Google+ Followers

Είναι που δεν καταλαβαίνω…



Μονολογώντας

Είναι που δεν καταλαβαίνω…

Ομολογώ ότι τελευταία αντιμετωπίζω πρόβλημα κατανόησης. Για να γίνω περισσότερο σαφής ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω δυο τρία από τα συμβαίνοντα γύρω μου. Για παράδειγμα: Δεν καταλαβαίνω πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζει μια λακκούβα ένας δήμαρχος που στηρίζεται από τη Νέα Δημοκρατία από έναν δήμαρχο που στηρίζεται από τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. ή το Κ.Κ.Ε.; Δεν καταλαβαίνω γιατί ένας πεζόδρομος πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται αλλιώς από έναν δήμαρχο που είχε στηριχθεί από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και αλλιώς από έναν δήμαρχο που στηρίχθηκε από τη ΔΗΜ.ΑΡ; Έχουν οι λακκούβες ή οι πεζόδρομοι πολιτική τοποθέτηση; Παίρνει άδεια από το κόμμα που τον στήριξε ένας δήμαρχος για να μετατρέψει έναν πεζόδρομο σε προαύλιο καφετεριών; Παίρνει εντολές το γραφείο του πολεοδομικού ελέγχου από τα κεντρικά ενός κόμματος για να κάνει τη δουλειά του, αυτό που κάποτε ένας πρωθυπουργός χαρακτήριζε ως «αυτονόητο»;
Αυτές οι σκέψεις μου δημιουργούνται καθώς διαβάζω για υποψηφίους και κόμματα στις εκλογές της αυτοδιοίκησης. Να πάρουν το χρίσμα από το κόμμα; Αν κατάλαβα καλά, το κόμμα, δηλαδή αυτοί που μυστικοσυνέρχονται στην Αθήνα, ξέρουν καλύτερα τα προβλήματα της Νέας Σμύρνης απ’ τους δικούς μας, τους συντοπίτες μας δηλαδή, που μπορεί και να διασχίζουν τη Νέα Σμύρνη και δυο φορές την εβδομάδα. Αλλιώς πώς εξηγείται το φαινόμενο θα εκπλιπαρούν για το χρίσμα ή να διατείνονται ότι «κατεβαίνουν ανεξάρτητοι»; Οι άλλοι είναι υπόδουλοι, δηλαδή; Αυτό που λέγεται δηλαδή, ότι «έχουν τη στήριξη του κόμματος» είναι το μαγικό ραβδάκι που θα γεμίσει τις λακκούβες, θα περιποιηθεί τους χώρους πράσινου, θα διαχωρίσει την αυλή της καφετέριας από τον πεζόδρομο και θα επαναφέρει την όψη των πλατειών στα αρχικά σχέδια της δημιουργίας της;
Δηλαδή, αυτοί οι υποψήφιοι δε θέλουν να είναι Λαρισαίοι, Κοζανίτες, Καστοριανοί; Θέλουν να είναι οι εκλεκτοί του κόμματος; Άλλη αχρειότητα δε ήθελαν να χαρίσουν στον εαυτό τους; Λύνονται τα προβλήματα μιας πόλης ή ενός νομού μέσα από το κομματικό πρίσμα; Υπάρχει αριστερή ή δεξιά αντιμετώπιση των κατεστραμμένων πινακίδων σήμανσης;
Τώρα θα εξομολογηθώ και κάτι ακόμα που δεν καταλαβαίνω. Πάνε μήνες που ξεκίνησε η συζήτηση για τις εκλογές. Μια συζήτηση πολυσχιδής, που τα είχε όλα. Κρυφές συνεννοήσεις, παζάρια, συγκλίσεις, αποκλίσεις, βολιδοσκοπήσεις και άλλα που έχουν σχέση με παρατάξεις και πρόσωπα. Σ’ αυτούς τους μήνες δεν είδα ούτε μια ανοισυχία για την πόλη, μια δήλωση, μια εξαγγελία. Αυτό δεν καταλαβαίνω: Πώς γίνεται να διεκδικείς αρχοντιές και αξιώματα στην πόλη σου χωρίς να καταθέτεις τις απόψεις σου για συγκεκριμένα δημοτικά έργα, χωρίς να δηλώνεις τους στόχους σου για την καθημερινότητα του δημότη… Ό,τι ακούστηκε ήταν γενικόλογο, μουχλιασμένο αντίγραφο παλαιότερων εκλογικών αναμετρήσεων. Να δώσουμε τη Λάρισα στους Λαρισαίους, να αξιοποιήσουμε παραγωγικές δυνάμεις, τρίχες κατσαρές δηλαδή. Λόγος βάσιμος υπάρχει; Σκέψεις για το πώς θα συμβούν κάποια πράγματα στην πόλη υπάρχουν; Πότε θα κατατεθούν; Εν καιρώ; Γιατί δεν έχουν κατατεθεί; Να ξέρει ο Λαρισαίος τι θα γίνει στη γειτονιά του, στο πάρκο που παίζουν τα παιδιά του. Μαγειρεύονται ακόμα;
Φίλοι συν-δημώτες μάλλον κάπου σας παράπεσε μια προτεραιότητα. Μάλλον περνάτε μπροστά από προβλήματα χωρίς να παρατηρείτε. Γιατί μαζί μ’ εμένα είναι κι άλλοι που δεν καταλαβαίνουν και ίσως είναι πολλοί.
Όπως πολλοί είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν γιατί τον ευρωβουλευτή να μην τον ψηφίζει απ’ ευθείας ο ψηφοφόρος και θα πρέπει να ανήκει στις επιλογές του αρχηγού. Ποιος φοβάται τον λαό; Οι μη προβεβλημένοι; Οι μη έχοντες πρόσβαση στα Μ.Μ.Ε.; Ή εκείνοι που είχαν κανονίσει τη συνταγή για τη σούπα και τώρα δεν τους βγαίνει. Κι αν τούτη τη φορά θα είναι ξαφνικό για τους μη προβεβλημένους, έχουν μπροστά τους πέντε ολόκληρα χρόνια για να πείσουν πως άδικα καταψηφίστηκαν. Αν είναι τόσο ερωτευμένοι με το λειτούργημα του ευρωβουλευτή, έχουν μπροστά τους πέντε ολόκληρα χρόνια για να πείσουν πως αυτοί θα εκπροσωπούσαν καλύτερα τη χώρα στο Ευρωκοινοβούλιο. Αλλά εδώ δε μιλάμε για έρωτα. Για μάσα μιλάμε. Για την κουτάλα. Και η κουτάλα είναι πάντα βιαστική…
 Έχω κι άλλες απορίες αλλά λέω να τις αφήσω για καμιά άλλη Παρασκευή…

