Google+ Followers

Τα ηλιοβασιλέματα που δε θα δεις…


Τα ηλιοβασιλέματα που δε θα δεις…


Έσχατες ημέρες του Ιουλίου με σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα να θέλει να ταξιδεύσει. Σαφώς και η Λάρισα μαζί της, εγκαταλείποντας έναν φλεγόμενο κάμπο και αναζητώντας μιαν άλλην καθημερινότητα, μ’ ένα κομμάτι γαλάζιου και μια λωρίδα γκριζοκίτρινης αμμουδιάς, όπου δε θα λειτουργεί η νομοτέλεια του άγχους, αλλά όλα θα διέπονται από τη χαλάρωση και το ‘‘δε βαριέσαι’’. Άλλωστε είναι εξαίσιο κάποιες φορές ο άνθρωπος ν’ αφιερώνει κάποιες ώρες στο ‘‘τίποτα’’ και να λειτουργεί με την απουσία κάθε δράσης, έτσι ώστε όλα να μπαίνουν στη διαδικασία μιας εσωτερικότητας, έστω άδηλης.
Ταξιδεύει η Ελλάδα, ταξιδεύει η Λάρισα, ταξιδεύουν κι εκείνοι που μένουν πίσω. Ταξιδεύουν στις ώρες της άπνοιας και της μεσημεριανής πυρπόλησης, με την επιθυμία τους στα φτερά του ονείρου να δροσίζεται σε κάποιο ακρογιάλι, να πίνει δροσερά ποτά, να γεύεται θαλασσινά, να ονειροπολεί ένα ερωτευμένο ηλιοβασίλεμα, απ’ αυτά που μόνο ο ελληνικός ορίζοντας μπορεί να ζωγραφίσει.
Ο λόγος λοιπόν για τα ηλιοβασιλέματα του καλοκαιριού, τα τόσο ξεχωριστά από τόπο σε τόπο, τα τόσο θελκτικά, αλλά και τα τόσο αφηγηματικά της σιωπής.
Ηλιοβασιλέματα του κάμπου με τις θερισμένες καλαμιές σε πρώτο πλάνο κι ίσως - σε κάποια γωνιά του κάδρου - ένα δέντρο μόνο, να διακόπτει την αράγιστη αρχιτεκτονική του τοπίου.
Ηλιοβασιλέματα των νησιών με το ρέον κόκκινο και μαβί, με το βαθύ πορτοκαλί σε φόντο ασημογάλαζο και μ’ ένα τραγούδι που μπορεί και να μιλά για κάποια αγάπη του καλοκαιριού, που δε θέλει να γνωρίζει εκ των προτέρων την ύπαρξη του Σεπτέμβρη.
Ηλιοβασιλέματα των ακρογιαλιών του Αιγαίου, κάτω απ’ τη σκιά του Όλυμπου και της Όσσας, των δικών μας παράλιων, δηλαδή, ηλιοβασιλέματα, που βάφουν τον ορίζοντα μ’ επιθυμίες και ονειροφαντασιές και σε θέλουν να βαδίζεις δίπλα στο κύμα ακούγοντας μιαν άηχη μουσική, που μπορεί να είναι κι αυτή της παιδικής ηλικίας, αφού εδώ σ’ αυτά τ’ ακρογιάλια πρωτοκολύμπησες και πρωτόπιες τον καημό του έρωτα.
Ηλιοβασιλέματα της προσδοκίας που τα κερνάς καφέ στην πλατεία Ταχυδρομείου, βεβαιώνοντάς τους πως ίσως το επόμενο καλοκαίρι, να είσαι κι εσύ εκεί, σε μια θάλασσα, σε μια χαλάρωση, χωρίς παράπονο για τη ζωή ή για την τύχη που δεν τα έφερε έτσι ώστε κι εσύ να ταξιδέψεις σε τόπους μακρινούς κι έμεινες εδώ, στην πόλη την αγαπημένη, να ζεις ένα ακόμα ζεστό καλοκαίρι…
Και τα ηλιοβασιλέματα των βιβλίων… Αυτά που σε κρατούν στις σελίδες άλλων κόσμων, ιδιαίτερα γόνιμων. ‘‘Τα βιβλία είναι εδώ!’’, μόνιμη επωδός του καλοκαιριού. Να μπαίνεις στις σελίδες του Κούντερα με διάθεση μιας γόνιμης βραδύτητας που θα δώσει ουσία στην ασημαντότητά σου, να σκάβεις σε σελίδες του Θανάση Βαλτινού ξέροντας πως ο συγγραφέας αυτός έχει υπερβεί πολλές φορές τον εαυτό του, να ταξιδεύεις στους κόσμους του Πολ Έστερ έστω μη ελπίζοντας πως κάποτε θα περπατήσεις στα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης, να μένεις έκθαμβος από την εμβρίθεια του Ισίδωρου Ζουργού καθώς ξετυλίγεις σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο και τέλος ίσως να χαίρεσαι με μια τυχαία συνάντηση ποίησης και έρωτα, που άλλο καλύτερο ακρογιάλι απ’ αυτό του Ελύτη δεν έχει βρει…
Ας είναι τουλάχιστον γαλήνια του καθενός τα ηλιοβασιλέματα…

Άγγελος Πετρουλάκης.

Η ώρα της αλήθειας





Η ώρα της αλήθειας
Του Άγγελου Πετρουλάκη

Πριν δυο μέρες, το μεσημέρι της Τετάρτης, κινητοποιήθηκε μια τεράστια αστυνομική δύναμη στο κέντρο της Αθήνας, τραυματίστηκε ένας αστυνομικός και δυο τουρίστες, ενώ κινδύνευσαν από θανάσιμο τραυματισμό πολλοί ακόμα από πυροβολισμούς του, για να συλληφθεί ο Νίκος Μαζιώτης κατηγορούμενος για τρομοκρατικές ενέργειες και αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου, και καταζητούμενος γιατί παραβίασε τα περιοριστικά μέτρα. Ως αρχηγός του Επαναστατικού Αγώνα, προφυλακισμένος προκειμένου να δικαστεί για αδικήματα σχετικά με τρομοκρατικές ενέργειες, θ’ αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους τον Οκτώβριο του 2011 - μαζί με τη σύντροφό του - καθώς είχε παρέλθει το 18μηνο της κράτησής τους. Έκτοτε αναζητείται, ενώ κατά καιρούς εκφράζονται υπόνοιες ότι είναι αυτός ο δράστης κάποιων τρομοκρατικών ενεργειών, αλλά και ληστειών σε τράπεζες.
Ο Νίκος Μαζιώτης συλλαμβάνεται χάρη στην ψυχραιμία και αυτοθυσία ενός απλού ειδικού φρουρού. Άλλωστε στο δρόμο απλοί ειδικοί φρουροί και απλοί αστυφύλακες κυκλοφορούν περιπολώντας, όχι αξιωματικοί. Ο συγκεκριμένος ειδικός φρουρός τον ακολουθεί κατά πόδας, παρά τους οκτώ πυροβολισμούς που ρίχνει εναντίον του ο Μαζιώτης. Οι σφαίρες εξοστρακιζόμενες τραυματίζουν δυο τουρίστες. Θα μπορούσαν όμως να έβρισκαν λάθος στόχο και να τραυμάτιζαν θανάσιμα τουρίστες ή τον ειδικό φρουρό. Η διαδρομή του καταδιωκόμενου και του διώκτη του γίνεται για αρκετές εκατοντάδες μέτρα στα πλέον τουριστικά δρομάκια της Αθήνας, κάτω από την Ακρόπολη, δίνοντας τη δυνατότητα και σε άλλους αστυνομικούς ν’ αναπτυχθούν στη γύρω περιοχή. Όταν όμως ο ειδικός φρουρός διαισθάνεται ότι ο Μαζιώτης ενδέχεται να γλιστρήσει και να εξαφανιστεί εκμεταλλευόμενος τη φρόνηση και την επιφυλακτικότητα των αστυνομικών να πυροβολήσουν μέσα στο πλήθος, αποφασίζει το μεγάλο ρίσκο και προσπαθεί να πέσει πάνω του και να τον συλλάβει. Αγνοεί πόσο πολύτιμη είναι η δική του ζωή, τόσο για τον ίδιο, όσο και για την οικογένειά του. Κάνει αυτό που δεν έκαναν εκείνη που τον είχαν στα χέρια τους και τον απελευθέρωσαν, δηλαδή οι δικαστικοί, αυτοί που ήταν υποχρεωμένοι να ορίσουν τη δίκη του και δεν το έκαναν. Δεν τους ήταν αρκετοί οι δεκαοκτώ μήνες.
Ο απλός ειδικός φρουρός όμως έκρινε ότι τα δευτερόλεπτα ήταν ιδιαίτερα αρκετά για να ξεφύγει ο οπλισμένος τρομοκράτης. Και δεν υπολόγισε τη ζωή του.
Ευτυχώς ο Μαζιώτης δεν ήταν εύστοχος και η σφαίρα βρήκε τον ειδικό φρουρό στο πόδι και ευτυχώς ο αστυνομικός που πυροβόλησε ήταν εύστοχος και η σφαίρα βρήκε τον ώμο του Μαζιώτη και ότι κάποιο ευαίσθητο σημείο του σώματός του ή το σώμα άλλου ανθρώπου. Θα ήταν αλλιώς όλα. Απ’ την αντιμετώπιση των δημοσιογράφων, μέχρι την αντιμετώπιση των κομμάτων. Τα τηλεπαράθυρα θα έπαιρναν φωτιά. Άνθρωποι που δε βρέθηκαν ποτέ τους μπροστά σε μια κάνη πιστολιού θα αυτοαναγορεύονταν δικαστές και θα καταδίκαζαν από τους απλούς αστυνομικούς φρουρούς και τους αστυφύλακες μέχρι τον πρωθυπουργό. Βέβαια όλοι αυτοί τώρα έμειναν άνεργοι, χωρίς ρόλο, χωρίς λαλιά.
Ο συγκεκριμένος αστυνομικός φρουρός απέδειξε ότι στην Αστυνομία υπάρχουν ψυχωμένοι άνθρωποι, τολμηροί αλλά και συνετοί συνάμα, που τιμούν το λειτούργημά τους και διαφυλάσσουν την αξιοπρέπειά τους. Αυτός και οι συνάδελφοί του που πήραν μέρος στην επιχείρηση απέδειξαν πολλά και η συμπεριφορά τους ξεγυμνώνει όλους εκείνους του δημόσιους υπάλληλους που πάνε στη δουλειά τους είτε για να ξεκουραστούν, είτε για να εκβιάσουν χρηματισμό. Οφείλουν οι εκφραστές των πολιτικών συμφερόντων να καταθέσουν το σεβασμό τους απέναντι σ’ αυτούς τους αστυνομικούς, ν’ αφήσουν την ξύλινη γλώσσα του αρνητισμού και να υποκλιθούν μπροστά στη σωφροσύνη και την ψυχραιμία των απλών αστυνομικών που έσωσαν , συν τοις άλλοις, και την αξιοπρέπεια του κράτους.
Κάποιοι ίσως πουν ότι το καθήκον τους επιτέλεσαν. Θα είναι οι κακοί, οι άφρονες, αυτοί που επιδιώκουν την εριστικότητα. Γιατί το καθήκον τους θα έκαναν και αν πυροβολούσαν άστοχα. Και γιατί οι ίδιοι οι αντιρρησίες οχυρώνονται πίσω από τη δική τους βόλεψη, ξέροντας ότι δεν κινδυνεύουν να βρεθούν απέναντι σε μια κάνη που ξερνάει σφαίρες.
Είθε η Πολιτεία να ανταμείψει αυτούς τους αστυνομικούς και ν’ αποδείξει ότι της έχουν απομείνει κάποια ίχνη ευαισθησίας.


Πέρα εκεί στις φυλακές, στο σχολείο της ντροπής…



Πέρα εκεί στις φυλακές,
στο σχολείο της ντροπής…

Πριν τρεις εβδομάδες είχα την εγκληματική αφέλεια να γράψω για τη γειτνίαση ενός σχολικού συγκροτήματος με τις φυλακές της πόλης. Ασχολούμενος με τη δημοσιογραφία από το 1968 ήξερα ότι αυτό που έγραφα ούτε καν θα ενδιέφερε κάποιον απ’ αυτούς που εκπροσωπούν το κράτος ή όποια άλλη αρχή σ’ αυτήν την πόλη. Ήμουν σίγουρος πως ακόμα κι αν έπεφτε στα μάτια κάποιου «αρμόδιου» θα το χαρακτήριζε «μαλακίες» και θα το ξεπερνούσε.
Και όντως έτσι έγινε.
Ουδείς να συγκινηθεί. Και γιατί, άλλωστε;
Αφού κάποιο φωτεινό μυαλό αποφάσισε ότι εκεί έπρεπε να στεγαστούν αυτές οι σχολικές μονάδες, γιατί κάποιος άλλος να ανακινήσει το θέμα;
Όλα καλά, λοιπόν, για την Παιδεία μας που κάθε τόσο τη σώζουν σοφές κεφαλές και κάθε τόσο βάζουν θεμέλια για το αύριό της.
Μαζί με τα θεμέλια δημιουργούν κι ένα σχολείο κολλητά με τις φυλακές για να υπενθυμίζουν στους μαθητές ότι η έννοια του κράτους – τιμωρού είναι πανταχού παρούσα στις μέρες τους. Αυτή είναι η αισθητική των ανθρώπων που μας εξουσιάζουν, αυτή είναι η ανθρωπιά τους, αυτή είναι η υπεύθυνότητά τους. Δίπλα στα κάγκελα της φυλακής τα κάγκελα στα παράθυρα ενός αντιαισθητικού κτηρίου. Να βγαίνει διάλλειμα ο μαθητής και ν’ ακούει τα μεγάφωνα της φυλακής να καλούν κρατουμένους για να παραλάβουν το ταχυδρομείο ή οτιδήποτε άλλο. Να βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο του σχολείου και να βλέπει τις αστυνομικές κλούβες να περνούν.
Θα μου πείτε: Και τι έγινε;
Τσαλακώνεται το φρόνημα ή η ψυχολογία των μαθητών;
Προσβάλλεται η αισθητική τους;
Σιγά τα ωά. Τόσα άλλα που συμβαίνουν γύρω τους δεν τσαλακώνουν την ψυχολογία τους, δεν προσβάλλουν την αισθητική τους;
Είναι κι αυτό. Στη χώρα που βάναυσα καταπατείται κάθε έννοια της αξιοπρέπειας, στη χώρα που οι ληστές του λαϊκού μόχθου ισχυρίζονται ότι σώζουν το μέλλον των κατοίκων της, στη χώρα που όλα πωλούνται αρκεί να βρεθεί αγοραστής, στη χώρα που η Υγεία κατάντησε σύστημα απαξίωσης του πολίτη, στη χώρα του το δημόσιο όφελος εμπεριέχει αποκλειστικά και μόνο το προσωπικό ολίγων, στη χώρα του «ωχαδελφισμού» όλα γίνονται (κάποτε ο Σημίτης είπε πως αυτή είναι η Ελλάδα, ο νέος υπουργός Παιδείας μπορεί να ισχυριστεί αυτό ακριβώς: Όλα γίνονται. Έχει και φωτογένεια άλλωστε). Χτίζονται εγκαταστάσεις για τελωνεία που ποτέ δεν λειτουργούν και γκρεμίζονται από την εγκατάλειψη, κλείνουν οι δρόμοι γιατί αδικούνται κάποιοι που δεν είναι ταξιδιώτες, δε λειτουργούν τα μουσεία γιατί κάποιοι άλλοι αδικούνται, που όμως δεν πλήρωσαν για να έρθουν από την άκρη του κόσμου να δουν τις αρχαιότητες, συμβαίνουν σημεία και τέρατα με τη διαπλοκή και ξεσκεπάζονται καμιά δεκαριά από τους χιλιάδες έτσι για να έχουν τροφή κάποιοι επίσης διαπλεκόμενοι δημοσιογράφοι να γράφουν…
Ίσως όλα αυτά τα κακά και μαύρα να τα κατανοούν καλύτερα οι μαθητές του σχολικού συγκροτήματος που γειτνιάζει με τις φυλακές και ίσως το ελληνικό κράτος με τους εκπροσώπους του - αυτούς που βγαίνουν στην παρέλαση δηλαδή και κορδώνονται ως γαλοπούλες - να έχει τον αγαθό σκοπό του για να διατηρεί εκεί το σχολείο. Να θέλει να προσφέρει όχι μόνο γνώση, αλλά και φρόνηση, μια και οι φυλακές λειτουργούν και ως… σωφρονιστήριο.
Ντροπή για το ελληνικό κράτος, ντροπή ακόμα και για την αυτοδιοίκηση η ύπαρξη και η λειτουργία στο συγκεκριμένο χώρο του σχολικού συγκροτήματος. Ας στεγάζονταν εκεί κάποιες απ’ τις δεκάδες άλλες υπηρεσίες της πόλης και ας εξοικονομούσαν έτσι χώρους για να στεγάσουν τις σχολικές μονάδες. Είναι απαράδεκτο να θέλεις να είσαι στην Ευρώπη για το νόμισμα και όχι για τον πολιτισμό σου.
Κλείνοντας θα γράψω ότι και πάλι δεν ευελπιστώ πως θ’ αλλάξει κάτι και θα έρθει η μέρα που σ’ εκείνο το καταθλιπτικό κτήριο δεν τα ξαναμπούν μαθητές. Όμως κάθε φορά που θ’ ακούω τα όμορφα λόγια των πολιτικών, για τη δήθεν ανάπτυξη, τη δήθεν προσπάθεια για την Παιδεία και άλλα ρυπαρά και ανόητα, θα έρχεται στο νου μου το κτήριο αυτό και όλα όσα αποδεικνύουν τη ρηχότητά μας…

Άγγελος Πετρουλάκης



Το καλοκαίρι κι εμείς…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Το καλοκαίρι κι εμείς…

Το καλοκαίρι και οι φυγές μας. Οι μαζικές φυγές προς τη θάλασσα, που την ανακαλύπτουμε ξανά μετά από μήνες. Οι μαζικές φυγές προς τις ακτές, που μας ανακαλύπτουν και πάλι. Σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ της ανάγκης να βρεθούμε κοντά στη φύση και της φύσης που απαιτεί την κατανόηση και το σεβασμό μας. Πώς να ισορροπήσουν σ’ ένα κοινωνικό δεδομένο που ορίζεται από τόσες αντιθέσεις και συχνά λειτουργεί με τις παραμέτρους της ψυχολογίας της μάζας;
Η θάλασσα, ο μεγάλος μαγνήτης. Ούτως ή άλλως, οι υψηλές θερμοκρασίες την κάνουν περισσότερο προσιτή απ’ όποια άλλη εποχή. Και βέβαια και η διάθεση του καθενός να την προσεγγίσει και ν’ ανακαλύψει σ’ αυτήν τους δρόμους των ταξιδευτών ή τις αναπολήσεις αυτών που έχουν και λόγο και αιτία να μένουν σιωπηλοί σ’ ένα ακροθαλάσσι.
«Ναι, την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν’ απλώνεται απ’ τ’ ακρωτήρι ως πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ’ ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ’ αγρίμια», γράφει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο διήγημά του ‘‘Η θάλασσα’’ (‘‘Λόγια της πλώρης’’).
Η θάλασσα και η σαγήνη της. Με τις απροσδιόριστες αποχρώσεις του μπλε, που ξεκινούν απ’ το απαλό λευκογάλαζο και φτάνουν ίσαμε το μαυρομέλανο, έχοντας στην παλέτα της κι όλους τους τόνους του γκρίζου, μαζί με όλη τη σιωπή του βυθού, αλλά και τα τραγούδια που γράφηκαν για χάρη της.
«Θάλασσα πλατειά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις,
θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις…»
της τραγουδά η Αλίκη, ενώ η Άλκηστις την προκαλεί ρωτώντας την:
 «Πες μου θάλασσα πόσα μυστικά σου από τον κόσμο κρύβεις
            και μες της σιωπής τα βαθιά, χρόνια τα κλείνεις;»
Η θάλασσα και ο έρωτας, το σμίξιμό της με τα βράχια, οι γλυπτικές διαμορφώσεις της πέτρας, τα βότσαλα τα κατάλευκα, τα κουβαδάκια των πιτσιρικιών στην άμμο, τα κοχύλια και τα όστρακα που γίνονται τα δικά της ανεκτίμητα κοσμήματα για να στολίζουν ηλιοκαμένα στέρνα…
Η θάλασσα και ο κόσμος της, οι λευκές γραμμές που αφήνουν τα καράβια της, τα πανιά που φουσκώνουν και οι καρίνες που σχίζουν με δύναμη τα νερά, οι επιστροφές στην παιδική ηλικία, κάποια αποκόμματα από εισιτήρια που θα φυλαχτούν ποιος ξέρει για πόσα χρόνια και κάποια αγγίγματα που ίσως να μην ξεχαστούν τους χειμώνες που θ’ ακολουθήσουν.
Η θάλασσα και τα όνειρα ενός ολόκληρου χειμώνα να περπατούν ξυπόλητα στην ακτογραμμή που σβήνει το κύμα και ν’ ακολουθούν το πέταγμα των γλάρων, οι σιωπές που ταξιδεύουν σε βραχοσπηλιές και κολυμπούν σε φεγγαρόστρατες και η μνήμη που θέλει ν’ αποταμιεύσει χρώματα και κυματισμούς, υποσχέσεις που ίσως δεν τηρηθούν, αλλά και τη δροσιά της αύρας, που μπορεί ν’ αναζωογονεί τις έγκοπες διαθέσεις όλων, όσοι μέσα στα τσιμεντένια κλουβιά μας κλείνουμε τα μάτια για να ταξιδέψουμε στο ατέλειωτο μπλε… 

Στους 16 καλύτερους…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Στους 16 καλύτερους…

Και ξαφνικά ακούστηκε το σφύριγμα του πέναλτυ. Ύστερα ήρθε το γκολ. Ψύχραιμα, με την ακρίβεια που επιτάσσει η ορθή εκτέλεση του κορυφαίου λακτίσματος. Το αντιπροσωπευτικό εθνικό ποδοσφαιρικό συγκρότημα ήδη έμπαινε στους 16 καλύτερους του κόσμου…
Χαμογέλασα. Στιγμές χαράς, εθνικής υπερηφάνειας…
Μια χαρά που κράτησε λίγο, γιατί έτυχε να κάνω την ηλίθια σκέψη πως θα ήταν ασύλληπτα όμορφο αν είμαστε, ως χώρα, στους 16 καλύτερους του κόσμου και σε άλλους τομείς. Στην πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, για παράδειγμα. Στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, ας πούμε. Στην τιμιότητα των πολιτικών μας, ίσως. Στην Παιδεία, στην παραγωγικότητα, στην καταπολέμηση της ανεργίας… Πόσο τέλεια θα ήταν η πατρίδα μας;
Όμως οι πολιτικοί μας δεν έχουν ούτε την αξιοσύνη των ποδοσφαιριστών, ούτε τον επαγγελματισμό τους. Δεν έχουν το ελάχιστο της ευαισθησίας τους. Γι’ αυτό και τίποτα απ’ αυτά που θεωρούνται πεπραγμένα τους δεν μπορεί να είναι στα καλύτερα 16 του κόσμου. Αυτή την τιμή μόνο οι ποδοσφαιριστές, οι μπασκετμπολίστες, αλλά και κάποιοι άλλοι αθλητές, μας την πρόσφεραν… Ποτέ κανένας πολιτικός. Αυτοί για φτύσιμο ήταν, ομαδικό.
Αυτό, το φτύσιμο που τους αξίζει, μου ήρθε έντονα στο νου το πρωί της επόμενης. Κάπου στην οδό Καρδίτσης. Εκεί όπου οι φυλακές αποτελούν συνέχεια ενός σχολείου… Ή ένα σχολείο αποτελεί συνέχεια των φυλακών…
Η θρασύτητα της κρατικής αδιαφορίας και της εγκληματικής κρατικής συμπεριφοράς. Ούτε καν οι νόμοι που ισχύουν για τα πορνεία ισχύουν στην περίπτωση αυτή, νόμοι που απαιτούν ότι ένα πορνείο πρέπει ν’ απέχει κάποια μέτρα από σχολείο ή εκκλησία. Πλάι - πλάι, σε απόσταση αναπνοής, μαθητές και κρατούμενοι. Ισοβίτες, έμποροι ναρκωτικών, ληστές, δολοφόνοι, σχεδόν στην ίδια αυλή με τους μαθητές. Να βλέπουν τα παιδιά τις κλούβες της αστυνομίας να πηγαινοέρχονται με τις σειρήνες τους και να φρονιματίζονται προκαταβολικά. Σαν δεν ντρεπόμαστε που θέλουμε να μιλάμε για κράτος και συγκροτημένη κοινωνία. Σαν δεν ντρέπονται όλοι οι έχοντες σχέση με την πολιτική σφαίρα της πόλης, που μέχρι απεργία πείνας έπρεπε να είχαν κάνει για να φύγουν από εκεί τα σχολεία…
Για τη γειτνίαση φυλακών και σχολείων έχουν γραφεί κατά καιρούς αρκετά. Τίποτα δεν συγκίνησε τους εκάστοτε κρατούντες. Όλοι έψαχναν κάποιον προηγούμενο να ρίξουν το μπαλάκι της ευθύνης. Και τα σχολεία συνεχίζουν την πορεία τους εκεί. Με μαθητές και καθηγητές να ονειρεύονται το καλύτερο αύριο με φόντο συρματοπλέγματα.
Πόσο υπερήφανοι να νιώθουν άραγε αυτοί που βγαίνουν ως τιμώμενα πρόσωπα σε παρελάσεις; Αυτοί που πλειοψηφούν σε εκλογές; Αυτοί που γλείφουν υπουργούς και παράγοντες; Αυτοί που χρίστηκαν κατά καιρούς υπουργοί; Και κορδωμένοι δήλωναν πως θα αφιερώσουν κάθε δραστηριότητά τους στο καλό του τόπου. Ντροπή για όλους…
Με την ντροπή δεν χτίζονται σπίτια όμως, δεν γίνονται έργα, δεν αλλάζει η πραγματικότητα. Για να μιλάμε για πεπραγμένα απαιτείται σοβαρότητα, υπευθυνότητα, διάθεση για προσφορά. Δε γίνεται να εκλέγεσαι βουλευτής μόνο και μόνο για να συγχαίρεις κάθε πρωί τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να τσεπώνεις τα χιλιαρικάκια που στερείται ο απλός πολίτης. Πρέπει να σε καίει που δίπλα σε φυλακές σαν κι αυτές της πόλης σου στεγάζονται σχολεία. Πρέπει να σε προσβάλει που μπαίνοντας στην Εφορία αντικρίζεις εκατοντάδες να είναι στημένοι στην ουρά και να περιμένουν ωσάν πρόβατα την εξυπηρέτησή τους. Ακόμα, ακόμα πρέπει να σε προσβάλει το ότι ένας υπουργός οικονομικών μετά τον ανασχηματισμό επιβραβεύθηκε με το να επιλεγεί διοικητής της Τραπέζης Ελλάδος. Τώρα που δε θα χρειάζεται να τρώει σούσι στο γραφείο του, τώρα που δε θα χρειάζεται κάθε τόσο να ματώνει την καρδιά του για να πάρει αντιλαϊκά μέτρα, τώρα θα μπορεί να ασκεί κριτική αφ’ υψηλού και ν’ αποφαίνεται για το πόσα χρειάζεται για να ζήσει αξιοπρεπώς ένας συνταξιούχος.
Βρε ουστ…


Το καλοκαίρι είναι εδώ…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Το καλοκαίρι είναι εδώ…


«Στην Ελλάδα αισθάνεται κανείς την επιθυμία
να κολυμπήσει στον ουρανό, να ελευθερωθεί από τα ρούχα του,
να τρέξει και μ’ έναν πήδο να βυθιστεί στο γαλάζιο.
Επιθυμεί να αιωρείται όπως οι άγγελοι…»
                                                                         Henry Miller
                                                                       (Ο Κολοσσός του Μαρουσιού)

Το καλοκαίρι είναι εδώ, πλέον. Με τον εκτυφλωτικό του ήλιο, τις ολόγλυκες βραδιές του, με τις επιθυμίες για φυγές, με τις νοσταλγίες κάποιων άλλων καλοκαιριών και με προγραμματισμούς για μέρες ξεγνοιασιάς που ακούν στο μαγικό όνομα «Διακοπές».
Για τους περισσότερους οι φυγές έχουν ήδη αρχίσει με την, κατά κυριολεξία, απόδραση των Σαββατοκύριακων στις κοντινές ακτές. Δεν μένει παρά να κυλήσουν τρεις – τέσσερις εβδομάδες ακόμα για τη μεγάλη φυγή, για το στρίμωγμα στα νησιά και στα παραλιακά αναψυκτήρια, στα ενοικιαζόμενα των ακτών και στα νυχτερινά υπαίθρια μπαρ.
Θα μπορούσε να ήταν αλλιώς;
Το ζητούμενο είναι η φυγή για τη φυγή ή η φυγή για ανάπαυλα; Το ζητούμενο είναι η ξεγνοιασιά ή οι κατά συνήθεια διακοπές που ενδεχομένως αυξήσουν το άγχος εξ αιτίας μιας ταλαιπωρίας;
Το ζητούμενο του καθενός είναι βεβαίως απόλυτα προσωπική υπόθεση. Το λεπτό σημείο που διαφοροποιεί την αντίληψη περί διακοπών είναι η απόπειρα αλλαγής μιας συνήθειας και η προσπάθεια της αποδοχής κάτι νέου, που ενδεχομένως είναι έξω από τα δεδομένα. Ποιο μπορεί να είναι αυτό; Η αλλαγή της χρονικής περιόδου των διακοπών, ίσως. Ή η αλλαγή των προορισμών μας. Η χώρα μας, όσο μικρή κι αν είναι, θέλει άπειρα ταξίδια για ν’ αποκαλύψει τις ομορφιές της. Και είναι γεγονός πως αυτές οι ομορφιές διαφοροποιούνται εποχή την εποχή. Άλλη η ομορφιά της νότιας Ελλάδας τον Αύγουστο και άλλη η ομορφιά της στα τέλη του Σεπτέμβρη. Άλλη η ομορφιά των δασωμένων ορεινών περιοχών τον Ιούλιο και άλλη στα μέσα του Μάη. Και βέβαια εντελώς διαφορετική η γεύση των διακοπών καταχείμωνο μ’ αυτές του καλοκαιριού.
Όμως εκείνο που ίσως προέχει είναι το ν’ αναζητήσουμε στους τόπους της όποιας καταφυγής μας ό,τι υπάρχει κάτω απ’ τις επιφάνειες, κάτω απ’ αυτό που μπορεί ως εικόνα να φτάνει στα μάτια μας. Είναι ουσιαστικό το ν’ αναζητάς τις μυστικές συντεταγμένες του τόπου, να έρχεσαι σ’ επαφή με το παρελθόν του και να βιώνεις το ανθρώπινο περιβάλλον.
Απαιτεί, βεβαίως, άσκηση αυτό και ίσως και λιγότερη ακροθαλασσιά ή λιγότερα μπαράκια. Μπορεί ν’ απαιτεί και μια κάποια απομόνωση, που ωστόσο είναι απόλυτα γόνιμη για τους ανθρώπους των πολύβουων πόλεων. Μέσα στην γλυκιά απομόνωση και ηρεμία μπορείς να βιώσεις στο απόλυτο την αρμονία της ελληνικής φύσης, τις ερωτοτροπίες του φλοίσβου και της αλισάχνης με την ακρογιαλιά και τα βράχια, τον γλυκασμού της νύχτας καθώς ναρκώνει και ονειροποιεί τις αισθήσεις των ανθρώπων, το συγκλονιστικό της γύμνιας του πετρόβουνου με τις φραγκοσυκιές και το τρομαγμένο τρέξιμο της σαύρας, το μυστηριακό των βαθύσκιωτων δασών με το κελάρυσμα των δροσερών πηγών και τα κυματιστά ξέφωτα.
Όμως δεν μπορείς να βιώσεις το υπερβατικό του ελληνικού καλοκαιριού αν δεν το αποκαθάρεις με πείσμα, ίσως και με τη συγχωρητέα ελληνική οίηση, από κάθε τι που το επικαλύπτει και δε φτάσεις εκεί όπου υπάρχει μόνο η φύση και ο μύθος, η φύση και η ιστορία, η φύση και τα παιδιά, που ακόμα ανεπιτήδευτα πορεύονται την περιπέτεια της ζωής. Ακόμα, δεν μπορείς να το αντιληφθείς αποκομμένο από κάποιες μουσικές, έστω αυτές του ανέμου, ή της ερωτευμένης κιθάρας που ανάμεσα σ’ ένα ντο και σ’ ένα μι ψιθυρίζει πονεμένες λέξεις…
Ας δούμε με άλλα μάτια το ελληνικό καλοκαίρι μας. Ας πάμε στην αγκαλιά της ελληνίδας φύσης με άλλες προθέσεις. Ας δώσουμε την ευκαιρία σ’ αυτό που είμαστε να βιώσει αυτό μέσα στο οποίο είμαστε, υπάρχουμε, ελπίζουμε…

Ανασχηματισμός; Σιγά τα ωά…



Μονολογώντας


Τελικά το μήνυμα που εξέπεμψαν οι εκλογές ανάγκασε τον πρωθυπουργό της χώρας να σκεφτεί ένα και μόνο: Πώς θα αγκιστρωθεί ακόμα περισσότερο στην εξουσία. Πια, η απόπειρά του ν’ αποδείξει ότι είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει πολιτικά, είναι εμφανέστατη. Κρίμα, θα περίμενε κανείς πως θα είχε ακούσει τις οιμωγές της κοινωνίας και θα προχωρούσε σε ανατρεπτικές πολιτικές, έτσι ώστε η αγορά να ξανάβρισκε το βηματισμό της και η ανεργία να υποχωρούσε δραματικά. Αντίθετα, υπέκυψε στους εκβιασμούς των εκπροσώπων της διαφθοράς και με το κλείσιμο της Βουλής εξασφάλισε την πλήρη προστασία σε όσους ευθύνονται για την κατηφόρα της χώρας με τις κυβερνήσεις Παπανδρέου – Παπαδήμου, ενώ με τον ανασχηματισμό επιχειρεί να δελεάσει όσους αγανακτισμένους κατάφυγαν σε επιλογές διαμαρτυρίας, χαρίζοντας στη Νέα Δημοκρατία τα εκλογικά ποσοστά της ντροπής.
Δεν είναι όμως έτσι. Μ’ έναν ανασχηματισμό πανικού δε σώζεται η χώρα. Ούτε ένας πρωθυπουργός άτολμος μπορεί να φέρει την άνοιξη. Ο κατήφορος της χώρας θα συνεχιστεί. Η αντιπαραγωγικότητα επίσης. Και τα όνειρα θα συνεχίσουν να πεθαίνουν ομαδικά. Χωρίς αξιοπρέπεια. Τα δηλητηριάζουν, πριν ακόμα γεννηθούν, οι εγωιστικές συμπεριφορές όσων εμπλέκονται στην πολιτική του αίσχους.
Ο νέος υπουργός των Οικονομικών επιλέγει ως καταλληλότερος του προηγουμένου. Που σημαίνει πως ο προηγούμενος κάπου μειοδοτούσε, αλλά συνέχιζε να εκφράζει μια οικονομική πολιτική λαϊκής αφαίμαξης, χωρίς κανείς να βάζει φρένο στις ενέργειές του. Εκτός αν όλα ήταν τόσο καλά που πλέον επιβραβεύεται με μια πιο άνετη σταδιοδρομία, περισσότερο χρυσοφόρα. Αηδίας το ανάγνωσμα, που έρχεται να το ξεφυλλίσει η αμετακίνητη στάση των ξένων ετέρων: Η ανικανότητα πάταξης της φοροδιαφυγής μοναδική αιτία των δεινών.
Ούτε λόγος γι’ αυτήν την πληγή, ούτε λόγος για τη διαφθορά που εμπεριέχει ή για την ανικανότητα της κρατικής μηχανής που την υποθάλπει. Άλλα λόγια - ν’ αγαπιόμαστε. Εν τω μεταξύ οι αδύναμες κοινωνικές ομάδες να σέρνονται στην απόγνωση, οι άνεργοι στην απελπισία. Η πολυσυζητημένη «ανάπτυξη» ένας μύθος που δεν παρηγορεί πια ούτε τους πλέον εύπιστους. Οποία ταπείνωση της κοινής λογικής, πόσο ακόμα να εξευτελιστεί το αυτονόητο;
Όμως η απειλή της απώλειας των προνομίων κρατά δέσμιους τους εκλεγμένους σε μια παθητικότητα εκνευριστική. Το «πρέπει να κάνουμε» που ακούγεται από κυβερνητικά χείλη ηχεί ως ο έσχατος εμπαιγμός. Γιατί απλούστατα δεν έχει να πει κανείς τίποτα ως απάντηση στην ερώτηση: «Και γιατί δεν το κάνετε;».
Γιατί μέχρι τώρα έχουν βαλτώσει τα πάντα; Πού είναι τα πορίσματα των ελέγχων για τις τόσες λίστες που κυκλοφορούν; Ποιοι είναι αυτοί που δεν ελέγχουν; Ποιοι είναι αυτοί που στρέφουν την πλάτη τους στην κολοσσιαία φοροδιαφυγή, ενώ πέφτουν μετά μανίας στο πενιχρό εισόδημα του συνταξιούχου; Με ποιών τις ευλογίες το κάνουν;
Αυτή η χώρα λεηλατήθηκε από τα ίδια της τα παιδιά. Αυτή η χώρα διαλύθηκε από τους ηγέτες της. Αυτή η χώρα πεθαίνει μέσα στη διαπλοκή και τη διαφθορά. Οι κατά καιρούς «σωτήρες» της αποδεικνύονται χάρτινοι και συμβιβαζόμενοι με κάθε εκβιασμό. Πρωταθλητές στο κουκούλωμα και στα μεγάλα λόγια. Τα λουκέτα της αγοράς είναι γι’ αυτούς απλές εικόνες, ενώ η αναποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής παραμύθι για μεγάλα παιδιά. Να θυμηθούμε, με την ευκαιρία της ληστείας στο Συκούριο, τις μεγαλοστομίες που είχαν ειπωθεί με την απόδραση του Ξηρού. Έξη μήνες μετά ο εξευτελισμός του κράτους γίνεται ακόμα ένα φωτοστέφανο στο κεφάλαιο της αναποτελεσματικότητας και του διασυρμού. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχαν τηλεοπτικά παράθυρα για τ’ ανδρείκελα της εξουσίας που έχουν εξειδικευθεί στις κορώνες…
Κάποτε – ίσως όχι πολύ αργά – οι περισσότεροι απ’ αυτούς που σήμερα διαπλέκονται για να διατηρήσουν ακόμα λίγους μήνες τα οφίτσιά τους, θα αποτελούν πολιτικό παρελθόν και θα περιφέρονται αποτυχημένοι στον σαπιόκοσμο των τέως. Βέβαια το κακό θα το έχουν κάνει και η χώρα θα έχει βαδίσει εξ αιτίας τους πολλά βήματα πίσω. Όμως αυτή είναι η μοίρα της, τουλάχιστον από την πρώτη σπίθα της εθνεγερσίας και μετά: Να λεηλατείται απ’ τα παιδιά της, τους Μαυροκορδάτους, τους Κωλέτηδες, τους…, τους…





