Google+ Followers

Για μια δημοκρατία ευθύνης



Μονολογώντας


«Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στη αγάπη ‘‘γιατί’’ και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτ’ ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας; Ένα κορμί μου μένει και το δίνω…»
 «Μαρία Νεφέλη»
Οδυσσέας Ελύτης

Ο ποιητής, ρωτώντας «Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;» για ένα είναι απολύτως βέβαιος: Ότι αυτή δεν είναι η Ελλάδα. Και τούτο γιατί Ελλάδα σημαίνει πρώτα και πάνω απ’ όλα αμφισβήτηση και, δεύτερο, δημοκρατία. Τρίτο δεν υπάρχει. Οποιαδήποτε έννοια ή οποιοδήποτε γεγονός δεν εκφράζει αμφισβήτηση και δεν δικαιώνει τη δημοκρατία, ανήκει σε άλλες συνειδήσεις και δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι εκφράζεται από την ελληνική σκέψη και συνάδει με τον ελληνικό τρόπο ζωής.
Οι κρατούντες την εξουσία το μόνο που επιθυμούν είναι να μην υπάρχει η αμφισβήτηση και ο αντίλογος σε ό,τι αποφασίζουν. Επικαλούμενοι, πάντα, το καλό του τόπου. Μα όλοι όσοι εξουσίασαν αυτόν τον τόπο ακόμα και όταν τον λήστευαν το καλό του επικαλούνταν. Ουδείς είπε «τώρα σας κλέβω ή απ’ αυτό θα έχω προσωπική ‘‘μίζα’’ τόσα χρήματα». Όλοι ροκάνιζαν την ύπαρξη της χώρας και τάιζαν το πορτοφόλι τους επικαλούμενοι το γενικό συμφέρον.
Και βέβαια δημοκρατία – που σημαίνει ελεύθερη ανάδειξη των αξιών της ζωής και των φορέων τους, που είναι οι άνθρωποι - δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς παιδεία, που σημαίνει συστηματική ανάπτυξη όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, με τη βοήθεια και επί τη βάσει των αξιών που δημιούργησε ο Ελληνισμός, αξίες που είναι οικουμενικές.
Είναι δε σημαντικό αυτό που κατέθεσε πριν τριάντα πέντε χρόνια, κατά την έναρξη των μαθημάτων της α΄ περιόδου, στην Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας, στη Μαγούλα της Σπάρτης, ‘‘Ο Πλήθων’’, ο αείμνηστος δάσκαλος της ελληνικής φιλοσοφίας Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος: «Όταν λέμε δημοκρατία απομακρύνουμε από την έννοιά της όλους τους μορφασμούς και όλες τις διαστροφές και τις κακοποιήσεις που έπαθε κι εξακολουθεί να παθαίνει στον αιώνα μας και κρατάμε μόνο την ελεύθερη επικοινωνία και έκφραση της γνώμης από άνθρωπο σε άνθρωπο, την ισηγορία και την ισονομία, όπως είπαν εκείνοι που ίδρυσαν τη δημοκρατία».
Αυτά ως ψίθυρος αγανάκτησης για όσα αποφασίζονται «για το καλό μας». Βέβαια, ως αντιστροφή, υπάρχει κι εκείνο που τραγουδά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και λέει στην αγαπημένη του «πες του να πάει να …», εκείνου που ισχυρίζεται πως γνοιάζεται για το καλό των παιδιών μας.
Η θλιβερή φορομπηχτική κυβέρνηση, είτε γιατί ζει στις αυταπάτες – που δεν τις είχε πριν κληθεί να κυβερνήσει τον τόπο – είτε γιατί είναι ανίκανη να διαχειριστεί το ηθικό και το νόμιμο, δυο χρόνια τώρα συνεχίζει τη αηδιαστική πολιτική του στριψίματος του εισοδήματος των φτωχών, μοιράζοντας γελοίες υποσχέσεις για ανάπτυξη ή σταθερότητα. Βεβαίως συνεπικουρείται και από μία εξ ίσου γελοία αντιπολιτευτική τακτική, η οποία προκειμένου να γευθεί τους καρπούς της εξουσίας παίζει με τον πόνο των αδυνάτων. Εν τέλει όλα στου «κασιδιάρη το κεφάλι» βρίσκουν πεδίο δόξης, το οποίο βεβαίως δεν έχει τη δύναμη ν’ αντιτάξει πράξη αντίδρασης ουσιαστική και μένει σκυφτό και υπόδουλο σε μια τάξη πραγμάτων που θέλει ανέστιους, πεινώντες και απελπισμένους, όλους όσοι τίμια ονειρεύτηκαν να πορευτούν τη ζωή τους.
Καλημέρα σας…
Άγγελος Πετρουλάκης
Δημοσιεύθηκε στη Larissa net της 17ης Οκτωβρίου 2014

