στα μουχλιασμένα μας πρόσωπα;
Ν’ αφήσουμε τα μάτια μας να πλανηθούν...
Ν’ αφήσουμε τ’ αφτιά μας ολάνοιχτα...

                             Γιατί τόσες αμπάρες

                             στις πόρτες έβαλαν

                             και στα παράθυρά μας;

Πίσω απ’ τις εικόνες
τα πρόσωπά μας δυναστεύονται,
οι ανάσες μας
πασχίζουν να μιλήσουν άλαλες γλώσσες,
τα δάχτυλά μας να πλεχτούν μ’ ένα σφίξιμο...
                               
                             Κι εγώ...

                             νά ’χω ξοδέψει στις θάλασσες

                             τις μέρες μου...




 Ε 21.


                             Στις θάλασσες ξόδεψα τις μέρες μου.

                             Στα βουνά τις ατέλειωτες νύχτες μου...

Γραφτό μου να σαλπάρω στις θάλασσες
με μάτια όλο αντάρα...

Ανοιγόμουν στο πέλαγος,
στο απέραντο άγνωστο αύριο,
με πανιά τις ελπίδες μου...

                             Στις θάλασσες ξόδεψα τις μέρες μου,

                             στα βουνά τις ατέλειωτες νύχτες μου,

                             γεωγραφία μαθαίνοντας

                                                        και το κορμί σου...
                              
Κάθε γεωγραφία και σηματολόγιο.
Προσμένει τους οδοιπόρους
ξεναγώντας το αύριο στο παρόν,
το παρόν που ανήκει στο χθες...

                             Ανήκουμε στο χθες...

                             Από το αύριο μας ανήκει
                             μόνο ο θάνατος.

                             Απ’ το παρόν
                             μας ανήκουν οι ανάσες μας,
                             η απόλυτα παρούσα στιγμή...



 (ΤΕΛΟΣ 3ου Λόγου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: