Google+ Followers

Λόγος και αιτία για μια θύμηση



Δεν είναι τα ρήματα
αυτά που διαφεντεύουν τη ζωή μας,
παρά εκείνες οι προσωπικές αντωνυμίες
σε δεύτερο και τρίτο πρόσωπο,
που στέκονται ακίνητες
στις στροφές των δρόμων.

                             Δρόμοι και δρώμενα
                             από δ-έλτα
                             αρχόμενα,
                             όπως το δάκρυ,
                             που βέβαια είναι υπόθεση προσωπική
                             και πάντα γένους ουδετέρου,
                             σε συνεύρεση και συναίρεση, δηλαδή,
                             των δυο σ’ ένα,
                             που θα ’θελε να ταξιδεύει ως κομήτης
                             σε γαλαξίες υποθετικούς.

 Ανύπαρκτος μύθος η συνεύρεση πια
και η συναίρεση, επίσης.

Χρώματα που ξεθώριασαν.

Η σκιά σου στον απέναντι τοίχο
σε χρώμα και σχήμα ακαθόριστα.

Ένα μαχαίρι από λέξεις,
το σκοτάδι στιλπνό.
Ένας καθρέφτης με μαύρο
για τις παραπαίουσες θύμησες.

 --------------------------------                  

 
                                         Πώς φεύγεις;
                                                              Πώς ναυαγώ;

Γιατί η ερημιά προχωράει στα τέσσερα;
Πώς χρωματίζεις το κάδρο με γκρίζο;
Και γιατί,
γιατί κρατάς την επίφαση για σημαία;
Τρεχαντήρια οι φράσεις
περνούν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο,
μέσα σε κάδρο, στο παράθυρο της μνήμης.

                                         Πώς μιλάς;
                                                              Πώς γελάς;
                                         Και πώς κλείνεις τα μάτια σου;

Να μπορούσες να ήσουν τρεχαντήρι,
να ήξεραν οι άνεμοι το σχήμα των πανιών σου,
να ήξερα κι εγώ
με ποιο χρώμα θα χρωμάτιζα τον ήλιο
και τ’ ακρογιάλια,
να ήξερα κι εγώ από συντεταγμένες.

Τώρα ξέρω μόνο το χρώμα της νύχτας.
Ξέρω ακόμα τον ήχο της βροχής
που σε ψάχνει στα πλακόστρωτα.
Και ξέρω τις τεράστιες δισύλλαβες λέξεις,
που χορεύουν ολομόναχες στην αστροφεγγιά...
                                         
                                         Σε θυμάμαι να μιλάς βιαστικά,
                                         θυμωμένα να φεύγεις...
                                        «Φεύγω… Τέλος… Ποτέ…»


Σημείο μηδέν;



Μονολογώντας
Σημείο μηδέν;

Και να που φτάσαμε στα πλέον ανεπιθύμητα πολιτικά αδιέξοδα, χωρίς αυτό να είναι επιλογή του ελληνικού λαού, που, τον Ιούνιο του 2012, είχε αποφασίσει μέσα από την εκλογική διαδικασία πως δεν θέλει να κυβερνηθεί μόνο από έναν κομματικό μηχανισμό. Η εντολή ήταν σαφής πως τα κόμματα: Η τετραετία έπρεπε να ήταν τετραετία συνεργασιών. Εν μέρει πραγματώθηκε. Μέχρις ότου δηλαδή τα συμφέροντα, οι σκοπιμότητες, οι εγωισμοί παραμέρισαν το εθνικό συμφέρον και κατέστησαν ισχνή την δυνατότητα της διακυβέρνησης. Ένας πρώτος τριγμός ήταν η αποχώρηση του κ. Κουβέλη, ο οποίος αφού δεν μπόρεσε να πείσει τον κ. Σαμαρά να εφαρμόσει τις πολιτικές εκείνες που ήταν σύμφωνες με τις προθέσεις του κόμματός του αποχώρησε από την παρέα. Από την άλλη, ο κ. Σαμαράς, ακολουθώντας τις δικές του πολιτικές επέλεξε να μείνει χωρίς τη στήριξη του κ. Κουβέλη. Ποιος από τους δυο πολιτικούς άνδρες - τότε - είχε δίκαιο η ιστορία θα το δείξει...
Η συνέχεια γράφεται με την επίσπευση των διαδικασιών για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την Κυβέρνηση να σύρεται από την άφρονα αντιπολίτευση σε έναν άνισο πόλεμο. Από τη μια η ανικανότητα, από την άλλη η δημαγωγία. Η λογική το έχει βάλει στα πόδια, τρομοκρατημένη. Και αυτής της σύγκρουσης η ιστορία θα δείξει τα δίκαια, τα επιπόλαια, τα θλιβερά.
Σε αυτό το σκηνικό προστίθενται και τα άλλα, τα ιδιαίτερα ρυπαρά, που συνδέονται με την πολιτική εκμετάλλευση του θέματος Ρωμανού, που από υπόθεση του κοινού ποινικού δικαίου μετατράπηκε σε πολιτική με έντονη την εκμετάλλευσή της από τις πολιτικές της αλητείας. Η οικογένεια Νάσιουτζικ ξέρει καλά να εκμεταλλεύεται τις πολιτικές διασυνδέσεις της. Αν ο νεαρός προέρχονταν από το Μενίδι ή την Κοκκινιά πιθανότατα ούτε στα ψιλά των συνοικιακών εφημερίδων να εμφανιζόταν το αίτημά του. Κι εκείνοι που πάντα παραμένουν άγνωστοι και ατιμώρητοι – με τις ευλογίες και του ίδιου του Κράτους – έβαλαν φωτιά ξανά στην Αθήνα. Βέβαια καμιά φωτιά δεν άναψε για το ότι πεθαίνουν άνθρωποι εξ αιτίας της μη λειτουργίας μονάδων εντατικής θεραπείας. Οι αναρχικοί της επιλεκτικής δράσης αυτό το περιφρονούν. Είναι αίτημα του πόνου, όχι του μπάχαλου. Άρα στα αζήτητα.
Κάποιοι τρίβουν τα χέρια τους  με απόλυτη ικανοποίηση για τα όσα διαδραματίζονται. Μην ονειρεύεσαι φτωχέ λαέ την άσπρη μέρα που θα ανασάνεις ξεχρεωμένος. Πάντα θα υπάρχουν μηχανισμοί θα σε κρατούν υπόδουλο είτε στην ανασφάλεια, είτε στη φτώχεια, είτε στην αναξιοπρέπεια. Γιατί πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα βάζουν το προσωπικό συμφέρον πολύ πιο πάνω από το εθνικό και ως άλλοι Μαυροκορδάτοι και Κωλέτηδες θα ενταφιάζουν τις θυσίες σου προκειμένου να νέμονται την εξουσία, το χρήμα, τις συνειδήσεις.
Γιατί, ό,τι βιώνουμε μόνο ως εξαθλίωση μπορεί να χαρακτηρισθεί. Μια εξαθλίωση με πολλές σφραγίδες και πολλές υπογραφές, με την ευθύνη να βαραίνει περισσότερους από έναν πολιτικούς άνδρες…
Οι πολιτικοί που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το βρόμικο παιγνίδι εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο προσωπικά τους συμφέροντα και ίσως και συμφέροντα άλλων, πλην των συμφερόντων του ελληνικού λαού. Περίτρανη απόδειξη το παζάρι «Πρόεδρος της Δημοκρατίας – Εκλογές». Γιατί για παζάρι πρόκειται, βρόμικο, λασπωμένο. Ένα παζάρι που καταλύει το αξίωμα ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να είναι ο άριστος των αρίστων. Γιατί μέχρι τώρα δεν είχε γίνει καμιά συζήτηση για το πρόσωπο του Προέδρου και το πόσο άξιο θα πρέπει να είναι αυτό το πρόσωπο. Όλες οι συζητήσεις εξαντλούνταν στο αν θα είναι μια μεγάλη ευκαιρία για πρόωρες εκλογές.
Το αν θα είναι η μεγάλη ευκαιρία για εκλογές εξυπηρετεί τον απόλυτο και αδιάλλακτο εγωισμό του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία και την εκδίκηση του κ. Καμένου έναντι του κ. Σαμαρά. Τώρα, στο τι θα κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ αν γίνει κυβέρνηση πέντε ή δέκα μήνες πριν από την ώριμη στιγμή, ουδείς μπορεί να το ερμηνεύσει με πολιτικούς όρους. Και τούτο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ούτως ή άλλως θα είναι το πρώτο κόμμα στις μελλοντικές εκλογές είτε αυτές γίνουν τώρα, είτε σ’ ένα ή δυο χρόνια. Η λαϊκή θέληση είναι ήδη εμφανής, η απογοήτευση είναι ήδη κραυγαλέα. Η ανάπτυξη που ποτέ δεν ήρθε, η φοροδιαφυγή που ποτέ δεν πατάχθηκε, τα δημοσιονομικά που ποτέ δεν μπήκαν σε τάξη, οι κλέφτες που ποτέ δεν μπήκαν φυλακή και άλλα πολλά, που δεν έγιναν, έχουν οδηγήσει την όλη κατάσταση σε τραγικό αδιέξοδο.
Τι εξυπηρετεί όμως το εθνικό συμφέρον; Κι αυτό η ιστορία θα το δείξει. Προς το παρόν πάντως είναι κανείς να γελά με απελπισία, καθώς βγαίνουν στη δημοσιότητα δηλώσεις που κάθε άλλο παρά τιμούν την έννοια της Δημοκρατίας, αντίθετα δοξάζουν τη σκοπιμότητα της Κουτάλας. Όλα για την Κουτάλα, λοιπόν. Στάχτη οι αξίες…
Άγγελος Πετρουλάκης


 Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 12-12-2014

Οι «βάρβαροι» που δεν ήρθαν…



Μονολογώντας
Οι «βάρβαροι» που δεν ήρθαν…


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
Κ. Καβάφης

Όμως οι «βάρβαροι» δεν έφτασαν, δεν ήρθαν. Ματαίως τους περιμέναμε να τους θαμπώσουμε… Ματαίως πανηγυρίζαμε ότι κατορθώσαμε να επανακάμψουμε, ότι μπορούμε να χαμογελάμε και να ελπίζουμε. Ίσως οι «βάρβαροι» να έβλεπαν πιο μακριά, να είχαν πιο δυνατή όραση και να διαισθάνονταν ότι η πραγματικότητα είναι άλλη. Ίσως…
Ίσως πάλι να ήταν πιο πραγματιστές.
Να ήξεραν καλύτερα τη δική μας ιστορία. Να έβλεπαν καθαρότερα τις επικρατούσε στην οικογένειά μας, να ερμήνευαν ορθότερα τις παθογένειές μας. Να μην έχουν ξεχάσει πολλά ευτράπελα, ωστόσο δραματικά και καθοριστικά της ζωής μας. Όπως εκείνο το μνημειώδες «Τσοβόλα δώστα όλα…» ή το άλλο με τους Ολυμπιακούς που θέλαμε ν’ αποδείξουμε ό,τι κι εμείς μπορούμε…
Ίσως…
Και δεν ήρθαν. Και δε πείθονται ότι αυτή η χώρα μπήκε σε τροχιά ανάπτυξης. Ότιι αυτή η χώρα μπορεί να μάτωσε, αλλά τα κατάφερε και οι θυσίες του λαού της δεν πήγαν χαμένες.
Ξέρουν – βεβαίως – ότι κάποιοι μάτωσαν, αλλά είναι απόλυτα σίγουροι πως μάτωσαν αυτοί που δεν έπρεπε. Για τούτο και δεν πατάχθηκε η φοροδιαφυγή. Επίσης ξέρουν ότι ο διαλυμένος κρατικός μηχανισμός δεν ανασυγκροτήθηκε και παρέμεινε στη σκουριά και στο τέλμα, αντιπαραγωγικός και φθοροποιός στο σύνολό του και γι’ αυτό δεν ελπίζουν. Ίσως ακόμα να γνωρίζουν πολύ καλύτερα από εμάς ότι η διαπλοκή δεν ξεδοντιάστηκε, αντίθετα έβγαλε κι άλλα δόντια και δαγκώνει το ίδιο θανάσιμα τους θεσμούς και τις αξίες.
Και δεν ήρθαν, δε θέλουν να έρθουν, αρνούνται την πλασματικότητα.
Πιθανόν να γνωρίζουν και καλύτερα από εμάς την ιστορία μας. Να την έμαθαν σωστότερα μέσα από άλλες πηγές. Έτσι να μην πείθονται από τα όμορφα λόγια, τα πλατιά χαμόγελα. Και ως «βάρβαροι» που είναι να μην συγκινήθηκαν από τις πατριωτικές κορώνες του κ. Καρατζαφέρη, που αίφνης εμφανίστηκε με μία κολοσσιαία περιουσία και με επιχειρήματα «κάτω τα χέρια από τους κόπους μου». Ποιοι κόποι και ποια αγάπη για το έθνος;
Και τώρα άντε να βρεις λέξεις για ν’ αντικαταστήσεις την αλήθεια με ακόμα ένα παραμύθι. Άντε να ομολογήσεις πως δεν αρκεί το ότι κατάντησες πένητες και ζητιάνους τους αξιοπρεπείς. Δεν αρκεί το ότι τους κούρσεψες τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Δεν είναι αρκετό το ότι έστειλες χιλιάδες νέους μετανάστες, να διεκδικούν αλλού την ελπίδα για ένα κομμάτι ψωμί. Όλα πήγαν χαμένα, αλλά εξακολουθείς να ελπίζεις πως θα τους παραπλανήσεις…
Βλέπουν και ακούν οι «βάρβαροι», όσο και να διαφέρουν από τους «βαρβάρους» του ποιητή μας. Άλλωστε και αυτόν μας τον δίδαξαν στα σχολεία διδάσκοντες «ορθόδοξοι» κοινωνικά, που δεν τολμούσαν ν’ αναφέρουν τη λέξη ομοφυλόφιλος, που δεν τολμούσαν να σταθούν στον Καβάφη του πάθους και του ερωτισμού. Άνθρωποι που χασκογελούσαν για τις ερωτικές προτιμήσεις του Χατζιδάκι και του Χριστιανόπουλου και με τις κορώνες του υπερασπίζονταν την αρρενωπότητα της «ορθόδοξης» συμπεριφοράς.
Ίσως αυτοί οι «βάρβαροι» να μας ξέρουν καλύτερα. Κοντά διακόσια χρόνια γνωρίζουν καλά τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας, αυτές που εμείς αρνούμαστε να μελετήσουμε και στη Μύκονο τραγουδούσαμε «Όλι Ρεν, Όλι Ρεν δεν μας παίρνεις τα Καγιέν…»…
Ποιοι τραγουδούσαμε; Αυτοί που ακόμα πουλάμε τσαμπουκά ως φοροφυγάδες, αυτοί που ακόμα καμαρώνουμε πως τους «τη φέραμε…»
Καληνύχτα συν-Έλληνες. Μπορεί ξημερώνοντας να βρούμε ένα ακόμα σύνθημα να συντηρήσουμε το μύθο μας…
Άγγελος Πετρουλάκης.


 Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 5-12-2014

Δέκα ζωές σε μία



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
«Δέκα ζωές σε μία»

Η πολιτιστική «ατζέντα» της πόλης μας καταγράφει σήμερα την παρουσίαση ενός ιδιαίτερου βιβλίου. Συγγραφέας του η σεβαστή κυρία Τατιάνα Αβέρωφ. Τίτλος του βιβλίου «Δέκα ζωές σε μια». Θέμα του: Ο ευπατρίδης της πολιτικής αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ μέσα από τη γραφή της κόρης του.
Δεν έχω τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου, μου μένουν λίγες σελίδες του ακόμα. Όμως μπορώ να δηλώσω πως κάποια αποσπάσματα θα τα μνημονεύω ως σημαντικά κάθε φορά που θα με απασχολεί η σχέση πατέρα – παιδιού.
Στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου, μια εξομολόγηση της κ. Τατιάνας Αβέρωφ με οδηγεί σε ανατροπές: «Είκοσι χρόνια πέρασαν που προσπαθώ με πείσμα να σε γνωρίσω, εσένα τον άνθρωπο, όχι τις πολλές εικόνες σου… Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα αν σε είχα γνωρίσει όσο ήσουν ζωντανός. Αλλά η σκιά σου ήταν πάντα πολύ μεγάλη κι εγώ έτρεχα μ’ όλη μου τη δύναμη να σε αποφύγω για να μεγαλώσω. Η αγάπη, λένε, θέλει δυο ολόκληρους ανθρώπους. Τι κρίμα που δεν συμπέσαμε οι δυο μας στον ίδιο χρόνο… Ποιος είσαι;…»
Δυο απλές λέξεις, ένα ερώτημα: «Ποιος είσαι;»
Η ιχνηλασία για την ανακάλυψη της ολοκληρωμένης προσωπογραφίας ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς, ενός πολιτικού που δίδαξε το ήθος, ενός ιστορικού που δίδαξε την τόλμη της αλήθειας, ενός ανήσυχου πνεύματος, που απέδειξε ότι οι αξίες σμιλεύονται με όραμα και ακάματες προσπάθειες.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ είναι ο ιστορικός ερευνητής που με το μνημειώδες έργο του «Φωτιά και Τσεκούρι» κατέγραψε τις αντικειμενικότερες σελίδες για την εθνική τραγωδία του εμφύλιου πολέμου.
Είναι ο αναμορφωτής του Μετσόβου που απέδειξε πως η ανάπτυξη μιας περιοχής μπορεί να επιτευχθεί με την αξιοποίηση του δυναμικού της σε παραγωγικά στοιχεία.
Είναι επίσης ο λογοτέχνης που έκλεισε την Ελλάδα σε μια τεράστια αγκαλιά αποτελούμενη από πέντε μυθιστορήματα («Η φωνή της γης», «Γη της οδύνης», «Γη δελφύς», «Όταν ξεχνούσαν οι θεοί», «Όταν οι θεοί ευλογούσαν») και τρία θεατρικά («Επιστροφή στις Μυκήνες», «Καρυδιές στην πέτρινη γη», «Η έκρηξη»). Στα μυθιστορήματα, γη – μήτρα είναι η Λαρισαία γη, η ίδια γη που σήμερα θα υποδεχθεί την κόρη του και το βιβλίο της με τις μνήμες της από έναν πατέρα που στο ερώτημα «ποιος είσαι;» απαντά με τη σιωπή του θανάτου και τη λαλιά για ιδιαίτερα πολυσχιδούς ζωής.
Η Λάρισα είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο στη νεότερη ιστορία της. Η προσωπικότητα του σημαντικού πολιτικού αυτού άνδρα είναι απ’ αυτές που σημαδεύουν μια εποχή και καταθέτουν στην ιστορία λόγο ευθύνης. Το έργο του «Φωτιά και Τσεκούρι», χωρίς να είναι μια πλήρης στρατιωτική ιστορία των ετών 1939-1949, είναι μια δικαιότατη συνοπτική πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική μελέτη της περιόδου εκείνης με αδιαπραγμάτευτη αρετή της την αντικειμενικότητα.
Αυτόν τον άνθρωπο μας καλεί να γνωρίσουμε στην καθημερινότητά του το βιβλίο της κόρης του Τατιάνας. Ενδιαφέρον κάλεσμα αφού τα μάτια ενός παιδιού βλέπουν άλλον ως πατέρα, απ’ αυτόν που γνωρίζουμε ως πολιτικό και συγγραφέα.
«Πώς ζεις με τις αντιφάσεις σου;», αναρωτιέται η Τατιάνα Αβέρωφ, επιχειρώντας να δώσει κάποιες συντεταγμένες: «Οι μνήμες – ένας πολτός από αλήθειες, διαστρεβλώσεις και παιδικές απωθήσεις. Κι εσύ ένας άνθρωπος τόσο πολύπλευρος, με τόσες αντιφάσεις».
Διάλεξα αυτόν τον τρόπο για να πω το δικό μου «καλωσόρισες» στην Τατιάνα Αβέρωφ γιατί θεωρώ ιδιαίτερης αξίας το γεγονός ότι αναφέρεται στις πολύ προσωπικές στιγμές αυτού του σημαντικού ανθρώπου.
Άγγελος Πετρουλάκης


Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 28-11-2014

Γκρέκο μασκαρά…



Μονολογώντας

Γκρέκο μασκαρά…

«Σκληρές διαπραγματεύσεις για την επιστροφή της Τρόικα. Οι δανειστές δεν πείθονται…»
Αυτά!
Δεν πείθονται. Λίγες λέξεις μας αρκούν ως απάντηση, που άλλωστε την ξέρουμε από τα μικράτα μας: Γκρέκο μασκαρά.
Και γιατί να πεισθούν; Εμείς δεν παίρναμε δανεικά για να βουλώσουμε τις τρύπες στα κεραμίδια που έσταζαν. Τα παίρναμε για λούσα, για επίχρυσα πόμολα, για μεταξωτές γραβάτες, για αστακομακαρονάδες. Τα κεραμίδια έμειναν μισοσπασμένα να στάζουν, το σπίτι μέσα να μισογκρεμίζεται, να ξεφλουδίζουν οι τοίχοι από την υγρασία.
Σκούριαζαν οι ατομικοί και λοιποί τομογράφοι στα νοσοκομεία, όμως κάποιοι γιατροί έκαναν βίλες. Βάλτωναν τα δημόσια έργα, όμως κάποιοι που ήταν στα κόλπα έφτιαχναν πισίνες, που στην Εφορία τις δήλωναν ως στέρνες ποτίσματος.
Και άλλα πολλά, ασύλληπτα πολλά.
Και οι δανειστές το ήξεραν ή το μάθαιναν. Και είπαν «στοπ». Πάρτι με τα λεφτά μας όχι πια. Και δεν πείθονται, πλέον. Άντε χάσου Γκρέκο μασκαρά. Που δεν πρόλαβε ν’ αποκαλυφθεί το ελάχιστο στην Αμφίπολη και βγήκαν οι «επιστήμονες» και άρχισαν πόλεμο, ο ένας κατά του άλλου, ο ένας εναντίων όλων, ή όλοι εναντίων ενός. Λες και ήταν εκεί παρόντες όταν γίνονταν οι ταφές στο μνημείο, λες κι έπαιρναν μάτι ποιος πηδούσε ποιον στους επίγονους του Αλέξανδρου. Άντε χαθήτε, κοπριές, που προκειμένου να σας δείξει η τηλεόραση φλυαρείτε χωρίς ουσία…
Πόσα ξέρουν άραγε αυτοί οι καταραμένοι δανειστές απ’ αυτά που δε θέλουμε να ξέρουμε εμείς; Ξέρουν πως πολλά σ’ αυτόν τον τόπο στηρίζονται στην απάτη και στην κατάχρηση. Στο δανεισμό και τη διαφθορά. Από παλιά. Από τότε που ακόμα δεν είχαμε κράτος. Το πρώτο δάνειο δόθηκε στα 1824, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας βρισκόταν σε κρίσιμη φάση. Ήταν άμεση η ανάγκη εξοπλισμών και κυρίως η ενίσχυση του στόλου. Ο τότε πρόεδρος του Εκτελεστικού, ο αγγλόφιλος Γεώργιος Κουντουριώτης, προσέφυγε στους «προστάτες» Άγγλους, οι οποίοι πρόθυμα χορήγησαν δύο δάνεια, µε το αζημίωτο βέβαια. Δεν τα έδωσαν για να ενισχύσουν τον αγώνα εναντίον των Τούρκων, διότι τότε η Αγγλία υποστήριζε το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στόχευε όμως να προλάβει τυχόν απόπειρα «προστασία» μας από τη Γαλλία και τη Ρωσία, όπως και τελικά πέτυχε!
Το πρώτο δάνειο που πήρε η Ελλάδα από τους Άγγλους ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών, αλλά µόνο 308.000 λίρες και εφόδια αξίας 11.900 λιρών δόθηκαν στην Ελλάδα. Από το δεύτερο δάνειο, το 1825, ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών, εισπράχθηκαν µόνο 1.100.000. Κρατήθηκαν για προηγούμενα δάνεια 529.000 λίρες και τα υπόλοιπα για τόκους, μεσιτικά και έξοδα!
Από εκεί και πέρα ο χορός των δανείων αγριεύει µε κύριους πιστωτές τη Hambro του Λονδίνου, την Banque de Paris, την Brleishrober του Βερολίνου και την Τράπεζα της Κωνσταντινούπολης του Ανδρέα Συγγρού. Ο τελευταίος – ως βουλευτής την περίοδο Τρικούπη – είπε, μετά την πτώχευση, το αµίµητο «και η χρεοκοπία θέλει την τέχνη της». Βέβαια ο Τρικούπης αξιοποίησε και επένδυσε με τον καλύτερο τρόπο τα δάνεια, επιτελώντας τεράστια έργα στη χώρα, αλλά κι αυτόν τον κατάπιε η δημαγωγία του Θεόδωρου ∆ηλιγιάννη.
Από τη μια ο Δηλιγιάννης, από την άλλη ο βασιλιάς Γεώργιος και ο Τρικούπης αναγκάζεται τον ∆εκέµβριο 1893 να δηλώσει στη Βουλή ότι το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τα εξωτερικά δάνεια και ότι τα τοκοµερίδια θα πληρωθούν κατά 30%. Στη συνεδρίαση εκείνη αποδίδεται και η ιστορική φράση «Κύριοι, δυστυχώς… επτωχεύσαµεν». Βέβαια εμείς συχνότερα ενθυμούμαστε το «επτωχεύσαμε» παρά το ότι ο Γεώργιος κατέθετε αμύθητα ποσά στα πόδια της διάσημης ηθοποιού Σάρας Μπερνάρ, ενώ παράλληλα είχε και επενδύσει σε ελληνικά χρεόγραφα, και έπαιζε παρέα µε τους άλλους κερδοσκόπους σε βάρος της οικονομίας της ίδιας του της χώρας.
Από εκεί και πέρα τα πάντα επαναλαμβάνονται. Το πάρτι με τα ξένα χρήματα ολοένα και πιο πολύ αγριεύει. Το πάρτι της διαφθοράς χοντραίνει. Η κατασπατάληση των δανείων γίνεται ο άγραφος οδικός χάρτης των περισσότερων κυβερνήσεων, με τους δανειστές να χαμογελούν σατανικά αφού είχαν δεμένη τη χώρα χειροπόδαρα, προκειμένου να παίρνουν πίσω τα λεφτά τους. Όχι που θα άφηναν ελεύθερο τον Γκρέκο μασκαρά να ροκανίζει επ’ άπειρο τα λεφτά τους.
Μελετώντας κανείς την ιστορία των δανείων μόνο να κλάψει μπορεί και ν’ αγανακτήσει. Τα περί εθνικής υπερηφάνειας πάνε περίπατο. Και το ξέρουν αυτό οι κομματικοί παράγοντες, είτε βρίσκονται στην εξουσία, είτε τη διεκδικούν. Ξέρουν όλοι πως το μέλλον των παιδιών μας είναι καταλυτικά υποθηκευμένο, αλλά δεν το δηλώνουν. Γιατί η εξουσία και η μάσα – χάψα είναι γλυκύτατες καταστάσεις…