Κάτω τα χέρια απ’ την Αμφίπολη



Μονολογώντας
  
Το φθινόπωρο του 1977 ο Μανόλης Ανδρόνικος έμπαινε στον περίφημο βασιλικό τάφο της Βεργίνας κι εγώ είχα τη χαρά να είμαι από τους πρώτους δημοσιογράφους που ευνοήθηκε από μια συνέντευξη με τον αείμνηστο αρχαιολόγο. Η εύρεση του τάφου επιβεβαίωσε τότε την υπόθεση του μεγάλου ελληνιστή N. Hammond ότι οι αρχαίες Αιγές πρέπει να τοποθετηθούν στη Βεργίνα. Μέχρι τότε είχε καταναλωθεί πολύ μελάνι για την τοποθεσία των Αιγών και φυσικά τον τάφο του Φιλίππου. Βέβαια όταν ο Ανδρόνικος μπήκε στον τάφο και τον επισκέφθηκε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής, ουδείς διόρισε κάποιον υπεύθυνο επικοινωνίας. Η θέση αυτή εφευρέθηκε για την κ. Παναγιωταρέα, προκειμένου να «χτενίζει» τις ανακοινώσεις που βγαίνουν κατά την πρόοδο των ανασκαφικών εργασιών. Η Άννα Παναγιωταρέα έγινε αίφνης ένα ακόμα πρόσωπο της επικαιρότητας την οποία υπηρέτησε επί σειρά ετών ως δημοσιογράφος, όπως περίπου και οι νέες Καρυάτιδες που επίσης μπήκαν στην επικαιρότητα για το “ελληνικό πόδι” τους.
Κι ενώ οι επιφορτισμένοι με το έργο αρχαιολόγοι σκάβουν, μελετούν, αγωνιούν για το κάθε επόμενο βήμα, δεκάδες σχετικοί, αλλά και άσχετοι κατακλύζουν την επικαιρότητα με άρθρα ή παρεμβάσεις που στηρίζονται σε υποθέσεις εκ του μακρόθεν.  Η ελληνική ρήση που η παράδοση την αποδίδει στον Κολοκοτρώνη «ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τον είπαμε» έρχεται να γελοιοποιήσει όλους τους φωτισμένους προδικάζοντες. Γιατί κανείς δεν ξέρει τι εν τέλει θα βρεθεί μετά από πέντε μήνες στην Αμφίπολη ή μετά από δυο ή και δέκα χρόνια. Γιατί η ανασκαφή του τόπου ούτε σε πέντε μήνες, ούτε σε δυο χρόνια, πιθανότατα ούτε σε δέκα, θα ολοκληρωθεί. Οι πρώτη ανασκαφή στη Βεργίνα έγινε στα 1861 από το Γάλλο αρχαιολόγο Leon Heuzey, ενώ από Έλληνα (Κ.Α.Ρωμαίος) έγινε στα 1938. Οι συστηματικές ανασκαφές ξεκινούν στα 1952 με την ανασκαφή του προϊστορικού νεκροταφείου των τύμβων, ενώ στα 1961 ξεκίνησε η ανασκαφή του ανακτόρου. Η ανασκαφή που έφερε στο φως τον τάφο της Μεγάλης Τούμπας άρχισε στα 1976 και παρά τα άφθονα χρήματα που διατέθηκαν με εντολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή (τότε υπήρχαν λεφτά, παρά το ότι ο σημερινός Γιώργος Παπανδρέου δεν είχε εκδηλώσει φανερά την πρόθεσή του να γίνει πρωθυπουργός), δεν είχε ολοκληρωθεί δέκα χρόνια μετά. Είναι γεγονός πως για τόσο μεγάλες ανασκαφές κανείς δεν ξέρει ούτε πότε θα ολοκληρωθούν, ούτε τι επιφυλάσσει η αρχαιολογική έρευνα. Άρα είναι πάρα πολύ νωρίς και γνώμες να εκφέρονται και εκπρόσωποι επικοινωνίας να διορίζονται, οι οποίοι μπορεί αρχικά ν’ αμείβονται συμβολικά, συν τω χρόνω όμως θα ενταχθούν στα κρατικά μισθολόγια.
Η Αμφίπολη, όταν τελικά θ’ αποκαλυφθεί, ένα είναι σίγουρο: Θ’ αποδείξει περίτρανα το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φυλής, τη διχόνοια και τον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Τη δημιούργησε η αποικιοκρατία των Αθηνών, τη διεκδίκησε η αποικιοκρατία της Σπάρτης, την κράτησε στο ιστορικό προσκήνιο η διαμάχη των διαδόχων του Αλέξανδρου του Μεγάλου. Εμάς βέβαια δεν μας ενδιαφέρει αυτό, άλλωστε αυτές οι έριδες είναι γνωστές σε όσους μελετούν ελάχιστα την ιστορία. Το πρόβλημα είναι πως παρότι γνωστές δεν διδάσκουν. Αν δίδασκαν δεν θα ζούσαμε αυτήν την κατάντια. Θα υπήρχε τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της φτώχειας. Θα χαρακτηριζόταν και ο επιστημονικός χώρος των αρχαιολόγων απ’ αυτήν την αξιοπρέπεια και δεν θα εμφανιζόταν οι διάφοροι φωστήρες. Όσο για την κυβέρνηση… Αντί να διορίζει υπεύθυνους επικοινωνίας θα έπρεπε να δείχνει και μια κάποια ευαισθησία για τους τόσους και τόσους αρχαιολογικούς χώρους που έχουν εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου. Τα ¾ του Μυστρά είναι μη επισκέψιμα επειδή δεν υπάρχουν κονδύλια για να πληρωθούν αρχαιοφύλακες, αλλά κι επειδή οι αρμόδιοι δεν είναι ικανοί να βρουν τρόπους ώστε οι υπάρχοντες να έχουν αποδοτικότεροι εργασία. Απλό παράδειγμα παρέθεσα για να μην καταπιαστώ με το δικό μας Αρχαίο Θέατρο, που μας πονάει πολλαπλά…

Άγγελος Πετρουλάκης
Δημοσιεύθηκε στη Larissa net της 9ης Οκτωβρίου

Στον χορό της ανευθυνότητας



Μονολογώντας


Το βράδυ της 17ης  Ιουνίου 2012, ημέρα Κυριακή, Αντώνης Σαμαράς πλειοψηφούσε στις βουλευτικές εκλογές με το ισχνό 29,7% έναντι του 26,9% του ΣΥΡΙΖΑ και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο διαλαλούσε ότι είναι ο πρωθυπουργός της χώρας με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ που είχε λάβει 12,3% και της ΔΗΜΑΡ που είχε πάρει το 6,26%. Έτσι λοιπόν το παιδικό του όνειρο να κυβερνήσει την Ελλάδα, ως ένδοξος δισέγγονος της Πηνελόπης Δέλτα, γινόταν πραγματικότητα και ο ίδιος έδινε ένα κάποιο σημαντικότερο νόημα στην μέχρι τούδε, μάλλον ανιαρή, ζωή του.
Η ανάδειξη του Αντώνη Σαμαρά ως πρωθυπουργού έβαλε τέλος στις διορισμένες πρωθυπουργίες του Λουκά Παπαδήμου και του Παναγιώτη Πικραμένου, που επιχείρησαν να φρενάρουν την διολίσθηση στο κενό της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, εκείνου του εξηντάχρονου παιδιού, που βαρούσε το χέρι του στο τραπέζι αντιλέγοντας στον Κώστα Καραμανλή πως «λεφτά υπάρχουν».
Τα λεφτά αυτά δεν τα είδε ποτέ ο ελληνικός λαός ή τουλάχιστον ο Έλληνας πολίτης, ο οποίος – αντίθετα – είδε το εισόδημά του να μειώνεται δραματικά, τους φόρους του ν’ αυξάνονται, επίσης δραματικά, την ανεργία να σκαρφαλώνει στο επίσης δραματικό 30%, και ταχύτατα αυτός ο ίδιος ο πολίτης διαισθάνθηκε πως ζει μια ιδιόμορφη Κατοχή, στην οποία έπρεπε να πληρώνει τα πάντα και τους πάντες, ενώ την ίδια στιγμή όπως σε προηγούμενη Κατοχή, κάποιοι άλλοι – τότε δοσίλογοι και μαυραγορίτες – τώρα επιτήδειοι (αχαρακτήριστοι) να ξεφεύγουν και να συσσωρεύουν χρήμα και ασυλία.
Ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Παναγιώτης Πικραμένος, ζουν πλέον στο απυρόβλητο, ο Αντώνης Σαμαράς ισχυρίζεται ότι επιτέλους κατάφερε να πετύχει την ανάκαμψη και την ανάπτυξη, ενώ ο απλός πολίτης μπαίνει στην ουρά στα ενοποιημένα υποκαταστήματα των Τραπεζών και περιμένει με τις ώρες καρτερικά να πληρώσει το κατά κεφαλή χαράτσι που δεν έχει καμιά σχέση με τον δεκαδικό φόρο που επέβαλαν οι Τούρκοι κατακτητές, ο οποίος προέβλεπε μόνο το ένα δέκατο, ενώ οι σημερινοί στοχεύουν σ’ ολόκληρο το εισόδημα, αν και σε κάποιες περιπτώσεις σε ακόμα παρισσότερα.
Κατά τα άλλα η ανάπτυξη κυκλοφορεί στους διαδρόμους του ΟΑΕΔ χέρι – χέρι με τους κουρασμένους άνεργους, μας ειρωνεύεται με τα διαρκώς αυξανόμενα λουκέτα των πεθαμένων επιχειρήσεων, μας λοιδορεί στα νοσοκομεία και στο ανύπαρκτο σύστημα υγείας και περίθαλψης που ψάχνει να βρει μέχρι γάζες κι επιδέσμους, μας εμπαίζει καθώς βγαίνει από τα χείλη των ανδρείκελων που για μια ακόμα φορά ετοιμάζονται να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης σε μια κυβέρνηση που τους απογοήτευσε, προκειμένου να μην χάσουν λίγους μήνες πριν τη βουλευτική τους αποζημίωση.
Η υπόθεση θα είναι για κλαυσίγελο αν παρά τις προσδοκίες του Αντώνη Σαμαρά η κυβέρνηση συρθεί σε εκλογές, είτε τώρα (πράγμα απίθανο), είτε με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (πράγμα πιθανότατο) και χάσει την πλειοψηφία (επίσης πιθανότατο έως και βέβαιο). Οι ηττημένοι θα ισχυρισθούν ότι το εκλογικό σώμα δεν εκτίμησε τις θυσίες τους, το όραμά τους, τον σωτήριο ρόλο τους. Βεβαίως οι νικητές θα ομιλούν περί άλλων, πριν κι αυτοί επιχειρήσουν να δικαιολογήσουν την ανικανότητά τους (μελλοντικά) ρίχνοντας την ευθύνη στους προηγούμενους. Γιατί;
Απλούστατα ο Έλληνας πολιτικός δεν ανήκει στο είδος των ανθρώπων που αναλαμβάνει ευθύνες, ούτε συμπάσχει με το λαό. Το μόνο που τον καίει είναι η καριέρα και το βόλεμά του. Η αλήθεια είναι πικρή, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Η πολιτική ιστορία του τόπου και ιδιαίτερα οι μαύρες της σελίδες το αποδεικνύουν αυτό περίτρανα.

Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet στις 3-10-2014)

Ο Σεπτέμβρης του Παζαριού



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ


Πάντα στη Λάρισα ο Σεπτέμβρης έφευγε μαζί με το Παζάρι, όσο κι αν κάποιοι επέμεναν να το ονομάζουν εμποροπανήγυρη. Παζάρι ήταν, με όλα ανακατεμένα, με λίγα απ’ όλα, με βραχνές φωνές και οσμές, τσίκνα λουκάνικου και κατουρομπόχα, με χαλβάδες Φαρσάλων, αλλά για γύρους του θανάτου, λούνα παρκ και παραμορφωτικούς καθρέφτες, με κολλητηρτζήδες και πορτοφολάδες, με παιδικά μάτια γεμάτα χαρά κι έκπληξη, αλλά και ξεθεωμένες γιαγιάδες που όλο κι έχαναν κάποιον «Γιαννάκηηηη», με νοικοκυραίους, αλλά και παπατζήδες… Ήταν το δικό μας παζάρι!
Μικρή η αγορά της πόλης τότε. Μια και μόνη «λαϊκή», η «Τετάρτη» στο Λόφο του Φρουρίου ανάμεσα στα μπορντέλα και τη λαχαναγορά. Λίγα ταξί στη μια και μοναδική πιάτσα στην πλατεία Σάπκα, που όλοι την ήξεραν ως Κεντρική, άλλα λίγα «πειρατικά» μπροστά στην κλινική Κατσίγρα, στην πλατεία Ταχυδρομείου. Στα δικαστήρια μπροστά οι αμαξάδες. Πρωινός πατσάς, απογευματινός σκεμπές. Δυο και τα Γυμνάσια Αρρένων, δυο και τα Θηλέων. Και του «Γουμενόπουλου» για όσους έπρεπε να μπουν νωρίς στο μεροκάματο, «να μάθουν μια τέχνη, αφού δεν έπαιρναν από γράμματα». Και στην Κούμα το «Ολυμπιάκι» και τα ποδοσφαιράκια του Κάρτου. Μπλε ποδιές για τις μαθήτριες, πηλίκια για τους κουρεμένους στον πάτο γυμνασιόπαιδες. Τι να θυμηθεί κανείς;
Για τους γυμνασιόπαιδες οι ώρες επίσκεψης ήταν αμέσως μετά το μάθημα της πρωινής βάρδιας. Και βέβαια για κάποιους κάποιες ώρες σκασιαρχείου. Για τις ηλικιωμένες λίγο πριν το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα. Με το που νύχτωνε κατηφόριζαν και οι νοικοκυρές για κάλτσες, βρακιά, σεντόνια, προικιά. Σάββατο βράδυ και Κυριακή συνήθως ολόκληρη η οικογένεια. Σαββατόβραδο «δεν έπεφτε καρφίτσα». Ποτάμι ο κόσμος. «Σαν σαρδέλες» οι επιβάτες όχι μόνο στα αστικά, αλλά και στα «υπεραστικά» που πήγαιναν στα χωριά και χρειαζόταν καρότσα για να βολέψουν τα ψώνια.
Μαθητές, την πρώτη στάση την κάναμε αμέσως μετά τα σκαλιά του Αλκαζάρ, δεξιά στους πάγκους με τα βιβλία.Εκεί συναντήσαμε τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, τον Καζαντζάκη και τον Ξενόπουλο, τον Δουμά και τον Ιούλιο Βερν. Έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου τα Ανεμοδαρμένα ύψη, τα άπαντα του Παπαδιαμάντη και πολλά ακόμα με χρονολογίες του ’65 και ’66 και αναμνήσεις από γδαρμένα γόνατα και κοντά παντελόνια.
Απέναντι από τα βιβλία το θρησκευτικό συναίσθημα της αγοράς. Σταυρουδάκια και εικονίτσες από διάφορα μοναστήρια ευλογημένα από άγιους πατέρες, φυλαχτά για βασκανείες και άλλα διάφορα. Δίπλα τους ξύλινα σκεύη, ξουδοχέρια και γουδιά, κόσκινα και πλάστες για τις πίτες, που πια αντικαταστάθηκαν από τις «χωριάτικες χειροποίητες», που όμως έχουν ίδιο καλούπι και ίδια γεύση σε όλα τα τυροπιτάδικα.
Πιο κάτω τα βρακιά και οι κομπινεζόν, με το νάιλον στις δόξες του, τότε. Και βέβαια οι μπλούζες και όλων των ειδών τα ρούχα. Μέχρι και τουαλέτες και τα κουστούμια, αυτά που επί τον ελληνικότερον τα γνωρίζουμε ως «αμπιγιέ».  Και πέρα, σχεδόν στο τέρμα του κεντρικού δρόμου οι φλοκάτες. Πανδαισία χρωμάτων που προσωπικά με μαγνήτιζαν μόνο ως χρώματα, όχι ως είδος σκεπάσματος. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια, να γίνει η φλοκάτη κάτι σαν χαλί ή σαν πατάκι, για να αντιληφθώ την αξία της ως σκέπασμα. Βέβαια τα μοντέρνα σπίτια τη θέλουν στο πάτωμα, αλλά προτιμώ να τη νοσταλγώ στο σώμα μου πάνω…
Βέβαια όταν έφτανες στις φλοκάτες οι μυρωδιές σε κυρίευαν από παντού. Μυρωδιές από χαλβά που ψηνόταν επί τόπου, από τις θράκες που έπεφταν τα λίπη από τα λουκάνικα, κάθε είδους μυρωδιές. Ανάμεσά τους η καμένη ζάχαρη από το «μαλλί της γριάς». Μυρωδιά μαστίχας από το σάμαλι. Και κάπου πιο πέρα, κάπου κοντά στο σημερινό κολυμβητήριο, μυρουδιές από κοπριές ζώων…
Όλα αυτά και πολλά ακόμα ήταν το Παζάρι μας, αυτό που έδεσε το Σεπτέμβριο με τις μνήμες και τη ζωή μας. Βέβαια τα χρόνια πέρασαν, η αγορά της πόλης εξελίχθηκε και υπερκαλύπτει τις ανάγκες των κατοίκων. Η ψυχαγωγία ξεπέρασε το «γύρο του θανάτου». Τα βιβλιοπωλεία πωλούν κάθε βιβλίο και όχι μόνο τετράδια και μολύβια. Χαλβάς πια πουλιέται ακόμα και από τις καντίνες της εθνικής οδού. Οι παράγκες αντικαταστάθηκαν από μόνιμες κατασκευές, που εξασφαλίζουν εμπορεύματα, εκθέτες και επισκέπτες απ’ τη βροχή, που κι αυτή το επισκεπτόταν συχνά, αλλά οι μνήμες των μεγαλύτερων μένουν. Σαν σκιές έστω, ή σαν ονειρικοί επισκέπτες μιας άλλης εποχής, όπως κάποτε είχε εξαίσια φωτογραφίσει ο φίλος Βασίλης Αγγλόπουλος, με τα χρωματικά παιγνίδια και το φως των προβολέων…

Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet στις 25-9-2014)


Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ                                            



                                      Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα,
                                      μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα…

                                     Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
                                     εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
                                     και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς,
                                     που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς…
                                                                                         Νίκος Γκάτσιος

Και να που το Φθινόπωρο ήρθε φέρνοντας μαζί του όχι μόνο κίτρινα φύλλα, αλλά και κίτρινες σελίδες της δημόσιας ζωής. Μέρες μελαγχολικές με αιτία τα όσα συμβαίνουν στο χώρο της εξουσίας, γεγονότα που έρχονται, ακόμα μια φορά, να μας θυμίσουν πόσο ασύμβατες είναι μερικές φορές η ακεραιότητα και η αξιοπρέπεια με το πολιτικό ήθος.
Δυστυχώς στον τόπο μας οι κατάρες της διαπλοκής και της διαφθοράς αποτελούν θεσμό, που θυμίζει τη Λερναία Ύδρα, με τη διαφορά ότι κανείς απ’ όσους επαγγέλθηκαν καθαρό πολιτικό ήθος και κάθαρση, κατόρθωσε να θυμίσει τον Ηρακλή, έτσι ώστε να μπορούμε να ελπίζουμε σε κάποιον άθλο.
Οι αρχαίοι μύθοι δεν κατόρθωσαν να περάσουν ως πρότυπα στη δημόσια ζωή που μαστίζεται από τη συναλλαγή και από το προσωπικό συμφέρον. Ούτε οι εξαγγελίες για υγιή δημόσιο βίο υλοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται ολοένα και περισσότερες μεταστάσεις του καρκινώματος της διαφθοράς, που πλέον περισφίγγει ασφυκτικά το πολιτικό σώμα της ελληνικής πραγματικότητας.
Η επανίδρυση του κράτους φαίνεται πως ακόμα δεν πήρε ούτε καν …άδεια οικοδομής. Τα λόγια (τα ψεύτικα, τα μεγάλα, κατά τον ποιητή, που τόσο απλά κατέγραψε τη νεοελληνική τραγωδία), έμειναν λόγια και ο πολίτης καλείται ακόμα μια φορά να είναι το θύμα της οποιαδήποτε κακής πολιτικής, σαν να είναι αυτός που ευθύνεται για τα ελλείμματα και τις όποιες ατασθαλίες που ρήμαξαν την οικονομία ή στάθηκαν εμπόδιο για την πρόοδο του κράτους.
Με ποια λογική ενοχοποιείται το θύμα; Ποιο δίκαιο δίνει το δικαίωμα στην εξουσία να μεταφέρει το κόστος των δικών της ευθυνών στους ώμους του αναίτιου πολίτη; Και ποια ηθική μπορεί να συγχωρήσει τα ανομήματα κατά του κοινού συμφέροντος;
Αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να μεταλλαχθούν σε Ερινύες για να ταλανίζουν τον ανήθικο εφησυχασμό των πολιτικών μας, ακόμα κι εκείνων που δεν συνεργούν στη διαφθορά, αλλά την ανέχονται με την παθητικότητά τους και συχνά υπερασπίζονται τους διεφθαρμένους.
Και πρέπει – αυτά τα ερωτήματα – να γίνουν πέτρες και να λιθοβολήσουν όλους όσοι έταξαν μια άλλη ζωή στον Έλληνα, με μόνη πρόθεση (εγκληματική) να μεταλλάξουν τη δική τους ζωή σε βασιλική. Για τούτο και μίλησαν με τα ψεύτικα, τα μεγάλα, λόγια.
Όμως, τα ερωτήματα παραμένουν αδυσώπητα για όλους εκείνους που προεκλογικά επαγγέλλονται νέα ήθη, νέα κοινωνία, νέα Ελλάδα και μιλούν για σεβασμό του πολίτη, ο οποίος συνεχίζει να καταδικάζεται σε λιτότητα και σε απαξίωση, βιώνοντας έναν ασυγχώρητο εμπαιγμό, με τους πολιτικούς ν’ αποδεικνύουν πως μόνο υπεκφυγές διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους για τα αυτονόητα. Και, κρυψίνοια, υποκρισία, ανειλικρίνεια, υποκειμενισμό και επιτήδευση.
Δυστυχώς τόσο ως κράτος, όσο ως κοινωνία είμαστε τελειωμένοι. Πτωχευμένοι – καταχρεωμένοι, εξαθλιωμένοι, χωρίς μέλλον. Ό,τι ακούγεται είναι ένα αισχρό παραμύθι. Μένει να ζήσουμε το μεγάλο μπαμ και ν’ αντιληφθούμε πως από χρόνια έχουμε ξεπουληθεί και πως ως σκλάβοι πλέον θα πορευτούμε.
Όλοι; Ίσως όχι. Κάποιοι άλλωστε είχαν επιπλεύσει ακόμα και στην Κατοχή και κατέκλεβαν ακόμα και την ανθρωπιστική βοήθεια που έστελνε ο Ερυθρός Σταυρός, ακόμα και την αμερικάνικη, αργότερα με τον εμφύλιο. Τι κι αν κάποιοι πέθαιναν στα πεζοδρόμια της Αθήνας; Εκείνοι πλούτιζαν και ως σατανικοί αλχημιστές μετέτρεπαν το αίμα του λαού σε λίρες της τσέπης τους.
Καληνύχτα Ελλάδα…
Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet στις 19-9-2014)