Ο δρόμος των εκλογών…



Μονολογώντας
Ο δρόμος των εκλογών…



Μέσα σ’ ένα σκηνικό άρνησης, αμφισβητήσεων, αμφιβολιών, ανασφάλειας και απογοήτευσης οι πολίτες οδηγούνται στις κάλπες για την Ευρώπη και για την Αυτοδιοίκηση. Ίσως και για το Κοινοβούλιο, αφού όλα πλέον φαντάζουν ρευστά, με μόνη σταθερή παράμετρο την εξαθλίωση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Κι εμείς καλούμαστε, τόσο ως Ευρωπαίοι, όσο και ως δημότες, πιθανόν και ως πολίτες του κράτους να εκλέξουμε «εκλεκτούς», εκείνους που θα πάνε ένα βήμα μπροστά τα όνειρά μας (όσα απέμειναν), θα σταματήσουν την εξαθλίωση, θα μας εκπροσωπήσουν μαχητικά στην Ευρωβουλή, θα διαχειριστούν σωστά τα της πόλης προβλήματα. Μάλλον η ευθύνη είναι τεράστια, μάλλον οι επιλογές ξεπερνούν την καθημερινότητά μας.
Άραγε «ποιοι εμείς»;
Άραγε «ποιοι αυτοί»;
Προσπαθώ να βρω απαντήσεις στα δυο αυτά ερωτήματα. Ειλικρινά αδυνατώ, γιατί διαπιστώνω πως όλες οι απαντήσεις αυτοαναιρούνται, όλες εμπεριέχουν την αντίφαση.
Ποιοι είμαστε εμείς; Ένα κοινωνικό σύνολο που μοχθεί για μια υπεύθυνη πορεία στο σύγχρονο κόσμο; Ένα κοινωνικό σύνολο που δέχεται αδιαμαρτύρητα τις ηλιθιότητες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν τα Μ.Μ.Ε., ιδιαίτερα τα τηλεοπτικά; Ένα κοινωνικό σύνολο που ανέχεται τη σαχλαμάρα για τέχνη, την κομματική προπαγάνδα για πολιτική ιδεολογία; Που αναγορεύει την κομπίνα σε κατόρθωμα, την καταπάτηση του νόμου ως καπατσοσύνη, την απάτη ως εθνικό σπορ;
Η αυτοκριτική είναι απλησίαστος τόπος και πονά κάθε απόπειρα γι’ αυτήν. Η αυτοκριτική μόνιμα σκοντάφτει στα «ημέτερα».  Σ’ αυτά που πράξαμε, σ’ αυτά που παραλείψαμε, σ’ αυτά που ανεχθήκαμε. Δεκαετίες ολόκληρες ο «Ωχαδελφισμός» ήταν το χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Δεκαετίες ολόκληρες ψηφίζαμε όποιον έταζε μεγαλύτερες αυξήσεις, όποιον υποσχόταν να κάνει το «τίποτα» μεγάλο και τρανό. Θεωρούσαμε αυτονόητο να μην πληρώνουν φορολογία οι γιατροί, οι υδραυλικοί, οι άλφα, οι βήτα, οι δείνα. «Εγώ θα σώσω το κράτος;», να μια ερώτηση που απευθύναμε στον εαυτό μας για να καλύψουμε την ελαφρότητά μας.
Δεν ξέρω ποιοι είμαστε εμείς. Ξέρω όμως πως πολλοί φτάναμε μπροστά στην κάλπη αγνοώντας πολλά και κύρια: Το σύνταγμα, τους νόμους, τη λειτουργία της Βουλής, την ιστορία του τόπου, τα χαρακτηριστικά του πολιτικού ύφους, την περιπέτεια της αισθητικής. Αντίθετα, γνωρίζαμε καλά με πόση δύναμη έδιωχνε την μπάλα το δεξί πόδι του τάδε ποδοσφαιριστή, το βίο της τάδε τραγουδίστριας, τι τατουάζ είχε ο τάδε ηθοποιός, τι αυτοκίνητο δώρισε στην γκόμενα ο τάδε επιχειρηματίας. Η γιαγιά που ήξερε όλα τα ονόματα των πρωταγωνιστών των σήριαλς, αλλά ζητούσε από την κόρη να της «σταυρώσει» το ψηφοδέλτιο γιατί δεν ήξερε τι και ποιον να ψηφίσει.