Άγγελος Πετρουλάκης

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 21-11-2014

Σαράντα ένα χρόνια μετά



Μονολογώντας
Σαράντα ένα χρόνια μετά

Βράδυ Τετάρτης, λίγο πριν οι ωροδείχτες δείξουν μεσάνυχτα, απέναντι στη λευκή οθόνη πασχίζω να παραθέσω λέξεις, με τρόπο ώστε να συναποτελέσουν το κείμενο για την έκδοση της Παρασκευής και μέσα απ’ αυτό να κατατεθούν οι σκέψεις για κάποια απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, για κάποια απ’ αυτά που μας αφορούν, αλλά που παράγονται και διαμορφώνονται ερήμην μας.
Σε λίγες ώρες ξημερώνει η 13η Νοέμβρη και, θέλω δε θέλω, σταματώ σε ό,τι διατηρεί ακόμα ζωντανό η μνήμη.
Θυμάμαι, ρήμα παθητικής φωνής, τόσο παθητικής που αφήνει μόνο πόνο, πόνο για όσα δεν έγιναν, πόνο και για όσα έγιναν χωρίς να συναντηθούν με τη δικαίωση.
Θυμάμαι λοιπόν… 13 Νοέμβρη του 1973. Ο τότε υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης του Σπύρου Μαρκεζίνη, Παναγιώτης Σιφναίος επισκέπτεται το Πολυτεχνείο και προσπαθεί ματαίως να πείσει τους φοιτητές ν’ αναβάλουν τις προγραμματισθείσες για την 14η Νοεμβρίου Γενικές Συνελεύσεις. Οι φοιτητές δηλώνουν αποφασισμένοι να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Οι συνελεύσεις πραγματοποιούνται την 14η Νοεμβρίου και οι φοιτητές αποφασίζουν αποχή μέχρι τις 19 του μήνα, ενώ παράλληλα αρκετοί απ’ αυτούς εκδηλώνουν την πρόθεσή τους να μείνουν μέσα στο Πολυτεχνείο. Και μένουν… Κάτι που δεν άρεσε στους κυβερνώντες, κάτι που τρεις μέρες μετά γίνεται κραυγή, τρόμος και αίμα, γίνεται ιστορία. Το «εδώ Πολυτεχνείο… εδώ Πολυτεχνείο…» θα μείνει σύνθημα διεκδίκησης δίκαιων αιτημάτων. Σαράντα ένα χρόνια μετά θα επιστρέφει μέσα από το ρήμα «θυμάμαι…»
 Η πλέον αντιπροσωπευτική ημέρα της Δημοκρατίας ανάγλυφα επιστρέφει από το παρελθόν, για να επισημάνει σε όλους μας, πως ίσως όλα όσα πήραν σάρκα και οστά τότε, μπορεί και να εκποιήθηκαν αβασάνιστα στα χρόνια που ακολούθησαν ή και να λεηλατήθηκαν ευσχήμως. Ο Νοέμβρης του 1973 με το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», σαράντα ένα χρόνια μετά, ίσως και να έχει εκπέσει σε κατάσταση πτωματικής αποσύνθεσης και πια να μη μένει άλλο παρά να τον μνημονεύουμε όπως τους εκλιπόντες.
Νοέμβριος 2014. Η χώρα ανάμεσα στον παραλογισμό και οι πολίτες της στον χορό του αποπροσανατολισμού. Η πολιτική ηγεσία της να δείχνει ως μόνο ένοχο των αμαρτημάτων το αμαρτωλό παρελθόν του κράτους, αλλά και τον πολίτη. Λες και ίδια να μην είναι συμμέτοχη σ’ αυτό το παρελθόν, λες και άλλοι άνθρωποι να νομοθετούσαν, να διοικούσαν, να εξουσίαζαν. Να προσπαθεί να πείσει ότι οι ικανότητές της δεν ευδοκίμησαν γιατί ο πολίτης υπήρξε λάθος. Να προσπαθεί να πείσει ότι η ίδια υπήρξε η στοργική μητέρα που κατάθεσε και την τελευταία ικμάδα της αντοχής και των δυνατοτήτων της για το καλό του τόπου. Μόνο που το καλό τού τόπου γι’ αυτούς που μας εξουσιάζουν έχει διαφορετική ερμηνεία. Γιατί, γι’ αυτούς, ο τόπος είναι οικόπεδο ιδιόκτητο που θέλουν να το ορίζουν χωρίς όρους, να το ξεπουλούν και να το καρπώνονται, να το ρευστοποιούν και να το ιδιοποιούνται. Έλεος…
Αυτός ο τόπος άξιζε καλύτερης μοίρας. Με την πικρή εμπειρία του παρελθόντος που έχει να θυμηθεί έναν εμφύλιο και μια δικτατορία, θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να έχαιρε διαφάνειας και δικαιοσύνης, να βίωνε την ισονομία και την κοινωνική πρόνοια, να απολάμβανε την πρόοδο και τη γαλήνη σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής του. Όμως το αντίθετο δοξάζεται και το ανήθικο βιώνεται, με την αιδώ να έχει εκλείψει από τον δημόσιο βίο.
Μόνιμη επωδός στα χείλη των διοικούντων το αίτημα της ανάπτυξης. Ομιλούν με αριθμούς και υποθέσεις. Αναφέρονται σ’ έναν ανύπαρκτο κόσμο, σε μια πραγματικότητα σχεδιασμένη επί χάρτου από ανθρώπους που πιθανότατα το φόρο τους να τον πληρώνει ακόμα ο μπαμπάς τους. Δεν τους αρκεί η διαίσθηση του κόσμου ό,τι κάτι δεν πάει καλά. Δεν τους αρκούν οι κραυγές απόγνωσης από ανθρώπους που μένουν χωρίς τον επιούσιο, από ανθρώπους που ταλανίζονται από το σαθρό σύστημα υγείας, από ανθρώπους που δεν ελπίζουν πια. Αδιάφοροι απέναντι σ’ όλες αυτές τις κοινωνικές αδικίες, αλλά αδιάφοροι και απέναντι στη ραγδαία εξέλιξη των μορφωμάτων της διαφθοράς.
Μια σιγανή επίμονη βροχή ανήθικων συμπεριφορών που η αμαρτωλή υγρασία της διαπερνά τα κόκαλα του κοινωνικού σώματος και προκαλεί ανίατες ρευματοπάθειες.
Και σαν το γέλιο του τρελού έρχονται τα γκάλοπ. Να σαρκάσουν την… αισιοδοξία  τους που πηγάζει από τη λαϊκή απελπισία, να οικτίρουν την εγωπάθειά τους και να θυμίσουν πως όλα εδώ πληρώνονται. Το δραματικό, όμως, της υπόθεσης είναι ότι πολύ πριν πληρώσουν οι κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι την ανευθυνότητά τους και την αμετροέπειά τους, θα έχει πληρώσει πολλά και ο πολίτης που δεν ευθύνεται για εκείνοι μηχανεύθηκαν για να μην αποκαλυφθεί η ανικανότητά τους. Πάντα πληρώνει ο ανώνυμος πολίτης τα εγκληματικά σφάλματα της εξουσίας. Ακόμα κι όταν οι υπεύθυνοι είναι ορατοί δια γυμνού οφθαλμού. Σ’ αυτόν τον τόπο η έκφραση «λαουτζίκος» έχει τις βαθιές της ερμηνείες.
«Ο λαουτζίκος πληρώνει τα σπασμένα», λοιπόν. Ήρεμα και απλά υπομένει και περιμένει μήπως και φανεί μια άσπρη μέρα στον ορίζοντα, μήπως και ξαφνικά γίνει το θαύμα και κάποιος πονέσει γι’ αυτόν κι έμπρακτα δείξει τη συμπάθειά του. Μα δε συμβαίνει κάτι τέτοιο ποτέ, ακόμα κι όταν περνούν οι χειμώνες κι έρχονται οι άνοιξες, ακόμα κι όταν ανθίζουν οι αμυγδαλιές και τα αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν… Πόσο μάλλον όταν είμαστε στην αρχή του χειμώνα, με μια επικαιρότητα που θυμίζει ανταριασμένο ουρανό, γεμάτο μολυβένια σύννεφα, κεραυνούς και αδιέξοδα…