«Τα κέρατά τους τα τράγια…»



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ


Δε θυμάμαι πώς ήταν η πρώτη μέρα στο σχολείο. Πάνε χρόνια από τότε και η μνήμη έχει αδυνατίσει. Θυμάμαι όμως έντονα τις πένες και τα στυπόχαρτα, τα μελανοδοχεία και τα μολύβια «Φάμπερ Νο 2», από την πρώτη δημοτικού, τη δασκάλα, την κυρία Νίτσα στο 3ο Δημοτικό, αλλά και το δάσκαλο, αργότερα, μ’ ένα καλάμι τριών μέτρων που το ανεβοκατέβαζε στα κεφάλια μας, γιατί έπρεπε να επιβάλει διαπαιδαγώγηση χωρίς να κατεβεί από την έδρα. Θυμάμαι ακόμα πως λίγο μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο, εκείνες καταργήθηκαν και το ίδιο έγινε τρία χρόνια μετά με τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Λύκειο. Μαζί μ’ αυτές είχε καταργηθεί και το Λύκειο και η Α΄ Λυκείου έγινε ξανά Δ΄ Γυμνασίου. Θυμάμαι ακόμα πως το πρώτο πράγμα που ρωτούσε ο δάσκαλος ήταν «τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;» κι εγώ απορούσα γιατί ρωτούσε. Θυμάμαι κάτι καζάνια που έβραζαν γάλα στην αυλή του δημοτικού σχολείου και κάτι κίτρινα ημίσκληρα τυριά που μας μοίραζαν. Πολύ αργότερα έμαθα πώς και γιατί δίνονταν στους μαθητές, ποιοι τα έδιναν… Από τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως η χώρα μου ζει και με τις δωρεές, σαν ζητιάνα που περιφέρεται στους δρόμους με ανοιχτή την παλάμη.
Αργότερα - από τα χρόνια τα γυμνασιακά - θυμάμαι άλλα πράγματα, πάντως όχι την πρώτη μέρα στο σχολείο. Θυμάμαι τα πηλήκια και τα κουρεμένα μαλλιά, τα μπαλωμένα παντελόνια, το κουλούρι από τον κουλουρτζή που έλεγαν πως το παραμορφωμένο αυτί του το είχαν φάει τα ποντίκια, τον μαθηματικό που «χαμένε» μας ανέβαζε, «χαμένε» μας κατέβαζε, αλλά και το Βασίλη Λιαπή που έλαμπε ανάμεσα σε πολλούς, το Βαγγέλη Καραμπάτσα και το Βασίλη Παπανικολάου, καλή τους ώρα. Άραγε, γιατί δεν τους θυμάμαι όλους; Τόσοι και τόσοι δάσκαλοι και καθηγητές που πέρασαν από τα δώδεκα χρόνια μαθητείας γιατί ξεχάστηκαν και δεν έμειναν στη μνήμη ως σημαντικά ορόσημα;
Όπως ξεχάστηκαν κι εκείνοι που κάθε τόσο άλλαζαν και άλλαζαν νόμους και συστήματα, ισχυριζόμενοι κάθε φορά πως έκαναν το σωστό και πως έδιναν λύσεις με τη σοφία τους. Οι άθλιοι…
Άθλιοι υπήρξαν όσοι θέλησαν να υποδυθούν τους υπουργούς της Παιδείας. Απαίδευτοι. Καιροσκόποι. Νάρκισσοι. Νεκροθάφτες ονείρων χιλιάδων και χιλιάδων νέων. Μηχανές παραγωγής εγωισμού και συμφερόντων. Η υπόθεση της Παιδείας υπήρξε για όλους χώρος πειραματισμού και εκτόνωσης των φιλοδοξιών τους. Ποτέ κανείς τους δεν μπήκε στη θέση των οικογενειών, των μαθητών, αλλά και ποτέ κανείς τους δεν ήταν με το μέρος της αλήθειας. Ακόμα και στο κεφάλαιο της γνώσης δεν τόλμησαν τις τομές που απαιτούσε κάθε εποχή. Δεν κατόρθωσαν να εμπνεύσουν τους δασκάλους να υπηρετήσουν την αλήθεια, αλλά και τη στοργή για τους μαθητές. Το μόνο που τους δίδαξαν ήταν να διεκδικούν χρήματα, να καταφεύγουν και οι ίδιοι στο σύστημα της παραπαιδείας ή ν’ αδιαφορούν. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι δεν τους βρήκαν στο πλάι τους συμμάχους…
Το ίδιο κακό έκαναν και στα ψηλά πατώματα, στην τριτοβάθμια παιδεία. Ευνόησαν τις ίντριγκες, δημιούργησαν κατεστημένα, υπέθαλψαν κάστες και συμμορίες, εξυπηρέτησαν συμφέροντα.
Αυτά ή παρόμοια θυμάμαι. Κι ας με χαρακτηρίσουν κάποιοι ισοπεδωτικό. Άλλωστε μια από τις μνήμες μπερδεύεται ακόμα με την ρέουσα πραγματικότητα. Είναι του παιδιού που μαζί με τη σχολική τσάντα κρατά και πηγαίνει κάθε πρωί του χειμώνα από ένα ξύλο για τη σόμπα της τάξης και του σύγχρονου καγκελόφρακτου σχολειού, δίπλα στις φυλακές της πόλης. Η πρώτη χρονολογείται από το 1960, η δεύτερη σήμερα, το 2014. Μισό και περισσότερο αιώνα μετά, όλα κάτω απ’ το μηδέν. Στα 1968 κάναμε ελάχιστοι φροντιστήριο και απ’ αυτούς οι περισσότεροι για ένα μήνα πριν από τις εξετάσεις. Σήμερα κάνουν όλοι σχεδόν με καμιά εξαίρεση ακόμα και όταν έχουν διακοπές τα σχολεία. Αυτό δεν μπορεί να λέγεται Παιδεία. Καιρός το υπουργείο να ομολογήσει την πλήρη θεσμική αποτυχία του και ευθαρσώς να μετονομασθεί σε Παραπαιδείας.
Δυστυχώς αυτές οι σκέψεις με κυρίευσαν χθες που παρακολούθησα την έναρξη της σχολικής χρονιάς, παρατηρώντας την έκπληξη στα προσωπάκια των μικρών παιδιών, που χέρι με χέρι με τους γονείς τους κατευθύνονταν προς το σχολειό. Δεν ξέρουν αυτές οι αθώες ψυχούλες πως σε λίγο θα γίνουν θύματα ενός συστήματος που ίσως τα στρέψει από την τελευταία τάξη του Δημοτικού στο φροντιστήριο, δεν ξέρουν πως σε κάποια στιγμή θ’ ακούν τις λέξεις «κατάληψη» και «απεργία», πως σε λίγα χρόνια κάποιες κομματικές οργανώσεις στα πανεπιστήμια θα τους ζητούν να ενταχθούν, και πως κάποια στιγμή θα πυκνώσουν τις τάξεις των ανέργων πτυχιούχων, που αντί να σχεδιάζουν οικοδομές ή να στελεχώνουν επιχειρήσεις, θα κάνουν ντελίβερι ή λάντζα σε εστιατόρια. Μέχρι τότε θα έχουν αλλάξει καμιά δεκαριά υπουργοί, που μπροστά σε διαπλεκόμενους ατσαλάκωτους δημοσιογράφους εξαγορασμένων επιχειρήσεων τηλεόρασης θα ισχυρίζονται ότι ευαγγελίζονται νέες ιδέες, σωτήριες πάντα, ότι θα θέσουν θεμέλια για μια εθνική Παιδεία…
«Τα κέρατά τους τα τράγια», που λέει και ο λαός, έστω υποταγμένος μέχρι τα μπούνια.
Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet στις 12-9-2014)