Και, άραγε, «ποιοι αυτοί»;
Θα απαντούσα αβίαστα: Οι πολιτικοί κοπρίτες.
Σίγουρα, στον τόπο που κάποτε γέννησε την Αμφισβήτηση και τη Δημοκρατία, τον τόπο της Ύβρεως και της Νεμέσεως, οι πολιτικοί κοπρίτες έκαναν πλιάτσικο και δεν άφησαν τίποτα όρθιο, χωρίς να εισπράξουν την καμιά τιμωρία, πλην τραγικά ελαχίστων περιπτώσεων. Τι να θυμηθεί κανείς; Την του χρηματιστηρίου, την κατασπατάληση των κοινωτικών πόρων και επιδοτήσεων, τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων, της Siemens και πολλών άλλων προμηθειών, τα δομημένα ομόλογα, το Βατοπέδι, τα Ολυμπιακά Ακίνητα που σχεδιάσθηκαν αλόγιστα και μένουν εγκαταλειμμένα και λεηλατημένα, τους νόμους που ψηφίσθηκαν για τις οff shore εταιρείες, τα ΑΕΙ και ΤΕΙ που ιδρύθηκαν για «ρουσφετολογικούς» λόγους, τη διαχείριση των πόρων για την υγεία, τα μεγάλα δημόσια έργα, που δεν τελειώνουν ποτέ;
Για την κουτάλα, με γαμώτο…
Και κοντά σ’ αυτούς τους πολιτικούς κοπρίτες ένας τεράστιος αριθμός λαμογιών, που ευνοήθηκε από την πολιτική ανηθικότητα και έζησε σε βάρος των τίμιων και σεμνών πολιτών.
Λωποδύτες, αγύρτες, ρουφιάνοι, απατεώνες, πλαστογράφοι, δημαγωγοί, τρωκτικά έστησαν πάρτι με την ανοχή των πολιτικών σαλονιών, κατακλέβοντας το δημόσιο χρήμα και καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία του κράτους. Όλοι αυτοί απολαμβάνουν, ακόμα, μια τρομακτική ασυλία, μια σκανδαλώδη ατιμωρησία, ενώ ματώνουν εκείνοι που κράτησαν τίμια στάση ζωής. Οι ελάχιστοι που αποκαλύπτονται από τη Δικαιοσύνη δείχνουν τι βάθος έχει ο βόθρος.
Ο δρόμος για τις εκλογές είναι ακόμα μακρύς. Για όλους μας υπάρχει χρόνος να σκεφτούμε πριν αποφασίσουμε. Ακόμα και να σκύψουμε επάνω την πολιτική ιστορία της χώρας και να διδαχτούμε πολλά πριν ασκήσουμε το εκλογικό μας δικαίωμα, το ύψιστο δικαίωμα της δημοκρατίας, για το οποίο πολλοί μάτωσαν και πολλοί θυσιάστηκαν, και που εν κατακλείδι ανήκει στα παιδιά μας.
Εκλογικό δικαίωμα και ψήφος δε σημαίνει μόνο ότι σε δέχομαι, ότι σε χειροκροτώ. Σημαίνει και πως σε αρνούμαι, σημαίνει πως σου στερώ την πλειοψηφία και κατάμουτρα σου πετώ ότι είσαι ανάξιος, προσφέροντας την εμπιστοσύνη μου σ’ εκείνους που δε λέρωσαν τα χέρια τους, έστω γιατί δεν ήταν στην εξουσία. Τα δικαιώματα είναι για να τα διεκδικούμε και όχι να τα παραδίνουμε αμαχητί.