Το ελληνικό καλοκαίρι μας…



Μονολογώντας

Το ελληνικό καλοκαίρι μας…

                             Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
                             υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
                             υπάρχει μια έκσταση,
                             όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
                              μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου.
                                                                   Γιώργος Σεφέρης
                                                                       (Σχέδια για ένα καλοκαίρι)

Κοντά τριάντα χρόνια τώρα υποδέχομαι το ελληνικό καλοκαίρι με το ίδιο βιβλίο, «Το ελληνικό καλοκαίρι» του μεγάλου φίλου της Ελλάδας του γάλλου ελληνιστή Jacques Lacarrière (εκδόσεις Χατζηνικολή), επιδιώκοντας να έχω - έστω από έναν Γάλλο - την πλέον αυθεντική γεύση του ελληνικού καλοκαιριού, πριν τα μάτια μου γεμίσουν από επιγραφές τύπου ‘‘Banana Bar’’ και τ’ αφτιά μου με ‘‘μπιτάκια’’, και πριν με δυναστεύσουν τα πολλά ακόμα που μετατρέπουν το ελληνικό καλοκαίρι σε κακόγουστο τσίρκο.
Με τις περιγραφές και τις σκέψεις του Jacques Lacarrière, αλλά και με το Σεφέρη και τον Ελύτη το Ελληνικό Καλοκαίρι παίρνει το δρόμο της αλήθειας, συλλαβίζοντας μέσα στο απαλό ελληνικό φως τη φράση του Ηράκλειτου: «Αρμονίη κόσμου παλίτροπος». Γιατί αν κάτι αποθεώνεται από την ελληνίδα φύση αυτό είναι η αρμονία, η απόλυτη ερωτοτροπία του φλοίσβου και της αλισάχνης με την ακρογιαλιά, του γλυκασμού της νύχτας με τις αισθήσεις των ανθρώπων, της γύμνιας του πετρόβουνου με τις φραγκοσυκιές και το τρομαγμένο τρέξιμο της σαύρας, του βαθύσκιωτου των δασών με το κελάρυσμα των δροσερών πηγών και τα κυματιστά ξέφωτα, ό,τι δηλαδή μπορεί να συνθέσει η «Ελληνική Γραμμή» και το «Ελληνικό Φως», για να θυμηθούμε και τον ωραίο έλληνα Περικλή Γιαννόπουλο, αλλά και τον φιλόσοφο της φωτογραφίας Νίκο Δήμου.
Όμως δεν μπορείς να δεις το ελληνικό καλοκαίρι αν δεν το αποκαθάρεις με πείσμα , ίσως και παράδοξη ελληνική οίηση, από κάθε τι που το επικαλύπτει και δε φτάσεις εκεί όπου υπάρχει μόνο η φύση και ο μύθος, η φύση και η ιστορία, η φύση και τα παιδιά, που ακόμα ανεπιτήδευτα πορεύονται την περιπέτεια της ζωής. Και δεν μπορείς να το δεις αποκομμένο από κάποιες μουσικές, έστω αυτές του ανέμου, ή της ερωτευμένης κιθάρας που ανάμεσα σ’ ένα ντο και σ’ ένα μι ψιθυρίζει λέξεις του έρωτα, που πα να πει, δοξαστικές της ίδιας της ζωής.
Πεζή γνώρισε ο Lacarrière την περισσότερη Ελλάδα και μάλιστα στην τριακονταετία ’50 - ’80, κι ας τον έκαιγε ο ήλιος του καλοκαιριού κι ας μην έβρισκε ‘‘πολιτισμένα’’ καταλύματα για να ξαποστάσει. Αλλά και πολλοί ακόμα μεγάλοι φίλοι της Ελλάδας μας, όπως ο φημισμένος ιταλός συγγραφέας αρχαιολόγος Μάσιμο Μανφρέντι, που κάποτε μου εξομολογήθηκε πως στη δεκαετία του ’60 διέσχισε πεζή το θεσσαλικό κάμπο τρεις φορές. Βεβαίως είναι υποχρεωτική η αναφορά και στον μεγάλο Έλληνα (όχι Άγγλο) Πάτρικ Λη Φέρμορ, που μας έδειξε μιαν άλλη Ελλάδα, αυτήν που τόσο αγάπησαν ο Όλιβερ Τάπλιν, η Ζακλίν ντε Ρομιγί, οι Ντάριο και Λία Ντελ Κόρνο και άλλοι πολλοί «Έλληνες» με αλλοδαπή καταγωγή.
Εμείς, και με τόσα μέσα στη διάθεσή μας, ακόμα να τη γνωρίσουμε. Σπάνιες οι στιγμές που μείναμε μόνοι σ’ ένα ακροθαλάσσι αναμετρώντας τον τόπο ή φλυαρώντας με τα κοχύλια και τα βότσαλα. Ανύπαρκτες οι στιγμές που κοιμηθήκαμε στο χώμα πλάι στα πόδια των τρομερών ακροπόλεων ή εκεί που η ιστορία βεβαιώνει πως οι παλαιότεροι είχαν στήσει ιερά του Ασκληπιού. Ελάχιστες οι στιγμές που αρμενίσαμε με στοχασμό και αίσθημα παράκτια ή στις θάλασσές μας, ακούγοντας «ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας», που έγραψε και ο Ελύτης.
Όμως, χωρίς αυτές τις γνώσεις και τις γεύσεις, το ελληνικό καλοκαίρι παραμένει υπόθεση άγνωστη, δεν σου αποκαλύπτεται η «ηλικία της θάλασσας», ούτε έχεις μάτια να δεις τους «ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια» των ναυτών. Το καλοκαίρι μένει αίνιγμα άλυτο, τυπική ευκαιρία για ξεγυμνώματα και ξεφαντώματα, μαύρα γυαλιά και αντηλιακές κρέμες, ούζα και τζατζίκι, κομπασμός αλλά και μιζέρια.
Να δούμε με άλλα μάτια το ελληνικό καλοκαίρι μας. Να πάμε στην αγκαλιά της ελληνίδας φύσης με άλλες προθέσεις. Να δώσουμε την ευκαιρία σ’ αυτό που είμαστε να βιώσει αυτό μέσα στο οποίο είμαστε, υπάρχουμε, ελπίζουμε…

Άγγελος Πετρουλάκης


Εγώ, ο άσχετος…



Μονολογώντας


Κι ενώ η Κυριακή των εκλογών που ανάδειξε δημάρχους, περιφερειάρχες και ευρωβουλευτές ανήκει στο παρελθόν, συλλογίζομαι αν εκτός από το ‘‘μήνυμα’’ που πήραν ή δεν πήραν οι εμπλεκόμενοι με τις εκλογές, τους απασχόλησε ποτέ η λέξη ‘‘αξιοπρέπεια’’.
Πώς αλήθεια θα μπορούσε να εκφραστεί η αξιοπρέπεια;
Με κομπασμούς από μέρους των νικητών;
Με πικρόχολες ανακοινώσεις από μέρους των ηττημένων;
Και ποιος από τους εκλεγέντες κατά την επαναληπτική ψηφοφορία μπορεί να ισχυριστεί ότι συγκέντρωσε την πλειοψηφία, αφού αυτή εκφράζεται μόνο με το 51% του α΄ γύρου;
Οι νικητές πανηγυρίζουν ωσάν να μην εκλέχτηκαν και με τις ψήφους των ηττημένων του α΄ γύρου. Σε εθνικό επίπεδο απειλούν και ανατροπές. Ωσάν με το ποσοστό που έλαβαν να μπορούν να σχηματίζουν εκείνη την κυβέρνηση που θα ισοπεδώσει τα πάντα. Αποσιωπούν το γεγονός της υποχρεωτικής συνεργασίας, οπότε και θα είναι αναγκασμένοι σε συμβιβασμούς και άλλα τινά. Με ύφος αλαζονικό οι εκπρόσωποι των νικητών ομιλούν ως να μη γνωρίζουν πως λεονταρισμοί δεν περνούν στη διεθνή οικονομική πολιτική και ότι οι υποσχέσεις απέχουν από την δυνατότητα πραγματοποίησης των προσδοκιών. Δυστυχώς οι νικητές δεν διδάχθηκαν τίποτα από τα λάθη εκείνων που κάποτε υπήρξαν κι αυτοί νικητές.
Η αξιοπρέπεια επιτάσσει σεμνότητα, ίσως και ευγένεια στην αντιμετώπιση του ηττημένου αντιπάλου. Κάτι που δεν συναντήσαμε στις πρόσφατες εκλογές. Αντίθετα συναντήσαμε τη μισαλλοδοξία, τον άκρατο εγωισμό και την ύβρη. Το πολιτικό ήθος για μια ακόμα φορά τράβηξε την κατηφόρα. Και πώς  μπορεί κανείς με τέτοιο πολιτικό ήθος να ευελπιστεί ότι θα δημιουργηθεί η νέα Ελλάδα;
Στον αντίποδα των νικητών αναδιπλώνονται οι ηττημένοι. Ονειρεύονταν εξουσία, πρωτοκαθεδρίες, δόξα. Εισέπραξαν την απόρριψη. Που την απέδωσαν στα βρόμικα παιχνίδια των αντιπάλων. Όχι στη δική τους ανεπάρκεια, όχι στα δικά τους λάθη, όχι στις δικές τους παραλείψεις.
Ο λόγος για αξιοπρέπεια; Ελλιπής ως και ανύπαρκτος. Γιατί η οργή δεν χαρακτηρίζει την αξιοπρέπεια. Ούτε η αποποίηση των ευθυνών. Αντίθετα την χαρακτηρίζει η αυτοπειθαρχία και η σεμνότητα, ακόμα και η γενναιοδωρία. Αλλά οι ηττημένοι διαφορετικά παρουσίασαν. Ακόμα και εκεί που οι επιλογές τους αποδείχθηκαν κραυγαλέα αποτυχημένες, όπως στην περίπτωση Τζιτζικώστα – Ιωαννίδη, δεν είχαν το θάρρος και την ευγένεια να αναγνωρίσουν το λάθος. Δεν είχαν το θάρρος να ομολογήσουν ότι περιφρόνησαν το κοινό αίσθημα και τιμωρήθηκαν. Και δεν έχουν το θάρρος να ομολογήσουν ότι η συμπεριφορά τους υπήρξε ληστρική σε βάρος των αδύναμων.
Βεβαίως πολλοί απ’ αυτούς που θα διαβάσουν αυτές τις γραμμές θ’ αποφανθούν πως δεν δικαιούμαι να παραδίδω μαθήματα πολιτικού ήθους. Ίσως με χαρακτηρίσουν και ως άσχετο των πολιτικών διεργασιών, άρα και της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς. Δικαίωμά τους. Άλλωστε τα δυσάρεστα πονούν, αφού δεν χαϊδεύουν τ’ αφτιά.
Όμως, θα περίμενε κανείς στη δική μας χώρα, που δοκιμάστηκε σκληρά από πολλά, εκείνοι που εμπλέκονται με τα κοινά να προχωρήσουν πολλά βήματα μπροστά και να υπερβούν τις πρόσκαιρες σκοπιμότητες, δημιουργώντας την Ελλάδα της ελπίδας. Θα πρέπει με ιδιαίτερη υπευθυνότητα να δημιουργήσουν την Ελλάδα που θ’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του μέλλοντος. Και πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να σταματήσουν να ψεύδονται και να δακρύζουν πάνω απ’ τα πτώματα των θυμάτων τους.
Όλοι γνωρίζουν ότι στην Ευρώπη συντελούνται ανατροπές και διεργασίες που θ’ αλλάξουν τον πολιτικό χάρτη. Ουδείς μας μίλησε ποια θα είναι η θέση και ο ρόλος της χώρας μας σ’ αυτήν την άλλη Ευρώπη. Ουδείς μας μίλησε για το πόσο θα επηρεάσουν το μέλλον της χώρας μας οι διάφορες ενθοφυλλετικές διεκδικήσεις. Όλοι τους εξαντλήθηκαν σε χαρακτηρισμούς λαϊκών αγορών, φάσκοντας και αντιφάσκοντας, χωρίς να μιλήσουν για στρατηγικές που θ’ αναπτύξουν στο Κοινοβούλιο της ταραγμένης Ευρώπης.