Άγγελος Πετρουλάκης
   
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 14-11-2014

Ο πικρός λόγος της Κατερίνας…



Μονολογώντας
Ο πικρός λόγος της Κατερίνας…

 Ένα ακόμα απόγευμα γεμάτο θλίψη και απογοήτευση. Μπροστά στα δελτία ειδήσεων που μιλούν για κυβερνητικές κινήσεις, για αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, για την απόγνωση των πολιτών δεν έχεις πολλά περιθώρια αισιοδοξίας ή έστω αδιαφορίας. Γιατί αντιλαμβάνεσαι πόσο λάθος έχει δρομολογηθεί η ζωή σου σε μια κοινωνία που διέπεται από ένα τόσο βρομερό πολιτικό σύστημα και στιγματίζεται από τόσο εγκληματικό πολιτικό ήθος.
Ομιλούν για ανάπτυξη, αντ-ομιλούν για ανατροπή και ευαγγελίζονται μιαν άνοιξη. Ο ένας για να μείνει στην εξουσία. Ο άλλος για να γίνει εξουσία. Κι εγώ δεν πείθομαι. Δεν πείθομαι στα λόγια, δε με πείθουν οι συμπεριφορές. Δεν μπορώ να ελπίζω σε τίποτα. Τούτος ο κόσμος μπορεί και να θέλει γκρέμισμα εκ θεμελίων και χτίσιμο εξ αρχής. Αν και φοβούμαι πως το ίδιο στραβά θα χτιστεί ξανά. Και κάποιος στη συνέχεια θα φανεί για να επιβάλει σ’ αυτόν το νέο κόσμο ένα ακόμα ΕΝΦΙΑ, αλώνοντας την ψυχή και τα όνειρά του.
Λυπάμαι, που από τους ποιητές μας, η πλέον επίκαιρη φαντάζει η Κατερίνα Γώγου και όχι ο Ελύτης και ο Σεφέρης.
Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σού `χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

Κάποτε πίστευα πως κάθε νέα μέρα θα βίωνα κι ένα ακόμα βήμα προς τα ψηλά και πως θ’ άνοιγε και μια ακόμα νέα σελίδα ελπίδας και ευημερίας, έτσι ώστε και ο Ελύτης, και ο Σεφέρης να έβρισκαν χώρο για την ανάσα τους… Όχι, όμως… Μόνο η Κατερίνα Γώγου μπορεί να βρει χώρο και μάλιστα στα υπόγεια της ζωής μας… Και αυτό είναι η τραγωδία μας…
Θαρρώ ότι ως πολιτικά όντα κινούμαστε στο χώρο του τραγικού. Όλοι μιλούν για λάθος πεπραγμένα, όλοι συνομολογούν μια αποτυχία, όλοι συμφωνούν σε ένα ολόμαυρο αύριο, όλοι αναγνωρίζουν ένα ρυπαρό παρελθόν και ουδείς πράττει το πρέπον. Όλοι μιλούν για λύσεις, χωρίς να προχωρούν σ’ αυτές.
Είναι τραγικό να έρχεσαι απέναντι στη μοίρα σου και ν’ ανακαλύπτεις ότι σε τίποτα δεν μπορείς να την αλλάξεις. Είναι τραγικό να μη γνωρίζεις τις συντεταγμένες της αλήθειας. Είναι απόλυτο το ότι αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει πέρα της μιας. Είναι παράλογο όμως να μην πραγματώνεται αυτή η αλήθεια.
Δεν γνωρίζω πού μπορεί να κουρνιάζει έστω ένα ίχνος ελπίδας για μια καλύτερη αυριανή μέρα. Η καθημερινότητά μας βομβαρδίζεται είτε από μαύρες ειδήσεις, είτε από ανόητες φλυαρίες.
Από τη μια ο χωρίς έρμα πολιτικός λόγος, που μόνο την ανασφάλεια επιτείνει: Νέοι φόροι; Αύξηση της ανεργίας; Έλλειψη ρευστότητας; Συγκάλυψη της διαπλοκής; Ατιμωρησία της διαφθοράς;
Από την άλλη ο άκρατος βερμπαλισμός του «λάιφ στάιλ»: Πρωινάδικα; Μεσημεριάτικα; Τηλεβλακείες; Τηλεπροπαγάνδες; Τηλερεζιλέματα; Όλα σε πρώτο πλάνο, έτσι για να επιβεβαιώνεται η διαφορετικότητά μας…
Κάποτε, θαρρώ πως ήταν το 1978 σε κάποιο πανεπιστήμιο των Η.Π.Α., ο Σολτζενίτσιν, είχε μιλήσει για την «εξαντλημένη Δύση», λέγοντας αλήθειες που πονούσαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν εμείς βιώσαμε την ψευδόμενη Ελλάδα, που έχτισαν οι άθλιοι πολιτικοί μας με τους ημέτερους και τις «αυλές» τους. Σταδιακά τα ζήσαμε όλα: Την αναξιοπρέπεια, την κατάλυση των θεσμών, τον εξευτελισμό των αξιών. Δεν μπορώ να υποθέσω τι ακόμα μένει να ζήσουμε. Το σίγουρο είναι ότι δεν τολμώ να ονειρευτώ πως μπορούμε να ζήσουμε μια άνοιξη. Όσο κι αν ο χειμώνας προσφέρεται για να ονειρευόμαστε ανοιξιάτικα πρωινά και γλυκά βράδια, προσωπικά (και ίσως πολλοί άλλοι μαζί με μένα) το μόνο που περιμένω (αν και το απεύχομαι) είναι περισσότερο γκρίζο.
Άγγελος Πετρουλάκης
 