Με διάθεση ελεγειακή…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

 

Τραγουδάω σαν χθες και προχθές.

Ο αόριστος
ταιριάζει στο φθινόπωρο και τον χειμώνα.

Στον ενεστώτα ανήκεις εσύ.

Ο μέλλοντας
τοπίο ανεξερεύνητο,
μ’ εμένα στο θολό ορίζοντα
                             να χορεύω ξυπόλητος,
έτσι για να επαληθευτούν οι γραφές,
που έλεγαν πως θα υπάρχω
                             -ως σχήμα ακανόνιστο-
στα δακρυσμένα τζάμια,
στους ραγισμένους καθρέφτες,
στις μέσα στιγμές.

                                  Ποιες οι σκιές στα τζάμια
                                   και στη βροχή;

Σε μιαν άλλη χώρα μεταναστεύει η αλήθεια.
Σε μιαν άλλη χώρα καταφεύγουν οι άωροι έρωτες.


Και να που το καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του, όπως φτάνουν στο τέλος τους όλα τα καλοκαίρια κάθε χρόνου, μια και ακόμα η Γη μας περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο και όπως τελειώνουν και όλες οι υπόλοιπες εποχές, χωρίς βεβαίως ν’ αναφερόμαστε και στις δικές τους χαρακτηριστικές ομορφιές που σαφώς και υπάρχουν. Έφτασε στο τέλος και η αδημονία μας για φυγή, οι συζητήσεις για το ιδιαίτερο των ελληνικών καλοκαιριών, για τα φεγγάρια τους και όλα όσα θέλουμε να πείσουμε τους άλλους πως τα νιώθουμε διαφορετικά…
Όμως, τα καλοκαίρια θα έρχονται και χωρίς εμάς, όπως και τα φεγγάρια τους, γεγονός που σημαίνει πως η προσωρινότητα και το πρόσκαιρο είναι δικό μας… θλιβερό προνόμιο.
Δικό μας προνόμιο η προσωρινότητα, αλλά εμείς ούτε που μπαίνουμε στον κόπο να προσαρμόσουμε το εγώ μας στην αδήριτη πραγματικότητα. Αντίθετα επιδιώκουμε συμπεριφορές που μόνο το αντίθετο βεβαιώνουν, πως δηλαδή θεωρούμε ότι ανήκουμε σε μια μονιμότητα, ότι όλα περνούν και μένουμε εμείς, να νοσταλγούμε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε.