Για ένα νέο όραμα



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ



Η Κυριακή των Εκλογών ανήκει στο παρελθόν. Σε δυο μέρες, μια άλλη Κυριακή εκλογών θα ξεκαθαρίσει το τοπίο στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, με την ανάδειξη δημάρχου και περιφερειάρχη, ενώ θα θολώσει ακόμα περισσότερο το τοπίο στην εθνική πολιτική σκηνή.
Η Κυριακή που ανήκει στο παρελθόν ήταν η Κυριακή της τιμωρίας. Αυτή που δίδαξε ότι η πλεονεξία και η φιλαρχία κάποτε τιμωρούνται.
Ο Κώστας Τζανακούλης μετά από τέσσερις συνεχείς θητείες ταπεινώθηκε πλήρως. Εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε πως δεν μελέτησε πολιτική ιστορία – συνεπώς και δεν διδάχθηκε από τους κύκλους της. Δεν αφουγκράστηκε τον δημότη, παρότι είχε κάθε δυνατότητα να τον ακούσει και να πράξει τα δέοντα. Άκουσε μόνο αυτούς που χάιδευαν τ’ αφτιά του, όχι εκείνους που ασκούσανε κριτική. Μη έχοντας  επιπλέον την αυτογνωσία, αλλά και τη σοφία ότι κάποτε έρχεται η φθορά και η παρακμή, αυτοτιμωρήθηκε. Ο ίδιος μίλησε για πισώπλατα μαχαιρώματα. Αυτά τα ‘‘μαχαιρώματα’’ τα γνώριζε από την πρώτη στιγμή που είδε ότι στενοί του συνεργάτες απέσυραν την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Άρα δεν ήταν πισώπλατα. Επέμεινε όμως… Και διασύρθηκε πλήρως, παρασέρνοντας στην ήττα και πολλούς που ευελπιστούσαν να πάρουν κάτι από τη λάμψη του.
Βεβαίως, ο ίδιος όταν θα αποπειραθεί να κάνει τον απολογισμό των θητειών του ως Δημάρχου των Λαρισαίων θα ισχυρισθεί άλλα και θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη σημαντικότητα του έργου του. Θεμιτό και απαραίτητο. Όμως θα τον συνοδεύει πάντα ο χαρακτηρισμός του αρχομανούς και ακριβώς αυτό είναι που πληγώνει την εικόνα ενός ανθρώπου που επί 16 χρόνια ήταν ο πρώτος δημότης της πόλης. Δεν του ήταν αρκετά τα χρόνια αυτά, έτσι ώστε ν’ αποχωρήσει τιμημένος. Με πρόσχημα ότι τον είχε ανάγκη η πόλη διεκδίκησε την σχεδόν ισοβιότητα. Γελοίες δικαιολογίες στη θέση της απαραίτητης σεμνότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τα δημόσια πρόσωπα και δη τους ηγέτες.
Σίγουρα η πόλη έχει ανάγκη τους άξιους. Όμως δεν μπορεί να είναι μόνο ένας ο άξιος, δεν μπορεί να είναι τόσο μοναχικός ο θώκος του δημάρχου.
Από την άλλη πλευρά, η Ρένα Καραλαριώτου, (η βασική του αντίπαλος) σημείωσε την ανατροπή ακολουθώντας μια τίμια στρατηγική: Δήλωσε εξ αρχής ότι θα διεκδικήσει το Δήμο, ανοίγοντας διάπλατα τα χαρτιά της. Βεβαίως η ανατροπή θα συμπληρωθεί όταν οι συμπολίτες επιλέξουν - για πρώτη φορά - για Δήμαρχο γυναίκα. Αν την επιλέξουν… Και τούτο γιατί ο Απόστολος Καλογιάννης ελκύει, με την ίδια δυναμική, δημότες που αναζητούν την αλλαγή.
Σε δυο μέρες όλα θα έχουν τελειώσει, με τους Λαρισαίους να εκλέγουν εκείνους που πιστεύουν ότι θα προχωρήσουν τα δημοτικά πράγματα ένα βήμα μπροστά. Σαφώς το χρίσμα δε θα δοθεί στους ικανότερους (ο χαρακτηρισμός «ικανότερος» θα πρέπει να αποδοθεί μετά από πέντε χρόνια, γιατί αυτό θα φανεί εκ του αποτελέσματος), αλλά σ’ εκείνους που διαθέτουν πληρέστερη προβολή και δημοφιλία, σ’ εκείνους που έπεισαν, δηλαδή, ότι θα δώσουν νέα πνοή στην πόλη.
Το βέβαιο είναι ότι η πόλη μας έχει την ανάγκη μιας επιπλέον αγάπης. Ίσως να έχει και την ανάγκη ενός οράματος που θα τη θέλει ελκυστική για τους κατοίκους της. Οι υποσχέσεις δίνονται και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Δεν απομένει παρά να δούμε τα αποτελέσματα…

Ψηφίζω, άρα υπάρχω...