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 7-11-2014

Αν ήξεραν οι νεκροί…



Μονολογώντας
Αν ήξεραν οι νεκροί…

«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία-μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως».
Οδυσσέας Ελύτης «Άξιον εστί – Η πορεία πως το μέτωπο»

Μεσημέρι Τρίτης, ώρα παρέλασης, γιορτινή – υποτίθεται - ώρα. Πήρα να διαβάσω το «Άξιον Εστί» με χαμηλωμένο τον ήχο της τηλεόρασης. Ούτως ή άλλως και τα σύννεφα χαμηλωμένα ήταν στον ουρανό, δίνοντας στην ατμόσφαιρα ένα χρώμα θλίψης. Δεν ερχόταν κάτι άλλο σαν ιδέα ανάγνωσης, μέρα που ήταν. Λάθος μου κι αυτό. Διότι απ’ τα σκονισμένα ράφια της βιβλιοθήκης άρχισαν να ζωντανεύουν βιβλία κοιμισμένα από καιρό. «Τα χρόνια του δύσκολου πολέμου» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, η «Ελληνική Εποποιία 1940-1941» του Αγγέλου Τερζάκη, το «Το Πλατύ Ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη, το «Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953» του Γιώργου Θεοτοκά και άλλα πολλά που μιλούσαν άμεσα ή έμμεσα για τις περιπέτειες του Έθνους κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. Τις ίδιες ώρες κάποια δελτία ειδήσεων πληροφορούσαν τόσο για τα επεισόδια που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια των παρελάσεων, όσο και για την πορεία της ματωμένης οικονομίας της χώρας, με αφορμή την πρόσφατη αξιολόγηση των ελληνικών Τραπεζών. Κάπου εδώ η συγκλονιστικότητα που διαχεόταν από τις σελίδες των βιβλίων άρχισε να ξεθωριάζει.
Η Ελλάδα 74 χρόνια μετά από το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου που βρέθηκε στη δίνη του πολέμου βρίσκεται και πάλι αμυνόμενη απέναντι σε επιθέσεις ενός εχθρού που ακούει στο όνομα «Δανειστές».Το γελοίο και συνάμα τραγικό της υπόθεσης είναι πως αυτοί οι «Δανειστές» ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια οι επιστήθιοι φίλοι, που δάνειζαν τη χώρα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των κυβερνήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους κατασπαταλούσαν τα ξένα χρήματα για να εξυπηρετήσουν σκοπιμότητες και προσωπικά συμφέροντα. Με λίγα χρόνια βρισκόμαστε απέναντι σ’ έναν «εχθρό» που οι ίδιοι δημιουργήσαμε και καλέσαμε ν’ αναμιχθεί στα εσωτερικά μας και του παραδώσαμε τη διαχείριση του παρόντος και του μέλλοντός μας. Το ερώτημα: Γι’ αυτήν την απαξίωση χύθηκε τόσο αίμα στα τέσσερα χρόνια του πολέμου; Γι’ αυτήν την Ελλάδα «νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί»;
Το ένα ερώτημα, όμως, φέρνει το άλλο. Ίσως γιατί πάντα πίστευα ότι οι παρελάσεις τιμούν τους πεσόντες αγωνιστές και όχι τους «επίσημους» που στέκονται καμαρωτοί και αγέρωχοι στις εξέδρες. Να είναι άραγε αντίσταση οι διαμαρτυρίες και τα επεισόδια, να είναι άραγε τιμή για τους νεκρούς οι φρουρούμενες παρελάσεις; Το ένα ερώτημα φέρνει τ’ άλλο με την ουσία να παραμένει ίδια: Κάπου, κάτι συμβαίνει λάθος. Κάτι ανήκει στο χώρο του παράλογου. Η αυθεντική μούντζα του νεαρού συμπολίτη μας μαθητή μάλλον βρήκε κακέκτυπους διαδόχους και μιμητές. Πλέον και οι πιο σοβαρές διαμαρτυρίες μάλλον τείνουν να καταντήσουν γραφικότητες και το μόνο που κατορθώνουν είναι να ταλαιπωρήσουν κάποιους αστυνομικούς. Κανενός αυτί δεν ιδρώνει. Όσο για τους νεκρούς του έπους… Θα εξακολουθήσουν να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και από τη μια και από την άλλη πλευρά, αφού και οι δυο τους επικαλούνται για χάρη των δικών τους συμφερόντων…
Άγγελος Πετρουλάκης



Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 31-10-2014

Ακόμα λίγο γκρίζο για τον Οκτώβρη



Μονολογώντας


Ακόμα λίγο γκρίζο για τον Οκτώβρη

«Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
 στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς…»
Ο εφιάλτης της Περσεφόνης
Ν. Γκάτσιου – Μ. Χατζιδάκι  