Κρυώνω στην τόση ευπρέπεια των πραγμάτων.
Κρυώνω μέσα στην τόση αφθονία.

Φυλλορροώ στις μουσικές που σε ψάχνουν.

Ανεμίζω μια πίκρα,
τοκίζω δυο δάκρυα κι έναν ξανθό αναστεναγμό,
για να ’χω κάτι το χειμώνα,
να ζεσταίνομαι.

Με τα δάχτυλα σμιλεύω το σκοτάδι,
συνομιλώντας μ’ ένα τέταρτο φεγγαριού.

Να κρατήσω
-τουλάχιστον-
την ακινδυνότητα των νεκρών ονείρων,
μην τύχει και σε μια άλλη ζωή
σταθώ τιμιότερος με την εφηβεία μου.

Αλλά, το φετινό καλοκαίρι, οι βολεμένοι στην ασφάλεια της πολυθρόνας μας τηλεθεατές, που παρακολουθούμε σε ζωντανές συνδέσεις το μακελειό στις κοντινές του κόσμου μας γειτονιές, ξέρουμε πως δεν απέχει πολύ η γενική ανάφλεξη της περιοχής. Το ξέρουν αυτό και οι ταλαντούχοι και θαρραλέοι εικονολήπτες και φωτογράφοι, που στέλνουν τη φρίκη σε ρέοντα ή παγωμένα πλάνα, και οι πολεμικοί ανταποκριτές, και οι πολιτικοί αναλυτές που παρουσιάζουν τις παραμέτρους των γεγονότων.
Όλοι ξέρουμε πόσο εύκολο είναι να έρθουν τα νέα δεινά και όλοι με κομμένη ανάσα ίσως αύριο να παρακολουθούμε το θανάσιμο χορό του παραλογισμού, που ενδεχομένως άλλο δεν σκοπεί παρά στον οικονομικό έλεγχο αυτών των περιοχών. Και όλοι διαισθανόμαστε πως ίσως σ’ αυτόν τον παραλογισμό μπορεί εύκολα να μπει ένα τέλος και μανάδες να μη χρειαστεί να ξανακλάψουν πάνω από τα πτώματα των παιδιών τους.
Δυστυχώς, όμως, το άδικο αίμα, που όλους τους προηγούμενους αιώνες πότισε το φλοιό της γήινης σφαίρας, δε φαίνεται να είναι ικανό να διδάξει Ιστορία τον Άνθρωπο, που παραμένει αίολος στις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος και λύκος απέναντι στο παρόν του.
Η ειρηνική συνύπαρξη των λαών, τώρα που οι ιδεολογικές (όχι όμως και οι θρησκευτικές) διαφορές έχουν αμβλυνθεί, αποδεικνύεται με τον πλέον δραματικό τρόπο ως ουτοπία, αφού κατά βάθος η αγωνία της επιβίωσης δια της ιδιοκτησίας είναι αυτή που ανατρέφει και κινεί το μίσος. Στο γεωπολιτικό χάρτη οι αγώνες και οι αγωνίες των λαών ορίζονται πλέον από παραμέτρους ιδιαζόντως πολύπλοκες. Το μόνο απλό της υπόθεσης είναι ο άφθονος θάνατος, αφού τα όπλα γίνονται ολοένα και πιο αποτελεσματικά στο ν’ αφαιρούν ανθρώπινες ζωές και να επιφέρουν τον όλεθρο. Για τούτο και οι αριθμοί των θυμάτων έπαψαν να συγκινούν, το πολύ να προκαλέσουν ένα θλιμμένο κούνημα του κεφαλιού. Άλλωστε η ζωή, όσο χάνει το ειδικό της βάρος, τόσο πιο εύκολα εφευρίσκει τρόπους να προσπερνά το θάνατο και να ξεχνά, με τον τρόμο, στη διπλανή μας πολυθρόνα, να παραγγέλνει διπλό ουίσκι με πάγο, έτσι για να έχουν τα πρώτα φθινοπωρινά μας βράδια και την απαραίτητη δόση του ωχαδελφισμού μας…
Τι άλλο πρόκειται να φέρει εκτός από τα κίτρινα φύλλα το φθινόπωρο;
Ποιες αδήριτες αλήθειες θα επαναφέρει στα μάτια μας;
Πώς θα προκαλέσει τον προβληματισμό μας και πώς θ’ αφυπνίσει το στοχασμό μας;
Άδηλες οι μέρες του μέλλοντος, ωστόσο δεδηλωμένος ο εφησυχασμός μας. Παρ’ όλο αυτά ας κρατήσουμε μια νότα αισιοδοξίας, έστω ένα φθινοπωρινό χαμόγελο, γιατί ούτως ή άλλως η ζωή είναι όμορφη από μόνη της…
Άγγελος Πετρουλάκης
(Δημοσιεύθηκε στη Larissanet στις 5-9-2014)