Μονολογώντας



Μέσα σ’ ένα σκηνικό άρνησης, αμφιβολιών, ανασφάλειας, απογοήτευσης και σύγχυσης οι δημότες οδηγούνται στις κάλπες. Με την έννοια «δημότες» εννοώ όλους εμάς που μεθαύριο, την Κυριακή 18 Μαΐου, θα κληθούμε να ψηφίσουμε αυτούς που θα διαχειριστούν τα πράγματα του χωριού, της πόλης, του νομού μας. Όλοι εμείς, που θα επιλέξουμε τους ανθρώπους οι οποίοι θα διαχειριστούν την καθημερινότητα του τόπου μας, έχουμε για μια ακόμα φορά τη μεγάλη ευκαιρία να καταθέσουμε τον λόγο μας, επιλέγοντας τους καταλληλότερους για τη διαχείριση των δημοτικών πραγμάτων...
Ακριβώς σ’ αυτήν τη μεγάλη ευκαιρία θέλω να σταθώ, με αιτία τα όσα ακούγονται για ευρύτατη αποχή εξ αιτίας της απροθυμίας του δημότη – συμπολίτη ν’ ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, μια απροθυμία που πηγάζει από την αηδία που νιώθει για τα πεπραγμένα όσων διαχειρίστηκαν την εξουσία.
Σίγουρα, στον τόπο που κάποτε γέννησε την Αμφισβήτηση και τη Δημοκρατία, τον τόπο της Ύβρεως και της Νεμέσεως, πολιτικοί κοπρίτες που διαχειρίστηκαν την εξουσία, δεκαετίες τώρα έκαναν πλιάτσικο και δεν άφησαν τίποτα όρθιο, χωρίς να εισπράξουν την ελάχιστη τιμωρία.
Σίγουρα σ’ αυτόν τον τόπο ένας τεράστιος αριθμός λαμογιών ευνοήθηκε από την πολιτική ανηθικότητα και έζησε σε βάρος των τίμιων και σεμνών πολιτών.
Σίγουρα λωποδύτες, αγύρτες, ρουφιάνοι, απατεώνες, πλαστογράφοι, δημαγωγοί, τρωκτικά έστησαν πάρτι με την ανοχή των πολιτικών ‘‘σαλονιών’’ καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία του κράτους και της όποιας αρχής.
Όμως, τίποτα μα τίποτα δε θα πρέπει να μας αποτρέψει ν’ ασκήσουμε το εκλογικό μας δικαίωμα, το ύψιστο δικαίωμα της δημοκρατίας, για το οποίο πολλοί μάτωσαν και πολλοί θυσιάστηκαν, και που εν κατακλείδι ανήκει στα παιδιά μας.
Εκλογικό δικαίωμα και ψήφος δε σημαίνει μόνο ότι σε δέχομαι, ότι σε χειροκροτώ., άρα σε επιλέγω Σημαίνει και πως σε αρνούμαι, σημαίνει πως σου στερώ την πλειοψηφία και κατάμουτρα σου πετώ ότι είσαι ανάξιος, προσφέροντας την εμπιστοσύνη μου σ’ εκείνους που δε λέρωσαν τα χέρια τους, έστω γιατί δεν ήταν στην εξουσία.
Φτάνει να συλλογιστεί κάποιος πως αν η αποχή γίνει πλειοψηφία ο καθένας έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί ότι η πλειοψηφία δεν θέλει τη δημοκρατία, άρα ο δρόμος για την όποια δικτατορία είναι ελεύθερος. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί.
Τα δικαιώματα είναι για να τα διεκδικούμε και όχι να τα παραδίνουμε αμαχητί. Ακόμα κι όταν οι εκλογές αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία σαφώς και κομματικοκρατείται, ενώ θα έπρεπε να έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και δομές.
Πόσο γελοίο είναι, πριν κάποιος διεκδικήσει το χρίσμα από τους συν-δημώτες του να εκλιπαρεί γι’ αυτό την κομματική του εξουσία...
Και πόσο γελοίο είναι οι δημότες να επιλέγουν τον δήμαρχό τους ή τον περιφερειάρχη τους με βάση την κομματική του έκφραση...
Εδώ η απόλυτη ευθύνη είναι των δημοτών που επέτρεψαν να καλλιεργηθούν αυτές οι συνθήκες. Είναι δική μας ευθύνη, δηλαδή, που ανοίξαμε τις πύλες της πόλης για να αλωθούμε από τα κόμματα, που εν τέλει μόνο δυσοσμία μάς έχουν προσφέρει. Κάποτε ο πρωθυπουργός Σημίτης είπε πως ‘‘αυτή είναι η Ελλάδα’’. Αλλά και ο Γ. Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός, είχε μιλήσει για ‘‘διεφθαρμένη χώρα’’. Δυο φράσεις απείρως σκληρότερες από οποιοδήποτε δημοσιογραφικό χαρακτηρισμό. Βέβαια, κανείς από τους δυο, δεν έκανε αυτοκριτική και δεν αυτοπυροβολήθηκε. Και οι δυο ζήτησαν από εκείνους που δεν έφταιξαν ν’ ανεβούν στον Γολγοθά και να πάρουν αυτοί στους ώμους τους τις αμαρτίες των δραστών. Όχι... Αυτό είναι το αποκορύφωμα της πολιτικής ανηθικότητας. Η πολιτική εντιμότητα στρέφει με αποτροπιασμό το πρόσωπό της από ομολογίες αυτού του είδους, που εν κατακλείδι δηλώνουν ότι «μαζί τα φάγαμε».
Μπροστά στα φαινόμενα αυτά ο δημότης θα πρέπει να υπερασπιστεί το δικαίωμά του να επιλέγει τους διαχειριστές του κοινού βίου και να κατανοήσει ότι τόσο ο δήμαρχος, όσο και ο περιφερειάρχης δεν είναι τίποτα περισσότερο από διαχειριστές των κοινών συμφερόντων στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο. Δεν είναι άρχοντες και η εντολή που τους εμπιστεύονται οι δημότες είναι ιερή και κρίσιμη.
 Υπάρχουμε σ’ αυτόν τον χώρο και αυτό και μόνο κάνει σημαντική την ψήφο μας. Οι αποχές συνηγορούν για τη δική μας ανυπαρξία και δηλώνουν πως δεν έχουμε διάθεση να χτίσουμε το μέλλον των παιδιών μας.

Η ανηθικότητα των αμετανόητων…



ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ





Η Ελλάδα μας γίνεται τις μέρες που διανύουμε ακόμα μια φορά έρμαιο στα χέρια των πολιτικάντηδων και των επαγγελματιών ληστών της πολιτικής. Η επικείμενη διάλυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. γίνεται πλέον αιτία για να ακουστούν φοβερά αντιδημοκρατικά συνθήματα μιας ληστοσυμμορίας που τρέμει μπροστά στην πιθανότητα να εισπράξει την οργή των πολιτών. Ιδού το τελευταίο ολίσθημα εγωισμού και αισχρότητας:
«Θα πρέπει κάποια στιγμή όλοι μας, να απαντήσουμε σε κάποια ζητήματα και σε κάποια διλήμματα. Θέλουμε η χώρα να βγει από τα αδιέξοδά της, από τα μνημόνια και να ακολουθήσει το δρόμο της σταθερότητας ή θέλουμε η χώρα το βράδυ των εκλογών να είναι μια χώρα η οποία θα υποστεί αυτά που υπόκεινται οι χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Ουκρανίας, της Τουρκίας;».
Τα λόγια αυτά ανήκουν σ’ έναν επαγγελματία πολιτικό, νυν μέλος της κυβέρνησης, τον βουλευτή ΠΑ.ΣΟ.Κ. Λακωνίας Λ. Γρηγοράκο, αναπληρωτή υπουργό εσωτερικών. Να τον χαίρεστε κ. Σαμαρά, που τον δέχεστε ακόμα στην κυβέρνησή σας, να τον χαίρεστε κ. Βενιζέλο που τον επιβάλλατε στον κ. Σαμαρά, να τον χαίρεστε λοιποί κοινοβουλευτικοί άνδρες που τον έχετε ανάμεσά σας. Ακόμα να τον χαίρεστε κύριοι της όποιας αρχής είναι υπεύθυνη για τη διαφύλαξη της δημοκρατίας σ’ αυτόν τον τόπο.
Θα γίνει η Ελλάδα Ουκρανία; Θα πάρουμε τα όπλα σ’ έναν νέο εμφύλιο; Επειδή θα διαλυθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ο κύριος αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι του συναφιού του δεν θα ξαναδούν βουλευτική έδρα; Και για να μη διαλυθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα πρέπει όσοι αηδίασαν με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να καταπιούν την αηδία τους και μπροστά στο αηδιαστικό αυτό δίλημμα να ξανακάνουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. «ενωμένο, δυνατό»; Με ποια λογική εκστομίστηκαν αυτές οι φράσεις; Και σε ποια εποχή ζούμε για να επιχειρείται ο ψυχολογικός εκβιαστών των ψηφοφόρων; Αυτός είναι ο πολιτικός πολιτισμός που ευαγγελίζεται το ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Δεν φτάνουν τα τόσα δεινά που προκάλεσε στη χώρα η διακυβέρνησή του; Δεν είναι ο κύριος αυτός συν-υπεύθυνος για το οικονομικό κατάντημα της χώρας; Αυτός δεν χειροκροτούσε εκείνο το τρισάθλιο «λεφτά υπάρχουν»;
Κάποτε είχε ακουστεί εκείνο το ανήθικο Καραμανλής ή τανκς, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν ότι όντως κινδύνευε ξανά η χώρα από τα τανκς, αφού υπήρχαν πολλοί νοσταλγοί της χούντας στον κρατικό μηχανισμό και ακόμα περισσότεροι μεταξύ των αξιωματικών του στρατού. Οι εποχές όμως πέρασαν. Η δημοκρατία όσο και να τραυματίστηκε από τη διαφθορά και τη διαπλοκή απόκτησε μηχανισμούς προστασίας και ο Έλληνας δεν νοσταλγεί τον εμφύλιο, ούτε είναι διατεθειμένος να βάλει σε περιπέτειες το μέλλον των παιδιών του. Όμως αυτό δεν το κατανόησαν κάποιοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κι επιμένουν να ονειρεύονται την εποχή της παντοδυναμίας τους. Ακόμα και ο αρχηγός τους, του ίδιου πολιτικού εγωισμού είναι. «Αν δεν με ψηφίσετε, θα προκαλέσω εκλογές» απείλησε. Μα τόση ηλιθιότητα, λοιπόν; Τόση ανικανότητα να ερμηνεύσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια; Πώς μπορείς να εκβιάζεις εκλιπαρώντας; Και ποιοι να σε ψηφίσουν; Αυτοί των οποίων γκρέμισες τα όνειρα; Αυτοί που έχουν αντιληφθεί ποιο φαγοπότι οδήγησε τη χώρα στη σημερινή κατάντια; Αυτοί που ξέρουν πόσο φιλόδοξος και αριβίστας είσαι; Της αναξιοπρέπειας το ανάγνωσμα…
Όπως και να εξελιχθεί η πολιτική κατάσταση, οι επερχόμενες εκλογές θα φέρουν ανατροπές. Για κάποιους, τα εκλογικά αποτελέσματα, θα είναι ηχηρότατο χαστούκι. Είθε να συνενεργήσουν στο να πάει η χώρα ένα καλύτερο βήμα μπροστά. Και να εμπεδωθεί η σταθερότητα της πολιτικής ζωής.