Μελαγχολικός μήνας ο Οκτώβριος που αποχαιρετούμε, τόσο που δυσκολεύομαι να βρω το ανάλογο γκρίζο για να το χρωματίσω.
Ήταν όμορφο βέβαια το μικρό καλοκαιράκι που απολαύσαμε σχεδόν το πρώτο εικοσαήμερο του μήνα, άσχετα αν τη διάθεσή μας τραυμάτισαν τα υπόγεια ρεύματα που διαπλέκουν την πολιτική ζωή του τόπου. Άλλωστε πάντα στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσε το ανεξιχνίαστο, το αδιευκρίνιστο, όπως και το υστερόβουλο, βεβαίως.
Μέσα σε ανέμους επαπειλούμενων εκλογών για την οσονούπω προεδρική αναμέτρηση – για την οποία και πάλι θ’ αναζητηθεί άχρωμος και άοσμος πρόεδρος Δημοκρατίας με αποτυχημένο πολιτικό παρελθόν – πορεύτηκε, λοιπόν, ακόμα ένας μελαγχολικός Οκτώβριος, κατά τον οποίο διεθνείς «εταίροι» και εχθροί τόνισαν στην αφελή κουτοπόνηρη έπαρσή μας πως τα μασκαραλίκια μας δεν περνούν. Και βέβαια για μια ακόμα φορά η πραγματικότητα έδειξε τόσο στο Σαμαρά, όσο και στο Βενιζέλο πως με λεονταρισμούς και μαγειρέματα η χώρα δε θα πάει μπροστά. Η συμπαιγνία ΠΑΣΟΚ – Ν. Δημοκρατίας που ξεκίνησε με την πτώση του ανεκδιήγητου κληρονόμου της δυναστείας Παπανδρέου, για τη στήριξη της δεύτερης από το πρώτο εφ’ όσον συγκάλυπτε τις αμαρτίες του, φτάνει εν μέσω καταιγίδων στο τέλος της, έστω κι αν η γελοιότητα της ΣΥΡΙΖΑίας συμπεριφοράς δεν μπορεί ν’ αποτελεί εγγύηση για ένα ομαλό μέλλον. Ίσως από το χάσμα του σεισμού, που επίκειται, ανθίσει κάτι διαφορετικό, απαλλαγμένο από μισαλλοδοξίες, ματαιοδοξίες και μικροπολιτικές που δε θα έχουν ανάγκη ούτε τις ευλογίες του Αγίου Όρους, ούτε των πρώην οπαδών τού πρώην Κρεμλίνου.
Προσπαθώ να θυμηθώ για πόσες υποθέσεις είχε καταγγείλει αδιαφάνεια η Ν. Δημοκρατία και οι συστρατευθέντες στη σταυροφορία κάθαρσης. Προσπαθώ να θυμηθώ το ντόρο που είχε ξεσπάσει για κάποιες υποθέσεις φοροδιαφυγής, με πρώτη εκείνη του Βοσκόπουλου και να θυμηθώ επίσης ποιο ήταν το αποτέλεσμα του ντόρου. Μάλλον η μνήμη μου νοσεί γιατί μόνο τους λεονταρισμούς για τα μάρμαρα της Ακροπόλεως ενθυμούμαι κάτι. Αλλά αυτά δεν ανήκουν στον κύκλο της φοροδιαφυγής. Κάπου μπερδεύομαι. Άλλο Μελίνα, άλλο Γκερέκου, άλλο κυρία Αμάλ Κλούνεϊ, άλλο οικογένεια Βαρδινογιάννη. Μπορεί το επίσημο ελληνικό κράτος με όλες τις επίσημες ενέργειές του εδώ και δεκαετίες να πέτυχε μια τρύπα στο νερό, αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι. Εκτός αν σημαίνει και η ασημαντότητά μου αδυνατεί ν’ αντιληφθεί. Το μέλλον άδηλο είναι. Ίσως η γοητεία και οι γνωριμίες των σαλονιών να πετύχουν αυτά που πολλοί ονειρεύονται να καπηλευθούν. Στο κάτω - κάτω της γραφής τι έχουμε να χάσουμε; Την αξιοπρέπειά μας; Αυτή φρόντισαν να την καταρρακώσουν άλλοι. Το εισόδημά μας; Κι αυτό φρόντισαν άλλοι να το εξαφανίσουν και άλλοι να το λεηλατήσουν. Το μέλλον των παιδιών μας; Αυτό κι αν είναι χαμένο.
Η ταπείνωση της χώρας από τις πολιτικές της εξουσίες, αλλά και τη συμπεριφορά του ίδιου του κοινωνικού σώματος ούτε πρωτόφαντο γεγονός είναι, ούτε παράδοξο. Πριν καν ολοκληρωθεί ο αγώνας για την ανεξαρτησία στα 1824 ξεκίνησε ο εμφύλιος σπαραγμός. Ακολούθησαν διχασμοί επί διχασμών, αλλοπρόσαλλες πολιτικές, συμπεριφορές απαράδεκτες και εγκληματικές ματαιοδοξίες. Μέχρι χθες ανακοίνωναν περιπτώσεις διαφθοράς και διαπλοκής, που μόνο τη λάμψη τους βλέπαμε και τον κρότο ακούγαμε. Στη μικρή μας πόλη πριν μια βδομάδα υπήρξαν καταγγελίες για μισθώσεις δημοτικών χώρων και μάλιστα της κεντρικής πλατείας χωρίς επίσημα παραστατικά. Πού είναι η αλήθεια και πού το ψέμα, ποιος επίσημος φορέας θα το δημοσιοποιήσει και θ’ αποδώσει – και πότε – δικαιοσύνη; Όταν για τόσο απλά γεγονότα άκρη δεν βγαίνει, πώς μπορούμε να ευελπιστούμε ότι στα μεγάλα θα φωτιστούν όλες οι μαύρες γωνιές. Ομιλούν για εξαγορά βουλευτών. Αλήθεια, τι είναι η λαϊκή εμπιστοσύνη; Μπρόκολο να το ζυγίσει ο πωλητής και να το αγοράσει ο πελάτης;
Λοιπόν, για να μην σας ταλαιπωρώ περισσότερο: Εύχομαι να υπάρξουν πολλές επώνυμες κυρίες και επώνυμοι κύριοι που ν’ αναλάβουν εκστρατείες υπέρ διαφόρων θεμάτων, όπως την εξυγίανση των οικονομικών των Δήμων, την εξεύρεση πόρων για τα νοσοκομεία, την αποπεράτωση κάποιων δημόσιων έργων, την εξόφληση των χρεών των πολιτικών κομμάτων…
Να που ξανά η μνήμη ολίσθησε. Εδώ ακόμα δεν κατάφεραν να ξαναδώσουν ζωή στα πεθαμένα κόμματά τους – οι νεκροθάφτες τους – τα χρέη τους θα σκεφτούμε;
Στην υγειά μας, στην υγεία της κυρίας Αμάλ Κλούνεϊ, στην υγεία του κυρίου Τασούλα που πρόσφατα εγκαινίασε και το Γιοφύρι της Λάρισας, δηλαδή το Λαογραφικό Μουσείο, μετά από χρόνια και χρόνια ταλαιπωριών, στην υγεία όσων έχουν καταλάβει πόσο αφελείς είμαστε και μας δουλεύουν συστηματικά και κερδοφόρα για λογαριασμό τους …

Άγγελος Πετρουλάκης

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Larissa net 24 - 10 - 2014