Μετά το Πάσχα…



Μονολογώντας




Αφού, λοιπόν, χορτάσαμε πασχαλιάτικες ευχές και διενέξεις, με το Νίκο Δήμου να «αλατοπιπερώνει» την πολιτικο-κοινωνικο-θρησκευτική ατμόσφαιρα των ημερών, αλλά και την Φωτεινή Πιπιλή να «ξιφομαχεί» λεκτικά με το μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο, επιστρέφουμε στην καθημερινότητα τόσο του πλεονάσματος, όσο και των επικείμενων εκλογών.
Η πρωθυπουργική απόφαση για την ενίσχυση των φτωχών από το πολυσυζητημένο πλεόνασμα – τουλάχιστον στα δικά μου μάτια – φαντάζει ως η κατόπιν αιτήσεως ελεημοσύνη του αισχρού κράτους προς τα θύματα της ληστρικής πολιτικής του. Αφού πρώτα λεηλατήθηκαν οι χαμηλόμισθοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι εργάτες και οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα, αφού από νοικοκύρηδες μετατράπηκαν σε ζητιάνους, αφού από τίμια εργαζόμενοι κατάντησαν άνεργοι, πλέον με αίτησή τους εκλιπαρούν για τα ψίχουλα. Την ίδια στιγμή η κυβερνητική πολιτική έρχεται να δηλώσει αρωγός των φτωχών και των αδικημένων. Οποία κοροϊδία. Οποία απάτη.  Η επιστροφή ελάχιστου μέρους από τη λεία μιας ληστείας δεν μπορεί να είναι κοινωνική πολιτική. Εμπαιγμός είναι στο μεγάλο θέατρο του παραλόγου που βιώνουμε, πληρώνοντας οι αθώοι τις ατασθαλίες των υπαίτιων, οι οποίοι υπαίτιοι εξακολουθούν να ζουν σε βάρος των δύστυχων.
Θα ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα αν οι ένοχοι είχαν πληρώσει τις ατασθαλίες τους, θα ήταν μια άλλη μέρα για την Ελλάδα, που δυστυχώς συνεχίζει να ζει μέσα στην απαξίωση των θεσμών και των ιδεολογιών.
Γιατί ουδείς από τους πολιτικούς δεν απέδειξε ότι θέλει μιαν άλλη Ελλάδα, όλοι τη θέλουν να ταλαιπωρείται από τον κομματισμό και την μικροπολιτική. Ποταποί χαρακτηρισμοί από τους μεν για τους δε, λασπολογία, συκοφαντίες, λεκτικές αλητείες. Τίποτα που να δείχνει ανωτερότητα, ευγένεια, ήθος, αρχοντιά. Όλα προϊόντα λάσπης. Κάθε ανακοίνωση και κακία, κάθε δήλωση και καταφρόνια. Α’ όπου κι αν προέρχεται. Οι πυγμάχοι όταν αγωνίζονται είναι απείρως πιο ευγενικοί με τους αντιπάλους τους.
Πιστεύω ότι ο πολίτης απαιτεί ένα άλλο πολιτικό ήθος. Θέλει τους «άρχοντές» του να τους χαρακτηρίζει η αρχοντιά. Και θέλει να τους εμπιστεύεται, κάτι που τώρα απουσιάζει παντελώς. Δεν εμπιστεύεται τους πολιτικούς άντρες γιατί μόνο πολιτική δεν ασκούν. Στις παρέες οι πολιτικοί χαρακτηρίζονται ως παπατζήδες, ως απατεώνες, ως χαραμοφάηδες. Όλοι μας ξέρουμε τι ψιθυρίζεται πίσω από την πλάτη τους. Αν δεν ακούγεται βροντόφωνα είναι γιατί δε μάθαμε να είμαστε ειλικρινείς με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Και όμως η αλήθεια βρίσκεται αλλού.
Στον απόηχο του «πλεονάσματος» και της «φιλάνθρωπης» κυβερνητικής πολιτικής κινούνται οι επερχόμενες εκλογές. Υπολογισμοί, ραδιουργίες, βολιδοσκοπήσεις, λασπολογίες κι εδώ. Κάλπικοι λόγοι, κάλπικες δηλώσεις. Το μαύρο που γίνεται άσπρο και το άσπρο που γίνεται μαύρο. Το «εγώ» και πάλι σε πρώτο πλάνο. Και πάλι λοιδορίες αντί επιχειρημάτων.
Αλλά, το οικτρό της όλης υπόθεσης εντοπίζεται και στον εμπαιγμό που βιώνει καθημερινά ο ανώνυμος πολίτης από το χώρο της ενημέρωσης, στον οποίο βεβαίως πρωταγωνιστούν οι σκοπιμότητες της τηλε-εξουσίας. Η άλωση της σκέψης είναι πλέον καθολική. Παράλληλα, η σταρ-οποίηση σαρώνει κάθε άμυνα και εφορμά με αμέτρητα πρόσωπα στις προσωπικές ώρες του καθενός, αφαιρώντας κάθε ίχνος άμυνας για γόνιμο προβληματισμό. Κι όμως η κρισιμότητα των συγκυριών απαιτεί αναδίπλωση και ανησυχία. Απαιτεί κριτική σκέψη από τον καθένα μας. Και ίσως κάποιες γενναίες αποφάσεις μπροστά την κάλπη…


Η ηθική της ανηθικότητας



Μονολογώντας

Η ηθική της ανηθικότητας
                                            
                                              Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα,
                                              μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα…
                                                                                         Νίκος Γκάτσιος

Και να που η άνοιξη και η διάθεση για κάτι πιο όμορφο και πιο ανθρώπινο, προ του Πάσχα, μολύνθηκε από τις πράξεις των πολιτικών, με το κίτρινο και το μαύρο να κυριαρχούν στις ‘‘σελίδες’’ της δημόσιας ζωής.
Μέρες μελαγχολικές με αιτία τα όσα συμβαίνουν στο χώρο της εξουσίας, γεγονότα που έρχονται, ακόμα μια φορά, να μας θυμίσουν πόσο ασύμβατες είναι μερικές φορές η ακεραιότητα και η αξιοπρέπεια με το πολιτικό ήθος. Δυστυχώς στον τόπο μας οι κατάρες της διαπλοκής και της διαφθοράς αποτελούν θεσμό, που θυμίζει τη Λερναία Ύδρα, με τη διαφορά ότι κανείς απ’ όσους επαγγέλθηκαν καθαρό πολιτικό ήθος και κάθαρση, κατόρθωσε να θυμίσει τον Ηρακλή, έτσι ώστε να μπορούμε να ελπίζουμε σε κάποιον άθλο, άρα και σε μια νέα εποχή.
Οι αρχαίοι μύθοι δεν κατόρθωσαν να περάσουν ως πρότυπα στη δημόσια ζωή που μαστίζεται από τη συναλλαγή και από το προσωπικό συμφέρον. Ούτε οι εξαγγελίες για υγιή δημόσιο βίο υλοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται ολοένα και περισσότερες μεταστάσεις του καρκινώματος της διαφθοράς, που πλέον περισφίγγει ασφυκτικά το πολιτικό σώμα της ελληνικής πραγματικότητας.
Τα λόγια περί πολιτικής αξιοπρεπείας και ήθους (τα ψεύτικα, τα μεγάλα, κατά τον ποιητή, που τόσο απλά κατέγραψε τη νεοελληνική τραγωδία), έμειναν λόγια και ο πολίτης καλείται ακόμα μια φορά να παρακολουθεί το ξεσκέπασμα ενός ακόμα βόθρου, που οι αναθυμιάσεις του είναι πλέον επικίνδυνες για την ουσία της ζωής αυτού του τόπου.
Ποιοι μας κυβερνούν, λοιπόν;
Ποια ηθική μπορεί να συγχωρήσει τα ανομήματα των ανθρώπων που διαχειρίζονται την εξουσία, άρα και τη ζωή μας;
Αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να μεταλλαχθούν σε Ερινύες για να ταλανίζουν τον ανήθικο εφησυχασμό των πολιτικών μας, ακόμα κι εκείνων που δεν συνεργούν στη διαφθορά, αλλά την ανέχονται με την παθητικότητά τους και με τη σιωπή τους συχνά να υπερασπίζονται τους διεφθαρμένους.
Κρίμα για τους μεγαλόσχημους πολιτικούς, κρίμα για τους θεσμούς και τους μηχανισμούς, κρίμα για όσους τάχθηκαν να υπηρετούν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Είναι κρίμα και για τον ανώνυμο πολίτη που παραμένει ανασφαλής και χωρίς πρότυπα, μέσα σε μια σύγχυση για το πού βρίσκεται η αλήθεια και που το ψέμα;
Πάνω απ’ όλα αυτά πλανιέται ένα τεράστιο ‘‘γιατί;’’. Δίπλα του, εξ άλλου, ουρλιάζει ένα, τεράστιο επίσης, ‘‘μέχρι πότε;’’ Δυο ερωτήματα αδυσώπητα για όλους εκείνους που προεκλογικά επαγγέλλονται νέα ήθη, νέα κοινωνία, νέα Ελλάδα και μιλούν για σεβασμό του πολίτη, ο οποίος συνεχίζει να καταδικάζεται σε λιτότητα και σε απαξίωση, βιώνοντας έναν ασυγχώρητο εμπαιγμό.
Βεβαίως ουδείς θα βρεθεί ν’ απαντήσει σ’ αυτό το τεράστιο ‘‘γιατί;’’. Ούτως ή άλλως οι πολιτικοί στο οπλοστάσιό τους έχουν αποδείξει πως μόνο υπεκφυγές διαθέτουν για τα αυτονόητα, αλλά και μία δική τους ηθική για την ανηθικότητα.
Ιδού λοιπόν η ηθική της ανηθικότητας. Έχει επώνυμο, έχει σώμα, έχει πρόθεση, έχει στόχευση. Μόνο αθωότητα δεν έχει. Και μέγας υπόλογος για όλα αυτά είναι ο αρχηγός, ο Αντώνης Σαμαράς. Σε δεύτερο πλάνο και ευθύνη έχουν όλοι όσοι συντάσσονται μαζί του και δεν απαιτούν δημόσια την όποια επανόρθωση, τρέμοντας τις επιπτώσεις. Δεν μπορεί να δηλώνεις ότι μάχεσαι για τη σωτηρία της χώρας και το ορμητήριό σου να θυμίζει βόθρο. Δεν μπορεί να υποστηρίζεις ότι ως εκλεγμένος υπερασπίζεσαι την αλήθεια και τη δικαιοσύνη και να είσαι ομοτράπεζος με άθλιους και συνωμότες.
Όπως οι λακκούβες των δρόμων δεν έχουν κομματικά χαρακτηριστικά και είναι χρέος αυτών που διεκδικούν την ψήφο μας σε επίπεδο αυτοδιοίκησης να στρέψουν την πειθώ τους στα προβλήματα της πόλης και όχι στο ποιος στηρίζει ποιον, έτσι και η πολιτική ηθική δεν έχει κομματικά χαρακτηριστικά. Ή υπερασπίζεσαι την ηθική και ζεις σύμφωνα με ό,τι συνάδει με την αξιοπρέπεια, ή μπαίνεις στο χώρο της ανηθικότητας. Ας σεβαστούμε το αυτονόητο…